ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 216/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο Τμήμα )
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Παρούση, Εφέτη, που όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Της εκκαλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………. » με διακριτικό τίτλο «…………» πρώην με την επωνυμία «……………….» και διακριτικό τίτλο «……………», η οποία εδρεύει στο …………. Αττικής επί της οδού ………, με ΑΦΜ ………….. και αριθμό ΓΕΜΗ ………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με το Ν.4354/2015, (αρ. απόφασης 220/1/13/03/2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) ενεργούσα ως μη δικαιούχος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», η οποία εδρεύει στο ………….. Ιρλανδίας, οδός ……………… με αριθμό μητρώου …………., νομίμως εκπροσωπουμένης, ως ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία « …………….» (ΑΦΜ …………) κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3156/2003, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντία Τσίου (ΔΣΑ ….), μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ Ε. ΤΖΑΝΝΙΝΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ» με ΑΜ …………. και ΑΦΜ …. και κατέθεσε προτάσεις.
Της εφεσίβλητης: ……………. η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της, Παναγιώτας Ξενογιάννη, η οποία δήλωσε ότι παρίσταται μόνο για το αίτημα αναβολής συζήτησης της υπόθεσης μετά την απόρριψη του οποίου αποχώρησε.
Η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε σε βάρος της καθ’ης ήδη εκκαλούσας, την από 2/11/2023 και με αριθμ. κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2023 ανακοπή και ζήτησε να γίνει δεκτή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 1410/2024 οριστική απόφαση, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, έκανε δεκτή την ανακοπή.
Η καθ’ης η ανακοπή, ήδη εκκαλούσα, προσβάλλει την απόφαση αυτή με την από 27/5/2024 έφεσή της, την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 29/5/2024 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../29.5.2024 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./3.6.2024, για την αρχική δικάσιμο της 6/3/2025 και κατόπιν αναβολής για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο με αύξοντα αριθμό πινακίου …………..
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, η εκκαλούσα παραστάθηκε όπως αναφέρεται ανωτέρω αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις της και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές ενώ η εφεσίβλητη δεν παραστάθηκε προσηκόντως διότι η πληρεξούσια δικηγόρος της παραστάθηκε μόνο για την υποβολή αιτήματος αναβολής, μετά την απόρριψη του οποίου αποχώρησε .
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 271, 272 παρ. 1 και 524 παρ. 1, 4 ΚΠολΔ, όπως τα δύο πρώτα τροποποιήθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23.7.2015) και το άρθρο 524 παρ. 1, 4 ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν και μετά το Ν. 4842/2021 από 1.1.2022 (ΦΕΚ Α’ 190/13.10.2021), τα οποία εφαρμόζονται και στην κρινόμενη έφεση, συνάγεται ότι, αν ο εφεσίβλητος δεν εμφανιστεί ή δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση της έφεσης, προϋπόθεση του παραδεκτού της είναι η νόμιμη κλήτευσή του ή η επίσπευση της συζήτησης από τον τελευταίο για την ορισθείσα νομίμως δικάσιμο. Έτσι, σε περίπτωση, μη εμφάνισης του εφεσίβλητου στη συζήτηση της έφεσης, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρών, εφόσον, όμως, επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση ή έχει κληθεί νομίμως από τον παριστάμενο εκκαλούντα, στοιχεία στην έρευνα των οποίων οφείλει να προβεί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 524 παρ. 4 εδ. γ ΚΠολΔ, όπως ισχύει, επί ερημοδικίας του εφεσιβλήτου, ως προς την έφεση, όπου η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη από το διάδικο που δεν εμφανίστηκε, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ’ αυτή, τα οποία είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση ο παριστάμενος διάδικος (AΠ 548/2019, ΕφΠατρ 51/2022 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση από την αριθμ. ………./14.6.2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς …………., που προσκομίζει η εκκαλούσα προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 27.5.2024 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./29.5.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./3.6.2024) εφέσεως με πράξη καταθέσεως, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα στην εφεσίβλητη για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 6.3.2025. Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο μη απαιτούμενης της εκ νέου κλήτευσης των διαδίκων διότι μόνη η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει παραδεκτά ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρα 226, 498 παρ. 2 ΚΠολΔ). Όπως όμως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού Δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου εμφανίστηκε η πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης Παναγιώτα Ξενογιάννη, η οποία υπέβαλε μόνο αίτημα αναβολής της συζήτησης, το οποίο απορρίφθηκε από το Δικαστήριο και στη συνέχεια αποχώρησε, χωρίς να απαντήσει στην ουσία της υπόθεσης και ως εκ τούτου θεωρείται ότι δεν εμφανίσθηκε και δεν μετέχει κανονικά στην παραπέρα συζήτηση, ούτε κατέθεσε έγγραφες προτάσεις (άρθρο 280 §§3 – 2 του ΚΠολΔ). Η διαδικασία, ωστόσο, θα προχωρήσει καταρχάς σαν να ήταν και αυτή παρούσα, κατά τα ανωτέρω, σημειουμένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησης προσκομίστηκαν τα πρακτικά και οι προτάσεις της απολιπόμενης εφεσίβλητης, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη κατ` άρθρο 524 παρ. 4 εδ. δ ΚΠολΔ.
Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1410/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και έκανε δεκτή την από 2/11/2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………./2023) ανακοπή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα αφού από τη δημοσίευσή της εκκαλουμένης [29/4/2024] μέχρι την άσκηση της ένδικης εφέσεως στις 29/5/2024, δεν έχει παρέλθει διετία [άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του
χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1 του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν. 4335/2015] και έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. …………./2024 παράβολο σε συνδυασμό με την από 28/5/2024 ηλεκτρονική απόδειξη πληρωμής) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495παρ. 3 Α περ.β του ΚΠολΔ. Σημειώνεται ότι η εκκαλούσα επικαλείται μεν επίδοση σε αυτήν της εκκαλουμένης την 1/5/2024, χωρίς όμως να προσκομίζει σχετική έκθεση επίδοσης ούτε προκύπτει η επίδοση από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω κατά την αυτή, ως άνω, ειδική διαδικασία, για να ελεγχθούν το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων της (άρθρα 522, 524 παρ.1 και 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των ν. 4354/2015 και 3156/2003, προκύπτει ότι η μεταβίβαση απαιτήσεων κατά τους ορισμούς τους, γίνεται με έγγραφο τύπο και συντελείται με την καταχώριση της σύμβασης πώλησης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, από την οποία (καταχώριση) αποκτώνται τα δικαιώματα του αναδόχου έναντι του τρίτου οφειλέτη και πριν την αναγγελία της εκχώρησης στον τελευταίο, αφού ως τέτοιο, ισχύει πλασματικά εκ του νόμου, η καταχώριση της σύμβασης στο βιβλίο αυτό, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 παρ. 10 του ν. 3156/2003, εφόσον πρόκειται για τιτλοποίηση απαιτήσεων, η δε διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων ανατίθεται υποχρεωτικά σε εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά το ν. 4354/2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου (δανειστή), ο οποίος δεν αναφέρεται στον εκτελεστό τίτλο και δικαιούται κατ’ άρθρο 919 παρ. 1 ΚΠολΔ ή άλλη ειδική διάταξη να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση, υποχρεούται, για το έγκυρο της αναγκαστικής εκτέλεσης που ενεργείται από αυτόν, να κοινοποιήσει στον καθ` ου η εκτέλεση νέα επιταγή, ακόμη και αν έχει κοινοποιηθεί προηγουμένως επιταγή από τον αναφερόμενο στον εκτελεστό τίτλο αρχικό δικαιούχο, καθώς και τα νομιμοποιητικά της διαδοχής του έγγραφα, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά, τόσο για την έναρξη όσο και για τη συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Απαιτείται δε η επίδοση ολόκληρων των εγγράφων και όχι αποσπασμάτων. Παρά τα ανωτέρω, στην περίπτωση της διαδοχής του δικαιούχου λόγω σύμβασης μεταβίβασης των τιτλοποιούμενών τραπεζικών απαιτήσεων, κατά τους ορισμούς των ν. 4354/2015 και 3156/2003, με δεδομένη τη συνθετότητα και την έκταση των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων και, εν συνεχεία, η ανάθεση της διαχείρισης αυτών, άρα και των αντίστοιχων εγγράφων που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ολόκληρων των σχετικών συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, στείρα τυπολατρική και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια στην εκτελεστική διαδικασία, παρεμποδίζοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση σε αυτήν των δανειστών. Η αναγκαστική εκτέλεση, θέτει μεν, συνήθως, τον τύπο πριν από την ουσία, όχι όμως σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ’ ανάγκη λοιπόν, θα πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της μεταβίβασης και στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος. Καθώς δε, τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι των τρίτων από την καταχώριση της κάθε σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν. 2844/2000, είναι προφανές ότι και η νομιμοποίηση της εταιρίας που αναλαμβάνει τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, αρχίζει ακριβώς από τότε. Άρα, τα έγγραφα που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα και θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή. Όλα τα υπόλοιπα, οσηδήποτε σπουδαιότητα και σοβαρότητα αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ’ εαυτήν, δεν παύουν να αποτελούν στοιχεία, που αφορούν στις εσωτερικές σχέσεις των εταιρειών. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την εταιρεία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 161/337/2003 (ήδη ΥΑ 207/2020) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων απ’ όπου φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ` ου η εκτέλεση. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μοφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΕφΘεσ 177/2022, ΕφΘεσ 160/2022, αδημ., ΕφΠειρ 574/2020 δημ. σε efeteio-peir-gr, ΕφΘεσ 1643/2019, αδημ.). Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, υπ’ αριθμ. 20783/9-11-2020 (ΦΕΚ Β’ 4944/9-11-2020), η οποία εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση «Καθορισμός εντύπου σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων (παρ. 14 και 16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003»: «Οι προβλεπόμενες από την παρ. 8 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 συμβάσεις καταχωρίζονται με υποβολή εντύπου, το οποίο εκτυπώνεται σε λευκό χαρτί γραφής 100 γραμμαρίων και αποτελείται από ένα φύλλο. Το φύλλο έχει διαστάσεις 42 εκατοστά (πλάτος) επί 29,7 εκατοστά (μήκος) και διαιρείται σε δύο ημίφυλλα. Στην πρώτη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: 1) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, 2) οι όροι της σύμβασης (το νόμισμα και το ποσό ή ο τρόπος υπολογισμού του τιμήματος αγοράς, ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης πώλησης, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία και λοιποί ουσιώδεις όροι), 3) ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαντήσεων (γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και νόμισμα). Στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται τα στοιχεία που εξατομικεύουν, κατά την κρίση των συμβαλλομένων, τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις (ενδεικτικά: ονοματεπώνυμο ή επωνυμία οφειλετών και εγγυητών, τυχόν μοναδικοί αριθμοί καταχώρισης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων στα βιβλία του μεταβιβάζοντος) και τις παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές εξασφαλίσεις αυτών (για τις οποίες αρκεί και απλή αναφορά ότι υφίστανται). Στην ίδια σελίδα τίθενται επίσης η ημερομηνία και οι υπογραφές των συμβαλλομένων και η θεώρηση αυτών, καθώς και ημερομηνία δημοσίευσης καταχώρισης στο ενεχυροφυλάκειο. Στην τρίτη σελίδα του εντύπου καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών. Το αναλυτικό περιεχόμενο κάθε σελίδας με τις οικείες υποσημειώσεις εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο παράρτημα της παρούσας απόφαση υπόδειγμα. Τα στοιχεία που εξατομικεύουν τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις και τις παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές εξασφαλίσεις αυτών μπορούν να αναγράφονται σε ξεχωριστό παράρτημα. Το παράρτημα μονογράφεται σε κάθε σελίδα του από τα συμβαλλόμενα μέρη είτε με ιδιόχειρη είτε με έντυπη ή ηλεκτρονική υπογραφή. Μαζί με το παραπάνω έντυπο, συνυποβάλλεται η μεταξύ των συμβαλλομένων σύμβαση ή περίληψη αυτής, καθώς και υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 ή συμβολαιογραφικό έγγραφο ή πρακτικό διοικητικού συμβουλίου, με την οποία οι υπογράφοντες το έντυπο δηλώνουν ή, από τα οποία προκύπτει, ότι έχουν νομίμως εξουσιοδοτηθεί από τους συμβαλλομένους για την υπογραφή και υποβολή του. Τα μέρη δεν υποχρεούνται να υποβάλλουν οιοδήποτε άλλο έγγραφο, πλην των ως άνω αναφερομένων, για την ολοκλήρωση της καταχώρισης των παρ. 14 και 16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 στο οικείο ενεχυροφυλάκειο.». Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθορίζονται μεν τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει το έντυπο της περίληψης της καταχωριστέας πράξης, πλην όμως δεν ορίζονται οι συνέπειες που επάγεται η ενδεχόμενη έλλειψη ή ελλιπής παράθεση ορισμένων από αυτά και ειδικότερα, δεν απειλείται ρητώς ποινή ακυρότητας. (ΜονΕφΠειρ 725/2025 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς, ΜονΕφΛαμίας 25/2025 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ).
