Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 221/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης 221/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Γεωργία Παναγιωτοπούλου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………….., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α) Της εκκαλούσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» και το διακριτικό τίτλο «………..», η οποία εδρεύει στην ………, οδός ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ………….. ΚΕΦΟΔΕ Αττικής, ως απορροφήσασα δια συγχωνεύσεως τη ναυτική εταιρεία με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στα ………… Κρήτης, ………., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευαγγελία Παπαντωνοπούλου (ΑΜ ΔΣΑ ……….).

Των εφεσιβλήτων: 1) ………… και 2) ………….., οι οποίοι εκπροσωήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέφανο Λύρα (ΑΜ ΔΣΠ ……. ΔΕ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Μ.ΛΥΡΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜ ΔΣΠ ………….), που κατέθεσε την από 18.2.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).

Β) Των εκκαλούντων: 1) ………….. και 2) ………… οι οποίοι εκπροσωήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέφανο Λύρα (ΑΜ ΔΣΠ ….. ΔΕ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Μ.ΛΥΡΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜ ΔΣΠ …..), που κατέθεσε την από 18.2.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).

Της εφεσίβλητης: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……….» και το διακριτικό τίτλο «……………», η οποία εδρεύει στην ………, οδός ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ………… ΚΕΦΟΔΕ Αττικής, ως απορροφήσασα δια συγχωνεύσεως τη ναυτική εταιρεία με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στα ……… Κρήτης, ……….., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευαγγελία Παπαντωνοπούλου (ΑΜ ΔΣΑ ………).

Ο εκκαλούντες της υπό στοιχ. Β έφεσης – εφεσίβλητοι της υπό στοιχ Α έφεσης, άσκησαν αρχικά, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία «……………» (στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η ώδε εφεσίβλητη της υπό στοιχ Β έφεσης – εκκαλούσα της υπό στοιχ Α έφεσης) και της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», την από 9.12.2020 και με αριθμό καταθέσεως …………/2020 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’αριθ. 1254/2021 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που δέχθηκε αυτήν κατά ένα μέρος. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αμφότερες οι αντίδικες πλευρές και συγκεκριμένα οι μεν ενάγοντες με την από 12.7.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/19.7.2021 έφεσή τους, οι δε  εναγόμενες με την από 31.5.2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ……./1.6.2022 έφεσή τους, επί των οποίων, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε η υπ’αριθ. 129/2024 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς την πρώτη εναγομένη και ως νόμω αβάσιμη ως προς τη δεύτερη εναγομένη.

Οι ενάγοντες άσκησαν εκ νέου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 29.7.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./1.8.2024 αγωγή κατά της εταιρείας με την επωνυμία «……………» και διακριτικό τίτλο «………..» (η οποία υπεισήλθε στη θέση της αρχικής διαδίκου, εταιρείας με την επωνυμία «…………» ως απορροφώσα αυτήν) και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθ. 1508/2025 οριστική απόφαση, με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, διατάσσοντας τα σε αυτήν αναφερόμενα.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν αμφότερες οι αντίδικες πλευρές και συγκεκριμένα οι ενάγοντες με την από 10.6.2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./10.6.2025 και προσδιορισμού στο εφετείο ………/10.6.2025 έφεση και η εναγόμενη με την από 6.6.2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./10.6.2025  και προσδιορισμού στο εφετείο ……………./10.6.2025 έφεση, οι οποίες προσδιορίστηκαν προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκαν στο πινάκιο.

Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν στη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν αντιμωλία των διαδίκων.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω, αναφέρθηκαν στις προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου: α) η από 6.6.2025 (στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ. …./10.6.2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …/10.6.2025 και προσδιορισμού στο Εφετείο με γεν.αριθ.καταθ. …./10.6.2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …/10.6.2025) έφεση και β) η από 10.6.2025 (στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ. …../10.6.2025 και αριθ.καταθ.ενδ.μέσου …../10.6.2025 και προσδιορισμού στο Εφετείο με γεν.αριθ.καταθ. …./10.6.2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …./10.6.2025) έφεση, στρεφόμενες κατά της υπ’αριθ. 1508/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδοθείσας κατά τη διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, κατ’αντιμωλία των διαδίκων, οι οποίες (εφέσεις) πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, λόγω της προδήλου μεταξύ τους συνάφειας, καθ’ όσον βάλλουν κατά της αυτής οριστικής αποφάσεως, υπάγονται στην αυτή διαδικασία και με την ένωση και συνεκδίκασή τους επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και αποτρέπεται το ενδεχόμενο εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων (άρθρα 246 και 524παρ.1 ΚΠολΔ, ΕφΑθ4299/2006 ΕλλΔνη 47 1508).

Οι κρινόμενες αντίθετες, από 6.6.2025 υπό στοιχ. Α έφεση και από 10.6.2025 υπό στοιχ. Β έφεση, που στρέφονται κατά της υπ’αριθ. 1508/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρ. 82 ΚΙΝΔ σε συνδ. με άρθρ. 591, 614, 621, 622 ΚΠολΔ), κατ’αντιμωλία των διαδίκων και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία από την δημοσίευσή της στις 3.4.2025, ενώ για το παραδεκτό τους, μολονότι ασκήθηκαν μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της § 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω Νόμο, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής (Εφ.Πειρ. 315/2023, Εφ.Πειρ. 2632/2023, www.efeteio-peir.gr). Εφόσον δε οι ένδικες εφέσεις αρμοδίως φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 § 2 του Ν. 3994/2011), πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία, για να ελεγχθούν το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ.

Με την από 29.7.2024 αγωγή τους, όπως παραδεκτά διορθώθηκε με τις προτάσεις τους και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρ. 224Β’ ΚΠολΔ), οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες της υπό στοιχ Β έφεσης – εφεσίβλητοι της υπό στοιχ Α έφεσης, εξέθεταν ότι δυνάμει συμβάσεων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου που κατήρτισαν με την ναυτική εταιρεία με την επωνυμία «……………..», (οιονεί καθολική δικαιοπάροχο της εκκαλούσας – εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………………..»), πλοιοκτήτρια του πλοίου «Π» και εργοδότριά τους, ναυτολογήθηκαν στο ως άνω πλοίο, ο πρώτος με την ειδικότητα αρχικά του ναυτόπαιδος και ακολούθως με την ειδικότητα του ναύτη και ο δεύτερος με την ειδικότητα του ναύτη και ότι εργάστηκαν υπερωριακά κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, εντός των ετών 2019 και 2020, κατά τα οποία το πλοίο εκτέλεσε και τα αναφερόμενα δρομολόγια εξπρές. Ότι από τις άνω ναυτολογήσεις τους διατηρούν σε βάρος της εναγομένης, απαιτήσεις για πρόσθετη αμοιβή λόγω υπερωριακής απασχόλησης και δρομολογίων εξπρές, διαφορά επιδομάτων εορτών, επίδομα άγονης γραμμής και (ο πρώτος ενάγων) αποζημίωση απόλυσης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν α) ο πρώτος ενάγων, κατόπιν μερικού νομότυπου περιορισμού του κονδυλίου που αφορά το δώρο Χριστουγέννων 2019, από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ι) για τη μισθολογική περίοδο του έτους 2019, για αμοιβή υπερωριακής εργασίας κατά τα Σάββατα και τις αργίες, το ποσό των 6.933,50 ευρώ, για αμοιβή υπερωριακής εργασίας κατά τις καθημερινές και Κυριακές, το ποσό των 12.254,50 ευρώ, για διαφορά επιδόματος Πάσχα το ποσό των 1.551,76 ευρώ, για επίδομα άγονης γραμμής το ποσό των 699,54 ευρώ, για αμοιβή δρομολογίων εξπρές το ποσό των 203,76 ευρώ και ιι) τη μισθολογική περίοδο του έτους 2020, για αμοιβή υπερωριακής εργασίας κατά τα Σάββατα και τις αργίες, το ποσό των 850,15 ευρώ, για αμοιβή υπερωριακής εργασίας κατά τις καθημερινές και Κυριακές, το ποσό των 1.721,43 ευρώ, για αναλογία δώρου Πάσχα το ποσό των 1.244,46 ευρώ, για επίδομα άγονης γραμμής το ποσό των 98,38 ευρώ και για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 2.448,12 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019, το ποσό των 4.572,83 ευρώ, άπαντα τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία της τελευταίας απόλυσής του (17.3.2020), άλλως από την επίδοση της αγωγής και β) ο δεύτερος ενάγων να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για τη εργασία του κατά το έτος 2019, για αμοιβή υπερωριακής εργασίας κατά τα Σάββατα και τις αργίες, το ποσό των 5.211,15 ευρώ, για αμοιβή υπερωριακής εργασίας κατά τις καθημερινές και Κυριακές, το ποσό των 13.804,27 ευρώ, για διαφορά δώρου Πάσχα το ποσό των 1.261,60 ευρώ, για αναλογία δώρου Χριστουγέννων το ποσό των 2.847,20 ευρώ, για επίδομα άγονης γραμμής το ποσό των 418,10 ευρώ και για αμοιβή εξπρές δρομολογίων το ποσό των 204,55 ευρώ, άπαντα τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την απόλυσή του (27.12.2019), άλλως από την επίδοση της αγωγής. Ζητούσαν επίσης να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησομένη απόφαση και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική τους δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού απέρριψε τον, περί κατά τόπο αναρμοδιότητος του Δικαστηρίου εκείνου, ισχυρισμό της εναγομένης, η οποία επικαλέσθηκε ότι αρμόδια κατά τόπο προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς τυγχάνουν τα Δικαστήρια των Χανίων, κατόπιν συμφωνίας αυτής και των εναγόντων περί παρεκτάσεως της κατά τόπο αρμοδιότητος, κατ’ άρθρο 43 ΚΠολΔ, η οποία περιελήφθη στις ένδικες συμβάσεις ναυτολογήσεως, ακολούθως έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή και με την παραδοχή ότι η καθημερινή εργασία των εναγόντων, καθόλο το χρονικό διάστημα των ναυτολογήσεών τους, ανέρχονταν σε 12 ώρες, έκανε αυτήν εν μέρει δεκτή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 7.139,59 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 17.3.2020 μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 3.834,37 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 27.12.2019 μέχρι την εξόφληση, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 1.616,16 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 17.3.2020 μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική της διάταξη και επέβαλε στην εναγομένη τη δικαστική δαπάνη των εναγόντων, την οποία όρισε στο ποσό των 400 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται ήδη με τις ένδικες εφέσεις τους αμφότερες οι διάδικες πλευρές ως εν μέρει ηττηθείσες στον πρώτο βαθμό, έχουσες έννομο συμφέρον, που απορρέει από τη βλάβη τους, η οποία προκύπτει αμέσως από το διατακτικό της εκκαλουμένης αποφάσεως και, αποδίδοντάς της εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, ζητούν την ουσιαστική παραδοχή των εφέσεών τους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, την αναδίκαση της υποθέσεως από το Δικαστήριο τούτο και την εν συνόλω παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής αντιστοίχως καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική τους δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

