ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης 204/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Γεωργία Παναγιωτοπούλου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ………………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος – εκκαλούντος: …………………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νάσο Νικολόπουλο (ΑΜ ΔΣΑ …………., ΔΕ ΚΕΣΣΕΣ – ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ – ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ & ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜ ………), που κατέθεσε την από 12.2.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Των καθ’ ων η κλήση – εφεσίβλητων: 1) Της υπό εκκαθάριση τελούσης ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..», εδρεύουσας στον Πειραιά, οδός ………………….., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) …………….….., ως νομίμου εκπροσώπου της υπό εκκαθάριση ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «……………….», η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νίκο Αναγνωστόπουλο (ΑΜ ΔΣΠ ………..….), που κατέθεσε την από 18.2.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ) και 3) .……….., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ο εκκαλών άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά των εφεσίβλητων, την από 8.6.2012 και με αριθμ. εκθ. καταθ. Δικογ. ……/2012 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2885/2014 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών) με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Την ως άνω απόφαση προσέβαλε, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ο ενάγων, με την από 30.4.2015 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου …./2015 και προσδιορισμού ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ……../426/2015 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 660/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά και εν μέρει ουσιαστικά δεκτή, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατήθηκε και δικάστηκε η αγωγή, έγινε αυτή εν μέρει δεκτή ως προς την πρώτη και τον τρίτο εναγόμενους–εφεσίβλητους, ενώ απορρίφθηκε ως προς τη δεύτερη εναγομένη–εφεσίβλητη. Κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ο ενάγων άσκησε την από 29.10.2020 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1004/2024 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε εν μέρει την προσβληθείσα με την αναίρεση απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτείτο από άλλον Δικαστή. Ήδη, με την από 30.9.2024 και με αριθμ. έκθ. καταθ. Δικογ. …………………/7.10.2024 ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, κλήση του εκκαλούντος, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 5.6.2025 και μετά από νόμιμη αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ζητείται εκ νέου η συζήτηση της ανωτέρω έφεσης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από την σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του εκκαλούντος και της δεύτερης εφεσίβλητης δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αλλά προκατέθεσαν προτάσεις και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ’ αριθ. …..’/14.11.2024, ………’/15.11.2024 και ………….’/14.11.2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ……………….η της κρινόμενης έφεσης, αποδεικνύεται ότι, αντίγραφο της από 30.9.2024 (με αριθ.έκθ.καταθ.δικογ. …………./2024) κλήσης με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η από 30.4.2015 (με αριθ.καταθ. …………./2015) έφεσή του κατά των καθ’ων η κλήση – εφεσίβλητων, κατόπιν παραπομπής δυνάμει της υπ’αριθ. 1004/2024 αποφάσεως του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (Β2 Πολιτικό Τμήμα), που αναίρεσε εν μέρει την υπ’αριθ. 660/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, για τη δικάσιμο της 5.6.2025, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, η δε εγγραφή στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση απάντων των διαδίκων (άρθρα 226 παρ. 4, εδ.γ’δ΄, 498 παρ. 2 εδ. β΄ ΚΠολΔ), επιδόθηκε στον ………………. και στον ………………., ως εκκαθαριστές της τελούσας υπό εκκαθάριση ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «…………………..» (πρώτης καθ’ης η κλήση – εφεσίβλητης) και εκπροσωπούντες αυτήν καθώς και στον τρίτο καθ’ου κλήση – εφεσίβλητο αντίστοιχα, οι οποίοι όμως δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου οι ως άνω εφεσίβλητοι πρέπει να δικασθούν ερήμην, η διαδικασία ωστόσο, θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 524 παρ.4 εδ.α , 591 παρ.1 ΚΠολΔ), με την επισήμανση ότι για το παραδεκτό της συζήτησης της ένδικης έφεσης, ο εκκαλών προσκομίζει, κατ’ άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, το αγωγικό δικόγραφο καθώς και αντίγραφο των προτάσεων που είχαν καταθέσει οι εναγόμενοι – εφεσίβλητοι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Ι. Στο άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι «Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ` αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ` αυτήν». Στο άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ ορίζεται ότι «Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1,2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.» και στο άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζεται ότι «Η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση …». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και αυτά που συνάπτονται άρρηκτα με εκείνα που αναιρέθηκαν. Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει από κάθε αντίθετη γενική διατύπωση αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από την ίδια της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής. Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτή. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική απόφαση, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους. Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής απόφασης, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της. Εάν η απόφαση αναιρεθεί μερικά, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση, όπως και ως προς εκείνα που συνδέονται άρρηκτα με αυτά, τα οποία συναναιρούνται. Η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, τα οποία δεν προσβλήθηκαν με την αίτηση αναίρεσης ή εκείνα ως προς τα οποία απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης. Ως προς αυτά τα κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, αυτή παράγει δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (ΑΠ 1180/2022 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, ΑΠ 23/2022 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, ΑΠ 1282/2018 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Εάν η αναιρεθείσα απόφαση είναι δεύτερου βαθμού, η έφεση θα επανακριθεί μόνο ως προς τα κεφάλαια που αναιρέθηκαν και δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη. Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, ερευνώντας μόνο τους λόγους έφεσης, που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνο επανακρίνεται (εφόσον ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια υπάρχει δεδικασμένο, που δεν ανατράπηκε με την αναίρεση και δεσμεύει έτσι το δικαστήριο της παραπομπής), δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας, δεσμευόμενο μόνο για τα νομικά ζητήματα, που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό (ΑΠ 1150/2017 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται, εάν η απόφαση αναιρεθεί για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 ΚΠολΔ αριθ. 19) και δη για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από αυτή, δεν καθιστούν δυνατή, λόγοι της ανεπάρκειας και της αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 501/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 251/2016 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά («έλλειψη αιτιολογίας»), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της («ανεπαρκής αιτιολογία»), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους («αντιφατική αιτιολογία»). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του ένδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 594/2023 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Σημειωτέον ότι το δικαστήριο της παραπομπής (επαν)εξετάζει τη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης και το παραδεκτό της έφεσης, δυνάμενο και να την απορρίψει ως εκπρόθεσμη ή ως απαράδεκτη, εφόσον ο γενόμενος δεκτός αναιρετικός λόγος αφορούσε το επίδικο ουσιαστικό δικαίωμα και η αναιρετική απόφαση δεν ασχολήθηκε με τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της (έφεσης) [ΟλΑΠ 4/1996, ΑΠ 520/2020 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Πανταζόπουλος), Ερμηνεία ΚΠολΔ (άρθρα 495 590), 2020, άρθρο 581 αριθ. 2]. Εν προκειμένω, ο ενάγων με την από 8.6.2012 ένδικη αγωγή του, την οποία ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξέθετε ότι δυνάμει συμβάσεως ναυτικής εργασίας, που κατήρτισε την 23.7.2008 με την πρώτη εναγόμενη ναυτική εταιρεία, νόμιμη εκπρόσωπος της οποίας τυγχάνει η δεύτερη εναγόμενη, προσλήφθηκε και ναυτολογήθηκε με την ειδικότητα του ναύτη στο ρυμουλκό με την ονομασία «Π» με Ν.Π. ………, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης. Ότι την 26.6.2009 και περί ώρα 15.20, ενώ το ρυμουλκό έπλεε στην περιοχή του κόλπου της Ελευσίνας και συγκεκριμένα στις εγκαταστάσεις της εταιρείας με την επωνυμία «……», προκειμένου να εκτελέσει εργασίες ρυμούλκησης του Δ/Ξ Β με Ν.Π. ………, με σκοπό την ασφαλή πρόσδεσή του στην προβλήτα, ο ενάγων, κατά την εκτέλεση υπηρεσίας που του είχε αναθέσει ο τρίτος εναγόμενος, καπετάνιος του ρυμουλκού [ρίψη του σχοινιού βιλάι (βοηθητικό σκοινί πρόσδεσης) στον καβοδέτη, ο οποίος ανέμενε στην αποβάθρα προκειμένου να επιτευχθεί η πρόσδεση της πρύμνης του πλοίου στις μεταλλικές «μπίντες» (μεταλλικοί πάσσαλοι επί των οποίων δένεται η γάσα – θηλειά του κάβου], υπέστη εργατικό ατύχημα υπό τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες και ειδικότερα, διότι ο καπετάνιος του ρυμουλκού, χωρίς προηγουμένως να ειδοποιήσει τον ενάγοντα, πίεσε το σχετικό κουμπί που απελευθερώνει εξ αποστάσεως το γάντζο, με αποτέλεσμα ο κάβος να απελευθερωθεί και να μαζευτεί μηχανικά από το ηλεκτρικό βίντσι του πλοίου στο οποίο ανήκει, πλην όμως λόγω του βάρους του κάβου, της μεγάλης ιπποδύναμης του κινούμενου πλοίου, της δύναμης του βίντσι και της αδράνειας που δημιουργείται μεταξύ του κινούμενου όγκου του πλοίου και της αντίστασης την οποία ασκεί το ανθρώπινο σώμα σε ένα ρυμουλκό κινούμενο σε αντίθετη κατεύθυνση, ελαχιστοποιήθηκε η διάμετρος της κουλούρας του σχοινιού βιλάι γύρω από την παλάμη του (ενάγοντος), με αποτέλεσμα την εκτίναξή του, λόγω της πίεσης, στη θάλασσα και το διαμελισμό του δεξιού χεριού του που υπέστη ακρωτηριαστικό τραύμα 2ης έως 5ης ακτίνας άκρας χειρός στο ύψος των κεφαλών των μετακαρπίων από τέμνουσα και εξελκυστική δύναμη από σκοινί. Οτι το ατύχημα αυτό οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγόμενης – εργοδότριας εταιρείας του, η οποία δια της νομίμου εκπροσώπου της, δεύτερης εναγόμενης, δεν τον προμήθευσε με προστατευτικά γάντια καθώς και σε υπαιτιότητα του τρίτου εναγόμενου – κυβερνήτη του ρυμουλκού, ο οποίος δεν προέβη στη διενέργεια των απαιτούμενων ενεργειών προκειμένου για τη διασφάλιση της σωματικής του ακεραιότητας κατά την απαγκίστρωση του φορτισμένου κάβου, παραβιάζοντας θεμελιώδεις κανονισμούς ασφαλείας κατά τη διεξαγωγή της εργασίας του στη ρυμούλκηση. Επίσης εξέθετε ότι συνεπεία της προπεριγραφόμενης βλάβης της υγείας του, κατέστη πλήρως και δια βίου ανίκανος για την παροχή ναυτικής ή άλλης εργασίας, όντας δεξιόχειρας και με γραμματικές γνώσεις αποφοίτου δημοτικού σχολείου. Με βάση το ιστορικό αυτό και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής και μετατροπής του σε έντοκο αναγνωριστικό, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και με τις έγγραφες επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις του (άρθρ. 223, 295 παρ.1, 297, 591 παρ.1 ΚΠολΔ), ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων, ενεχομένων αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, η μεν πρώτη ως εργοδότρια, κυρία και διαχειρίστρια του ρυμουλκού, η δεύτερη ως νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης και ο τρίτος ως προστηθείς της πρώτης, φέρων την ιδιότητα του πλοιάρχου του ρυμουλκού, από τις υπαίτιες ενέργειες του οποίου προκλήθηκε το επιζήμιο αποτέλεσμα, να του καταβάλουν έκαστος: Α) κατά την κύρια βάση της αγωγής του, που στηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ και σε αυτήν του άρθρου 66 ΚΙΝΔ: το ποσό των 600.