ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός 219/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αποτελούμενο από το Δικαστή Βασίλειο Τζελέπη, Εφέτη, που όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα E.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Της εκκαλούσας- εφεσίβλητης – αιτούσας: Εταιρείας με την επωνυμία <<………………..>>, που εδρεύει στον Πειραιά, οδός …………….. και εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΦΜ ……………), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φραγκίσκο Ξυδούς [ Δε ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ]
Της εφεσίβλητης – εκκαλούσας – καθ’ης η αίτηση: Εταιρείας με την επωνυμία <<…………….>>, η οποία εδρεύει στη ………. Αττικής, ………………… και εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΦΜ ……………..), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Ελευθερίου.
Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε σε βάρος της καθ΄ης – ήδη εφεσίβλητης, την από 2.7.2020 και με αριθμ. κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./2020 ανακοπή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 2580/2021 οριστική απόφαση, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε την ανακοπή, ακύρωσε τη με αριθμό 168/2020 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Η ανακόπτουσα, ήδη εκκαλούσα, προσβάλλει την απόφαση αυτή με την από 17.11.2023 έφεσή της, την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 17.11.2023 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./023. Η εφεσίβλητη – καθής η ανακοπή – εκκαλούσα προσβάλει την ίδια ως άνω απόφαση με την από 14.11.2023 έφεσή της, την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 16.11.2023 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2023.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι αμφοτέρων των εφέσεων παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 17.11.2023 και 14.11.2023 με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης: α) ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./023 και β) ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2023 αντιστοίχως εφέσεις στρέφονται κατά της οριστικής με αριθμό 2580/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 632 παρ.2 εδ β΄ και 614 επ. ΚΠολΔ) αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε την από 2.7.2020 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./3.7.2020 ασκηθείσα κατ’ άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή, ακύρωσε τη με αριθμό ………/2020 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και καταδίκασε τη καθ’ ης η ανακοπή στη καταβολή των δικαστικών εξόδων της ανακόπτουσας, τα οποία όρισε στο ποσό των 1.200 ευρώ, ασκήθηκαν αμφότερες νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν επικαλείται κάποιος διάδικος την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ούτε προκύπτει αυτή από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας και από τη δημοσίευσή της [17.11.2021] μέχρι την άσκηση των ένδικων εφέσεων στις 17.11.2023 και 16.11.2023, δεν έχει παρέλθει διετία [άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1 του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν. 4335/2015] και έχουν κατατεθεί τα νόμιμα παράβολα (βλ. τα υπ’ αριθμ. …………….. και ………………./2024 e – παράβολα) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495παρ. 3 Α περ.