Ι. Με τα άρθρα 11, 12 παρ. 1, 13 παρ.1, 2 & 5 και 18 παρ. 1 της ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 (ΦΕΚ Β’ 3170/12.8.2019) «Κύρωση Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων, έτους 2019», του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ορίζονται τα ακόλουθα: « …Οι ώρες της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας εν πλω και στο λιμάνι για όλους τους ναυτικούς που αφορά η ανωτέρω Συλλογική Σύμβαση ορίζονται σε 40 εβδομαδιαίως, δηλαδή 8 ώρες την ημέρα από Δευτέρας μέχρι Παρασκευής, της εργασίας του Σαββάτου αμειβόμενης υπερωριακώς. …Ειδικά για το προσωπικό γενικών υπηρεσιών εν γένει, πλην των Ραδιοτηλεγραφητών, η οκτάωρη εργασία κατανέμεται από της 06.00 ώρας μέχρι της 22.00 ώρας με μία ώρα διακοπή. … Κάθε εργασία που εκτελείται από τους ναυτικούς εν πλω και στο λιμάνι, πέραν των κανονικών εργασίμων ημερών και ωρών, όπως αυτές καθορίζονται στα άρθρα 11 και 12 της παρούσης, περιλαμβανόμενων και των εργασιών κατάπλου και απόπλου, θεωρείται πρόσθετη (υπερωριακή) και καταβάλλεται στους απασχολούμενους ναυτικούς πρόσθετη αμοιβή η οποία υπολογίζεται ως εξής: Το ποσόν του μηνιαίου μισθού ενεργείας της παρ. 1 του άρθρου 1 (αφορά το βασικό μισθό) διαιρείται δια των ωρών της μηνιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης, τούτων εξευρισκομένων δια της διαιρέσεως των εβδομάδων του έτους δια δώδεκα μηνών και του πολλαπλασιασμού του εκ της διαιρέσεως ταύτης προκύπτοντος πηλίκου 4,3 επί τας ώρας της ισχυούσης εβδομαδιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης. Βάσει του ανωτέρω υπολογισμού, οι ώρες της μηνιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης ανέρχονται σε εκατόν εβδομήντα τρεις (173)… Για την πρόσθετη (υπερωριακή) εργασία περί της οποίας η προηγούμενη παράγραφος, η προκύπτουσα εκ της εφαρμογής της υπερωριακή αμοιβή του ναυτικού προσαυξάνεται κατά 25%… Για την πρόσθετη υπερωριακή απασχόληση του πληρώματος κατά τα Σάββατα και τις αργίες, όπως αυτές ορίζονται από το άρθρον 18 της παρούσης, καταβάλλεται υπερωριακή αμοιβή η προσδιοριζόμενη από την παρόντος άρθρου, προσαυξημένη κατά ποσοστό 50% για όλες τις ώρες της υπερωριακής απασχόλησης Σαββάτου και αργιών…. Οι κατωτέρω κατονομαζόμενες θρησκευτικές εορτές θεωρούνται ως ημέρες αργίας. Εργασίες εκτελούμενες κατά τις αργίες αυτές εν πλω και στο λιμάνι αμείβονται υπερωριακώς, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 13 της Συλλογικής Σύμβασης… α. Η 1η του Έτους, β. Η εορτή των Θεοφανείων. γ. Η Καθαρή Δευτέρα, δ. Η 25η Μαρτίου, ε. Η Μεγάλη Παρασκευή, στ. Η Δευτέρα του Πάσχα. ζ. Η ημέρα του Αγίου Γεωργίου, η. Η 1η Μαΐου. θ. Η ημέρα της Αναλήψεως. ι. Η 15η Αυγούστου. ια. Η 14η Σεπτεμβρίου, ιβ. Η 28η Οκτωβρίου, ιγ. Η ημέρα του Αγίου Νικολάου. ιδ. Η ημέρα των Χριστουγέννων, ιε. Η δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων…. ». Καθ’ όσον αφορά ειδικώς στην υπερωριακή απασχόληση κατά την ήμερα της Κυριακής, ότι η ως άνω Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας προβλέπει στο άρθρο 6 ότι «Σε όλους τους ναυτολογημένους ναυτικούς, για τις διανυόμενες μηνιαίως Κυριακές αργίες εν πλω και στο λιμάνι, καταβάλλεται ιδιαίτερη αμοιβή υπό τύπον επιδόματος δια τας μέχρι οκταώρου εργασίας κατά Κυριακή, ανερχομένη μηνιαίως σε ποσοστό είκοσι δύο τοις εκατόν (22%) επί του μισθού ενεργείας, που προβλέπεται από το άρθρο 1 παρ. 1 της παρούσας Συμβάσεως. Διευκρινίζεται ότι το επίδομα αυτό θα καταβάλλεται σε όλο το πλήρωμα και για όλες τις Κυριακές, ανεξαρτήτως παροχής εκ μέρους αυτού ή μη υπηρεσίας», δηλαδή το ειδικό αυτό επίδομα συνιστά ιδιαίτερη αμοιβή για την παρεχομένη εντός του βασικού οκταώρου εργασία κατά τις Κυριακές, η οποία δεν θεωρείται υπερωριακή, ενώ αντιθέτως υπερωριακή θεωρείται η πέραν του οκταώρου εργασία της Κυριακής, αμειβομένη, όμως, με προσαύξηση 25% και όχι 50% (Εφ.Πειρ. 132/2023, Εφ.Πειρ. 481/2023, Εφ.Πειρ. 300/2023, δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς).

II. Από την διάταξη του άρθρου 14 της προαναφερθείσας ΣΣΝΕ 2019, σε συνδυασμό προς εκείνες των §§ 1, 2, 3 και 7 της με αριθμό 70109/8008/14.12.1982 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα προς τους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β 1/7.1.1982), με τις οποίες εφαρμόζεται η όμοια με αυτήν με αριθμό 19040/1981 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της Χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου» (ΦΕΚ Β 742/9.12.1981), προκύπτει ότι οι ναυτικοί, τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των οποίων αυτή διέπει, δικαιούνται επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ίσων προς ένα [1] μηνιαίο μισθό και προς μισθό δεκαπέντε [15] ημερών αντιστοίχως, εάν η σχέση εργασίας διήρκεσε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου και από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου αντιστοίχως ή, εάν η σχέση εργασίας δεν διήρκεσε ολόκληρα τα αντίστοιχα ως άνω χρονικά διαστήματα, αναλογία 2/25 του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα και 1/15 του ημίσεως του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο οκταήμερο χρονικό διάστημα αντιστοίχως ή, επί χρονικού διαστήματος μικρότερου του δεκαεννεαημέρου ή του οκταημέρου, ανάλογο κλάσμα. Επιπλέον, για τον υπολογισμό των προαναφερόμενων επιδομάτων λαμβάνεται υπόψη ο πραγματικά καταβαλλόμενος μισθός την 10η Δεκεμβρίου και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα, αντιστοίχως, δηλαδή το σύνολο των τακτικών αποδοχών του ναυτικού, στις οποίες περιλαμβάνονται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας που παρέχει ο ναυτικός τακτικώς, κάθε μήνα ή περιοδικώς, κατ’ επανάληψη και καθ’ ορισμένα διαστήματα χρόνου (ΜονΕφΠειρ. 603/2015, ΜονΕφΠειρ. 86/2014, ΜονΕφΠειρ. 23/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, ως τέτοιες αποδοχές προσδιορίζονται ενδεικτικώς στην πιο πάνω Υπουργική Απόφαση: α) η προσαύξηση της νόμιμης και τακτικής αμοιβής της εργασίας κατά τις Κυριακές, εφόσον δίδεται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας του κατά τις ημέρες αυτές τακτικά κάθε μήνα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στον μισθωτό για νόμιμη υπερωριακή εργασία. Εφόσον η πρόσθετη αυτή αμοιβή για την παροχή υπερωριακής εργασίας δεν καταβάλλεται υπό μορφή επιδόματος παγίως και τακτικώς κατά μήνα, υπολογίζεται κατά μέσο όρο, αν κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα καταβάλλεται τακτικώς, γ) το επίδομα αδείας και το αντίτιμο τροφής είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτουσίως, διότι αποτελεί συμβατικό αντάλλαγμα των υπηρεσιών του ναυτικού, λόγω του είδους και της φύσης της εργασίας του πάνω στο πλοίο (ΑΠ 1013/2003, ΔΕΕ 2004/212 = ΕΝαυτΔ 2003/345, ΜονΕφΠειρ. 430/2014, ΜονΕφΠειρ. 361/2014, ΜονΕφΠειρ. 56/2014, ΜονΕφΠειρ. 83/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 587/2011, ΕΝαυτΔ 2012/19, ΕφΠειρ. 521/2009, ΕΝαυτΔ 2009/273), καθώς και οι λοιπές τακτικές παροχές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (ΜονΕφΠειρ. 647/2014, ΜονΕφΠειρ. 412/2014, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και η αποζημίωση μη πραγματοποιήσεως αδείας (ΜονΕφΠειρ. 18/2016, ΜονΕφΠειρ. 19/2016, ΜονΕφΠειρ. 371/2016, ΜονΕφΠειρ. 73/2016, ΜονΕφΠειρ. 160/2014, ΜονΕφΠειρ. 36/2014, ΜονΕφΠειρ. 71/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 506/2011, ΕΝαυτΔ 2011/387), όπως και το επίδομα άγονης γραμμής του άρθρου 7 της ως άνω ΣΣΝΕ (ΜονΕφΠειρ. 496/2015, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 861/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 500/2012, αδημ., ΕφΠειρ. 46/2011, ΕΝαυτΔ 2011/97, ΕφΠειρ. 343/2009, αδημ.). Συνυπολογιστέα δεν είναι καταρχήν η πρόσθετη αμοιβή για τα δρομολόγια εξπρές, αφού αυτή, όταν δεν καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα, δεν έχει το χαρακτήρα τακτικής παροχής (ΜονΕφΠειρ. 496/2015, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 164/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 328/2014, ο.π., ΕφΠειρ. 177/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 517/2011, αδημ.) και συνυπολογίζεται μόνον αν πραγματοποιούνται τακτικά δρομολόγια εξπρές και η αντίστοιχη προς αυτά πρόσθετη αμοιβή καταβάλλεται αδιαλείπτως (ΤριμΕφΠειρ. 66/2013, ΜονΕφΠειρ. 590/2014, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 364/2012, αδημ.). Αντιθέτως, το κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 § 1 και 20 της ως άνω ΣΣΝΕ μηνιαίως καταβαλλόμενο στα μέλη του κατώτερου πληρώματος των επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων, επίδομα ιματισμού τους για την αντιμετώπιση των δαπανών προμήθειας της καθιερωμένης στολής του Εμπορικού Ναυτικού, την οποία υποχρεούνται να φέρουν δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων δώρων εορτών (ΜονΕφΠειρ. 676/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 434/2013, ΕΝαυτΔ 2013/204, ΜονΕφΠειρ. 377/2011, ΕΝαυτΔ 2011/262), για το λόγο ότι δεν αποτελεί παροχή καταβαλλόμενη ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, αφού, όπως σαφώς από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, αιτία της χορηγήσεώς του αποτελεί η εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών του πλοίου (ΑΠ 774/2003, ΕΕΔ 2005/237 = ΔΕΝ 59/1300 = Δνη 2005/123, ΑΠ 226/2003, ΕΕΔ 2004/790 = ΔΕΝ 59/1138, ΤριμΕφΠειρ. 177/2012, ΠειρΝ 2012/354, ΤριμΕφΠειρ. 377/2011, ΕΝαυτΔ 2011/262, ΕφΠειρ. 283/2009, ΕΝαυτΔ 2009/102, ΜονΕφΠειρ. 347/2016, αδημ., ΜονΕφΠειρ. 671/2015, ΜονΕφΠειρ. 647/2014, ΜονΕφΠειρ. 605/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 434/2013, ΕΝαυτΔ 2013/204).

