ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός 223 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Βασίλειο Τζελέπη, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρείας με την επωνυμία «………….» που εδρεύει στο ………. Κρήτης (οδός ………….), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Δικηγόρο της Ευαγγελία Μηλολιδάκη (ΑΜ/ΔΣΗρακλείου ………) (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……………. κατοίκου ……………. (οδός ………..) με ΑΦΜ ………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του δικηγόρο Στέφανο Λύρα (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ [ΣΤ. Μ. ΛΥΡΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕ].
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος – εκκαλών άσκησε την από 25.10.2023 και με ΓΑΚ ………./2023 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, απευθυνόμενη κατά της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας – εφεσίβλητης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 884/2024 οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται: α) η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με την κρινόμενη από 4.11.2025 και με ΓΑΚ …………./2025 Πρωτ. έφεσή της και β) ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την κρινόμενη από 2.4.2025 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2025 Πρωτ 3.9.2024 έφεσή του, οι οποίες ορίσθηκαν να συζητηθούν για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, εκ των οποίων η δεύτερη εξ αυτών αρχικώς για τη δικάσιμο της 20.11.2025 και μετ’ αναβολή για την ανωτέρω δικάσιμο κατά την οποία συζητήθηκαν.
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο εκφωνήθηκε η υπόθεση με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, αμφότεροι δε οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν αλλά προκατέθεσαν τις προτάσεις τους και με σχετική δήλωσή τους, δήλωσαν, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ότι συμφωνούν να συζητηθούν οι ένδικες εφέσεις, χωρίς να παρασταθούν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση: α) από 4.11.2025 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2025 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2025 Εφετ και β) από 2.4.2025 ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2025 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025 Εφετ δύο εφέσεις, οι οποίες στρέφονται κατά της ίδιας πρωτόδικης απόφασης και δη κατά της με αριθ. 2884/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, επί της από 25.10.2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2023 αγωγής του εκκαλούντος – εφεσιβλήτου – ενάγοντος είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν, γιατί έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επιτυγχάνεται μείωση των εξόδων (άρθρα 31 και 246 του Κ.Πολ.Δ). Οι άνω εφέσεις έχουν ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, ενόψει του ότι δεν προκύπτει η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, (άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 περ. β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 και 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της απόφασης (30.8.2024). Επομένως, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την ίδια ως άνω διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου εκ μέρους των εκκαλούντων στις άνω εφέσεις, λόγω της φύσης της προκείμενης διαφοράς ως εργατικής (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. τελευτ. Κ.Πολ.Δ. – Εφ.Δωδ. 225/2018, Εφ.