Με την υπό κρίση από 2/11/2023 ανακοπή κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ η ανακόπτουσα ζητούσε για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή να ακυρωθεί η επισπευδόμενη σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει της υπ’ αριθμ. ………../26.9.2023 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……………. Επί της ως άνω ανακοπής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 1410/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης καθώς έγινε δεκτός ο λόγος ανακοπής, που αφορούσε την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ης προς επίσπευση της προσβαλλόμενης πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης. Ειδικότερα, έκρινε η εκκαλουμένη ότι η από 17/12/2021 σύμβαση διαχείρισης, όπως αυτή συμπληρώθηκε με τη δημοσιευθείσα με αριθμό πρωτοκόλλου ……../4.2.2022 σύμβαση διαχείρισης, δυνάμει της οποίας ανατέθηκε η διαχείριση από τη δικαιούχο της απαίτησης εταιρεία ειδικού σκοπού στην καθής, είναι άκυρη, διότι δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος στο άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 4354/2015 συστατικός τύπος, ως προς το ελάχιστο περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης, αφού δεν αναφέρονταν σε αυτήν η καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, οι προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης και ως εκ τούτου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 925 ΚΠολΔ η συγκοινοποίηση του παραρτήματος της ως άνω σύμβασης στην ανακόπτουσα δεν ήταν ικανή να αποδείξει τη νομιμοποίηση της. Ήδη η καθ’ης η ανακοπή – εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεση της παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς από 2/11/2023 και με αριθμ. κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2024 ανακοπή.
Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης, ……………, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επαναπροσκομίζει με επίκληση η εκκαλούσα, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία στη συνέχεια, χωρίς να παραλείπεται κανένα από αυτά κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, (ΑΠ 1001/2012, NOMOS, ΑΠ 211/2006, ΝοΒ 54, 849, ΑΠ 1659/2005, ΔΕΕ 2006, 173, ΕφΑΘ 407/2018, NOMOS) και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ, ΑΠ 60/2008, NOMOS), καθώς και τις ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται με τις προτάσεις τους (άρθρο 261 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν της από 22-1-2021 αίτησης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………», εκδόθηκε η υπ’ αριθ. …./23.3.2021 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας επιτάχθηκε η εφεσίβλητη και ο συνοφειλέτης της, ………… , να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, στην ανωτέρω Τράπεζα, το ποσό των 133.221,19 ευρώ, εντόκως από 30-10-2020 (επομένη επίδοσης της καταγγελίας της σύμβασης) με το εκάστοτε ισχύον στην αιτούσα Τράπεζα επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων, όπως αυτό προβλέπεται από το άρθρο 12 του Ν.2601/1998 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και τεσσάρων χιλιάδων πενήντα ευρώ (4.050,00) για δικαστική δαπάνη, για απαίτηση, η οποία προέρχεται από την υπ’ αριθ. …………./10.6.2009 σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου προς το σκοπό βελτίωσης-επισκευής κατοικίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει της από 17-12-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..» και της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..» και, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 και των άρθρων 455 επ. Α.Κ., η πρώτη μεταβίβασε στη δεύτερη, χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν και οι απαιτήσεις από την ένδικη σύμβαση δανείου. Η ως άνω σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, καταχωρήθηκε την 17-12-2021 σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 της έδρας της μεταβιβάζουσας τραπεζικής εταιρείας που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών και, συγκεκριμένα, στον τόμο …. με αριθμό ….. και αριθμ. πρωτ. ……/7.12.2021, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 3156/2003. Η δημοσίευση αυτή ως προς το παράρτημα της επαναλήφθηκε με την υπ’ αριθμ. πρωτ. …../20.1.2022 δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10παρ.8 του Ν.3156/2003, η οποία καταχωρήθηκε στο ως άνω ειδικό βιβλίο στον τόμο …. με αριθμό …… Εξάλλου, δυνάμει της από 17-12-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αρ. πρωτ. …./17-12-2021 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο ……. με αριθμό ….., η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού ανέθεσε αρχικά στην τραπεζική εταιρεία «…………..» ( ως διαχειριστή ενδιάμεσης περιόδου) κατ΄άρθρο 10 παρ.14 και 16 του Ν.3156/2003 την είσπραξη και διαχείριση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων.