III.Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 της ΣΣΝΕ των πληρωμάτων των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων του έτους 2019, υπό τον τίτλο «Δρομολόγια Εξπρές», προβλέπεται ότι, σε κάθε περίπτωση κατά τον καθορισμό, την έγκριση και την εκτέλεση των δρομολογίων, πρέπει να προνοείται, από την αρμόδια υπηρεσία του ΥΕΝ και από τους πλοιοκτήτες, η παραμονή των πλοίων στο λιμάνι αφετηρίας τουλάχιστον έξι (6) ώρες πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο, προκειμένου να παρασχεθεί στον πλοίαρχο και το πλήρωμα ο αναγκαίος χρόνος ανάπαυσης, καθώς και προετοιμασίας του πλοίου για το επόμενο δρομολόγιο (παρ. 1). Αν κατ` εξαίρεση αυτό δεν καθίσταται δυνατόν ή αποφασίζεται και εκτελείται έκτακτο δρομολόγιο, καταβάλλεται στον πλοίαρχο και στο πλήρωμα πρόσθετη αμοιβή, όπως καθορίζεται στις επόμενες παραγράφους αυτού του άρθρου (παρ. 2). Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου τέτοια δρομολόγια (Express) για τα οποία καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα του πλοίου, η κατά την παρ. 7 πρόσθετη αμοιβή, θεωρούνται εκείνα για την εκτέλεση των οποίων το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι αφετηρίας ή προορισμού, κατά περίπτωση, πριν περάσουν τουλάχιστον έξι (6) ώρες από τον κατάπλου του πλοίου στο αντίστοιχο λιμάνι αφετηρίας ή προορισμού. Για τον υπολογισμό της πρόσθετης αυτής αμοιβής, αθροίζονται οι ώρες πρόωρης αναχώρησης του πλοίου εβδομαδιαίως, δηλαδή προ της συμπληρώσεως 6 ωρών από της αφίξεως στο λιμάνι και το άθροισμα διαιρείται διά του αριθμού 8, το δε πηλίκον αποτελεί τον αριθμό των δρομολογίων, για τα οποία καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή. Όμως, σύμφωνα με τη παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ειδικά προκειμένου περί πλοίων τα οποία έχουν τακτικές καθημερινές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή για τα πέραν των 5 δρομολογίων κάθε εβδομάδα, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, του, κατά την προαναφερθείσα παρ. 2 προσδιορισμού. Για την πρόσθετη αυτή απασχόληση καταβάλλεται στον πλοίαρχο και στο πλήρωμα αμοιβή υπολογιζόμενη ως εξής: Εφόσον η διάρκεια του κυκλικού ταξιδιού (δηλαδή η μετάβαση στο λιμάνι ή τους λιμένας προορισμού και η επιστροφή στο λιμένα αφετηρίας) είναι μεγαλύτερη των 12 ωρών, η αμοιβή είναι ίση προς το 1/30 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών (παρ. 7α). Εάν είναι μικρότερη των δώδεκα (12) ωρών είναι ίση προς το ήμισυ της, ως άνω προβλεπόμενης (παρ. 7β). Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι, καθόσον αφορά την προβλεπόμενη απ` αυτές πρόσθετη αμοιβή, αυτή καταβάλλεται εφόσον σε κάθε δρομολόγιο το πλοίο δεν παραμείνει τουλάχιστον έξι (6) ώρες στο λιμάνι αφετηρίας πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο. Κατά τη σαφή δε έννοια της παρ. 1 του άρθρου αυτού, δρομολόγιο νοείται το ταξίδι του πλοίου προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής, δηλαδή το δρομολόγιο αρχίζει με τον απόπλου του πλοίου από το λιμάνι αφετηρίας προς το λιμάνι (ή τα λιμάνια) προορισμού και λήγει με τον κατάπλου στο λιμάνι αφετηρίας. Η παραπάνω έννοια του δρομολογίου ταυτίζεται με εκείνη η οποία δίδεται και με το άρθρο 1 του Π.Δ. 814/1974 “περί καθορισμού κατηγοριών δρομολογιακών γραμμών και αρμοδιότητος δρομολογήσεως”, το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 170 του ΝΔ 187/1973 «Περί Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου», στο οποίο, το μεν δρομολόγιο νοείται ως “το κατά ημέρα και ώρα ιδιαίτερο ταξίδι προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής” (ΕΠ 71/2014 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), ο δε λιμένας αφετηρίας ως “ο λιμήν ή το σημείο εκκινήσεως και επανόδου του επιβατηγού πλοίου κατά την εκτέλεση του δρομολογίου του”. Η υποχρέωση δε εξάωρης παραμονής του πλοίου στο λιμάνι αφετηρίας ορίζεται σαφώς ότι πρέπει να γίνεται “πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο”. Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 33 των πιο πάνω Σ.Σ.Ν.Ε. δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση από εκείνη της παρ. 1, με την έννοια ότι το πλοίο πρέπει να παραμείνει έξι (6) ώρες τόσο στο λιμάνι αφετηρίας όσο και στο λιμάνι προορισμού. Δίδεται, όμως, η δυνατότητα, με τη διάταξη αυτή, παραμονής του πλοίου επί εξάωρο για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παρ. 1, είτε στο λιμάνι αφετηρίας είτε στο λιμάνι προορισμού, οπότε, στη δεύτερη περίπτωση, δρομολόγιο, για το οποίο θα καταβληθεί η πρόσθετη αμοιβή της παρ. 7, θεωρείται εκείνο για την εκτέλεση του οποίου το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι προορισμού πριν περάσουν έξι (6) τουλάχιστον ώρες από τον κατάπλου στο λιμάνι αυτό. Το ότι η αμοιβή που προβλέπεται στο άρθρο αυτό καταβάλλεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το πλοίο δεν παρέμεινε στο λιμάνι επί έξι (6) ώρες σε κάθε πλήρες ταξίδι του, προκύπτει και από τον αναφερόμενο στην παρ. 7 τρόπο υπολογισμού της αμοιβής, όπου ο υπολογισμός γίνεται ανάλογα με την πλήρη διάρκεια του ταξιδιού, δηλαδή από την αναχώρηση του πλοίου έως την επιστροφή του (Εφ.Πειρ.546/2016 ΕΝΔ 44.323). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην περίπτωση κατά την οποία το πλοίο εκτελεί έως πέντε κυκλικά δρομολόγια εβδομαδιαίως, για τον προσδιορισμό της οφειλόμενης πρόσθετης αμοιβής αθροίζονται οι ώρες πρόωρης αναχώρησης του πλοίου εβδομαδιαίως, δηλαδή προ της συμπληρώσεως έξι (6) ωρών από της αφίξεως στο λιμάνι και το άθροισμα διαιρείται διά του αριθμού 8, το δε πηλίκον αποτελεί τον αριθμό των δρομολογίων, για τα οποία καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή, εννοείται για τα δρομολόγια της εν λόγω εβδομάδας. Εν τούτοις, δεν καθίσταται απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη η αγωγή του εργαζομένου, με την οποία αυτός, έχοντας αξίωση λήψης πρόσθετης αμοιβής για πρόωρη αναχώρηση του πλοίου που εκτελεί έως πέντε κυκλικά δρομολόγια εβδομαδιαίως για περισσότερες της μίας εβδομάδας στα πλαίσια του χρόνου ναυτολόγησής του, υπολογίζει όλες τις ώρες πρόωρης αναχώρησης του πλοίου, καθόλη τη διάρκεια της ναυτολογήσεώς του, διότι εν τέλει και ο τρόπος αυτός υπολογισμού στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγει, εφόσον βάση προσδιορισμού της πρόσθετης αμοιβής, αποτελεί το πηλίκον της διαιρέσεως των ωρών πρόωρης αναχώρησης του πλοίου με τον αριθμό 8. Είτε οι ώρες πρόωρης αναχώρησης ληφθούν σε εβδομαδιαία βάση και ακολούθως, αφού διαιρεθούν με τον αριθμό 8, γίνει άθροιση του πηλίκου των διαιρέσεων όλων των επιμέρους εβδομάδων απασχόλησης του εργαζομένου, είτε απευθείας όλες οι ώρες πρόωρης αναχώρησης διαιρεθούν με τον αριθμό 8, οδηγούν κατ’ αποτέλεσμα στον ίδιο αριθμό δρομολογίων. Εξάλλου, για την εφαρμογή της παραπάνω § 7, στο σύνολο των μηνιαίων αποδοχών του δικαιούχου συμπεριλαμβάνεται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης από το ναυτικό εργασίας τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά (ΜονΕφΠειρ. 317/2018, αδημ., ΜονΕφΠειρ. 265/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνυπολογίζονται, επομένως, ο μισθός ενέργειας, τα επιδόματα Κυριακών και βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, ο μέσος όρος της αμοιβής που καταβάλλεται τακτικά για επαναλαμβανόμενη υπερωριακή εργασία (ΤριμΕφΠειρ. 53/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 1/2003, ΕΝαυτΔ 2003/124), το επίδομα αδείας (ΜονΕφΠειρ. 317/2018, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 265/2016, ΜονΕφΠειρ. 51/2016, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς και ο μέσος όρος των πρόσθετων αμοιβών που εισπράττει ο ναυτικός από τον εργοδότη του, αν αυτές του καταβάλλονται σταθερά και αδιαλείπτως κάθε μήνα (ΜονΕφΠειρ. 57/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 739/2015, ο.π.). Κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, στις μηνιαίες αποδοχές επί των οποίων υπολογίζεται η εν λόγω πρόσθετη αμοιβή, περιλαμβάνονται και τα εορταστικά επιδόματα (δώρα), έστω κι αν κατά το άρθρο 14 της ως άνω ΣΣΝΕ καταβάλλονται «επ’ ευκαιρία των εορτών Χριστουγέννων, Νέου έτους και Πάσχα», εφόσον αυτά καταβάλλονται τακτικώς κάθε μήνα (όμοια ΕφΠειρ 328/2023 και ΕφΠειρ 433/2023, Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς, Δ. Καμβύση, Ναυτεργατικό Δίκαιο 1977, σελ. 148).