β του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, οι εφέσεις να γίνουν δεκτές κατά το τυπικό τους μέρος και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν κατά την ίδια παραπάνω ειδική διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σημειωτέον ότι η έφεση της εκκαλούσας – καθ΄ης η ανακοπή κατά της ίδιας ως άνω απόφασης, η οποία νίκησε ολοκληρωτικά σε πρώτο βαθμό με την παραδοχή της ανακοπής της, εξ απόψεως εννόμου συμφέροντος εδράζεται στη διάταξη του άρθρου 516 παρ.2 ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε εφόσον έχει έννομο συμφέρον με τις εξής σκέψεις: Παρά το γεγονός ότι, κατά κανόνα, έφεση ασκεί ο ηττηθείς διάδικος, κατ’ εξαίρεση, αναγνωρίζεται το σχετικό δικαίωμα και στον διάδικο που επικράτησε πρωτοδίκως, εφόσον η απόφαση, μολονότι ευνοϊκή ως προς το διατακτικό της, περιέχει αιτιολογικές κρίσεις ή παρεμπίπτουσες διαγνώσεις που δύνανται να βλάψουν τη νομική του θέση. Η βλάβη αυτή πρέπει να είναι αντικειμενική, παρούσα και νομικά αξιολογήσιμη και να συνίσταται ιδίως στη δυνατότητα παραγωγής δυσμενούς δεδικασμένου. Εν προκειμένω η εκκαλούσα με το δικόγραφο της έφεσής της διατείνεται ότι η απόρριψη του πρώτου και δεύτερου λόγου της ανακοπής της προκάλεσε σε αυτήν βλάβη για το λόγο ότι απώλεσε μέρος της καθόλα νόμιμης απαίτησής της από ευρώ 21.520 την οποία θα μπορούσε να υποβάλει σε συμψηφισμό με την ανταπαίτηση της αντιδίκου της. Υπό τη θεμελίωση αυτή η άνω εκκαλούσα φέρεται να βλάπτεται από το αιτιολογικό μέρος της απόφασης καθώς περιλαμβάνει κρίση επί προδικαστικού ζητήματος, ήτοι της ανταπαίτησης της εφεσίβλητης – καθής η ανακοπή, οπότε αυτή ως νικήσασα διάδικος δεν αρκεί να θεωρείται τυπικά δικαιωμένη, αφού η εκκαλουμένη δημιουργεί σε βάρος της δεσμευτικές έννομες συνέπειες για μελλοντικές διαφορές, οπότε και η εκκαλούσα– νικήσασα πρωτοβαθμίως – καθ΄ης η ανακοπή νομιμοποιείται στην άσκηση της υπό κρίση εφέσεως της, εξ απόψεως εννόμου συμφέροντος σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 516 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η εκκαλούσα – ανακόπτουσα με την υπό κρίση ανακοπή ζητεί, για τους αναλυτικά αναφερόμενους σ’ αυτή και τελούντες σε επικουρική, κατ’ άρθρο 219 παρ. 1 ΚΠολΔ, σώρευση, λόγους, να ακυρωθεί: α) η με αριθμό ……/2020 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή το συνολικό ποσό των είκοσι μίας χιλιάδων διακοσίων πενήντα δύο (21.252) ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτηση που πηγάζει από αποζημίωση χρήσης του Ε/Γ – Ο/Γ πλοίου «Ζ», δυνάμει της από 12.12.2019 σύμβασης ναύλωσης γυμνού πλοίου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την από 30.12.2019 σύμβαση, και β) κάθε πράξη εκτέλεσης, που τυχόν θα διενεργηθεί, με βάση την ένδικη διαταγή πληρωμής, καθώς και να καταδικαστεί η καθ’ ης η ανακοπή στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Επί της ως άνω ανακοπής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών η εκκαλουμένη με αριθμό 2580/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή, ακυρώθηκε η με αριθμό ……./2020 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και καταδίκασε την καθ’ ης η ανακοπή στη δικαστική δαπάνη της ανακόπτουσας την οποία όρισε στο ποσό των 1.200 ευρώ. Ήδη αμφότερες οι εκκαλούσες των υπό κρίση εφέσεων παραπονούνται με αυτές με τους λόγους των εφέσεων τους το μεν για κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, το δε για κακή εκτίμηση των αποδείξεων έτσι ώστε να γίνουν δεκτές οι εφέσεις τους και η μεν εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή να απορριφθεί η ανακοπή στο σύνολο της, η δε εκκαλούσα – ανακόπτουσα να παραμείνει δεκτή