Ακολούθως, δυνάμει της από 4/2/2022 σύμβασης, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ άλλων ανάμεσα στην ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..» και την τραπεζική εταιρεία «………………….» ως διαχειριστή ενδιάμεσης περιόδου νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αρ. πρωτ. ……/4-2-2022 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο ….. με αριθμό ……. λύθηκε η ανωτέρω από 17/12/2021 «Σύμβαση Διαχείρισης Ενδιάμεσης Περιόδου». Αυθημερόν, ήτοι στις 4/2/2022 διαχειριστής των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων κατέστη η καθ’ης ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………….» και το διακριτικό τίτλο «…………..» πρώην με την επωνυμία «…………..» με αριθμό ΓΕΜΗ ……………. αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν.4354/2015 με την υπ’ αριθμ. 220/1/13.3.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (υπ’ αριθμ.880/16.3.2017 ΦΕΚ Β) δυνάμει της από 17/12/2021 σύμβασης μακροχρόνιας διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων κατ΄άρθρο 10 παρ.14 και 16 του Ν.3156/2003, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα στις 4/2/2022 με αριθμό πρωτ. …./4.2.2022 στα οικεία βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο ….. και αριθμ. …. σε συνδυασμό και με το από 17/12/2021 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Ιρλανδίας …………… Ακολούθως με την από 8/11/2022 Σύμβαση Συμπλήρωσης, η οποία καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …/8.11.2022 (τόμος … αρ……) η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………» και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………….» προέβησαν σε συμπλήρωση της παραγράφου δ (Περίληψη των εξουσιών του Διαχειριστή απαιτήσεων) του κεφαλαίου 2 (Συμβατικοί όροι) του Εντύπου Δημοσίευσης Συμβάσεων Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων (άρθρο 10 παρ.14 και 16 του Ν.3156/2003), που δημοσιεύθηκε στις 4/2/2022 με αριθμό πρωτ. …../4.2.2022 και καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο του Ν.2844/2000 με στοιχεία εγγραφής Τ/Μ ………….. και αφορούσε στη διαχείριση του συνολικού χαρτοφυλακίου τιτλοποιημένων απαιτήσεων που απέκτησε η ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού από την «…………….», η οποία συμπληρώθηκε και ισχύει ως εξής: ενημέρωση και εξυπηρέτηση οφειλετών, είσπραξη, ρύθμιση και αναδιάρθρωση οφειλών, άσκηση δικαιώματος καταγγελίας, εξώδικη και δικαστική επιδίωξη απαιτήσεων, διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και πτώχευσης, προπτωχευτικές διαδικασίες και λοιπές συλλογικές διαδικασίες, διατήρηση, διαχείριση και εκτέλεση εμπράγματων και ενοχικών εξασφαλίσεων και σύσταση νέων κ.α. Ακολούθως στις 21/7/2023 η καθ’ης ήδη εκκαλούσα επέδωσε στην εκκαλούσα την από 19-7-2023 επιταγή προς εκτέλεση, κάτωθι του αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθ. ………../2021 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιτάσσοντας αυτήν να της καταβάλει, υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας των απαιτήσεων της προαναφερόμενης αλλοδαπής εταιρίας, νέας δικαιούχου της ένδικης απαίτησης: α) για επιδικασθέν κεφάλαιο το ποσό των 133.221,19 ευρώ νομιμοτόκως με το εκάστοτε ισχύον για την οφειλή αυτή τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων από 30/10/2020 μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, β) για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη 4.050 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της Α΄ επιταγής μέχρι και την ολοσχερή εξόφληση, γ) για έξοδα έκδοσης παρόντος αντιγράφου και σύνταξη Α΄επιταγής ποσό 2 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της Α΄ επιταγής μέχρι και την ολοσχερή εξόφληση, δ) για δαπάνη επίδοσης Α΄επιταγής 40 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της μέχρι και την ολοσχερή εξόφληση, ε) για κατάθεση αντιγράφου Α΄επιταγής ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου 15 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της Α΄ επιταγής μέχρι και την ολοσχερή εξόφληση, στ) για σύνταξη της παρούσας επιταγής το ποσό των 50 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσης μέχρι και την ολοσχερή εξόφληση, ζ) για δαπάνη επίδοσης της παρούσας επιταγής το ποσό των 50 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της μέχρι και την ολοσχερή εξόφληση, δηλαδή συνολικά το ποσό των 137.428,19 ευρώ εντόκως με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας. Ακολούθως, βάσει της ως άνω επιταγής προς εκτέλεση, η καθ’ης ήδη εκκαλούσα επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση των λεπτομερώς περιγραφόμενων στην υπ’ αριθ. …………/26-9-2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……………., ακινήτων που ανήκουν στην πλήρη κυριότητα της ανακόπτουσας ήδη εφεσίβλητης, δυνάμει της οποίας προσδιορίστηκε δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός των περιγραφόμενων σε αυτήν ακινήτων, με ηλεκτρονικά μέσα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλαυρίας, για τις 15-05-2024. Προκειμένου δε η καθ’ ης -εκκαλούσα να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση, συγκοινοποίησε στην ανακόπτουσα-εφεσίβλητη, κατ’ άρθρο 925 ΚΠολΔ, α) την υπ’ αριθμ. πρωτ. ……/17.12.2021 περίληψη της από 17/12/2021 σύμβασης πώλησης καθώς και την σελίδα ….. με αύξοντα αριθμό καταχώρισης ….. του υπ’ αριθμ. ……./20.1.2022 αποσπάσματος εκ του παραρτήματος της ως άνω σύμβασης, από το οποίο αποδεικνύεται η εκχώρηση προς την αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………..» των απαιτήσεων από την ένδικη σύμβαση δανείου, καθώς ταυτοποιούνται πλήρως τα προσωπικά στοιχεία της ανακόπτουσας-οφειλέτη κατ’ όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, διεύθυνση κατοικίας, ΑΦΜ, αριθμό δελτίου ταυτότητας, ο τηρούμενος προς εξυπηρέτηση της ένδικης απαίτησης λογαριασμός ( ………………), λογαριασμός ο οποίος αναφέρεται και στην υπ’ αριθ. ……./2021 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τα στοιχεία του προσημειωμένου ακινήτου β) την υπ’ αριθμ. …../4.2.2022 σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων, γ) την υπ’ αριθμ. ……../8.11.2022 σύμβαση συμπλήρωσης της παραγράφου δ (Περίληψη των εξουσιών του Διαχειριστή Απαιτήσεων) του κεφαλαίου 2 (Συμβατικοί όροι) του Εντύπου Δημοσίευσης Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων ( άρθρο 10παρ.14 και 16 του Ν.3156/2003), η οποία δημοσιεύθηκε στις 4/2/2022 με αριθμό πρωτ. ……/4.2.2022 και καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο του Ν.2844/2000 με στοιχεία εγγραφής Τ/Μ ………….. και αφορούσε στη διαχείριση του συνολικού χαρτοφυλακίου τιτλοποιημένων απαιτήσεων που απέκτησε η ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού από την «……………..», στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη απαίτηση. Συνεπώς, αποδεικνύεται η νομιμοποίηση της εφεσίβλητης να επισπεύσει την προσβαλλόμενη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 925 ΚΠολΔ διότι από την καταχώριση τόσο της περίληψης της σύμβασης της μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων όσο και της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης στο αρμόδιο Ενεχυροφυλακείο κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους, επήλθε εκ του νόμου η μεταβίβαση των απαιτήσεων αυτών και η ανάθεση της διαχείρισής τους και αρκούσε επομένως η προσκόμιση της περίληψης των συμβάσεων αυτών, όπως έχουν δημοσιευτεί, ώστε να προκύπτει ποια εταιρία είναι η ειδική διάδοχος δυνάμει μεταβίβασης τιτλοποιημένων απαιτήσεων του ν. 3156/2003 και ποια εταιρία είναι η διαχειρίστρια των απαιτήσεων αυτών, και δεν απαιτείτο να προκύπτει από αυτά τα έγγραφα η αμοιβή και η εκτέλεση του συνόλου των σχετικών συμβάσεων με όλους τους ειδικότερους όρους αυτών, που, άλλωστε, αφορούν στις εσωτερικές σχέσεις των συμβαλλόμενων εταιριών. (βλ. ΜονΕφΠειρ 163/2025, ΜονΕφΑνΚρ 19/2024 στην ΤΝΠ Νόμος, που παραπέμπει στη ΜονΕφΛαρ 334/2022 ΤΝΠ sakoulas online.gr).