Από την επανεκτίμηση των εγγράφων που οι διάδικοι νομότυπα με επίκληση προσκομίζουν, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν για ορισμένα θα γίνει ειδική αναφορά κατωτέρω, της προσκομιζόμενης μετ’επικλήσεως από τους ενάγοντες υπ’αριθ. ΔΣΠ_ΕΒ_……………_25.1.2021 ένορκης βεβαίωσης του ………, ενώπιον του Δικηγόρου Πειραιά (άρθρ. 74 παρ.6 του ν.4690/2020) …….., που λήφθηκε με επιμέλεια των εναγόντων, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της απορροφώμενης από την εναγομένη, εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και της εταιρείας με την επωνυμία «…………….» κατά τα άρθρα 421 και 422 Κ.Πολ.Δ. σε συνδ. με άρθρο 591 αριθ. 1 του ιδίου κώδικα (βλ. σχετ. υπ’ αριθμ. …../20.1.2021 και ……/20.1.2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης …………..) και της προσκομιζόμενης μετ’επικλήσεως από την εναγομένη, υπ’αριθ. ……/25.1.2021 ένορκης βεβαίωσης του …………… ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, η οποία λήφθηκε κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης, κατά τα άρθρα 421 και 422 Κ.Πολ.Δ. σε συνδ. με άρθρο 591 αριθ. 1 του ιδίου κώδικα, του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων (βλ. σχετ. υπ’αριθ. …./20.1.2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………), οι οποίες, αμφότερες, έχουν ληφθεί στο πλαίσιο άλλης δίκης (της από 9.12.2020 και με αριθ.καταθ. …………./2020 αγωγής) και λαμβάνονται υπόψη στην παρούσα δίκη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 276/2021 δημ. στην ιστοσελίδα του Ανωτάτου Δικαστηρίου areiospagos.gr) καθώς και από τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τα δικόγραφα τους (άρθρα 264 εδάφ. β, 352 παρ. 1 και 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), όπου αναφέρεται στη συνέχεια και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης: Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν στον Πειραιά, μεταξύ αφενός του νομίμου εκπροσώπου της απορροφώμενης από την εναγομένη, ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», πλοιοκτήτριας του υπό ελληνική σημαία επιβατηγού οχηματαγωγού (ΕΓ/ΟΓ) πλοίου «Π» με αριθμό νηολογίου Ρεθύμνου ….., κόρων ολικής χωρητικότητας 9850, εργοδότριας των εναγόντων, που είχε αναθέσει τη χρονοναύλωση του πλοίου στην εταιρεία με την επωνυμία «…………..», ενώ η ίδια είχε την οικονομική και τεχνική διεύθυνση και εκμετάλλευση του πλοίου και αφετέρου των εναγόντων, Ελλήνων απογεγραμμένων ναυτικών, οι τελευταίοι ναυτολογήθηκαν α) ο πρώτος ενάγων ………, την 13.3.2018 και παρείχε τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του ναυτόπαιδα μέχρι την 15.4.2018, ενώ από την 16.4.2018 παρείχε τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του ναύτη, έως την 9.12.2019 που απολύθηκε στο λιμάνι του Πειραιά, αμοιβαία συναινέσει αυτού και του πλοιάρχου και από 17.1.2020 έως την 17.3.2020 που απολύθηκε λόγω μεταθέσεως και β) ο δεύτερος ενάγων ……………… την 17.8.2018 και παρείχε τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του ναύτη μέχρι την 27.12.2019 που απολύθηκε στο λιμάνι του Πειραιά αμοιβαία συναινέσει αυτού και του πλοιάρχου. Για τις παραπάνω συμβάσεις ναυτικής εργασίας τηρήθηκε έγγραφος τύπος και από τις συγκεκριμένες γραπτές συμφωνίες, αντίγραφα των οποίων προσκόμισε η εναγομένη αλλά και από τις σχετικές εγγραφές στο ναυτικό φυλλάδιο των εναγόντων (όπου στη θέση μισθός αναγράφεται ΣΣ) προκύπτει ότι κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, οι όροι εργασίας τους και ιδίως το ύψος των καταβαλλόμενων σε αυτούς αποδοχών διέπονταν από την εκάστοτε ΣΣΝΕ και ειδικότερα διέπονταν από την ΣΣΝΕ των Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2019, η οποία κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 (ΦΕΚ Β’ 3170/12.8.2019) του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, γεγονός που δεν αμφισβητεί ειδικά η εναγομένη. Από τους περιλαμβανόμενους στην ανωτέρω υπουργική απόφαση πίνακες αμοιβών κατά βαθμό και ειδικότητα και τις σχετικές διατάξεις περί των αποδοχών των ναυτικών προκύπτει ότι οι μηνιαίες αποδοχές του ναύτη για τα έτη 2019 και 2020 ορίζονταν ως ακολούθως: 1.204,77€ μισθός ενεργείας, 265,05€ επίδομα Κυριακών, 36,64€ επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, 599,40€ αντίτιμο τροφής 30 ημερών (19,98€ Χ 30), 433,95€ αποδοχές αδείας μετά τροφοδοσίας [1.204,77€ μισθός ενεργείας + 265,05€ επίδομα Κυριακών = 1.469,82€ Χ 1/22 = 66,81€ Χ 5 ημέρες = 334,05€ + αντίτιμο τροφής 5 ημερών (19,98€ Χ 5) = 99,90€], ήτοι συνολικά ποσό 2.539,81€, πλέον επιδόματος ιματισμού ποσού 58,78€. Ακόμη, προκειμένου περί ναύτη η υπερωριακή αμοιβή για τα έτη 2019 και 2020 ορίστηκε σε 8,70€ (με προσαύξηση 25%) για κάθε ώρα υπερωριακής απασχόλησης κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές και 10,44€ (με προσαύξηση 50%) για κάθε ώρα εργασίας κατά τα Σάββατα και τις αργίες. Περαιτέρω, το χρονικό διάστημα από 1.1.2019 έως 25.3.2019, από 9.4.2019 έως 9.6.2019, από 10.9.2019 έως 9.12.2019 και από 17.1.2020 έως 17.3.2020, το πλοίο «Π» πραγματοποιούσε επιδοτούμενα δρομολόγια δυνάμει συμβάσεων δημόσιας ανάθεσης άγονης γραμμής (συγκεκριμένα των υπ’αριθ. ………./2018, ………./2019 και …………../2020 συμβάσεων μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της πλοιοκτήτριας εταιρείας με την επωνυμία «…………….») ως εξής:

(Ακολούθως παρατίθεται πίνακας δρομολογίων)

Επίσης κατά το χρονικό διάστημα από 10.6.2019 έως 9.9.2019, το πλοίο «Π.» πραγματοποιούσε επιδοτούμενα δρομολόγια δυνάμει συμβάσεων δημόσιας ανάθεσης άγονης γραμμής (συγκεκριμένα δυνάμει της υπ’αριθ. ………/2019 συμβάσεως και της εταιρείας με την επωνυμία «………….» ως εξής:

(Ακολούθως παρατίθεται πίνακας δρομολογίων)