η ανακοπή της, πλην όμως με αιτιολογίες που δεν βλάπτουν δικά της έννομα συμφέροντα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να συντρέχουν ορισμένες θετικές και αρνητικές προϋποθέσεις. Ως προς τις θετικές, αυτές είναι: α) η διαφορά να αφορά χρηματική απαίτηση ή απαίτηση παροχής χρεογράφων, β) το οφειλόμενο ποσό να αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης του οφειλέτη (άρθρο 623 ΚΠολΔ) και γ) το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλονται να είναι ορισμένα (άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ). Οι θετικές προϋποθέσεις πάντως, ανάγονται κατ’ αρχήν στη φύση των απαιτήσεων, για τις οποίες επιτρέπεται η έκδοση διαταγής πληρωμής, αλλά και στον τρόπο απόδειξης τους, ενώ θεμελιώδες προαπαιτούμενο είναι η απόδειξη της απαίτησης με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ακριβώς επειδή το έγγραφο δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια αμφιβολιών για την ύπαρξη της απαίτησης, διασφαλίζει ότι ο οφειλέτης δεν θα το αμφισβητήσει, ενώ περιορίζεται και ο κίνδυνος κατάχρησης του θεσμού από τους δανειστές. Τα έγγραφα παρέχουν αυξημένες εγγυήσεις που δικαιολογούν τον κατ’ εξαίρεσιν εξοπλισμό του δανειστή με άμεσα εκτελεστό τίτλο. Οι αρνητικές προϋποθέσεις έκδοσης προβλέπονται από το άρθρο 624 ΚΠολΔ και είναι α) το να μην εξαρτάται η απαίτηση από αίρεση, όρο, προθεσμία ή αντιπαροχή (άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής να μην κατοικεί ή διαμένει στο εξωτερικό και να μην είναι αγνώστου διαμονής (624 παρ. 2 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ, κατά το άρθρο 624 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο. Εξάλλου από το συνδυασμό των ίδιων ως άνω διατάξεων προκύπτει επιπλέον ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή καθώς και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο Δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα. Επίσης με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία υπόκειται και στη ρύθμιση των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, είτε κατά της ύπαρξης της απαίτησης. Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά, αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκηση της ανακοπής και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής. Κατά των λόγων της ανακοπής αυτής, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται, μπορεί να αμυνθεί, είτε αρνούμενος αυτούς, είτε με την προβολή αντενστάσεων κατ’ αυτών (ΟλΑΠ 10/1997 ΕλΔ 97.768, ΑΠ 665/2006 ΕλΔ 2006/130). Εάν ο λόγος της ανακοπής είναι τυπικός, όπως συμβαίνει με αυτόν της μη έγγραφης απόδειξης της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και του ποσού αυτής, τότε αντικείμενο της δίκης της ανακοπής και, κατά συνέπεια, της επ` αυτής δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου δεν καθίσταται και το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού αυτού λόγου της ανακοπής, γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται, άνευ ετέρου, η διαταγή πληρωμής (ΟλΑΠ 10/1997 ο.π., ΑΠ 665/2006 ο.π.).
Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα – ανακόπτουσα με το υπό στοιχείο Β μέρος του πρώτου λόγου της έφεσης της διατείνεται ότι κακή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ η εκκαλούμενη δεν έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο της ανακοπής σύμφωνα με τον οποίο ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εξέδωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής όφειλε να απόσχει από την έκδοση αυτής δεδομένου ότι η υπό καταψήφιση απαίτηση της αιτούσας δεν προέκυπτε το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης. Επί του λόγου αυτού της έφεσης πρέπει να λεχθούν τα εξής: Από την επισκόπηση των διαλαμβανομένων τόσο στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, όσο και στην ίδια την ανακοπτόμενη με αριθμό ……../2020 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η αιτούσα στηρίζει την ένδικη απαίτησή της, όπως ρητώς αναφέρει στην ίδια διαταγή πληρωμής, στην από 12.12.2019 σύμβαση ναύλωσης γυμνού πλοίου και στην από 30.12.2019 τροποποίηση αυτής, τις οποίες προσκομίζει ως σχετικά 1 και 2, και ιδίως στο άρθρο 6 της τελευταίας, κατά το οποίο, σε περίπτωση πρόωρης λύσης της συμβατικής σχέσης, η εφοπλίστρια όφειλε να υπογράψει δήλωση προς τον αρμόδιο νηολόγο περί λύσης της σύμβασης εφοπλισμού και να την παραδώσει στην πλοιοκτήτρια, άλλως θα όφειλε αποζημίωση χρήσης ίση με το αναλογούν ημερήσιο ποσό του ναύλου, το οποίο η αιτούσα υπολογίζει σε 483 ευρώ ανά ημέρα. Ωστόσο, από τα έγγραφα που προσκομίζει δεν προκύπτει ήδη εκκαθαρισμένη χρηματική απαίτηση, αλλά απλώς ο συμβατικός μηχανισμός ενδεχόμενης γένεσης τέτοιας αξίωσης, η ενεργοποίηση του οποίου εξαρτάται από την προηγούμενη διαπίστωση συγκεκριμένων χρονικών και νομικών προϋποθέσεων, ήτοι από το πότε ακριβώς επήλθε η λύση της σύμβασης, από το πότε άρχισε η υπερημερία ως προς την προσκόμιση της δήλωσης ανάκλησης και από το πότε ακριβώς έληξε αυτή. Τα ζητήματα αυτά δεν βεβαιώνονται αυτοτελώς και αμέσως από τη σύμβαση ή την τροποποίησή της, αλλά απαιτούν ερμηνεία και συνδυασμό μεταγενέστερων εγγράφων, γεγονός ασύμβατο με τη φύση της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής. Πλέον συγκεκριμένα, η αιτούσα επικαλείται ως αφετηρία της οφειλής της καθ’ ης την από 21.01.2020 εξώδικη καταγγελία της τελευταίας, την οποία προσκομίζει ως σχετικό 4, καθώς και την από 22.01.2020 εξώδικη απάντησή της, την οποία προσκομίζει ως σχετικό 5. Πλην όμως, από τα εν λόγω έγγραφα δεν προκύπτει, κατά τρόπο άμεσο, σαφή και αναμφισβήτητο, ότι από την 22.01.2020 και εφεξής άρχισε αυτοδικαίως να τρέχει η συμβατική αποζημίωση χρήσης, την οποία επικαλείται η αιτούσα. Το ότι η καταγγελία της σύμβασης και η αποδοχή αυτής από την αντισυμβαλλόμενη αρκούν, άνευ ετέρου, για να καταστήσουν αμέσως ληξιπρόθεσμη και απαιτητή τη συγκεκριμένη ημερήσια αποζημίωση, δεν βεβαιώνεται από κάποιο αυτοτελές αποδεικτικό έγγραφο, αλλά αποτελεί συμπέρασμα το οποίο η αιτούσα συνάγει από τη συρροή και ερμηνεία του περιεχομένου της σύμβασης, της τροποποίησής της και των εξωδίκων δηλώσεων. Επομένως, το ακριβές χρονικό σημείο έναρξης της επίδικης απαίτησης δεν προκύπτει ευθέως και αυτοτελώς από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, αλλά μόνο μέσω ερμηνευτικής προσέγγισης του περιεχομένου τους, η οποία δεν είναι επιτρεπτή στο πλαίσιο της διαδικασίας των άρθρων 623 επ. ΚΠολΔ. Εξάλλου, η αιτούσα, προς θεμελίωση του τελικού ύψους της απαίτησής της, ισχυρίζεται ότι η καθ’ ης παρέδωσε τη δήλωση ανάκλησης του εφοπλισμού μόλις στις 06.03.2020, επικαλούμενη προς τούτο αφενός την από 30.01.2020 εξώδικη διαμαρτυρία, κλήση και δήλωσή της, την οποία προσκομίζει ως σχετικό 7, και αφετέρου το από 06.03.2020 ηλεκτρονικό μήνυμα του πληρεξουσίου δικηγόρου της καθ’ ης προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, το οποίο προσκομίζει ως σχετικό 8 . Και από τα έγγραφα αυτά όμως δεν προκύπτει κατά τρόπο πλήρη και αναμφισβήτητο