Με τον εκτιθέμενο στο Τμήμα Πρώτο-Κεφάλαιο Γ λόγο ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίσθηκε ότι η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων στην οποία η καθ’ης στηρίζει την ενεργητική της νομιμοποίηση είναι άκυρη διότι παραβιάσθηκε το άρθρο 2 παρ. 2 περ.α Ν. 4345/2015, το οποίο απαιτεί η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων να υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και να περιλαμβάνει τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης. Ωστόσο η εν λόγω διάταξη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφορά στην ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων σε ανώνυμες εταιρείες διαχείρισης από δάνεια και πιστώσεις του ανωτέρω νόμου είτε απευθείας από τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα είτε από Εταιρείες Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, στις οποίες μεταβιβάστηκαν οι εν λόγω απαιτήσεις λόγω πώλησης, κατά τις διατάξεις του ν. 4354/2015 και όχι κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003. Στην περίπτωση αυτή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 § 2 του Ν. 4354/2015, ο ανωτέρω συστατικός τύπος αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης, χωρίς όμως τούτο να συνιστά και αναγκαίο ουσιώδες περιεχόμενο της καταχώρισης στα βιβλία του ενεχυροφυλακείου της σύμβασης διαχείρισης, που έχει συναφθεί κατ’ άρθρο 10 του Ν. 3156/2003. Επομένως αφού όπως και η ίδια η ανακόπτουσα αναφέρει η μεταβίβαση και η ανάθεση της διαχείρισης της ένδικης απαίτησης έλαβαν χώρα στο πλαίσιο των διατάξεων του Ν. 3156/2003 και όχι του Ν. 4345/2015, το άρθρο 2 παρ. 2 περ. α’ αυτού δεν τυγχάνει εφαρμογής στην επίδικη σύμβαση διαχείρισης και ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη έκρινε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμο και έκανε δεκτή την ανακοπή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 1410/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (άρθρο 535παρ.1 ΚΠολΔ) να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην εκκαλούσα, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η ανακοπή, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, κατ’ άρθρα 933, 934 παρ. 1 α’ του ΚΠολΔ, ήτοι εντός 45 ημερών από την επίδοση στην εφεσίβλητη – ανακόπτοντα της υπ’ αριθ. ………./26.9.2023 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας (βλ. την υπ’ αριθμ. …………/7.11.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………..) ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λοιπών λόγων της, που δεν εξετάστηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Εξάλλου, ως προς την ένσταση εκκρεμοδικίας, την οποία προβάλλει η καθ’ης η ανακοπή ήδη εκκαλούσα για το λόγο ότι η ανακόπτουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 16/6/2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2021) ανακοπή της κατ’ άρθρο 632 ΚΠολΔ με σκοπό την ακύρωση της υπ’ αριθμ…………../2021 διαταγής πληρωμής με ταυτόσημους με την παρούσα ανακοπή κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή σημειωτέον ότι κατά την κρατούσα άποψη, την οποία και προκρίνει ως ορθότερη το παρόν Δικαστήριο στην περίπτωση άσκησης ανακοπής του άρθρου 632ΚΠολΔ και εκείνης του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται εκκρεμοδικία από την πρώτη χρονικά ασκηθείσα ανακοπή, καθώς ναι μεν, οι δύο ανακοπές αντιμετωπίζουν τα ίδια προδικαστικά ζητήματα, πλην όμως, τα κύρια αντικείμενά τους είναι διαφορετικά δεδομένου ότι, το αίτημά τους ως προς την πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση, δεν συμπίπτει καθώς η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής κατατείνει στην ακύρωσή της, ενώ η ανακοπή κατά της εκτέλεσης κατατείνει στην ακύρωση πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας (ΑΠ 5/2003, ΕφΑΘ 1340/2019, ΕφΘεσ 2229/2014 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Απαλλαγάκη Χ./Ρεντούλης Π., ό.π., τ. II, άρθρο 933, σελ. 2112, αρ. 39, Γέσιου-Φαλτσή Π., ό.π., §34, σελ. 586 και 588, αρ. 53, Ποδηματά Ε., ό.π., άρθρο 632, σελ. 1190, αριθ. 37. ).