Κατά το χρονικό διάστημα από 26.3.2019 έως 8.4.2019 το πλοίο βρισκόταν σε ακινησία, εκτελώντας εργασίες ετήσιας επιθεώρησης. Οι ενάγοντες, με την ειδικότητα του ναύτη, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο πλοίο είτε εκτελώντας βάρδιες (φυλακές γέφυρας) μαζί με άλλο ναύτη, είτε εργαζόμενοι ως ημερεργάτες. Όταν εκτελούσαν φυλακές γέφυρας εργάζονταν σε δύο βάρδιες των 4 ωρών ανά 24ωρο, ενώ ως ημερεργάτες απασχολούνταν με εργασίες συντήρησης και καθαρισμού του πλοίου, όπως μικροεπισκευές, αποσκωριάσεις, βαψίματα και καθαρισμούς στο γκαράζ και στα εξωτερικά καταστρώματα. Σε κάθε δε περίπτωση, είτε εκτελούσαν φυλακές είτε εργάζονταν ως ημερεργάτες (ντεϊμάνηδες), συμμετείχαν στις εργασίες κατάπλου, φορτοεκφόρτωσης και απόπλου του πλοίου στα λιμάνια αφετηρίας και προορισμού του δρομολογίου, όπως συνηθίζεται στην ακτοπλοΐα σε ναυτικούς της ειδικότητάς τους. Κατά τη διάρκεια δε της βάρδιάς τους συμμετείχαν στην πρόσδεση και απόδεση του πλοίου και στη φορτοεκφόρτωση των οχημάτων, συμπεριλαμβανομένης της έχμασής τους, δηλαδή της σταθεροποίησής τους δια της πρόσδεσής τους στο κύτος του πλοίου με ιμάντες ή παρόμοια μέσα, όταν τούτο ενόψει κυματισμού κρινόταν απαραίτητο, προκειμένου να διασφαλιστεί η αξιοπλοΐα του πλοίου και να αποτραπεί κίνδυνος μετακίνησής τους, καθώς τούτο προκύπτει από τη σταθερή καταβολή της σχετικής πρόσθετης αμοιβής του άρθρου 30 παρ. 1 της ως άνω ΣΣΝΕ, σύμφωνα με τις μισθοδοτικές τους αποδείξεις. Στις εργασίες αυτές συνεπικουρούνταν από τους ναύτες που εργάζονταν ως ημερεργάτες, το ναύκληρο, τους υποναύκληρους και τους ναυτόπαιδες. Σημειώνεται ότι στο ένδικο πλοίο, σύμφωνα με την οργανική του σύνθεση υπηρετούσαν ένας ναύκληρος, δύο υποναύκληροι, δώδεκα ναύτες και δύο ναυτόπαιδες. Η διάρκεια της καθημερινής απασχόλησης των εναγόντων δεν ήταν εκ των προτέρων ακριβώς καθορισμένη, διότι τελούσε σε συνάρτηση με την ιδιαιτερότητα εξωγενών παραγόντων, συνδεόμενων με τη φύση της ναυτικής αποστολής του πλοίου και την εξυπηρέτηση της συγκεκριμένης ακτοπλοϊκής γραμμής. Επί των συνθηκών εργασίας και του χρόνου απασχόλησης των εναγόντων κατέθεσε σχετικά ο εξετασθείς με επιμέλειά τους, …………… (βλ.υπ’αριθ. ΔΣΠ_ΕΒ_…………._25.1.2021 ένορκη βεβαίωση), ο οποίος συνυπηρέτησε με αυτούς στο ένδικο πλοίο, από 1.10.2019 έως 19.6.2020, με την ειδικότητα του ναυτόπαιδος, έχοντας ίδιαν και άμεση προσωπική γνώση, λόγω της συνεργασίας τους καθόσον οι ενάγοντες ήταν οι προϊστάμενοί του. Ο ανωτέρω, ενόρκως βεβαίωσε ότι οι ενάγοντες εργάζονταν, όπως και ο ίδιος, επί τουλάχιστον 15 ώρες ημερησίως, για όλο το διάστημα της υπηρεσίας τους το 2019 και το 2020, με καθημερινό ωράριο εργασίας από 08.00 έως 20.00, με μισή ώρα διάλειμμα ενδιάμεσα για φαγητό. Βεβαιώνει επίσης ότι οι ενάγοντες «ήταν υποχρεωμένοι να απασχολούνται σε κάθε λιμάνι που έπιανε το πλοίο, ανεξαρτήτως του ωραρίου εργασίας τους, στις εργασίες κατάπλου, φορτοεκφόρτωσης και απόπλου του πλοίου καθώς και ότι οι εργασίες προετοιμασίας του κατάπλου και της εκφόρτωσης ξεκινούσαν τουλάχιστον μισή ώρα πριν την άφιξη του πλοίου σε κάθε λιμάνι, συνεχίζονταν κατά την παραμονή του πλοίου στο λιμάνι και ολοκληρώνονταν το λιγότερο μισή ώρα μετά την αναχώρηση. Ο χρόνος αυτός ήταν απαραίτητος, καθώς έπρεπε να αποδεθούν τα υπάρχοντα οχήματα όταν το πλοίο έπιανε λιμάνι και στη συνέχεια έπρεπε να δεθούν και να ασφαλιστούν με προσοχή όλα τα οχήματα που είχαν φορτωθεί στο γκαράζ από το λιμάνι και να μαζευτούν τα μέσα πρόσδεσης του πλοίου». Επίσης αναφέρει ότι όταν το πλοίο ήταν εν πλω, οι ναύτες και οι ναυτόπαιδες, εκτελούσαν εργασίες συντήρησης και καθαριότητας του πλοίου, όπως για παράδειγμα σκουπίσματα στα γκαράζ και τα καταστρώματα του πλοίου, βαψίματα, αποσκωριάσεις, μικροεπισκευές κλπ. Καταθέτει επίσης ότι στα μεγάλα λιμάνια του Πειραιά και της Ρόδου, στα οποία το πλοίο έδενε για κάποιες ώρες, το προσωπικό καταστρώματος εκτελούσε καθαρισμούς για τουλάχιστον μία ώρα μετά την εκφόρτωση, ενώ όταν είχαν παραπάνω χρόνο, λόγω διανυκτέρευσης του πλοίου σε ένα από τα λιμάνια αυτά, πραγματοποιούσαν γενικό πλύσιμο των εξωτερικών χώρων, των καταστρωμάτων, του γκαράζ του πλοίου και εκτελούσαν τις εργασίες συντήρησης και επισκευών που δεν είχαν προλάβει ενόσω το πλοίο ταξίδευε και ήταν γεμάτο με επιβάτες και οχήματα, ενώ όταν το πλοίο βρισκόταν στον Πειραιά, η φόρτωση ξεκινούσε τρεις ώρες πριν την αναχώρησή του, ενώ στη Ρόδο ξεκινούσε τουλάχιστον μία ώρα πριν. Επίσης ο εξετασθείς με επιμέλεια της εναγομένης, …………… (βλ.υπ’αριθ. ……./2021 ένορκη βεβαίωση), ο οποίος συνυπηρέτησε με τους ενάγοντες στο ένδικο πλοίο, από το έτος 2018, με την ειδικότητα του υποναύκληρου, επιβεβαιώνει ότι οι ενάγοντες εργάστηκαν κατά το διάστημα της ναυτολόγησής τους, είτε ως βάρδια είτε ως ντεϊμάνηδες, αποκλίνει ωστόσο ως προς τις ώρες εργασίας τους καταθέτοντας ότι το ωράριο εργασίας τους ήταν σταθερό και εκτείνονταν καθημερινά από τις 08.00 έως τις 17.00 με τα αναγκαία ενδιάμεσα διαλείμματα μίας ώρας περίπου για καφέ και μεσημεριανό φαγητό, δεν διευκρινίζει όμως εάν οι ενάγοντες συμμετείχαν στις εργασίες κατάπλου, φορτοεκφόρτωσης και απόπλου, που εκτελούνταν αρκετές φορές εντός του εικοσιτετραώρου, λόγω των πολλών λιμένων τους οποίους προσέγγιζε το πλοίο, ακόμη και όταν αυτές (εργασίες) πραγματοποιούνταν μετά τη λήξη της βάρδιάς τους και εκτός του προαναφερθέντος ωραρίου. Σημειώνεται ότι οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες, ως προελέχθη, λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτιμώνται κατά το μέτρο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας εκάστου μαρτυρούντος, χωρίς το γεγονός ότι ο ενόρκως υπέρ των εναγόντων βεβαιών τυγχάνει αντίδικος της εναγομένης, επειδή έχει ασκήσει εναντίον της άλλη, δική του, αγωγή με το ίδιο αντικείμενο να αποκλείει μόνον αυτό την αποδεικτική αξία των λεγομένων του (ΜονΕφΠειρ. 509/2022, αδημ.), απορριπτομένου ως αβασίμου στην ουσία του του πρώτου λόγου της ένδικης έφεσης της εναγομένης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση καθόσον έλαβε υπόψη της την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος των εναγόντων αν και αυτός έχει ασκήσει εναντίον της, έτερη, δική του αγωγή. Συνεκτιμώντας τις ανωτέρω ένορκες καταθέσεις, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι οι ενάγοντες, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους και εντός των πλαισίων της καλύτερης λειτουργίας των υπηρεσιών του πλοίου, εργάζονταν, κατ’εντολή του προϊσταμένου τους, πέραν του νομίμου ωραρίου τους, γεγονός άλλωστε που συνομολογεί και η εναγομένη, η οποία με τη μισθοδοσία κάθε μήνα, τους κατέβαλε χρηματικά ποσά για αμοιβή υπερωριών και για απασχόλησή τους κατά τα Σάββατα και τις αργίες, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής. Εγείρεται όμως αμφισβήτηση ως προς την επικαλούμενη από τους ενάγοντες ημερήσια διάρκεια της απασχόλησής τους και ως προς το ύψος της αξιούμενης για την αιτία αυτή απαίτησης, εκ μέρους της εναγομένης, η οποία υποστηρίζει ότι οι ώρες της υπερωριακής τους απασχόλησης ήταν λιγότερες από τις επικαλούμενες και από αυτές που δέχθηκε η εκκαλουμένη και ότι έχουν εξοφληθεί πλήρως με την καταβολή των ποσών που έλαβαν οι ενάγοντες για την αιτία αυτή. Λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών και περιστάσεων, που επικρατούσαν κατά την απασχόληση των εναγόντων επί του πλοίου αυτού, το οποίο εκτελούσε τα συγκεκριμένα ακτοπλοϊκά δρομολόγια, που αναφέρθηκαν και διαφοροποιούντο ανά ημέρα της εβδομάδας, του αριθμού των λιμένων, που προσέγγιζε το πλοίο σε κάθε δρομολόγιο, του χρόνου παραμονής σε κάθε ενδιάμεσο λιμένα, της συνολικής διάρκειας εκάστου δρομολογίου από την αναχώρηση του πλοίου από το λιμένα της αφετηρίας του μέχρι τον κατάπλου του στο λιμένα προορισμού του, όπως αναλυτικά εκτέθηκε, της φύσης και του αντικειμένου της απασχόλησής τους και των καθηκόντων της ειδικότητάς τους, όπως αυτά επίσης εκτενώς περιγράφηκαν ανωτέρω, των χαρακτηριστικών του πλοίου (πρόκειται για ένα οχηματαγωγό πλοίο), του αριθμού των μελών του κατώτερου πληρώματος καταστρώματος, που είχαν ναυτολογηθεί και απασχολούντο στο πλοίο κατά την ίδια χρονική περίοδο και των εν γένει ιδιαιτεροτήτων της ναυτικής εργασίας, σε συνάρτηση με τις οποίες θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ώρες ευθύνης ή ετοιμότητας του ναυτικού στο πλοίο δε μπορούν να χαρακτηριστούν ως χρόνος υπερωριακής εργασίας του, εφόσον, λόγω της φύσης του επαγγέλματός του, βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε διαρκή ετοιμότητα παροχής υπηρεσιών υπακούοντας στις διαταγές των προϊσταμένων του, κατ’ άρθρο 57 παρ.1 του προϊσχύσαντος και εν προκειμένω εφαρμοστέου ΚΙΝΔ (βλ. ΕφΠειρ 45/2010 ΕΝαυτΔ 2010 405, ΜονΕφΠειρ 231/2013 ΕΝαυτΔ 2013 220, ΕφΠειρ 548/2001 ΕΕργΔ 61.340, Ι. Ληξουριώτη «Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις», εκδ.3η, σελ. 160), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το παρόν Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι ο μέσος όρος της ημερήσιας εργασίας των εναγόντων στο πλοίο αυτό ανερχόταν σε δεκατρείς (13) ώρες. Ο αγωγικός ισχυρισμός περί απασχόλησής τους επί δεκαπέντε (15) ώρες καθημερινά, που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, δεν κρίνεται, ενόψει των προεκτεθέντων, πειστικός για το πέραν των ως άνω ωρών καθημερινής απασχόλησής τους σκέλος του και, επομένως, απορριπτέος τυγχάνει ως αβάσιμος. Ωσαύτως απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει και ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι η ημερήσια απασχόληση των εναγόντων δεν υπερέβαινε τις 11 ώρες ημερησίως, τον οποίο επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της έφεσής της. Επισημαίνεται ότι η ανωτέρω κρίση του παρόντος Δικαστηρίου περί της διάρκειας της ημερήσιας απασχόλησης των εναγόντων στο πλοίο της εναγομένης δεν αναιρείται από το ότι το εν λόγω πλοίο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ταξίδευε με πλήρη σύνθεση πληρώματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 87, 88 και 89 του ΝΔ 187/1973 «Περί Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου» (ΚΔΝΔ, ΦΕΚ Α 261/3.10.1973), διότι η πληρότητα ως προς την οργανική σύνθεση του πληρώματος του πλοίου αποσκοπεί στην ασφάλεια αυτού κατά τη διάρκεια των πλόων του και δεν υποδηλώνει ανυπαρξία ανάγκης για υπερωριακή εργασία (ΜονΕφΠειρ. 