ούτε ότι η 06.03.2020 συνιστά το ακριβές και νομικώς κρίσιμο χρονικό σημείο λήξης της επικαλούμενης καθυστέρησης ούτε ότι από το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα αποδεικνύεται αυτοτελώς και οριστικώς η πλήρης και νομικώς πρόσφορη παράδοση της απαιτούμενης δήλωσης, κατά την έννοια του συμβατικού όρου στον οποίο στηρίζεται η αιτούσα. Αντιθέτως, και στο σημείο αυτό η αιτούσα επιχειρεί να συναγάγει το συμπέρασμα περί λήξης της οφειλής από την ερμηνευτική αποτίμηση ιδιωτικής αλληλογραφίας και από τη συνδυαστική αξιολόγηση εξωδίκων και ηλεκτρονικών μηνυμάτων, χωρίς να υπάρχει έγγραφο από το οποίο να βεβαιώνεται άμεσα και αναμφισβήτητα ο ακριβής χρόνος λήξης της φερόμενης υπερημερίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, ούτε το πέρας του χρονικού διαστήματος, επί του οποίου υπολογίζεται η ένδικη απαίτηση, προκύπτει με την αναγκαία ασφάλεια από τα έγγραφα της αίτησης. Συνεπώς, το τελικό ποσό των 21.252 ευρώ, το οποίο η αιτούσα προβάλλει ως οφειλόμενο, δεν προκύπτει από άμεση και αυτάρκη έγγραφη βεβαίωση, αλλά από αριθμητικό υπολογισμό ο οποίος προϋποθέτει προηγουμένως την αποδοχή ότι η επίδικη αποζημίωση άρχισε να οφείλεται την 22.01.2020 και έπαυσε να οφείλεται την 06.03.2020, δηλαδή από δύο χρονικά ορόσημα που δεν αποδεικνύονται αυτοτελώς και αναντίρρητα από τα έγγραφα που η ίδια η αιτούσα επικαλείται, αλλά συνάγονται κατόπιν αξιολόγησης και ερμηνευτικής σύνθεσης αυτών. Το γεγονός δε ότι η αιτούσα χρειάζεται να στηρίξει την αξίωσή της όχι σε ένα και μόνο έγγραφο άμεσης βεβαίωσης της οφειλής, αλλά σε αλληλουχία συμβατικών εγγράφων, εξωδίκων, διοικητικών πράξεων και ιδιωτικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, καταδεικνύει ότι η απαίτηση δεν εμφανίζεται, εκ των ιδίων των προσκομιζομένων εγγράφων, ως βέβαιη, αυτοτελής και πλήρως αποτιμημένη, αλλά ως αποτέλεσμα σύνθετης αποδεικτικής και νομικής επεξεργασίας. Περαιτέρω, ούτε από το σχετικό 3, ήτοι το έγγραφο εθνικότητας του πλοίου με τη σχετική σημείωση περί εφοπλισμού, ούτε από το σχετικό 6, ήτοι την από 03.02.2020 απορριπτική έκθεση του Νηολογίου του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς, ούτε από το σχετικό 9, ήτοι την από 03.01.2020 απάντηση του Α’ Λιμενικού Τμήματος Ρίου – Γραφείου Γενικής Αστυνομίας, προκύπτει αυτοτελώς ή άμεσα η ύπαρξη συγκεκριμένης και ήδη εκκαθαρισμένης χρηματικής οφειλής της καθ’ ης προς την αιτούσα. Τα έγγραφα αυτά, κατά το περιεχόμενό τους, αφορούν διοικητικές ή διαχειριστικές πτυχές της σχέσης των διαδίκων και ενδεχομένως συνιστούν υποστηρικτικά στοιχεία του ευρύτερου ιστορικού της υπόθεσης, δεν συνιστούν όμως έγγραφα από τα οποία να βεβαιώνεται ευθέως η γένεση, το απαιτητό και το ακριβές ύψος της επίδικης απαίτησης. Ως εκ τούτου, η επίκλησή τους δεν αίρει την έλλειψη εκκαθαρισμένου, αλλά αντιθέτως αναδεικνύει ότι η αιτούσα επιχειρεί να συγκροτήσει το αποδεικτικό θεμέλιο της απαίτησής της μέσω σύνθετου συνδυασμού ετερογενών εγγράφων, τα οποία δεν παρέχουν από μόνα τους άμεση και αυτάρκη απόδειξη της ένδικης οφειλής. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη απαίτηση, όπως προβάλλεται με την αίτηση εκδόσεως διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα έγγραφα ως βέβαιη και εκκαθαρισμένη κατά την έννοια των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, διότι ούτε ο ακριβής χρόνος γένεσής της ούτε ο ακριβής χρόνος λήξης της ούτε, συνακόλουθα, το ακριβές ύψος της, προκύπτουν αμέσως, αυτοτελώς και ανεπιφύλακτα από τα έγγραφα που επικαλείται η αιτούσα, αλλά μόνο κατόπιν συνδυαστικής αξιολόγησης, ερμηνευτικής προσέγγισης και προγενέστερης κρίσης επί των όρων εφαρμογής της συμβατικής ρήτρας, στην οποία ερείδεται ο υπολογισμός της. Επομένως, ελλείπει εν προκειμένω μία εκ των ουσιωδών προϋποθέσεων της ειδικής διαδικασίας της διαταγής πληρωμής, ήτοι η ύπαρξη απαίτησης βέβαιης και εκκαθαρισμένης, και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής. Συνεπώς, δεν συνέτρεχε κατά τον χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής η ως άνω διαδικαστική προϋπόθεση και αυτή έπρεπε να ακυρωθεί, κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας του υπό στοιχείο Β μέρους του πρώτου λόγου της έφεσης της εκκαλούσας – ανακόπτουσας, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων της υπό κρίση έφεσης, όσο και της έφεσης της εκκαλούσας – καθ΄ης η ανακοπή, αφού ελλείπει το απαιτούμενο έννομο συμφέρον καθώς κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 624 ΚΠολΔ, οπότε αντικείμενο της δίκης της ανακοπής και, κατά συνέπεια, της επ` αυτής δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου δεν καθίσταται και το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού αυτού λόγου της ανακοπής, γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται, άνευ ετέρου, η διαταγή πληρωμής, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην άνω μείζονα σκέψη. Κατά συνέπεια, αφού γίνουν δεκτές ως βάσιμες κατ΄ουσίαν αμφότερες οι εφέσεις, πρέπει η εκκαλουμένη απόφαση να εξαφανιστεί στο σύνολο της, να κρατηθεί από το παρόν δικαστήριο για να αναδικασθεί η υπόθεση (άρθρο 535 του ΚΠολΔ), να γίνει δεκτή η από 2.7.2010 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./20 ανακοπή, να ακυρωθεί η με αριθμό ……/2020 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ενόψει δε του ότι και η εκκαλουμένη είχε δεχθεί την ανακοπή και είχε εξαφανίσει τη διαταγή πληρωμή επί ουσιαστικής βάσης, ενώ η ορθή θεμελίωση της αποδοχής της και ακολούθως της απόρριψης αυτής ερείδεται σε τυπικό λόγο, δεν είναι επιτρεπτή η αντικατάσταση των αιτιολογιών κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, διότι μεταβάλλεται το παραγόμενο δεδικασμένο. Τέλος, εφόσον εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη οριστική απόφαση, εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, κατά τη διάταξη του άρθρου 535§1 ΚΠολΔ, τα οποία πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων εν όλω καθώς η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (αρ.179 ΚΠολΔ) ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή των παραβόλων άσκησης αμφοτέρων των εφέσεων στις εκκαλούσες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις α) από 17.11.2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………../023 και β) από 14.11.2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2023 δύο εφέσεις στρέφονται κατά της οριστικής με αριθμό 2580/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς
Δέχεται τυπικά τις εφέσεις.
Διατάσσει την επιστροφή αμφοτέρων των παραβόλων άσκησης των δύο εφέσεων στις εκκαλούσες.
Δέχεται τις εφέσεις κατ’ ουσίαν.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη με αριθμό 2580/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Κρατεί και δικάζει την από 2.7.2010 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/20 ανακοπή.
Δέχεται την ανακοπή.
Ακυρώνει τη με αριθμό ……/2020 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, στις 6 .4.2026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