Επιπροσθέτως, η καθ’ης ισχυρίζεται ότι η ανακόπτουσα κατά παράβαση του άρθρου 281ΑΚ επικαλείται την ακυρότητα όρων της δανειακής σύμβασης δεδομένου ότι η σύμβαση λειτουργούσε κανονικά και ήταν σε πλήρη ισχύ επί 12 έτη χωρίς η ανακόπτουσα να αμφισβητήσει την οφειλή και το ύψος αυτής και χωρίς να διαμαρτυρηθεί για παράνομους και καταχρηστικούς όρους δημιουργώντας σε αυτήν την εύλογη πεποίθηση ότι συνομολογεί την ένδικη σύμβαση στο σύνολό της ενώ η άσκηση της υπό κρίση ανακοπής βάλλει κατά των συμφερόντων της και αποτελεί αιφνιδιαστική ανατροπή με δυσμενείς για αυτή οικονομικές συνέπειες διότι πέραν της πολύχρονης υπερημερίας της ανακόπτουσας και της διόγκωσης του χρέους η χρηματοδότηση ενός δικαστικού αγώνα θα επιφέρει ουσιώδη και σημαντική βλάβη στα συμφέροντά της και θα οδηγήσει σε έλλειψη ρευστότητας. Με το ανωτέρω περιεχόμενο ο ισχυρισμός αυτός και αληθή υποτιθέμενα τα ως άνω περιστατικά που συγκροτούν τη βάση του, δεν μπορεί να θεμελιώσει ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα περιστατικά αυτά από μόνα τους και η επικαλούμενη με αυτά συμπεριφορά του δικαιούχου του δικαιώματος που προηγήθηκε και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού δεν τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, ούτε από την συμπεριφορά του δικαιούχου (ανακόπτουσα) σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου (καθ’ης) δημιουργήθηκε και μάλιστα ευλόγως στην τελευταία, η πεποίθηση ότι η δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα της.
3.Κατά το άρθρο 623 ΚΠολΔ “Κατά τις διατάξεις των άρθρων 624 έως 636 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά και η απαίτηση, καθώς και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης του οφειλέτη”, κατά δε το άρθρο 626 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα “Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της”. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός μεν η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος, αφετέρου δε η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων ή από απόφαση ασφαλιστικών μέτρων. Τίθεται έτσι η έγγραφη απόδειξη της απαίτησης ως ειδική διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση για αυτήν, διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1413/2022, ΑΠ 694/2022). Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται από τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ο δικαστής οφείλει, κατ` άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, καθόσον λόγους ανακοπής μπορούν να αποτελέσουν είτε n έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων, που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαιτήσεως, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1414/2022, ΑΠ 1972/2022). Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, για τον λόγο αυτό, απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα μέσα (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 694/2022, ΑΠ 341/2021, AΠ 665/2006). Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της ουσίας, ερευνώντας τον σχετικό λόγο της ανακοπής πρέπει να δεχθεί την ανακοπή και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής (άρθ.628 παρ. 1α, 629 ΚΠολΔ), διαφορετικά υποπίπτει στην εκ του αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 10/1997 ΕλλΔνη 1997.768, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 88/2021). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 και 361 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, είναι σύμβαση κοινού δανεισμού, με βάση την οποία η δανείστρια τράπεζα παρέχει στον αντισυμβαλλόμενο δάνειο, καταβάλλοντας το δάνεισμα εφάπαξ ή τμηματικά και ο τελευταίος, για την κάλυψη αυτού του δανείου προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς την τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων κατά χρόνο και κατά ποσό. Το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου του δανείου καλείται χρεώλυτρο, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν άθροισης και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Το δάνειο χορηγείται υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων. Εάν η αίρεση πληρωθεί ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης, να την καταγγείλει προώρως, οπότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές. Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία (ΑΠ 1432/2022, ΑΠ 747/2012, ΑΠ 1455/2007). Στην περίπτωση που λόγω της καταγγελίας του δανείου υπάρξει εξ αυτού οφειλή και ο δανειολήπτης δεν την πληρώνει, η τράπεζα μπορεί να υποβάλει αίτηση για την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής για την απαίτησή της, υπό τους όρους των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ (ΑΠ 1432/2022). Εξάλλου από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 623, 624 ΚΠολΔ και 806, 807 και 361 ΑΚ, προκύπτει ότι διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί εις βάρος του οφειλέτη και για το υπόλοιπο δανείου, που καταγγέλθηκε από το δανειστή, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση δανείου, η καταγγελία της σύμβασης, η κίνηση και το κλείσιμο του τηρηθέντος σχετικού λογαριασμού καθώς και το χρεωστικό υπόλοιπο αυτού, στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται ο δανεισθείς οφειλέτης. (ΑΠ 852/2023).[ΑΠ 364/2025 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ]. Η καταγγελία περιέχει δήλωση βουλήσεως (διαπλαστικού χαρακτήρα μονομερή δικαιοπραξία έχουσα ορισμένο λήπτη), όταν προβλέπεται δικαίωμα καταγγελίας εκ του νόμου ή από τη σύμβαση, πρέπει, δε, αυτή να απευθύνεται και να επιδίδεται σε όλα τα πρόσωπα, στα οποία αφορά (ΕφΘεσ 1317/2020, NOMOS, ΕφΘεσ 1318/2020, NOMOS, ΕφΠειρ 231/2016, NOMOS). Συνεπώς, η καταγγελία της σύμβασης είναι το διαπλαστικό δικαίωμα του δικαιούχου, που ασκείται με μονομερή πράξη/δήλωσή του που απευθύνεται προς τον αντισυμβαλλόμενο, έχει δε ως σκοπό τη λύση μιας διαρκούς ενοχικής σχέσης για κάποιο νόμιμο λόγο. Επίσης, η καταγγελία ενεργεί ex nunc (για το μέλλον) και όσο υφίσταται και λειτουργεί μια σύμβαση, παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι να καταγγελθεί. Επομένως, το εν λόγω δικαίωμα προς καταγγελία είναι διαπλαστικό, αφού χορηγείται η εξουσία, με μονομερή δήλωση, η οποία αποκτά νομική ενέργεια μόλις περιέλθει στον αντισυμβαλλόμενο (167 ΑΚ), να προκαλέσει την άρση (λύση) της σύμβασης για το μέλλον, δηλαδή την κατάργησή της, δημιουργεί δε εφεξής μια νέα έννομη κατάσταση (ΕφΠειρ 314/2025, NOMOS, ΕφΑΘ 2793/2024, NOMOS).