Πειρ. 166/2014, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών – εφεσίβλητος, με την προαναφερθείσα από 25.10.2023 υπό κρίση αγωγή του, ισχυρίζεται ότι με διαδοχικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήψε στον Πειραιά με την εναγόμενη ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρία, πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία επιβατηγού-οχηματαγωγού (Ε/Γ-Ο/Γ) ακτοπλοϊκού πλοίου ΚΠ, ολικής χωρητικότητας 21094,52, ναυτολογήθηκε σ’ αυτό με την ειδικότητα του ναύτη, αντί των προβλεπόμενων από την εκάστοτε τελευταία κυρωθείσα συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας (στο εξής ΣΣΝΕ) πληρωμάτων επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων, εφαρμοζόμενης αυτής, και μετά τη λήξη της μέχρι την αντικατάστασή της με νεότερη, μηνιαίου μισθού και επιδομάτων, παρείχε δε έκτοτε τις υπηρεσίες του στο ίδιο πλοίο, που εκτελούσε καθημερινά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην αγωγή δρομολόγια, μεταξύ των οποίων και δρομολόγια εξπρές, εργαζόμενος ημερησίως κατά περίπτωση επί δώδεκα [12] ή δεκαέξι [16] ώρες κατά τις διαδοχικές ναυτολογήσεις του εντός του ενδίκου χρονικού διαστήματος από 21-1-2022 έως 14- 7-2023, οπότε και λύθηκε η τελευταία σύμβασή του με την εναγόμενη. Με βάση το ιστορικό αυτό, και επικαλούμενος περαιτέρω ότι απασχολήθηκε χωρίς να λάβει το σύνολο των αποδοχών του που αντιστοιχούσαν στις ώρες υπερωριακής εργασίας του κατά τις καθημερινές ημέρες, τις Κυριακές, τα Σάββατα και τις αργίες και χωρίς να συνυπολογιστούν αυτές στο σύνολο τους για τον προσδιορισμό και την καταβολή της αναλογίας των επιδομάτων δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2022 και 2023, τα οποία δικαιούται ούτε τη νόμιμη αποζημίωση διανυκτέρευσης ούτε πλήρη την πρόσθετη αμοιβή του για την εκτέλεση των δρομολογίων εξπρές, που εκτέλεσε το πλοίο κατά τα ένδικα χρονικά διαστήματα, ζητεί α) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει για υπερωριακή αμοιβή καθημερινών και Κυριακών εντός του έτους 2022 το ποσό των 7.540,38€ κατόπιν νομότυπης τροπής του σχετικού αγωγικού κονδυλίου από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει για τις λοιπές ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 17.980,58€, όλα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την ημέρα της τελευταίας αποναυτολογήσεώς του άλλως από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστεί στη δικαστική του δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη, νόμιμη και εν μέρει βάσιμη κατ’ ουσία, υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα για την υπηρεσία του στο ένδικο πλοίο, ως αμοιβή υπερωριών το ποσό των 9.048,17 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσής του (14.7.2023) μέχρι την εξόφληση, αναγνωριζομένης της υποχρέωσης της να του καταβάλει το ποσό των 2.248,08 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσής του (14.7.2023), κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς το καταψηφιστικό της μέρος στο σύνολό της και καταδίκασε αυτή σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος τα οποία όρισε στο ποσό των 450 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται τόσο ο ενάγων όσο και η εναγόμενη με τους λόγους των εφέσεών τους, που συνιστούν παράπονα για κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της, κατά το εκκαλούμενο από τον καθένα μέρος της, ώστε να ξαναδικαστεί η αγωγή ως προς αυτό και να γίνει ολικά δεκτή ή να απορριφθεί στο σύνολό της αντίστοιχα.
Από την επανεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 Κ.Πολ.Δ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς (Α.