23/2014, ΜονΕφΠειρ. 71/2014, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 180/2008, ΕΝαυτΔ 2008/308 = ΠειρΝομ. 2009/197, ΕφΠειρ. 1/2003, ΕΝαυτΔ 2003/124), απορριπτομένου ως αβασίμου στην ουσία του του πρώτου λόγου της ένδικης έφεσης της εναγομένης, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, με τον οποίο πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση επειδή εκτίμησε πλημμελώς την οργανική σύνθεση του ένδικου πλοίου, από την οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, αποδεικνύεται ότι στο πλοίο υπηρετούσε επαρκέστατος αριθμός ναυτικών ως κατώτερο πλήρωμα καταστρώματος που επέτρεπε να καλύπτονται οι ανάγκες του χωρίς να καθίστανται οι συνθήκες εργασίας των ναυτικών απάνθρωπες και εξαντλητικές. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι ενάγοντες ελάμβαναν τη μισθοδοσία τους χωρίς επιφύλαξη, όπως ισχυρίσθηκε η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της (σελ.2) που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαστικό τεκμήριο σε βάρος των συναφών αντίθετων ισχυρισμών τους (ΜονΕφΠειρ. 716/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 526/2012, ΕΝαυτΔ 2012/381, ΕφΠειρ. 452/2010, ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Εξάλλου και ο ισχυρισμός της εναγομένης, που επαναφέρεται με το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσής της, ότι η κατ’επανάληψη ναυτολόγηση των εναγόντων στο ένδικο πλοίο αλλά και σε άλλα πλοία της …….. και η έλλειψη έκφρασης παραπόνων κατά την υπηρεσία τους, αποδεικνύει την ικανοποίησή τους σχετικά με τις συνθήκες εργασίας τους, προβάλλεται αλυσιτελώς, καθώς και υπό την παραδοχή αυτή, ουδόλως συνάγεται ότι οι ενάγοντες δεν εκτέλεσαν υπερωριακή εργασία από την οποία διατηρούν αξιώσεις. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που δέχθηκε ότι οι ενάγοντες εργάζονταν καθημερινά επί δώδεκα (12) ώρες κατά μέσο όρο, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ο πρώτος λόγος αμφοτέρων των ενδίκων εφέσεων, κατά τα επιμέρους σκέλη εκάστου λόγου, που βάλλουν κατά της παραδοχής αυτής, να γίνει δεκτός ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμος. Ωστόσο απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο αγωγικός ισχυρισμός που επαναφέρεται στο πλαίσιο του ανωτέρω, πρώτου λόγου της έφεσης των εναγόντων κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, περί απασχολήσεώς τους επί δέκα (10) ώρες ημερησίως κατά το χρονικό διάστημα, από 26.3.2019 έως 8.4.2019, που το πλοίο δεν πραγματοποίησε δρομολόγια λόγω εργασιών ετήσιας επιθεώρησης, διότι, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο μετ’επικλήσεως από την εναγομένη απόσπασμα από το ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα οι εργασίες επί του πλοίου πραγματοποιούνταν καθημερινά από τις 08.00 έως τις 17.00, ενώ και οι επισκέψεις του επιθεωρητή παρακολούθησης νηογνώμονα ελάμβαναν χώρα εντός του ως άνω ωραρίου. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι ενάγοντες, κατά τα χρονικά διαστήματα των ναυτολογήσεών τους στο ένδικο πλοίο, εργάστηκαν υπερωριακά, τις μεν καθημερινές και τις Κυριακές επί πέντε (5) ώρες την ημέρα, ενώ τα Σάββατα και τις αργίες επί δεκατρείς (13) ώρες την ημέρα και δικαιούνται να λάβουν την προβλεπόμενη αμοιβή. Ειδικότερα, ο πρώτος ενάγων ………… δικαιούται: Α) για τη ναυτολόγησή του το έτος 2019 και κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2019 έως 25.3.2019 και από 9.4.2019 έως 9.12.2019, για υπερωριακή απασχόληση α) για 46 Σάββατα και 12 αργίες (1.1, 6.1, Καθαρά Δευτέρα 11.3, 25.3, Μ.Παρασκευή 26.4, Δευτέρα του Πάσχα 29.4, 1.5, της Αναλήψεως 6.6, 15.8, 14.9, 28.10 και 6.12), ήτοι συνολικά επί 58 ημέρες, το ποσό των [(58 ημέρες χ 13 ώρες =) 754 ώρες χ 10,44 €=) 7.871,76 €, β) για 225 καθημερινές και 46 Κυριακές, ήτοι συνολικά για 271 ημέρες που εργάστηκε υπερωριακά επί πέντε (5) ώρες εκάστη ημέρα, το ποσό των [(271 ημέρες χ 5 ώρες=) 1.355 ώρες χ 8,70€=) 11.788,50€, ήτοι δικαιούται να λάβει συνολικά το ποσό των 19.660,26€, έναντι του οποίου έλαβε, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μετ’επικλήσεως αποδείξεις μισθοδοσίας και τις αντίστοιχες καταθέσεις στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου ενάγοντος, το ποσό των 14.326,50€, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 5.333,76€, κατά μερική παραδοχή της ένστασης εξόφλησης που προέβαλε η εναγομένη. Περαιτέρω, οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του πρώτου ενάγοντος για το έτος 2019 ανέρχονταν στο ποσό των 4.332,31 € {[1.204,77 € μισθός ενεργείας + 265,05 € επίδομα Κυριακών + 36,64 € επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας + 599,40 € αντίτιμο της παρεχόμενης σε είδος τροφής + 433,95 € αποδοχές αδείας μετά τροφοδοσίας [1.204,77 μισθός ενεργείας + 265,05 επίδομα Κυριακών = 1.469,82 € χ 1/22 = 66,81 € χ 5 ημέρες = 334,05 € + αντίτιμο τροφής 5 ημερών (19,98€ χ 5) = 99,90€) + 1.792,50 € κατά μέσο όρο υπερωριακή αμοιβή (ήτοι συνολική υπερωριακή αμοιβή 19.660,26 € σύνολο υπερωριακής αμοιβής : 329 ημέρες = 59,75 € χ 30 ημέρες =)]}, με την επισήμανση ότι στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ναυτικού, για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών, δεν συνυπολογίζεται το επίδομα ιματισμού (βλ. υπό στοιχ ΙΙ νομική σκέψη), συνεπώς δικαιούται ι) για επίδομα εορτών Πάσχα 2019 δεδομένου ότι απασχολήθηκε καθ’όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.1.2019 έως 30.4.2019, ποσό ίσο με το μισθό 15 ημερών, ήτοι το ποσό των 2.166,15 € (4.332,31:2=), έναντι του οποίου έλαβε, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μετ’επικλήσεως αποδείξεις μισθοδοσίας και τις αντίστοιχες καταθέσεις στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου ενάγοντος, το ποσό των 1.179,66 € και επομένως οφείλεται σε αυτόν η διαφορά ποσού 986,49 €, κατά μερική παραδοχή της ένστασης εξόφλησης που προέβαλε η εναγομένη, ιι) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2019, δεδομένου ότι απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2019 έως 9.12.2019 (ήτοι για 223 ημέρες), ποσό ίσο με τα 2/25 του συνολικού μηνιαίου μισθού του για κάθε 19 ημέρες εργασίας, ήτοι συνολικό ποσό 4.065,38 € (4.332,31€ οι μηνιαίες αποδοχές ως ανωτέρω χ 2/25 = 346,58€ ανά δεκαννιαμέρο χ 11,73 δεκαεννιαήμερα=), έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 2.195,86€, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μετ’επικλήσεως αποδείξεις μισθοδοσίας και τις αντίστοιχες καταθέσεις στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου ενάγοντος και επομένως οφείλεται σε αυτόν η διαφορά ποσού 1.869,52€, δεκτής γενομένης εν μέρει της ένστασης εξόφλησης που προέβαλε η εναγομένη και κατά μερική παραδοχή του δεύτερου λόγου της έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσον αφορά το ποσό που συνυπολογίσθηκε για τον προσδιορισμό των συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, με σκοπό τον καθορισμό των επιδομάτων εορτών έτους 2019, ως μέσος όρος της αμοιβής του για την παροχή υπερωριακής εργασίας και απορριπτόμενου του δεύτερου λόγου της έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο παραπονείται για εσφαλμένο προσδιορισμό των συνολικών μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος διότι συνυπολογίστηκε σε αυτές, για την εξεύρεση του επιδόματος εορτών έτους 2019, μέσος όρος υπερωριακής εργασίας, που υπερβαίνει τη συμφωνηθείσα με αυτόν κατ’αποκοπήν μηνιαία αμοιβή για παροχή εργασίας πέραν του νομίμου ωραρίου. Ωστόσο ο ανωτέρω δεύτερος λόγος έφεσης της εναγομένης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατά το σκέλος με το οποίο παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε διότι επιδίκασε στον πρώτο ενάγοντα την αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019 με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της λύσης της σύμβασής του, καθόσον για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30ή Απριλίου και η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι συνέπειες της υπερημερίας οφειλέτη (ΟλΑΠ 40/2002, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, εντός του έτους 2019, ο πρώτος ενάγων πραγματοποίησε με το ένδικο πλοίο 2,44 δρομολόγια εξπρές, για τα οποία η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 192,56 €, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μετ’επικλήσεως αποδείξεις μισθοδοσίας. Η εναγομένη συνομολογεί τον αριθμό των ως άνω εξπρές δρομολογίων, αρνείται ωστόσο την αιτούμενη αμοιβή, για την εξεύρεση της οποίας ο πρώτος ενάγων συνοπολογίζει στις συνολικές μηνιαίες αποδοχές του, μέσο όρο αμοιβής για υπερωριακή εργασία που δεν παρείχε. Κατά την εν προκειμένω εφαρμοζόμενη ΣΣΝΕ έτους 2019, για την εκτέλεση ενός εκάστου των δρομολογίων εξπρές, ο πρώτος ενάγων δικαιούται να λάβει ως αμοιβή το 1/30 των μηνιαίων αποδοχών του, ήτοι το ποσό των 352,36 € [(4.332,31 οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του χ 1/30=) 144,41 € χ 2,44 δρομολόγια =) έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 192,56 ευρώ και επομένως οφείλεται σε αυτόν η διαφορά ποσού 159,80 €, κατά μερική παραδοχή του τρίτου λόγου της έφεσής του, με τον οποίο παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσον αφορά το ποσό που συνυπολογίσθηκε για τον προσδιορισμό των συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, με σκοπό τον καθορισμό της αμοιβής για πραγματοποίηση δρομολογίων εξπρές, ως μέσος όρος της αμοιβής του για την παροχή υπερωριακής εργασίας και απορριπτόμενου του τρίτου λόγου της έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο παραπονείται αντίστοιχα για εσφαλμένο προσδιορισμό των συνολικών μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος διότι συνυπολογίστηκε σε αυτές μέσος όρος υπερωριακής εργασίας, που υπερβαίνει τη συμφωνηθείσα με αυτόν κατ’αποκοπήν μηνιαία αμοιβή για παροχή εργασίας πέραν του νομίμου ωραρίου. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, το πλοίο «Π» εκτελούσε για τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2019 έως 25.3.2019, από 9.4.2019 έως 9.6.2019, από 10.9.2019 έως 9.12.2019 και από 10.6.2019 έως 9.9.2019, επί 5 ημέρες της εβδομάδας (πλην της Δευτέρας και Τρίτης), ήτοι για 231 ημέρες, δρομολόγια με σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας με επιδότηση (άγονη γραμμή). Ο πρώτος ενάγων, ο οποίος κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ήταν ναυτολογημένος στο ένδικο πλοίο με την ειδικότητα του ναύτη δικαιούται να λάβει, σύμφωνα με το άρθρο 7 της εφαρμοστέας ΣΣΝΕ, το επίδομα άγονης γραμμής, καθόσον το πλοίο, βάσει της συναφθείσας σύμβασης δημόσιας υπηρεσίας, εκτελούσε τακτικά τη συγκεκριμένη δρομολογιακή γραμμή στην οποία περιλαμβάνονταν λιμένες άγονης γραμμής. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται ακόμη και εάν η σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας καλύπτει μόνο ένα τμήμα της διαδρομής, ενώ για την καταβολή του, δεν τίθεται ως απαραίτηση προϋπόθεση η καθημερινή προσέγγιση λιμένων άγονης γραμμής. Τούτο διότι η αξίωση για το επίδομα γεννάται από τη στιγμή που το πλοίο εξυπηρετεί τη γραμμή αυτή, καθώς ο ναυτικός υφίσταται τις δυσκολίες και τις ειδικές συνθήκες που συνοδεύουν τα δρομολόγια αυτά. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της έφεσης της εναγομένης με τον οποίο πλήττει την εκκαλουμένη για την επιδίκαση στον πρώτο ενάγοντα, του κονδυλίου επιδόματος άγονης γραμμής για το έτος 2019, επειδή δεν έλαβε υπόψη, άλλως εκτίμησε πλημμελώς ότι στη δρομολογιακή γραμμή Πειραιάς ή Λαύριο – Θήρα – Ανάφη, μισθούμενο τμήμα είναι το Θήρα – Ανάφη, ενώ σε συνέχεια δρομολογίων από τον Πειραιά μισθούμενα τμήματα είναι τα: α) Θήρα – Κάσος – Πηγάδι Καρπάθου – Διαφάνι – Χάλκη – Ρόδος, β) Σητεία – Κάσος – Πηγάδια Καρπάθου – Διαφάνι – Χάλκη – Ρόδος και γ) Ηράκλειο – Σητεία – Κάσος – Πηγάδια Καρπάθου – Διαφάνι – Χάλκη – Ρόδος καθώς και ότι κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2019 έως 25.3.2019, 9.4.2019 έως 9.6.2019, 10.9.2019 έως 9.12.2019 και 17.1.2020 έως 17.3.2020, το πλοίο κάθε Τρίτη δεν εκτελούσε δρομολόγιο άγονης γραμμής, διότι διημέρευε στο λιμάνι του Πειραιά από το οποίο αναχωρούσε στις 20.30μμ χωρίς να προσεγγίσει άλλο λιμάνι μέσα στην ημέρα, ομοίως δε κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2019 έως 25.3.2019, 9.4.2019 έως 9.6.2019, 10.6.2019 έως 9.9.2019, 10.9.2019 έως 9.12.2019 και 17.1.2020 έως 17.3.2020, το πλοίο κάθε Δευτέρα και Παρασκευή προσέγγιζε τους λιμένες Σαντορίνης, Μήλου και Πειραιά, οι οποίοι δεν αποτελούν τμήμα μισθωμένου δρομολογίου, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα για τις 231 ημέρες εργασίας του, ο πρώτος ενάγων δικαιούται να λάβει, σύμφωνα με το άρθρο 7 της εφαρμοστέας ΣΣΝΕ ποσό 7% επί του μισθού ενεργείας για κάθε 30 ημέρες απασχόλησης και ειδικότερα το ποσό των 649,34 € [(1.204,77 € χ 7% =) 84,33 € χ (231:30=) 7,7 =], έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 618,45 € (βλ. σχετ. αποδείξεις μισθοδοσίας) και επομένως οφείλεται σε αυτόν η διαφορά ποσού 30,89 €. Β) Για τη ναυτολόγησή του το έτος 2020, κατά το χρονικό διάστημα από 17.1.2020 έως 17.3.2020 δικαιούται α) για 9 Σάββατα και 1 αργία (Καθαρά Δευτέρα 2.3), ήτοι για 10 ημέρες το ποσό των [(10 ημέρες χ 13 ώρες) = 130 ώρες χ 10,44 €=] 1.357,20 € και β) για 42 καθημερινές και 9 Κυριακές, ήτοι συνολικά για 51 ημέρες που εργάστηκε υπερωριακά επί πέντε (5) ώρες εκάστη ημέρα, το ποσό των [(51 ημέρες χ 5 ώρες=) 255 ώρες χ 8,70 €=) 2.218,50 €, ήτοι δικαιούται να λάβει συνολικά το ποσό των 3.575,70 €, έναντι του οποίου έλαβε, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μετ’επικλήσεως αποδείξεις μισθοδοσίας και τις αντίστοιχες καταθέσεις στον τραπεζικό λογαριασμό του, το ποσό των 2.893,79 €, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 681,91 €, κατά μερική παραδοχή της ένστασης εξόφλησης που προέβαλε η εναγομένη. Περαιτέρω, οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του πρώτου ενάγοντος για το έτος 2020 ανέρχονταν στο ποσό των 4.298,11 € {[1.204,77 € μισθός ενεργείας + 265,05 € επίδομα Κυριακών + 36,64 € επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας + 599,40 € αντίτιμο της παρεχόμενης σε είδος τροφής + 433,95 € αποδοχές αδείας μετά τροφοδοσίας [1.204,77 μισθός ενεργείας + 265,05 επίδομα Κυριακών = 1.469,82 € χ 1/22 = 66,81 € χ 5 ημέρες = 334,05 € + αντίτιμο τροφής 5 ημερών (19,98 χ 5) = 99,90) + 1.758,30 € κατά μέσο όρο υπερωριακή αμοιβή (ήτοι συνολική υπερωριακή αμοιβή 3.575,70 € σύνολο υπερωριακής αμοιβής : 61 ημέρες = 58,61 € χ 30 ημέρες =)]}. Σύμφωνα με το άρθρο 14 της εφαρμοστέας εν προκειμένω ΣΣΝΕ σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των §§ 1, 2, 3 και 7 της με αριθμό 70109/8008/14.12.1982 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, ο ενάγων δικαιούται για επίδομα εορτών Πάσχα 2020, δεδομένου ότι απασχολήθηκε από 17.1.2020 έως 17.3.2020 (61 ημέρες), ποσό ίσο με το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού του για κάθε 8 ημέρες εργασίας και δη το ποσό των 1.091,71€ (συνολικός μηνιαίος μισθός 4.298,11 € :2 = 2.149,05€ χ 1/15 = 143,27 € ανά οκταήμερο απασχόλησης χ 7,62 οκταήμερα της ανωτέρω περιόδου=), έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 621,66 €, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μετ’επικλήσεως αποδείξεις μισθοδοσίας και τις αντίστοιχες καταθέσεις στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου ενάγοντος και επομένως οφείλεται σε αυτόν η διαφορά ποσού 470,05 €, δεκτής γενομένης εν μέρει της ένστασης εξόφλησης που προέβαλε η εναγομένη και κατά μερική παραδοχή του δεύτερου λόγου της έφεσης του πρώτου ενάγοντος, με τον οποίο παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσον αφορά το ποσό που συνυπολογίσθηκε για τον προσδιορισμό των συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, με σκοπό τον καθορισμό του επιδόματος εορτών έτους 2020, ως μέσος όρος της αμοιβής του για την παροχή υπερωριακής εργασίας και απορριπτόμενου του δεύτερου λόγου της έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο παραπονείται αντίστοιχα για εσφαλμένο προσδιορισμό των συνολικών μηνιαίων αποδοχών του πρώτου ενάγοντος διότι συνυπολογίστηκε σε αυτές, για την εξεύρεση του επιδόματος εορτών έτους 2020, μέσος όρος υπερωριακής εργασίας, που υπερβαίνει τη συμφωνηθείσα με αυτόν κατ’αποκοπήν μηνιαία αμοιβή για παροχή εργασίας πέραν του νομίμου ωραρίου. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, το πλοίο «Π» εκτελούσε για το χρονικό διάστημα από 17.1.2020 έως 17.3.2020 (43 ημέρες) επί 5 ημέρες της εβδομάδας (πλην της Δευτέρας και Τρίτης), δρομολόγια με σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας με επιδότηση (άγονη γραμμή). Για την εργασία του τις ημέρες αυτές, ο πρώτος ενάγων δικαιούται να λάβει, σύμφωνα με το άρθρο 7 της εφαρμοστέας ΣΣΝΕ ποσό 7% επί του μισθού ενεργείας για κάθε 30 ημέρες απασχόλησης και ειδικότερα το ποσό των 120,59 € [(1.204,77 € χ 7% =) 84,33 € χ (43: 30=) 1,43 =], έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 101,20 € (βλ. σχετ. αποδείξεις μισθοδοσίας) και επομένως οφείλεται σε αυτόν η διαφορά ποσού 19,39€, απορριπτόμενου του τέταρτου λόγου έφεσης της εναγομένης, καθ’ο μέρος πλήττει την εκκαλουμένη για την επιδίκαση στον πρώτο ενάγοντα, του κονδυλίου επιδόματος άγονης γραμμής για το έτος 2020, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω κατά την εξέταση του λόγου αυτού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων απολύθηκε την 17.3.2020 λόγω μετάθεσης (βλ. σχετική εγγραφή στο ναυτικό φυλλάδιο), χωρίς να επακολουθήσει νεότερη πρόσληψή του στο ίδιο πλοίο ή σε άλλο πλοίο της εργοδότριας, παρά την υπόσχεση του πλοιάρχου και τις επίμονες οχλήσεις του ίδιου. Τούτο επιβεβαιώνεται από την ένορκη βεβαίωση του συναδέλφου του ……….., ο οποίος καταθέτει ότι «..στις 17.3.2020 ο Πλοίαρχος ανακοίνωσε στο …. ότι θ’απολυόταν λόγω μεταθέσεως και αμέσως θα πήγαινε σε άλλο πλοίο της ….. ή της …….. Ωστόσο ο ……….. δεν κλήθηκε ποτέ να υπηρετήσει σε άλλο πλοίο των εταιρειών αυτών, ούτε και στο πλοίο «Π», παρά το ότι, όπως γνωρίζω από τον ίδιο, πίεσε πολύ τις εταιρείες στη συνέχεια, βλέποντας ότι κανείς δεν τον ειδοποιούσε για να μπαρκάρει ξανά, όπως του είχαν υποσχεθεί. Μάλλον οι εργοδότριες ήθελαν να του καταγγείλουν τη σύμβαση και να τον απολύσουν οριστικά χωρίς να του δώσουν αποζημίωση και γι’αυτό τον απέλυσαν εικονικά λόγω μεταθέσεως, η οποία ουδέποτε πραγματοποιήθηκε». Η παραπάνω κατάθεση δεν αναιρείται από άλλα αποδεικτικά μέσα, ενώ ο ενόρκως βεβαιών υπέρ της εναγομένης, …………, ουδέν αναφέρει για το γεγονός αυτό στην από 25.1.2021 ένορκη βεβαίωσή του. Συνεπώς ο πρώτος ενάγων δικαιούται αποζημίωση κατ’άρθρο 72 και 76 ΚΠολΔ, ίση προς το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών του δεκαπέντε (15) ημερών και δη το ποσό των 2.149,05 € [4.298,11 € οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του το έτος 2020 : 2 =]. Υπό τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά, ο πρώτος ενάγων διατηρεί για τη ναυτολόγησή του στο πλοίο «Π» το έτος 2019, αξιώσεις ποσού 5.333,76 € για υπερωριακή απασχόληση, ποσού 986,49 € για επίδομα Πάσχα, ποσού 1.869,52 € για επίδομα Χριστουγέννων, ποσού 159,80 € για αμοιβή δρομολογίων εξπρές και ποσού 30.89 € για αμοιβή λόγω επιδοτούμενων δρομολογίων (άγονη γραμμή) και για το έτος 2020 αξιώσεις ποσού 681,91 € για υπερωριακή απασχόληση, ποσού 470,05 € για επίδομα Πάσχα, ποσού 19,39 € για αμοιβή λόγω επιδοτούμενων δρομολογίων (άγονη γραμμή) και ποσού 2.149,05 € για αποζημίωση απόλυσης, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσής του (17.3.2020) μέχρις εξοφλήσεως, πλην του κονδυλίου που αφορά το επίδομα Χριστουγέννων έτους 2019, που είναι τοκοφόρο από την 1.1.2020.