Με τον εκτιθέμενο στο Τμήμα Πρώτο-Κεφάλαιο Γ λόγο ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι δεν της επιδόθηκε, εκ μέρους της καθ’ής, καταγγελία της επίδικης σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, αλλά η από 5-9-2019 απλή επιστολή – δήλωση προς αυτήν γνωστοποίησης του κλεισίματος του λογαριασμού του δανείου, με αποτέλεσμα να δημιουργείται διαδικαστικό απαράδεκτο για την έκδοση της διαταγής πληρωμής στην οποία βασίστηκε η επισπευδόμενη εκτέλεση με αποτέλεσμα την ακυρότητα της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, καθόσον δεν υπάρχει ληξιπρόθεσμη απαίτηση, η οποία έχει σαν προϋπόθεση την καταγγελία της σύμβασης. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νομικά βάσιμος κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι στις 10-6-2009 καταρτίστηκε μεταξύ της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..» ως δανείστριας (ειδική διάδοχος της οποίας είναι κατά τα προαναφερόμενα η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία ««…………….»» της οποίας διαχειρίστρια των απαιτήσεων της είναι η καθ’ης) και της ανακόπτουσας καθώς και του μη διαδίκου ……….. ως οφειλετών η υπ’ αριθμ. ………. ιδιωτική σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ποσού 100.000 ευρώ, με σκοπό την εξόφληση δανείου άλλης τράπεζας για το ακίνητο που βρίσκεται στο Δήμο Περάματος Πειραιά στο ΟΤ ………. και επί της οδού …………… (άρθρο 1). Το δάνειο συμφωνήθηκε να εξοφληθεί με το σύστημα της σύνθετης χρεολυσίας, εντός προθεσμίας είκοσι τριών ετών, με την πληρωμή 276 συνεχών μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δανείων (άρθρο 14 της σύμβασης). Με το δε άρθρο 9 της άνω σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης εν όλω ή εν μέρει εξόφλησης οποιοσδήποτε οφειλής από το εν λόγω δάνειο, ή παράβασης οποιουδήποτε όρου της σύμβασης, που ρητά συνομολογήθηκαν άπαντες ουσιώδεις, η δανείστρια τράπεζα δικαιούται να επιδιώξει την είσπραξη των καθυστερούμενων ποσών, ενώ σε περίπτωση μη ολοσχερούς εξόφλησης τριών συνεχόμενων μηνιαίων δόσεων, η δανείστρια τράπεζα δικαιούται να καταγγείλει την σύμβαση και να καταστήσει το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και να ασκήσει γενικά όλα τα δικαιώματά της που απορρέουν από την άνω σύμβαση και το νόμο και να ζητήσει επιπλέον από τους οφειλέτες τη συμπλήρωση της εμπράγματης ασφάλειάς της επί άλλου ακινήτου και να ανακοινώσει την καταγγελία σε πληροφοριακό αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η δανείστρια τράπεζα, με την από 22-1-2021 αίτησή της, ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της ανακόπτουσας, επί δε της άνω αίτησης εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. …../2021 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η ανακόπτουσα και ο συνοφειλέτης μη διάδικος …………….. διατάχθηκαν να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας στην αιτούσα δανείστρια τράπεζα το ποσό των 133.221,19 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τις 30-10-2020, πλέον του ποσού των 4.050 ευρώ ως δικαστική δαπάνη. Για την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής η αιτούσα τράπεζα προσκόμισε μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στη διαταγή πληρωμής, ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προς απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων έκδοσής της και συγκεκριμένα για την απόδειξη της απαίτησης, της αιτίας αυτής, του ύψους της και της ενεργητικής νομιμοποίησής της, τα ακόλουθα έγγραφα: 1) την υπ’ αριθμ. …………/10-6-2009 ιδιωτική σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, 2) το από 30/10/2020 συνοπτικό απόσπασμα -βεβαίωση οφειλής δανείου από τα επίσημα βιβλία και στοιχεία της τράπεζας, 3) το από 30/10/2020 αντίγραφο του με αριθμό …………….. λογαριασμού του δανείου, εξηγμένο από τα τηρούμενα μηχανογραφικώς εμπορικά βιβλία της Τράπεζας, εκτυπωμένο από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, στο οποίο εμφαίνεται η κίνηση του λογαριασμού του δανείου και το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής, 4) την εξώδικη δήλωση της παραπάνω σύμβασης δανείου με τη σχετική όσον αφορά την ανακόπτουσα έκθεση επίδοσης με αριθμό …………./26.9.2019 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …………. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την καθ’ης η ανακοπή ήδη εκκαλούσα έγγραφα, στην ένδικη διαταγή πληρωμής επισυνάπτεται μόνο η από 5-9-2019 εξώδικη δήλωση και μάλιστα σε απλή φωτοτυπία μη επικυρωμένη, (επιδοθείσα στην ανακόπτουσα στις 26-9-2019 δυνάμει της προαναφερόμενης έκθεσης επίδοσης), η οποία αποτελεί απλή επιστολή ενημέρωσης κλεισίματος του λογαριασμού της ένδικης σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, βάσει της οποίας εκδόθηκε η υπ’αρ. ………/2021 διαταγή πληρωμής, δυνάμει δε της τελευταίας επισπεύθηκε η επίδικη εκτελεστική διαδικασία. Στην ως άνω από 5-9-2019 επιστολή αναφέρεται μεν ότι η τραπεζική εταιρεία προέβη σε καταγγελία της σύμβασης στις 3-9-2019, χωρίς, ωστόσο, η αναφερόμενη αυτή καταγγελία να επισυνάπτεται στα έγγραφα τα οποία προσκομίστηκαν για την έκδοση της επίμαχης ανωτέρω διαταγής πληρωμής και χωρίς, επίσης, να προκύπτει από κανένα άλλο έγγραφο το περιεχόμενό της. Σημειωτέον ακόμη ότι, ούτε ενώπιον του πρωτοβάθμιου, αλλά ούτε και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προσκομίστηκε η επικαλούμενη στην ανωτέρω εξώδικη δήλωσή από 3-9-2019 καταγγελία. Εξάλλου, ούτε εμμέσως μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η τραπεζική εταιρεία, επιδίδοντας την