ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 209/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 4ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ..
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας-καθ’ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση: …………………. η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της εφεσίβλητης: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………….» και το διακριτικό τίτλο «…………….», πρώην με την επωνυμία «………………..» (………………..) και διακριτικό τίτλο «……………..» (……………….), η οποία εδρεύει στο ……… Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015, δυνάμει της με αριθμ. 220/1/13.03.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθμ. 880/16.3.2017 ΦΕΚ (τ. Β’)}, η οποία ενεργεί με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………» (……………….), που εδρεύει στο ………….., Ιρλανδία, ……………………, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπουρνάζο.
Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………………….» (…………………) και το διακριτικό τίτλο «……………….» (………………), πρώην με την επωνυμία «…………………» (……………..) και διακριτικό τίτλο «…………………» (……………….), η οποία εδρεύει στο ………… Αττικής, επί της οδού ………….., με ΑΦΜ ………….. Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά και με αρ. ΓΕΜΗ ………………, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, αρχικά σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015, δυνάμει της με αριθμ. 220/1/13.03.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ αριθμ. 880/16.3.2017 ΦΕΚ (τ. Β’)], και ήδη σύμφωνα με το νόμο 5072/2023, δυνάμει της με αριθμό 507/1/09.07.2024 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθμ. 4257/19.07.2024 ΦΕΚ (τ. Β’)], η οποία ενεργεί με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας επενδύσεων με μεταβλητό κεφάλαιο, συσταθείσας ως οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων πολλαπλών τμημάτων με τη μορφή μιας ετερόρρυθμης κατά μετοχές εταιρείας με την επωνυμία «…………………..» (………………), που έχει συσταθεί και υφίσταται σύμφωνα με τους νόμους του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και εδρεύει στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου (……………….), με αριθμό εγγραφής στο Μητρώο Εμπορίου και Εταιρειών του Λουξεμβούργου ……………, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει της από 15.04.2024 σύμβασης διαχείρισης, που υπεγράφη την 15η.04.2024 μεταξύ των ως άνω εταιρειών σχετικά με τη διαχείριση των απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 5072/2023, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα την 15η.04.2024 στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και έλαβε αρ. πρωτ. …../15.04.2024 στον Τόμο ……., με αυξ. αριθμ. …., στην οποία (δικαιούχο) έχουν μεταβιβασθεί απαιτήσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις Ν. 5072/2023, όπως ισχύει, δυνάμει της από 15ης Απριλίου 2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα την 15η Απριλίου 2024 στα δημόσια βιβλία του άρθρ Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και έλαβε αρ. πρωτ. …./15.04.2024 στον ….., με αυξ. αριθμ. …, από την αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………..» (…………..), που εδρεύει στο ………… της Ιρλανδίας οδός …………….., με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών 649076, όπως εκπροσωπείται νόμιμα (μεταβιβάζουσα), η οποία τελευταία εταιρεία ειδικού σκοπού είχε καταστεί προηγουμένως ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία «…………..» και τον διακριτικό τίτλο «………….» που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………….., με ΑΦΜ ………….. ΔΟΥ ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας σύμφωνα με τις διατάξεις Ν. 3156/2003, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπουρνάζο.