Ο δεύτερος ενάγων …………., για τη ναυτολόγησή στο ένδικο πλοίο εντός του έτους 2019, δικαιούται: Α) για υπερωριακή απασχόλησή του επί του πλοίου, από 1.1.2019 έως 25.3.2019 και από 9.4.2019 έως 27.12.2019, για 48 Σάββατα και 14 αργίες (1.1, 6.1, Καθαρά Δευτέρα 11.3., 25.3, Μ.Παρασκευή 26.4, Δευτέρα του Πάσχα 29.4, 1.5, της Αναλήψεως 6.6, 15.8, 14.9, 28.10, 6.12, 25.12 και 26.12) ήτοι συνολικά επί 62 ημέρες, το ποσό των [(62 ημέρες χ 13 ώρες =) 806 ώρες χ 10,44€ =) 8.414,64 €, β) για 237 καθημερινές και 48 Κυριακές, ήτοι συνολικά για 285 ημέρες που εργάστηκε υπερωριακά επί πέντε (5) ώρες εκάστη ημέρα, το ποσό των [(285 ημερες χ 5 ώρες=) 1.425 ώρες χ 8,70 €=) 12.397,50 €, ήτοι δικαιούται να λάβει συνολικά το ποσό των 20.812,14 € του οποίου έλαβε, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μετ’επικλήσεως αποδείξεις μισθοδοσίας και τις αντίστοιχες καταθέσεις στον τραπεζικό λογαριασμό του δεύτερου ενάγοντος, το ποσό των 16.566,83€, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 4.245,31 €, κατά μερική παραδοχή της ένστασης εξόφλησης που προέβαλε η εναγομένη. Περαιτέρω, οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του δεύτερου ενάγοντος για το έτος 2019 ανέρχονταν στο ποσό των 4.338,91 € {[1.204,77 € μισθός ενεργείας + 265,05 € επίδομα Κυριακών + 36,64 € επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας + 599,40 € αντίτιμο της παρεχόμενης σε είδος τροφής + 433,95 € αποδοχές αδείας μετά τροφοδοσίας [1.204,77 μισθός ενεργείας + 265,05 επίδομα Κυριακών = 1.469,82 € χ 1/22 = 66,81 € χ 5 ημέρες = 334,05 € + αντίτιμο τροφής 5 ημερών (19,98€ χ 5) = 99,90€) + 1.799,10 € κατά μέσο όρο υπερωριακή αμοιβή (ήτοι συνολική υπερωριακή αμοιβή 20.812,14 € σύνολο υπερωριακής αμοιβής : 347 ημέρες = 59,97 € χ 30 ημέρες =)]}, συνεπώς δικαιούται ι) για επίδομα εορτών Πάσχα 2019, δεδομένου ότι απασχολήθηκε καθ’όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.1.2019 έως 30.4.2019, ποσό ίσο με το μισθό 15 ημερών, ήτοι το ποσό των 2.169,45 € (4.338,91:2=), έναντι του οποίου έλαβε, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μετ’επικλήσεως αποδείξεις μισθοδοσίας και τις αντίστοιχες καταθέσεις στον τραπεζικό λογαριασμό του, το ποσό των 1.179,66 € και επομένως οφείλεται σε αυτόν η διαφορά ποσού 989,79 €, κατά μερική παραδοχή της ένστασης εξόφλησης που προέβαλε η εναγομένη και ιι) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων, δεδομένου ότι απασχολήθηκε από 1.5.2019 έως 27.12.2019, (ήτοι για 241 ημέρες), ποσό ίσο με τα 2/25 του συνολικού μηνιαίου μισθού του για κάθε 19 ημέρες εργασίας, ήτοι συνολικό ποσό 4.401,35 € (4.338,91€ οι μηνιαίες αποδοχές ως ανωτέρω χ 2/25 = 347,11 € ανά δεκαννιαμέρο χ 12,68 δεκαεννιαήμερα=), έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 2.376,35€, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μετ’επικλήσεως αποδείξεις μισθοδοσίας και τις αντίστοιχες καταθέσεις στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου ενάγοντος και επομένως οφείλεται σε αυτόν η διαφορά ποσού 2.025,00 €, δεκτής γενομένης εν μέρει της ένστασης εξόφλησης που προέβαλε η εναγομένη και κατά μερική παραδοχή του δεύτερου λόγου της έφεσής του (δεύτερου ενάγοντος) με τον οποίο παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσον αφορά το ποσό που συνυπολογίσθηκε για τον προσδιορισμό των συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, με σκοπό τον καθορισμό των επιδομάτων εορτών έτους 2019, ως μέσος όρος της αμοιβής του για την παροχή υπερωριακής εργασίας και απορριπτόμενου του δεύτερου λόγου της έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο παραπονείται αντίστοιχα για εσφαλμένο προσδιορισμό των συνολικών μηνιαίων αποδοχών του δεύτερου ενάγοντος διότι συνυπολογίστηκε σε αυτές, για την εξεύρεση του επιδόματος εορτών έτους 2019, μέσος όρος υπερωριακής εργασίας, που υπερβαίνει τη συμφωνηθείσα με αυτόν κατ’αποκοπήν μηνιαία αμοιβή για παροχή εργασίας πέραν του νομίμου ωραρίου. Ωστόσο ο δεύτερος λόγος έφεσης της εναγομένης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατά το σκέλος με το οποίο παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε διότι επιδίκασε στον δεύτερο ενάγοντα την αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2019 με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της λύσης της σύμβασής του, καθόσον για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30ή Απριλίου και η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι συνέπειες της υπερημερίας οφειλέτη (ΟλΑΠ 40/2002, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, εντός του έτους 2019, ο δεύτερος ενάγων πραγματοποίησε με το ένδικο πλοίο 2,44 δρομολόγια εξπρές, για τα οποία η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 192,56 €, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μετ’επικλήσεως αποδείξεις μισθοδοσίας. Η εναγομένη συνομολογεί τον αριθμό των ως άνω εξπρές δρομολογίων, αρνείται ωστόσο την αιτούμενη αμοιβή, για την εξεύρεση της οποίας ο δεύτερος ενάγων συνοπολογίζει στις συνολικές μηνιαίες αποδοχές του, μέσο όρο αμοιβής για υπερωριακή εργασία που δεν παρείχε. Κατά την εν προκειμένω εφαρμοζόμενη ΣΣΝΕ έτους 2019, για την εκτέλεση ενός εκάστου των δρομολογίων εξπρές, ο δεύτερος ενάγων δικαιούται να λάβει ως αμοιβή το 1/30 των μηνιαίων αποδοχών του, ήτοι το ποσό των 352,89 € [(4.338,91€ οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του χ 1/30=) 144,63 € χ 2,44 δρομολόγια =) έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 192,56 € και επομένως οφείλεται σε αυτόν η διαφορά ποσού 160,33 €, κατά μερική παραδοχή του τρίτου λόγου της έφεσής του, με τον οποίο παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσον αφορά το ποσό που συνυπολογίσθηκε για τον προσδιορισμό των συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, με σκοπό τον καθορισμό της αμοιβής για την πραγματοποίηση εξπρές δρομολογίων το έτος 2019, ως μέσος όρος της αμοιβής του για την παροχή υπερωριακής εργασίας και απορριπτόμενου του τρίτου λόγου της έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο παραπονείται αντίστοιχα για εσφαλμένο προσδιορισμό των συνολικών μηνιαίων αποδοχών του δεύτερου ενάγοντος διότι συνυπολογίστηκε σε αυτές μέσος όρος υπερωριακής εργασίας, που υπερβαίνει τη συμφωνηθείσα με αυτόν κατ’αποκοπήν μηνιαία αμοιβή για παροχή εργασίας πέραν του νομίμου ωραρίου. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, το πλοίο «Π» εκτελούσε για τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2019 έως 25.3.2019 και από 9.4.2019 έως 27.12.2019, επί 5 ημέρες της εβδομάδας (πλην της Δευτέρας και Τρίτης), ήτοι για 252 ημέρες, δρομολόγια με σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας με επιδότηση (άγονη γραμμή). Ο δεύτερος ενάγων, ο οποίος κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ήταν ναυτολογημένος στο ένδικο πλοίο με την ειδικότητα του ναύτη δικαιούται να λάβει, σύμφωνα με το άρθρο 7 της εφαρμοστέας ΣΣΝΕ, το επίδομα άγονης γραμμής, καθόσον το πλοίο, βάσει της συναφθείσας σύμβασης δημόσιας υπηρεσίας, εκτελούσε τακτικά τη συγκεκριμένη δρομολογιακή γραμμή στην οποία περιλαμβάνονταν λιμένες άγονης γραμμής. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται ακόμη και εάν η σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας καλύπτει μόνο ένα τμήμα της διαδρομής, ενώ για την καταβολή του, δεν τίθεται ως απαραίτηση προϋπόθεση η καθημερινή προσέγγιση λιμένων άγονης γραμμής. Τούτο διότι η αξίωση για το επίδομα γεννάται από τη στιγμή που το πλοίο εξυπηρετεί τη γραμμή αυτή, καθώς ο ναυτικός υφίσταται τις δυσκολίες και τις ειδικές συνθήκες που συνοδεύουν τα δρομολόγια αυτά. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της έφεσης της εναγομένης με τον οποίο πλήττει την εκκαλουμένη για την επιδίκαση στον δεύτερο ενάγοντα, του κονδυλίου επιδόματος άγονης γραμμής για το έτος 2019, τυγχάνει απορριπτέος κατά τα αναφερθέντα στην εξέταση του λόγου αυτού αναφορικά με τον πρώτο ενάγοντα. Κατόπιν τούτου, ο δεύτερος ενάγων δικαιούται να λάβει για την εργασία του τις ημέρες αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 7 της εφαρμοστέας ΣΣΝΕ ποσό 7% επί του μισθού ενεργείας για κάθε 30 ημέρες απασχόλησης και ειδικότερα το ποσό των 708,37 € [(1.204,77 € χ 7% =) 84,33 € χ (252: 30=) 8,4 =], έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 649,37 € (βλ. σχετ. αποδείξεις μισθοδοσίας) και επομένως οφείλεται σε αυτόν η διαφορά ποσού 59,00 €, κατά μερική παραδοχή της ένστασης εξόφλησης που προέβαλε η εναγομένη. Υπό τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά, ο δεύτερος ενάγων διατηρεί για τη ναυτολόγησή του στο πλοίο «Π» το έτος 2019, αξιώσεις ποσού 4.245,31 € για υπερωριακή απασχόληση, ποσού 989,79 € για επίδομα Πάσχα, ποσού 2.025,00 € για επίδομα Χριστουγέννων, ποσού 160,33 € για αμοιβή δρομολογίων εξπρές και ποσού 59,00 € για αμοιβή λόγω επιδοτούμενων δρομολογίων (άγονη γραμμή), όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσής του (27.12.2019) μέχρις εξοφλήσεως, πλην του κονδυλίου που αφορά το επίδομα Χριστουγέννων έτους 2019, που είναι τοκοφόρο από την 1.1.2020.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων και δεδομένου ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να γίνουν δεκτές εν μέρει οι ένδικες εφέσεις ως και ουσιαστικά βάσιμες κατά τους ως άνω ευδοκιμήσαντες λόγους τους και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της, δηλαδή και κατά το μη ανατραπέν μέρος της, για την ενότητα του τίτλου της αναγκαστικής εκτελέσεώς της (ΑΠ 748/1984, Δνη 1985/642, ΜονΕφΠειρ. 8/2024, ΜονΕφΘεσ. 174/2018, ΜονΕφΠειρ. 16/2017, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ. 700/2011, ΕΝαυτΔ 2012/113), συμπεριλαμβανομένης της περί της επιβολής δικαστικών εξόδων διατάξεώς της και, αφού η υπόθεση κρατηθεί προς κατ’ ουσίαν εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, να γίνει δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος ως και ουσιαστικά βάσιμη και α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει ι) στον πρώτο ενάγοντα το χρηματικό ποσόν των εννέα χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα ενός ευρώ και τριαντατεσσάρων λεπτών (5.333,76€ + 986,49€ + 159,80€ + 30,89€ + 681,91€ + 470,05€ + 19,39€ + 2.149,05€ = 9.831,34 €), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λύσης της σύμβασης ναυτολόγησής του (17.3.2020) και ιι) στον δεύτερο ενάγοντα το χρηματικό ποσό των επτά χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (4.245,31€ + 989,79€ + 2.025,00€ + 160,33€ + 59€ = 7.479,43 €), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λύσης της σύμβασης ναυτολόγησής του (17.12.2019), πλην του κονδυλίου που αφορά το επίδομα Χριστουγέννων έτους 2019 που είναι τοκοφόρο από 1.1.2020 και β) να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται η εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των χιλίων οκτακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (1.869,52€) με το νόμιμο τόκο από 1.1.2020. Τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί αίτημα, πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων, αναλόγως της μερικής νίκης και ήττας τους (άρθρα 106, 176, 178 αρ. 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων σε βάρος της εναγομένης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων τις εφέσεις.

Δέχεται αυτές τυπικά και εν μέρει κατ’ουσίαν.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση.

Κρατεί και δικάζει την αγωγή.

Δέχεται αυτήν κατά ένα μέρος.

Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει ι) στον πρώτο ενάγοντα το χρηματικό ποσόν των εννέα χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα ενός ευρώ και τριαντατεσσάρων λεπτών (9.831,34 €), με το νόμιμο τόκο από 17.3.2020 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως και ιι) στον δεύτερο ενάγοντα το χρηματικό ποσό των επτά χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (7.479,43 €), με το νόμιμο τόκο από 17.12.2019 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, πλην του κονδυλίου που αφορά το επίδομα Χριστουγέννων έτους 2019 (2.025€), που είναι τοκοφόρο από 1.1.2020

Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των χιλίων οκτακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (1.869,52€) με το νόμιμο τόκο από 1.1.2020.

Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο καθορίζει σε οκτακόσια (800€).

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 6 Απριλίου 2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