από 5-9-2019 εξώδικη δήλωσή της προς την ανακόπτουσα άσκησε το δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης δανείου, αφού, αν και επικαλείται σε αυτή υπερημερία της ανακόπτουσας, δεν εκθέτει σε τι συνίσταται αυτή, ήτοι εάν αφορά τη μη καταβολή συνεχόμενων μηνιαίων δόσεων και πόσων, αφού μόνον η μη ολοσχερής εξόφληση τριών συνεχόμενων μηνιαίων δόσεων, κατά το προδιαληφθέν άρθρο 9 της σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, καθίδρυε δικαίωμα της δανείστριας τράπεζας να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης και απαίτησης του συνόλου της οφειλής, ενώ σε περίπτωση που δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές η τράπεζα είχε το δικαίωμα να απαιτήσει μόνο τις ληξιπρόθεσμες οφειλές. Μόνον η εξώδικη δήλωση ότι το σύνολο της οφειλής του δανείου είναι ληξιπρόθεσμο και απαιτητό δεν είναι δυνατό να εκληφθεί και ως καταγγελία, αφού η τελευταία έχει ουσιωδώς διαφορετικές έννομες συνέπειες και προϋποθέσεις. Επιπροσθέτως, η ως άνω από 5-9-2019 εξώδικη δήλωση στην οποία απλώς αναγράφεται ότι «η Τράπεζα θα αποστείλει τα στοιχεία της παρούσας καταγγελίας στην εταιρεία ……………. με όλα τα στοιχεία που αφορούν τη συναλλακτική σας συμπεριφορά» δεν δύναται να εκληφθεί ως έγγραφη καταγγελία που περιήλθε νόμιμα στην ανακόπτουσα στις 26-9-2019, ούσα, έτσι, ικανή να θεμελιώσει την έγγραφη απόδειξη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η επίδικη διαταγή πληρωμής, για τον πρόσθετο λόγο ότι η καταγγελία της ένδικης δανειακής σύμβασης δε μπορεί να έπεται χρονικά του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού, το οποίο (οριστικό κλείσιμο) ουδόλως αμφισβητείται από την καθής η ανακοπή ήδη εκκαλούσα ότι έλαβε χώρα πριν από τη σύνταξη της από 5-9-2019 εξώδικης δήλωσης και συγκεκριμένα την 3-9-2019, δοθέντος ότι η καταγγελία συνιστά προϋπόθεση για το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού του δανείου. Επομένως από τα παραπάνω έγγραφα στα οποία στηρίχθηκε η Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για να εκδώσει την εν λόγω διαταγή πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση της τράπεζας (ειδική διάδοχος της οποίας είναι κατά τα προαναφερόμενα η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία ««………………..»» της οποίας διαχειρίστρια των απαιτήσεων της είναι η καθ’ης ) και κυρίως εάν αυτή έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 9 της ανωτέρω σύμβασης, μόνο σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης γίνεται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και το μη ληξιπρόθεσμο μέρος του δανείου και δύναται να επιδιωχθεί η είσπραξη του συνόλου της οφειλής και συνεπώς τα ανωτέρω έγγραφα δεν αποτελούσαν νόμιμα αποδεικτικά μέσα, ώστε να εκδοθεί βάσει αυτών έγκυρη διαταγή πληρωμής. Η ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, οδηγεί σε ακυρότητα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη, και την προσβαλλόμενη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι την υπ’αριθμ. …………/26.9.2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………………, η οποία επισπεύθηκε δυνάμει της άκυρης κατά τα ανωτέρω διαταγής πληρωμής. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος ανακοπής ως ουσιαστικά βάσιμος.
Κατόπιν αυτών, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων ανακοπής, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση ανακοπή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ’αριθμ. …………./26.9.2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………….. Τέλος, εφόσον εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, συνεξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, κατά τις διατάξεις των άρθ. 535 παρ. 1, 176, 178, 183, 189 παρ. 1 περ. γ’ και 191 ΚΠολΔ, προκειμένου να επαναπροσδιορισθεί αυτή στο σύνολό της από το Εφετείο (ΑΠ 1631/2010 ΝοΒ 2011.993, ΑΠ 1567/2010 ΝοΒ 2011.592, ΑΠ 521/2002 ΕλλΔνη 2002.1696. ΜΕφΑΘ 3421/2020 αδ. στο νομ. τυπ.). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, δεδομένου ότι η διάταξη περί δικαστικών εξόδων της εκκαλουμένης έχει κατά τα προεκτεθέντα συνεξαφανιστεί, δεν θα περιληφθεί ελλείψει σχετικού αιτήματος της νικήσασας ανακόπτουσας-εφεσίβλητης λόγω της ερημοδικίας της. Σημειωτέον ότι δεν ορίζεται παράβολο για την τυχόν άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας από την εφεσίβλητη, η οποία ερημοδικάσθηκε, ενόψει του ότι στις δίκες περί την εκτέλεση δεν επιτρέπεται η άσκηση τέτοιου ένδικου μέσου (άρθρο 937 του ΚΠολΔ, βλ.ΜονΕφΠειρ 229/2020 στην ΤΝΠ Νόμος).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην της εφεσίβλητης την από την από 27/5/2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./29.5.2024 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/3.6.2024) έφεση κατά της 1410/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών)
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Διατάσσει την απόδοση στην εκκαλούσα του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ Δημοσίου, που μνημονεύεται στο σκεπτικό.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 1410/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Κρατεί την υπόθεση και Δικάζει επί της από 2/11/2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2023) ανακοπής.
Δέχεται την ανακοπή.
Ακυρώνει την υπ’αριθμ. 4.428/26.9.2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……………
Κρίθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στο ακροατήριό του, σε έκτακτη συνεδρίαση, στις 2.4.2026 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