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την τελεσθείσα σε βάρος του αδικοπραξία, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 508.816,00 ευρώ ως αποζημίωση που αντιστοιχεί στην απώλεια του εισοδήματός του για 22 έτη [ήτοι το καθαρό ποσό του μηνιαίου μισθού του, ανερχόμενου σε 1.652 ευρώ και ετησίως σε 23.128,00 ευρώ (1.652 χ 14 μισθοί)] με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 150.000 ευρώ ως πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση κατ’εφαρμογή του άρθρου 931 ΑΚ, καθόσον η μόνιμη αναπηρία του εξαιτίας του ακρωτηριασμού του, παράγει συνέπειες στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξή του, τις οποίες θα υφίσταται δια βίου, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και το ποσό των 106.275,00 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί σε 15 αγορές και αντικαταστάσεις διακοσμητικής πρόθεσης παλάμης από σιλικόνη με ακρυλικά νύχια στο χρώμα του δέρματος, η οποία χρήζει αντικατάστασης κάθε τρία (3) έτη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής καθώς και να επιβληθεί σε βάρος των εναγόμενων φυσικών προσώπων προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους ως μέσο εκτελέσεως της εκδοθησομένης απόφασης ενόψει του αδικοπρακτικού χαρακτήρα της αξίωσης άλλως Β) κατά την επικουρική βάση της αγωγής του, ερειδόμενη στις διατάξεις του ν.551/1915, επί απορρίψεως της κυρίας βάσης της αγωγής του, ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων, ευθυνόμενων εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το ποσό των 508.816,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στην απώλεια του εισοδήματός του για 22 έτη [ήτοι το καθαρό ποσό του μηνιαίου μισθού του, ανερχόμενου σε 1.652 ευρώ και ετησίως σε 23.128,00 ευρώ (1.652 χ 14 μισθοί)] με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησομένη απόφαση και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2885/2014 οριστική απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας κατ’αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, αφού έκρινε ότι τυγχάνει καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9, 10, 12,13, 14 παρ.2, 16 αριθ.2, 22 και 25παρ.2 ΚΠολΔ, ακολούθως δέχθηκε ότι η αγωγή τυγχάνει νόμιμη ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ, 662, 346, 481 επ, 914, 922, 297, 298, 299, 929, 930 παρ.1, 931, 932 ΑΚ, 53, 54, 57, 60 ΚΙΝΔ κατά την κύρια βάση αυτής και στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3παρ.1, 16 του ν. 551/1915 κατά την επικουρική βάση αυτής καθώς και των άρθρων 70, 176 ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί προσωπικής κράτησης της δεύτερης και τρίτου των εναγόμενων, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό. Ακολούθως, μετά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, θεμελιούμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις του κοινού δικαίου, ενώ δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την επικουρική βάση της και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στον ενάγοντα το ποσό των 32.670,70 ευρώ, για μισθούς έξι (6) ετών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4παρ.1β και 2 του ν.551/1915, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, ενώ επέβαλε σε βάρος των εναγόμενων, εις ολόκληρον σε καθέναν από αυτούς, τη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος, το ύψος της οποίας όρισε στο ποσό των 700 ευρώ. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων με την από 30.4.2025 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ………./8.5.2015 έφεσή του, με την οποία έπληξε την εκκαλουμένη απόφαση για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το αποδεικτικό της πόρισμα με το οποίο δέχεται ότι το επίδικο ατύχημα δεν οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού, ούτε ότι συνέβη λόγω παραβίασης κάποιου ισχύοντος νόμου, διατάγματος ή κανονισμού για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, ότι το γεγονός ότι τα κιγκλιδώματα των καταστρωμάτων δεν είχαν το κατάλληλο ύψος με αποτέλεσμα την εκτίναξή του στη θάλασσα δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον ακρωτηριασμό του καθώς και ότι ούτε η χορήγηση γαντιών θα είχε ως αποτέλεσμα την αποφυγή του ακρωτηριασμού των δακτύλων του ενάγοντος, δεδομένης της αφόρητης πίεσης που του ασκήθηκε, η οποία, λόγω της έντασης, τον εκτίναξε στη θάλασσα. Επίσης παραπονείτο διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη κρίση δεν διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα την παραδοχή ότι ο ενάγων υπέστη πλήρη και διαρκή ανικανότητα με βαρύτατες για τον ίδιο προσωπικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες και δεν επιδίκασε σε αυτόν την αιτούμενη αποζημίωση ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της προκληθείσας βλάβης σε βάρος του καθώς και για το γεγονός ότι η επιδίκαση της αποζημίωσης βάσει του Ν.551/1915 ενέχει εσφαλμένο μαθηματικό υπολογισμό. Επί της ανωτέρω εφέσεως εκδόθηκε η υπ’αριθ. 660/2018 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά και εν μέρει δεκτή κατ’ουσίαν, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και ακολούθως το Δικαστήριο αφού κράτησε προς εκδίκαση την από 8.6.2012 αγωγή, απέρριψε αυτήν ως προς την δεύτερη εναγόμενη και δέχθηκε αυτήν εν μέρει κατ’ουσίαν κατά την κύρια βάση της ως προς την πρώτη και τον τρίτο των εναγόμενων, αναγνωρίζοντας ότι υποχρεούνται εις ολόκληρον να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 281.095,56 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής ενώ επέβαλε σε αυτούς μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία όρισε στο ποσό των 8.000 ευρώ. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, ο ενάγων άσκησε στη συνέχεια ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 29.10.2020 αίτησή του, ζητώντας την αναίρεση αυτής, επικαλούμενος παράθεση αντιφατικών αιτιολογιών του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, παραβίαση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μη νόμιμη κήρυξη απαραδέκτου λόγω αοριστίας του αγωγικού κονδυλίου για αντικατάσταση της διακοσμητικής παλάμης στο μέλλον και παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου. Επ’αυτής εκδόθηκε η υπ’αριθ. 1004/2024 απόφαση του Β2′ Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η οποία αφού έκρινε ότι συντρέχουν οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.14 και 19 ΚΠολΔ, ακολούθως αναίρεσε εν μέρει την υπ’αριθ. 660/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρεθέν κεφάλαιο αυτής για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε την υπόθεση, ενώ διέταξε την απόδοση στον αναιρεσείοντα, του κατατεθέντος παραβόλου και καταδίκασε τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου κρίθηκε επί λέξει ότι: «…..Ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και νόμιμη εκπρόσωπο της πρώτης έκρινε ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί με την αιτιολογία ότι “δεν βαρύνεται με πταίσμα”. Έτσι όμως σε ό,τι αφορά την ευθύνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες και τούτο επειδή: α) Αν και δέχεται την αιτιώδη συνάφεια της παράλειψης χορήγησης γαντιών στον αναιρεσείοντα με την επελθούσα σε αυτόν σωματική βλάβη, δεν διευκρινίζει εάν υπήρξε εφοδιασμός του χώρου εργασίας με χειρόκτια από ειδικό ανθεκτικό υλικό, ώστε στη συνέχεια αυτά να χορηγηθούν στον παθόντα για την εκτέλεση της εργασίας του από τον τρίτο αναιρεσίβλητο, υποχρέωση που βαρύνει μεν το νομικό πρόσωπο ως εργοδότη, όμως για την παράλειψη εκπλήρωσης της υποχρέωσης αυτής (δηλαδή της πρόβλεψης για την προμήθεια του αναγκαίου εξοπλισμού) ευθύνεται ο νόμιμος εκπρόσωπός του, ο οποίος και πρέπει να προβεί στη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας και συγκεκριμένα στην προμήθεια των χειροκτίων, β) ομοίως δεν διευκρινίζει ποιος είχε την υποχρέωση να ενημερώσει τον αναιρεσείοντα για τους κινδύνους τους οποίους προκαλούσε η μη χρήση των χειροκτίων κατά την εκτέλεση της εργασίας του και γ) περιόρισε την ευθύνη για τη μη λήψη του ως άνω μέτρου ασφαλείας στον τρίτο αναιρεσίβλητο και προστηθέντα της πρώτης αναιρεσίβλητης, χωρίς να προταθεί εκ μέρους της δεύτερης αναιρεσίβλητης ισχυρισμός ότι υπήρξε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να εκπληρώσει τις ως άνω υποχρεώσεις. Οι παραλείψεις αυτές καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 71 ΑΚ για την εις ολόκληρον ευθύνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης και ο σχετικός λόγος της αναίρεσης, που στηρίζεται στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παρίσταται ουσιαστικά βάσιμος. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί κατά το σχετικό κεφάλαιο η προσβαλλόμενη απόφαση». Σε άλλο σημείο της υπ’αριθ. 1004/2024 απόφασης του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου αναφέρεται επί λέξει ότι «…Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης πλήττεται η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι “όπως διαβεβαιώνει ο θεράπων ιατρός του αναιρεσείοντος στο ΚΑΤ, ο ενάγων χρήζει τοποθέτησης διακοσμητικής παλάμης σιλικόνης με ακρυλικά νύχια το κόστος της οποίας ανέρχεται, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, στο ποσό των 7.085 ευρώ, απορριπτομένου του υπολοίπου αιτούμενου ποσού για αγορά δεκαπέντε τέτοιων προθεμάτων προς αντικατάσταση κάθε τρία έτη ως αβασίμου, εφόσον αυτό προϋποθέτει ιατρική γνωμάτευση και ως εκ τούτου, προς το παρόν, η επικαλούμενη μελλοντική ζημία του, κατά το υπερβάλλον ποσό, παρίσταται υποθετική και αόριστη και γι αυτό κρίνεται απορριπτέα ένεκα αοριστίας”. Από την επιτρεπτή κατ’άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης για τις ανάγκες του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι στην από 8.6.2012 αγωγή του ο αναιρεσείων εκθέτει ότι έχει ανάγκη τοποθέτησης διακοσμητικής πρόθεσης παλάμης από σιλικόνη με ακρυλικά νύχια στο χρώμα του δέρματος, η οποία χρήζει αντικατάστασης κάθε τρία έτη και κατά το έτος 2009 κόστιζε 7.085 ευρώ. Υπολόγισε δε ότι κατά τη διάρκεια του βίου του θα χρειαστεί δεκαπέντε τέτοιες αντικαταστάσεις το συνολικό κόστος των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 106.275 ευρώ. Έχοντας το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, στην οποία εξάλλου γίνεται πλήρης περιγραφή του ζημιογόνου συμβάντος, της υπαιτιότητας των εναγομένων και της αιτιώδους συνάφειας αυτής με την σωματική βλάβη του αναιρεσείοντος, ήταν πλήρως ορισμένη και περιείχε τα αναγκαία από τους προπαρατεθέντες κανόνες δικαίου πραγματικά περιστατικά, την ουσιαστική βασιμότητα των οποίων η αναιρεσιβαλλομένη όφειλε να ερευνήσει. Αντ’ αυτού, απορρίπτοντας το αίτημα για αποκατάσταση της μελλοντικής ζημίας του αναιρεσείοντος λόγω της ανάγκης αντικατάστασης του πρόσθετου μέλους, και μάλιστα χωρίς την υποβολή σχετικού παραπόνου, υπέπεσε στην πλημμέλεια του επικαλούμενου αναιρετικού λόγου, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει κατά τούτο να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η αναιρετική εμβέλεια αυτού καλύπτει τον τρίτο και πέμπτο λόγο της αναίρεσης (περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας και παραμόρφωσης εγγράφου, αντίστοιχα), που αφορούν στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής, των οποίων η έρευνα παρέλκει». Ήδη, μετά την αναίρεση της ως άνω μνημονευόμενης απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς έγινε δεκτός ως βάσιμος ο λόγος αναίρεσης της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 14 και 19 ΚΠολΔ, ως έχει ήδη αναπτυχθεί ανωτέρω, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, με συνέπεια να αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ’ αυτής έφεση που θα κριθεί πάλι από το Δικαστήριο τούτο, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Ο εκκαλών – ενάγων, με την από 30.9.2024 (αρ.εκθ.καταθ……………../7.10.2024) κλήση του, επαναφέρει προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, την από 30.4.2015 (αριθ. εκθ. Καταθ. ……………/2015) έφεσή του, προκειμένου η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, εντός των ορίων που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, κατ’ άρθρα 580 παρ. 3 εδ. β’ και 581 παρ. 1 – 2 του Κ.Πολ.Δ, κατόπιν αναβίωσης της εκκρεμοδικίας της εφέσεως του ενάγοντος κατά της υπ’αριθ. 2885/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς καθ’ό μέρος αυτή απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής του εκτιμώντας πλημμελώς την εφαρμογή των άρθρων 914 επ ΑΚ. Η έφεση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 1 ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) και δη με κατάθεση του δικογράφου της έφεσης στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 7.5.2015, εντός της καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2, όπως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης. Πρέπει, επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, (άρθρα 533 παρ. 1, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ για το παραδεκτό της, μολονότι ασκήθηκε μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της § 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω Νόμο, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής (Εφ.Πειρ. 315/2023, Εφ.Πειρ. 2632/2023, www.efeteio–peir.gr).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 71 του AK: “Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον.”. Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των άρθρων 65 παρ. 1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, “το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα” και “όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα…”, συνάγονται τα ακόλουθα: Α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους (ΑΠ 641/2011). Β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία. Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης (ΑΠ 835/2022, ΑΠ 88/2018, ΑΠ 1723/2014). Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 253/2013). Δεδομένου δε, ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως “η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του” προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία των οργάνων του, κατ` άρθρο 71 ΑΚ (ΑΠ 1885/2014). Γ) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσεως εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ` αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρεώσεως προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος (ΑΠ 778/2025, ΑΠ 263/2021, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1723/2014).