Η εκκαλούσα με την από 21/7/2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2023) ανακοπή της, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 4070/2023 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την υπό κρίση από 19/1/2024 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου με αριθμό κατάθεσης …………../2024 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. 191/106/2024 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η 6/2/2025 και μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και γράφτηκε στο πινάκιο. Επί της εφέσεως αυτής, κατά της εκκαλούσας και υπέρ της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………….» (………………), που εδρεύει στο …. της Ιρλανδίας με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών ….., νομίμως εκπροσωπουμένης από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………..» (………………) και το διακριτικό τίτλο «………..», η αυτοτελώς (εκουσίως) προσθέτως παρεμβαίνουσα άσκησε την από 24/2/2026 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της στο Δικαστήριο αυτό (αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2026), που προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση των ανωτέρω υποθέσεων, οι οποίες συνεκφωνήθηκαν, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης και της αυτοτελούς προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις του.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 524 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει με το Ν. 4842/2021 από την 1/1/2022 (ΦΕΚ Α’ 190/13-10-2021), στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 236, των παρ. 8 έως και 13 του άρθρου 237, 240 έως 312, περ. α έως γ της παρ. 1 του άρθρου 591 και παρ. 4 του άρθρου 591 ΚΠολΔ. Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος και του άρθρου 272 παρ. 1 και 2 του ίδιου κώδικα, κατά τις οποίες η έφεση απορρίπτεται αν ο εκκαλών, είτε δεν εμφανίζεται κατά τη συζήτηση που επισπεύδει ο ίδιος ή ο εφεσίβλητος, είτε εμφανίζεται και δεν λαμβάνει μέρος στη συζήτηση κανονικά (δεν παρίσταται προσηκόντως). Βέβαια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή η συζήτηση έφεσης, πρέπει, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 271, 272 ΚΠολΔ, στα οποία παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 524 § 1 του ίδιου κώδικα, (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α 87/23-7-2015), να ερευνάται η νόμιμη κλήτευση του απόντος διαδίκου ή να διαπιστώνεται ότι τη συζήτηση της έφεσης επέσπευσε ο απών διάδικος για τη δικάσιμο που ορίστηκε νόμιμα. Στην έρευνα των πιο πάνω περιστατικών οφείλει να προβεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπάγγελτα, (βλ. ΑΠ 1656/ 2007 ΕλλΔνη 50.1059, ΑΠ 544/2018, ΑΠ 102/2018, ΑΠ 6/2018, ΑΠ 574/2017, ΑΠ 320/2012, ΑΠ 1554/2008, ΑΠ 872/2008, ΑΠ 1895/2007, ΑΠ 1656/2007 ΤΝΠ Nomos). Ήτοι πρέπει να προηγηθεί από το δικαστήριο η διακρίβωση του ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, γιατί αν επισπεύδων είναι ο απολειπόμενος διάδικος, τότε δεν απαιτείται κλήτευση του, ενώ αντίθετα απαιτείται τέτοια κλήτευση, όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο παριστάμενος διάδικος. Έτσι, αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά μη νομίμως, το δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (σχετ. ΑΠ 1506/2013 ΝοΒ 2014.353, ΑΠ 314/2011 ΝοΒ 2011.1896, 2161), σε περίπτωση δε αδυναμίας διακρίβωσης του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, διότι λείπει η απαιτούμενη προδικασία της κλήσης προς συζήτηση (ΑΠ 549/2007, ΑΠ 441/2006 ΕφΑθ2896/2007, ΕφΑθ 422/2003 ΕλΔ 2004.592, ΕφΑΘ1535/2001 ΑρχΝ 2001.563). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ. 3 και 272 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ερημοδικεί ο εκκαλών κατά τη συζήτηση της έφεσης, το Δικαστήριο, αν η συζήτηση γίνεται με την επιμέλεια του ιδίου (εκκαλούντος) ή αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον εφεσίβλητο απορρίπτει την έφεση, εφόσον όμως αυτή είναι παραδεκτή, χωρίς περαιτέρω έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της, γιατί κατά πλάσμα του νόμου ο εκκαλών θεωρείται ότι παραιτήθηκε από το παραδεκτώς ασκηθέν ένδικο μέσο της έφεσης. Και τούτο γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους (ΑΠ 1266/ 2015 αδημ, ΕφΑιγ 117/2021 αδημ). Στην περίπτωση αυτή, η απόρριψη της εφέσεως λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ’ ουσίαν καθώς, όπως διευκρινίζεται με την συμπλήρωση του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 524 ΚΠολΔ με το άρθρο 28 του Ν. 4842/2021, η απόρριψη της εφέσεως επί της ουσίας προϋποθέτει παραδεκτή άσκηση της (ΕΑ 650/2025 ΤΝΠ Nomos).
Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 19/1/2024, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2024 ενώπιον της Γραμματείας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, έφεση της ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ’ αριθμ. 4070/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της καταχρηστικής διετούς προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ενώ για το παραδεκτό αυτής, έχει καταβληθεί το απαιτούμενο παράβολο, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ (βλ. το υπ’ αριθμ. ……………/2024 e-παράβολο). Περαιτέρω, στο παρόν Δικαστήριο ασκείται το πρώτον η από 19/1/2024 (αριθμ. εκθ. κατ. ……………./2023) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση κατά της εκκαλούσας και υπέρ της εταιρείας, η οποία νομίμως εκπροσωπείται από την εφεσίβλητη, μετά τη αναβίωση της εκκρεμοδικίας με την άσκηση της κρινόμενης έφεσης, επικαλούμενη έννομο συμφέρον της εκπροσωπούμενης από αυτήν ειδικής διαδόχου, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη, ζητεί δε να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση και να καταδικαστεί η εκκαλούσα-καθ’ης η πρόσθετη παρέμβαση στα δικαστικά της έξοδα. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην καθ’ης- εκκαλούσα, όσον και στην υπέρ ης η παρέμβαση, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (βλ. τις με αριθμ. …..΄/27-2-2026 και …………΄/27-2-2026 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …………) και πρέπει να συνεκδικαστεί με την έφεση, αφού δεν έχει αυτοτέλεια έναντι αυτής, αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη που ανοίχθηκε με την έφεση, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί (ΑΠ 1426/2013, ΕφΑΘ 4499/2000 ΤΝΠ Nomos, ΕφΑθ 4355/2002, ΕλλΔ/νη 2004.206), η δε συνεκδίκασή τους διευκολύνει τη διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 31, 246, 524 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ακολούθως, η ως άνω έφεση προσδιορίστηκε για συζήτηση, με επίσπευση της εκκαλούσας, για τη δικάσιμο της 6/2/2025, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5/3/2026). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο κατά την δικάσιμο της 5/3/2026 η εκκαλούσα δεν εμφανίστηκε. Ωστόσο, η συζήτηση της ένδικης έφεσης επισπεύδεται από την εκκαλούσα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την εφεσίβλητη αντίγραφο του δικογράφου της εφέσεως, με την από 8/4/2024, επί της πρώτης σελίδας του, σχετική σφραγίδα του δικαστικού επιμελητή …………. περί επιδόσεως αυτού στην εφεσίβλητη. Ειδικότερα, από την νομίμως τεθείσα επί του συγκεκριμένου αντιγράφου της έφεσης, σφραγίδα του εν λόγω δικαστικού επιμελητή, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της έφεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 6/2/2025, κατά την οποία η συζήτηση της έφεσης αναβλήθηκε, με εγγραφή στο πινάκιο, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, από την εκκαλούσα, στην εφεσίβλητη. Κατά την τελευταία δικάσιμο, η επισπεύδουσα τη συζήτηση της έφεσης εκκαλούσα, όφειλε να παραστεί χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο μετά από αναβολή, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ). Ως εκ τούτου, η εκκαλούσα, που δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα μετ’ αναβολή δικάσιμο, πρέπει να δικασθεί ερήμην και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας, η έφεσή της πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, χωρίς να ακολουθήσει περαιτέρω έρευνά της. Πρέπει δε, να σημειωθεί ότι, ως προς την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση δεν θα περιληφθεί διάταξη στο διατακτικό της παρούσας, καθότι αυτή ως διαμορφωτική διαδικαστική πράξη, δεν διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της δίκης, αλλά την έννομη σχέση αυτής και δεν διατυπώνει ιδιαίτερο αίτημα, το οποίο θα έπρεπε να δεχθεί ή να απορρίψει, έστω και σιωπηρά το Δικαστήριο (ΑΠ 666/2015 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα «Areiospagos.gr», ΕφΑθ 121/2022 ΤΝΠ Nomos). Πρέπει, επίσης, για την περίπτωση που η εκκαλούσα ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής, να ορισθεί παράβολο ερημοδικίας (άρθρα 501, 502, 505 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Ακόμη, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος εκ μέρους της εκκαλούσας παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, λόγω του ότι η έφεση απορρίφθηκε. Τέλος, η εκκαλούσα-καθ’ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), τα οποία θα προσδιορισθούν από κοινού, καθώς εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο, έχουσες κοινό συμφέρον ως ομόδικοι να εκπροσωπηθούν στη δίκη με τον ίδιο πληρεξούσιο και όχι με χωριστούς (πρβλ ΑΠ 467/2019 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ),
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει ερήμην της εκκαλούσας την από 19/1/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2024) έφεση και την από 24/2/2026 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2026) ασκηθείσα με ιδιαίτερο δικόγραφο αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Ορίζει παράβολο διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης.
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου της ανωτέρω εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 2.4.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και του πληρεξουσίου δικηγόρου της εφεσίβλητης.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