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. , 297, 298 του ΑΚ προκύπτει ότι για την πληρότητα του δικογράφου αγωγής αποζημίωσης από αδικοπραξία πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα, τα οποία συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου και τα οποία δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της επελθούσης στον ενάγοντα ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα, τα οποία προσδιορίζουν την θετική και αποθετική ζημία του ενάγοντος (ΑΠ 361/2016, ΑΠ 1009/2013, ΑΠ 1087/2010 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) . Ειδικότερα σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας στην αγωγή αποζημιώσεως πρέπει να αναφέρεται η ζημία που υπέστη ο παθών, επελθούσα και πιθανολογούμενη μελλοντική και αίτημα καταβολής συγκεκριμένου ποσού για τις επελθούσες και για τις μέλλουσες ζημίες, στις οποίες περιλαμβάνονται τα νοσήλια και τα εισοδήματα που θα απολέσει στο μέλλον αυτός (Εφ.Αθ. 703/2021, ΕφΑθ 2855/2008, ΤΝΠ Νόμος, Κρητικός «ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ» εκδ. 2008 σελ. 286, Κατρά «ΑΓΩΓΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ» εκδ. 2005 σελ. 570). Από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ, προκύπτει ότι η αποζημίωση εκείνου που έπαθε παράνομη βλάβη της υγείας του ή του σώματός του περιλαμβάνει και τη μελλοντική ζημία αυτού. Η μελλοντική περιουσιακή ζημία, την οποία υφίσταται ο παθών, δεν είναι μόνο αποθετική ή διαφυγόν κέρδος λόγω της ανικανότητάς του για εργασία με συνέπεια τον μερικό ή πλήρη περιορισμό των εισοδημάτων του αλλά μπορεί να είναι και μελλοντική θετική ζημία. Αποκαθίσταται δε η εν λόγω ζημία, εφόσον η επέλευσή της είναι βέβαιη και η έκτασή της μπορεί από τώρα να προσδιορισθεί, όχι όμως όταν είναι ενδεχομένη και υποθετική (ΕφΘεσ 949/2000 Αρμ. 2001.324, ΕφΔωδ 107/1997 ΕπΣυγκΔ 1997.558, ΕφΑΘ 331/1991 ΕΣυγκΔ 1994.387) . Την επιδίκαση της σχετικής δαπάνης μπορεί να ζητήσει ο παθών και πριν από την πραγματοποίησή της, ήδη αμέσως μετά την προσβολή του σώματος ή της υγείας του (ΕφΑθ 4754/1995 ΕΣυγκΔ. 1996.547). Κατά συνέπεια μπορεί να επιδιώξει ο παθών τη δαπάνη εκτέλεσης μίας επιβαλλόμενης κοσμητικής ή πλαστικής εγχείρησης, ή την δαπάνη αγοράς πρόσθετου μέλους καθώς και τη δαπάνη περιοδικής αντικατάστασής του. Για την πληρότητα όμως της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση της μελλοντικής ζημίας πρέπει να εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής, κατά τρόπο σαφή, τα περιστατικά που πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας (ΑΠ 59/2017, 674/2013, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος του ενάγοντος και την ανωμοτί εξέταση του τρίτου εναγόμενου, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τις υπ’αριθ. …./20.9.2013 και ……..……./20.9.2013 ένορκες βεβαιώσεις των ………….…. και ………………., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, που λήφθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος, κατόπιν νομότυπης, κατ’άρθρο 671 παρ.1 εδ.δ’ ΚΠολΔ, κλήτευσης των αντιδίκων με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου [χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προσκομιζόμενη μετ’επικλήσεως από την δεύτερη εφεσίβλητη, το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, υπ’αριθ. ΔΣΠ_ΕΒ_………………/17.2.2026 ένορκη βεβαίωση του ……..…………… ενώπιον της Δικηγόρου Πειραιά ……………., η οποία είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, καθόσον ο ανωτέρω, κατά τον κρίσιμο χρόνο λήψης της ένορκης βεβαίωσης είναι εις εκ των εκκαθαριστών της υπό εκκαθάριση τελούσης ναυτικής εταιρείας «………………..» (πρώτης εφεσίβλητης), την οποία εκπροσωπεί νομίμως και ταυτίζεται με αυτήν, ως εκ τούτου η μαρτυρία του στερείται αποδεικτικής αξίας, καθώς ο διάδικος ή ο νόμιμος εκπρόσωπός του δεν μπορεί να εξεταστεί ως μάρτυρας για τον εαυτό του (σχετ. ΑΠ 1830/2025)] και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νομότυπα με επίκληση προσκομίζουν, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ. 336 παρ.3, 339 και 395 ΚΠολΔ), είτε στην ελληνική γλώσσα, είτε σε νόμιμη μετάφρασή τους στην ελληνική (άρθρο 454 ΚΠολΔ σε συνδ. με το άρθρο 36 παρ.2 εδ. γ’ Ν.4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων»), μεταξύ των οποίων και η από Νοεμβρίου 2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος κατά την προανάκριση από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά πραγματογνώμονος . ………., ναυπηγού – μηχανολόγου μηχανικού, καθώς και όσα έγγραφα σε ξένη γλώσσα προσκομίζονται με επίκληση, χωρίς νόμιμη μετάφραση στην ελληνική και λαμβάνονται υπόψη, στην προκείμενη ειδική διαδικασία, ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1511/2009, ΝοΒ 2010.1719, ΑΠ 1627/2010 ΕλλΔνη 2011.431), χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν για ορισμένα θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, τα οποία συνδυάζει με τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους, αναφέρονται στα πιο κάτω ειδικώς μνημονευόμενα θέματα αποδείξεως και εκτιμώνται κατ’ άρθρα 261 εδαφ. β, 352 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ αλλά και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει σύμβασης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στον Σκαραμαγκά στις 23.7.2008, μεταξύ της πρώτης εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία «………………», πλοιοκτήτριας του υπό ελληνική σημαία ρυμουλκού πλοίου «Π» με αριθμό νηολογίου Πειραιά …….., κόρων ολικής χωρητικότητας (κ.ο.χ) 72,77, νομίμως εκπροσωπούμενης από τη δεύτερη εναγόμενη, Πρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο, …………….. και του ενάγοντος . ……, απογεγραμμένου ναυτικού, ο τελευταίος ναυτολογήθηκε, με την ειδικότητα του ναύτη στο άνω ρυμουλκό, αντί συμφωνηθέντων «κλειστών» μηνιαίων καθαρών αποδοχών συνολικού ποσού 1.652 ευρώ, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά των διατάξεων της ισχύουσας Σ.Σ.Ε πληρωμάτων ρυμουλκών πλοίων και υπό τους όρους αυτής, παρέχοντας τις υπηρεσίες του από 23.7.2008 μέχρι 4.5.2009, που απολύθηκε λόγω αδείας και από 2.6.2009 μέχρι 26.6.2009, που απολύθηκε στην Ελευσίνα, λόγω «τραυματισμού – ατυχήματος», όπως αναγράφεται στο ναυτικό του φυλλάδιο, ως αιτιολογία, που έλαβε χώρα κατά τα ακόλουθα αποδειχθέντα περιστατικά: Στις 26.6.2009, στη θαλάσσια περιοχή των εγκαταστάσεων ………….….. το επίδικο ρυμουλκό, προκειμένου να εκτελέσει την ρυμούλκηση του δεξαμενόπλοιου «Β », με σκοπό την ασφαλή πρόσδεσή του στον προβλήτα, παρέλαβε από αυτό τον κάβο ρυμούλκησης με προσδεδεμένο στην άκρη του το αρμίδι ή βιλάι, την θηλειά (γάσα) του οποίου (κάβου) ο ενάγων τοποθέτησε στον γάντζο, που βρίσκεται στην πρύμνη του ρυμουλκού και άρχισε η διαδικασία ρυμούλκησης. Ειδικότερα, στην ελληνική ναυτική γλώσσα, αρμίδι ή βιλάι ονομάζεται το βοηθητικό λεπτό ανθεκτικό σχοινί, που χρησιμοποιείται προσδένοντάς το στην άκρη των κάβων για το χειρισμό τους στην πρόσδεση των πλοίων, καθόσον στην άκρη του βρίσκεται βαρίδι για την πρόκληση ώθησης κατά την εκτόξευσή του από το ναύτη του ρυμουλκού στον καβοδέτη του λιμανιού, ώστε να παρασυρθεί ο κάβος, που λόγω του μεγάλου βάρους και του όγκου του είναι αδύνατο να αναληφθεί και να εκτοξευθεί σε μεγάλη απόσταση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ενόσω βρισκόταν σε εξέλιξη η ρυμούλκηση και επιχειρούνταν η προσέγγιση και πρόσδεση του ρυμουλκούμενου με την πρύμνη στον προβλήτα, τούτο δεν επιτεύχθηκε, λόγω δυνατού ανέμου που έπνεε, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να συγκρουσθεί με έτερο αγκυροβολημένο ρυμουλκό και γι αυτό αποφασίστηκε από τον πλοίαρχο του ρυμουλκούμενου ………………, σε συνεννόηση με τον κυβερνήτη του ρυμουλκού ………………, τρίτο εναγόμενο, να ακυρωθεί η διαδικασία πρόσδεσης και να επιχειρηθεί νέα προσπάθεια. Για το σκοπό αυτό ο πλοίαρχος του δεξαμενόπλοιου έκανε άπαρση της άγκυρας και εκκίνησε τις μηχανές πρόσω, πλην όμως ο κυβερνήτης του ρυμουλκού δεν προέβη εγκαίρως σε απελευθέρωση του κάβου ρυμούλκησης, ο οποίος, όπως προβλέπεται, απαγκιστρώνεται από τον γάντζο ρυμούλκησης του ρυμουλκού και από την γέφυρα πλοήγησης τούτου από τον κυβερνήτη του, μέσω συρματόσχοινου και λαβής που υπάρχει δεξιά στην πρυμναία εγκάρσια φρακτή της γέφυρας (πίσω και δεξιά από τη θέση πηδαλιουχίας), με αποτέλεσμα να αρχίσει να παρασύρεται το ρυμουλκό από την κίνηση του δεξαμενόπλοιου και ενώ βρισκόταν το ρυμουλκό διαγώνια της πρύμνης του δεξαμενόπλοιου, ο δε κάβος ήταν φορτισμένος (τεντωμένος), τότε προέβη ο τρίτος εναγόμενος, κυβερνήτης του ρυμουλκού βίαια σε απαγκίστρωσή του, παρόλο που τούτο αντενδείκνυται πριν την αποφόρτισή του, με συνέπεια την εκτίναξη τούτου προς την πρύμνη του δεξαμενόπλοιου. Ωστόσο πριν από την ενέργεια αυτή, δεν ενημέρωσε τον ενάγοντα ναύτη, που είχε τυλιγμένο στην παλάμη του δεξιού χεριού του το βιλάι, που όπως προαναφέρθηκε είναι δεμένο πάνω στον κάβο, ευρισκόμενος σε ετοιμότητα, κατά τις μέχρι τότε εντολές του εναγόμενου κυβερνήτη, για την επικείμενη εκτόξευσή του στον καβοδέτη, που βρισκόταν στον προβλήτα για την πρόσδεση του ρυμουλκούμενου πλοίου, με συνέπεια αυτός (ενάγων), από την αιφνίδια και βίαιη μετατόπιση του κάβου να εκτοξευθεί στη θάλασσα, από όπου περισυνελλέγη από τον τρίτο εναγόμενο, που βούτηξε αμέσως για να τον ανασύρει και να υποστεί ακρωτηριασμό δεύτερης έως και πέμπτης ακτίνας δεξιάς άκρας χειρός στο ύψος των κεφαλών των μετακαρπίων (δείκτου, μέσου, παραμέσου και μικρού δαχτύλου) από την τέμνουσα και εξελκυστική δύναμη του σχοινιού, το οποίο, όταν ανασύρθηκε από την θάλασσα, από το πλήρωμα του δεξαμενόπλοιου, έφερε πάνω του τα ακρωτηριασμένα δάχτυλα του ενάγοντος. Εξ όσων προαναφέρθηκαν, αποδεικνύεται ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας του, ως ναύτη, ήταν αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγόμενου ουδόλως σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, που δεν θα υπήρχε χωρίς τη εργασία και την εκτέλεση της υπό τις εκτιθέμενες περιστάσεις και συνεπώς, συνιστά ατύχημα από βίαιο συμβάν, ήτοι εργατικό ατύχημα κατά την έννοια του νόμου. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι είχαν παραδοθεί στον ενάγοντα τα κατάλληλα μέσα προσωπικής προστασίας του και ιδίως χειρόκτια, αν και είχε αναλάβει υπηρεσία από καιρό και κατά την εκτέλεση της εργασίας του ήταν αναγκαία η χρησιμοποίησή τους για την εξασφάλιση της ασφάλειάς του. Εν προκειμένω, με τα ειδικά προστατευτικά γάντια, που είναι κατασκευασμένα από ανθεκτικά υλικά, θα είχε αποφευχθεί η άμεση επαφή του γυμνού χεριού του ενάγοντος με το σχοινί και ως εκ τούτου θα υφίστατο άμβλυνση της δύναμης που ασκήθηκε στο άκρο του, ούτως ώστε να αποτραπεί ή να περιοριστεί ο τραυματισμός του. Πέραν τούτου, αποδείχθηκε ότι τα κιγκλιδώματα του ρυμουλκού είχαν το κατάλληλο ύψος και ήταν ασφαλούς κατασκευής και αντοχής, η δε πτώση του στη θάλασσα προκλήθηκε από την αιφνίδια εκτίναξη του απαγκιστρωμένου κάβου με το βιλάι, το οποίο κρατώντας το παρασύρθηκε στη φορά του και δεν οφείλεται στα ακατάλληλα κιγκλιδώματα του ρυμουλκού. Ο παθών διακομίστηκε άμεσα στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής «ΚΑΤ», όπου προσκομίστηκε και περιφερικό κολόβωμα φέρον τα τέσσερα δάχτυλα καθώς και τις κεφαλές του 2ου έως και 5ου μετακαρπίου, το σύνολο των μαλακών μορίων περιφερικά της άπω χειρομαντικής γραμμής και τα εξελκυσμένα τενόντια κολοβώματα των εκτεινόντων και των καμπτήρων, πλην όμως η επανασυγκόλληση κρίθηκε ανέφικτη, λόγω της φύσεως της κάκωσης. Νοσηλεύτηκε μέχρι τις 2.7.2009 και υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση με επιμελή χειρουργικό καθαρισμό των νεκρωτικών ιστών και των τενόντιων κολοβωμάτων και πραγματοποιήθηκε βράχυνση του 2ου έως και 5ου μετακαρπίου. Λόγω δερματικού ελλείματος, η κάλυψη των μετακαρπίων απαίτησε κινητοποίηση αυτοχθόνων μυϊκών κρημνών και τοπικών στροφικών κρημνών, ενώ ελήφθη και τοποθετήθηκε δερματικό μόσχευμα μερικού πάχους από το άνω τριτημόριο του αντιβραχίου. Όταν εξήλθε από το νοσοκομείο, του εδόθη φαρμακευτική αγωγή και αναρρωτική άδεια τριών μηνών, ενώ του συνεστήθη μετεγχειρητική παρακολούθηση, η οποία προβλέφθηκε μακρά και τοποθέτηση διακοσμητικής παλάμης σιλικόνης με ακρυλικά νύχια. Περαιτέρω, εξεταζόμενος στις 6.10.2009 στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου «ΣΩΤΗΡΙΑ» στο Ψυχιατρικό τμήμα, βρέθηκε πάσχων από διαταραχή προσαρμογής με αγχώδες καταθλιπτικό συναίσθημα, ως απότοκο του εν λόγω εργατικού ατυχήματος. Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρόκληση του ατυχήματος που είχε ως συνέπεια τον ακρωτηριασμό του ενάγοντος, οφείλεται σε υπαιτιότητα του προστηθέντος της πλοιοκτήτριας πρώτης εναγόμενης εταιρείας και εργοδότριας του ενάγοντος, τρίτου εναγόμενου, κυβερνήτη του ρυμουλκού, ο οποίος αν και ήταν ιδιαίτερα νομικά υπόχρεος για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας και υγιεινής των εργαζομένων του επίδικου ρυμουλκού κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν επέδειξε την απαιτούμενη από τις περιστάσεις προσοχή και επιμέλεια, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, εκτελώντας πλημμελώς τα καθήκοντά του, καθώς παρέλειψε να χορηγήσει στον ενάγοντα τον αναγκαίο προστατευτικό εξοπλισμό για την ασφαλή εκτέλεση της ανατιθέμενης σε αυτόν εργασίας του ναύτη του ρυμουλκού και συγκεκριμένα δεν χορήγησε στον ενάγοντα τα προβλεπόμενα προστατευτικά γάντια. Επίσης κατά τον χειρισμό απαγκίστρωσης του κάβου από τον γάντζο ρυμούλκησης, δεν βεβαιώθηκε ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια και ότι δεν υπάρχουν άτομα εκτιθέμενα στην επικίνδυνη ζώνη, ούτως ώστε να μη δημιουργήσει κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων στο ρυμουλκό και συγκεκριμένα στον ενάγοντα ναύτη, που ήταν επιφορτισμένος με τη ρίψη του βιλάι στον καβοδέτη του λιμανιού για την πρόσδεση του ρυμουλκούμενου δεξαμενόπλοιου, το οποίο κρατούσε τυλιγμένο σε μορφή λάσο στην παλάμη του δεξιού χεριού του όντας σε ετοιμότητα, χωρίς να έχει ενημερωθεί από τον κυβερνήτη για την ακύρωση της επιχείρησης πρόσδεσης και την εκ μέρους του απαγκίστρωση του φορτισμένου κάβου, ούτως ώστε ο εκτιθέμενος εργαζόμενος ενάγων να έχει το χρόνο και τη δυνατότητα να αφήσει από το χέρι του το βιλάι και να απομακρυνθεί από την επικίνδυνη θέση που βρισκόταν και έτσι να δυνηθεί να αποφύγει τους κινδύνους που δημιούργησε η εκκίνηση λειτουργίας του μηχανισμού απαγκίστρωσης του κάβου από τη γέφυρα πλοήγησης και μάλιστα ενώ αυτός ήταν τεντωμένος, γεγονός που δημιούργησε πρόσθετο κίνδυνο από τη σημαντική πίεση και ενέργεια που αναπτύχθηκε με την εκτίναξή του, συνεπεία της άκαιρης απαγκίστρωσής του. Επιπλέον ο προστηθείς τρίτος εναγόμενος, κυβερνήτης παρέλειψε, ως όφειλε, να εφιστήσει την προσοχή του εργαζόμενου ενάγοντος στην επικινδυνότητα του επίμαχου εξοπλισμού εργασίας και εν γένει να ενημερώσει τον ενάγοντα χειριστή για τις ειδικότερες συνθήκες, τις προβλεπτέες επικίνδυνες καταστάσεις και τα συμπεράσματα που είχαν συναχθεί, από την πείρα που είχε αποκτηθεί κατά τη χρήση του εξοπλισμού εργασίας, που άμεσα τον αφορούσε, κατά παράβαση των οικείων ειδικών κανόνων για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 3,4,6 ΠΔ 395/1994 και 16 ΠΔ 1349/1981, με αποτέλεσμα να επέλθει το προπεριγραφόμενο ατύχημα και να προκληθεί ο σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντος, που συνδέεται αιτιωδώς με τη μη τήρησή τους. Όλα τα ανωτέρω ως αποδειχθέντα έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την υπ’αριθ. 660/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και δεν αναιρέθηκαν με την υπ’αριθ. 1004/2024 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο χώρος εργασίας του ενάγοντος είχε εφοδιασθεί με χειρόκτια από ειδικό ανθεκτικό υλικό, ώστε αυτά να χορηγηθούν στον παθόντα για την εκτέλεση της εργασίας του από τον τρίτο εναγόμενο. Ο τελευταίος, στην από 29.6.2009 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του ανθυποπλοιάρχου ΛΣ ………, ως ανακριτικού υπαλλήλου, αναφέρει ότι είχε προμηθεύσει τον ενάγοντα, όπως και το υπόλοιπο πλήρωμα του ρυμουλκού, με ατομικά μέσα προστασίας, τα οποία όμως δεν γνώριζε εάν φορούσε ο ενάγων κατά την ώρα του συμβάντος. Ωστόσο το γεγονός αυτό δεν επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, αντίθετα από την ένορκη βεβαίωση (υπ’αριθ. …../2013) του .………………., αδελφού του παθόντος, την ένορκη βεβαίωση (υπ’αριθ. 1292/2013) του ……………., φίλου του παθόντος, αμφότερες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά αλλά και από την από 14.9.2009 ένορκη κατάθεση του ιδίου (παθόντος), ενώπιον του ανθυποπλοιάρχου ΛΣ .………….., στο πλαίσιο της ανακριτικής διαδικασίας για τις συνθήκες του ατυχήματος, αποδεικνύεται ότι τέτοια μέσα ατομικής προστασίας δεν είχαν παρασχεθεί στο πλήρωμα του ρυμουλκού κατά τον επίδικο χρόνο του ατυχήματος. Επίσης ο …………., με την ιδιότητα του μηχανικού και μέλους πληρώματος του ρυμουλκού «Π» κατά τον ένδικο χρόνο, στην από 29.6.2009 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του ανθυποπλοιάρχου ΛΣ ……………., ουδέν αναφέρει περί της ύπαρξης προστατευτικού εξοπλισμού στο ρυμουλκό. Εξάλλου υπεύθυνοι για τον εφοδιασμό του ρυμουλκού με τον αναγκαίο εξοπλισμό προστασίας ήταν η πρώτη εναγόμενη ως εργοδότρια του ενάγοντος, όπως έχει ήδη κριθεί τελεσίδικα καθώς και η δεύτερη εναγόμενη, ως νόμιμη εκπρόσωπος αυτής, η οποία εκφράζει τη βούληση του νομικού προσώπου και εξυπηρετεί το σκοπό του. Τούτο διότι οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικά αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα, δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους (ΑΠ 641/2011), ως όργανα δε του νομικού προσώπου, κατά το νομοθετικό λόγο της διάταξης αυτής, νοούνται, όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων, 65 – 70 ΑΚ (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου, ακόμα και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου (ΑΠ 1219/2017). Εφόσον λοιπόν τα όργανα αυτά παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο (όπως εν προκειμένω την πρόβλεψη για την προμήθεια του αναγκαίου εξοπλισμού) τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία. Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου, με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα (στην υπόψη περίπτωση η δεύτερη εναγόμενη) φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων, τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 253/2013). Μάλιστα σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοίκησης για την κατ’ αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος (σχετ. ΑΠ 141/2023 διαθέσιμη στην ιστοσελίδα www.areiospagos.gr του Ανωτάτου Δικαστηρίου). Στην προκειμένη περίπτωση τόσο η δεύτερη εναγόμενη, ως νόμιμη εκπρόσωπος της εργοδότριας του ενάγοντος όσο και ο τρίτος εναγόμενος ως προστηθείς αυτής (εργοδότριας), είχαν αμφότεροι την υποχρέωση να ενημερώσουν τον ενάγοντα για τους κινδύνους τους οποίους προκαλούσε η μη χρήση των χειροκτίων κατά την εκτέλεση της εργασίας του, ο δε ισχυρισμός της δεύτερης εναγόμενης ότι ο πλοίαρχος είναι γενικά ο υπεύθυνος επί του πλοίου, αλλά δεν είναι υποχρεωμένος να παρακολουθεί σε κάθε χρονική στιγμή την εκτέλεση των καθηκόντων των άλλων μελών του πληρώματος, οι οποίοι ως επαγγελματίες και συνήθως έμπειροι ναυτικοί γνωρίζουν και οφείλουν να γνωρίζουν τα καθήκοντά τους και τον τρόπο εκτέλεσης αυτών, τυγχάνει αβάσιμος. Σημειώνεται δε ότι η δεύτερη εναγόμενη, ουδόλως προέβαλε με τις προτάσεις της τον ισχυρισμό ότι υπήρχε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να εκπληρώσει τις ανωτέρω υποχρεώσεις και δη τον εφοδιασμό του ρυμουλκού με τα αναγκαία μέσα ατομικής προστασίας και την ενημέρωση του ενάγοντος για τους κινδύνους που συνεπάγεται η μη χρήση των χειροκτίων κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Περαιτέρω, ο ενάγων με την ένδικη αγωγή, ζητούσε, μεταξύ άλλων την επιδίκαση κονδυλίου ύψους 106.275,00 ευρώ για 15 αγορές διακοσμητικής πρόθεσης παλάμης, που χρήζει αντικατάστασης κάθε τρία έτη, αντί τιμή μονάδος 7.085 ευρώ. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή, στην οποία γίνεται πλήρης περιγραφή του ζημιογόνου συμβάντος, της υπαιτιότητας των εναγόμενων και της αιτιώδους συνάφειας αυτής με την σωματική βλάβη του παθόντος, επιπλέον δε της αναγκαιότητας αγοράς του εν λόγω πρόσθετου μέλους αλλά και του ακριβούς χρόνου της περιοδικής αντικατάστασής του, ως και του ποσού που απαιτείται για την αγορά αυτού, είναι πλήρως ορισμένη καθώς περιέχει τα απαιτούμενα από τις οικείες διατάξεις (βλ. υπό στοιχ ΙΙΙ νομική σκέψη) πραγματικά περιστατικά, που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ερευνήσει την επέλευση της ζημίας στο μέλλον καθώς την έκταση αυτής. Προσέτι, από την από 7.5.2010 ιατρική βεβαίωση – γνωμάτευση του ιατρού ………………… της Μικροχειρουργικής Κλινικής του ΓΝΑ «ΚΑΤ», σε συνδυασμό με την από 26.8.2009 βεβαίωση της εταιρείας ορθοπεδικών ειδών «……………» αποδεικνύεται ότι ο ενάγων χρήζει τοποθέτησης διακοσμητικής πρόθεσης παλάμης από σιλικόνη με ακρυλικά νύχια, το κόστος της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 7.085,00 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ). Ο ακρωτηριασμός του δεξιού άνω άκρου του ενάγοντος, συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα και, κατά τον χρόνο που κρίνεται η αγωγή, είναι βέβαιη η ύπαρξη της βλάβης στο μέλλον, ενώ η έκτασή της μπορεί από τώρα να προσδιορισθεί, δεδομένου ότι ο ενάγων, γεννηθείς το έτος 1969, ευρισκόμενος κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (2012) στην ηλικία των 43 ετών και χωρίς άλλα προβλήματα υγείας, αναμένεται, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ότι θα έχει ανάγκη για την αποκατάσταση της κίνησής του και την κοινωνική επιστροφή και εξέλιξή του, τη χρήση πρόσθετου μέλους για 36 έτη τουλάχιστον και δη μέχρι την ηλικία των 79 ετών. Επομένως πρέπει να επιδικαστεί σε αυτόν το κονδύλιο για 12 (36 έτη:3 =) αγορές διακοσμητικής πρόθεσης παλάμης που ανέρχεται στο ποσό των (7.085 ευρώ χ 12=) 85.020,00 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω, η έφεση, η οποία επανακρίνεται από το παρόν Δικαστήριο της παραπομπής, μόνο ως προς τους λόγους αυτής που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση (καθόσον ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια υπάρχει δεδικασμένο, που δεν ανατράπηκε με την αναίρεση και δεσμεύει έτσι το δικαστήριο της παραπομπής), πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της, ακολούθως δε πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και το παρόν Δικαστήριο αφού κρατήσει να δικάσει την ένδικη αγωγή (άρθρ. 535 ΚΠολΔ). Περαιτέρω πρέπει η ένδικη αγωγή η οποία τυγχάνει επαρκώς ορισμένη και νόμιμη ως προς τα διερευνώμενα εν προκειμένω κεφάλαια, ήτοι της υπαιτιότητας της δεύτερης εναγόμενης στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος και του ορισμένου του κονδυλίου για αποκατάσταση της μελλοντικής ζημίας του ενάγοντος, θεμελιούμενη στις αναφερόμενες στις οικείες νομικές σκέψεις διατάξεις και σε αυτές των άρθρων 65, 67, 71, 297, 298, 914, 929 ΑΚ, να γίνει εν μέρει δεκτή στην ουσία της και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, η πρώτη ως εργοδότρια του ενάγοντος, η δεύτερη ως νόμιμη εκπρόσωπος αυτής και ο τρίτος πλοίαρχος του ρυμουλκού, ως προστηθείς της πρώτης εναγόμενης, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα, πλέον του επιδικασθέντος με την υπ’αριθ. 660/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ποσού, και το ποσό των 85.020,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ήτοι από την 29.10.2012. Τέλος ενόψει του ότι με την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί καθορισμού των δικαστικών εξόδων, πρέπει τα δικαστικά έξοδα για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για την αναιρετική δίκη, για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί αίτημα, να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος των εναγόμενων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει, ερήμην της πρώτης και του τρίτου των εφεσίβλητων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Δέχεται την από 30.4.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ……………./8.5.2015 έφεση του ενάγοντος τυπικά και εν μέρει στην ουσία της, κατά το αναιρεθέν, της με αριθμό 660/2018 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, μέρος αυτής.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη, υπ’αριθμ. 2885/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατ’αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της παρούσας.
Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας.
Δέχεται εν μέρει την από 8.6.2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……../26.10.2012 αγωγή.
Υποχρεώνει τους εναγόμενους, ενεχόμενους εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των ογδόντα πέντε χιλιάδων είκοσι (85.020,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ήτοι από την 29.10.2012.Επιβάλλει σε βάρος των εναγομένων, μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της αναιρετικής δίκης το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των έντεκα χιλιάδων (11.000) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 27 Μαρτίου 2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