Π. 983/2021, 139/2009), των από 11-3-2024 δύο (2) ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Δικηγόρου Πειραιά …………….., οι οποίες λήφθηκαν με την επιμέλεια του ενάγοντος κατ’ αρ. 421 ΚΠολΔ, κατόπιν προηγούμενης νόμιμης κλήτευσης της αντιδίκου του (σχ. η υπ’ αριθμ. ……………/6-3-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ……..), οι οποίες εκτιμώνται κατά το μέτρο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας αυτών, χωρίς το γεγονός ότι οι μάρτυρες αποδείξεως τυγχάνουν αντίδικοι της εναγομένης, επειδή έχουν ασκήσει εναντίον της άλλη, δική του, αγωγή με το ίδιο αντικείμενο, να αποκλείει μόνον αυτό την αποδεικτική αξία των λεγομένων τους και των από 11-6-2024 και 12-6-2024 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον της Δικηγόρου Πειραιά ………. και της Δικηγόρου Ηρακλείου …………. αντίστοιχα, οι οποίες λήφθηκαν με την επιμέλεια της εναγομένης κατ’ αρ. 421 ΚΠολΔ, κατόπιν προηγούμενης νόμιμης κλήτευσης του αντιδίκου της προς τον υπογράφοντα το αγωγικό δικόγραφο Δικηγόρο (σχ. η υπ’ αριθμ. ……………/6-6-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ……….), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν όλες στον Πειραιά, μεταξύ του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος – εφεσιβλήτου, Έλληνα απογεγραμμένου ναυτικού, κατόχου του υπ’ αριθμ. ΙΓ ………ναυτικού φυλλαδίου και των νομίμων εκπροσώπων της εναγόμενης ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρίας και ήδη εφεσίβλητης – εκκαλούσας, πλοιοκτήτριας του υπό ελληνική σημαία επιβατηγού – οχηματαγωγού (Ε/Γ— Ο/Γ) ακτοπλοϊκού πλοίου ΚΠ, με αριθμό νηολογίου Ηρακλείου ……, κόρων ολικής χωρητικότητας 21094,52, ο ενάγων ναυτολογήθηκε με την ειδικότητα του ναύτη: 1) από 21-1-2022 έως 28-11-2022, οπότε απολύθηκε στο Πέραμα αμοιβαία συναινέσει αυτού και του Πλοιάρχου, 2) από 4-1-2023 έως 14-7-2023 οπότε απολύθηκε στον Πειραιά αμοιβαία συναινέσει αυτού και του Πλοιάρχου. Για τις παραπάνω συμβάσεις ναυτικής εργασίας τηρήθηκε έγγραφος τύπος, ως τούτο προκύπτει από τις προσαγόμενες με επίκληση, με επιμέλεια της εναγομένης, υπό τις ίδιες ημεροχρονολογίες έγγραφες συμβάσεις ναυτικής εργασίας. Οι ένδικες συμβάσεις διέπονται ως προς τους όρους εργασίας και αμοιβής των ναυτικών από τις διατάξεις των ΣΣΝΕ πληρωμάτων επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων έτους 2022 και 2023, που κυρώθηκαν με τις ΥΑ 2242.5-1.5/8785 και 2242.5-1.5/51894 (ΦΕΚ Β’ 663/15-2-2022 και 4621/2023), εφαρμοζομένων τούτων για έκαστο των ως άνω ετών αναδρομικά από την αρχή του έτους κατόπιν συμφωνία των διαδίκων, γεγονός για το οποίο αυτοί δεν ερίζουν. Το πλοίο της εναγομένης <<ΚΠ>> κατά τα ένδικα χρονικά διαστήματα της ναυτολόγησης του ενάγοντος εκτελούσε τα εξής δρομολόγια: Κατά το χρονικό διάστημα από 21/1/2022 έως 17/2/2022, το πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς- Ηράκλειο- Σούδα και επιστροφή με ώρα αναχώρησης από τον Πειραιά 21:00 και ώρα άφιξης στον Πειραιά τη μεθεπόμενη ημέρα μετά την αναχώρηση του στις 06:30, με ενδιάμεση άφιξη στην Σούδα στις 09:15 της επόμενης μέρας μετά την αρχική αναχώρηση από τον Πειραιά. Κατά το χρονικό διάστημα από 18/2/2022 έως 30/6/2022 και από 9/1/2023 έως 11/2/2023, το πλοίο εκτελούσε καθημερινά το δρομολόγιο Πειραιάς-Ηράκλειο-Σούδα και επιστροφή με ώρα αναχώρησης από τον Πειραιά 21:00 και ώρα άφιξης στον Πειραιά τη μεθεπόμενη ημέρα μετά την αναχώρησή του στις 06:30, με ενδιάμεση άφιξη στην Σούδα στις 10:00 της επόμενης μέρας μετά την αρχική αναχώρηση από τον Πειραιά, με εξαίρεση τις Παρασκευές και τα Σάββατα κάθε εβδομάδας όταν εκτελείτο μόνο το βραδινό δρομολόγιο Πειραιάς- Ηράκλειο ή Ηράκλειο-Πειραιάς, με ώρα αναχώρησης από το ένα λιμάνι στις 21:00 και ώρα άφιξης στο άλλο λιμάνι τις 06:30. Κατά το χρονικό διάστημα από 12/9/2022 έως 17/9/2022, από 24/9/2022 έως 30/9/2022 και από 11/4/2023 έως 20/4/2023, το πλοίο εκτελούσε καθημερινά το δρομολόγιο Πειραιάς-Ηράκλειο-Σούδα και επιστροφή με ώρα αναχώρησης από τον Πειραιά 21:00 και ώρα άφιξης στον Πειραιά τη μεθεπόμενη ημέρα μετά την αναχώρησή του στις 06:30, με ενδιάμεση άφιξη στην Σούδα στις 10:00 της επόμενης μέρας μετά την αρχική αναχώρηση από τον Πειραιά, όλες τις ημέρες της εβδομάδας. Κατά το χρονικό διάστημα από 1/7/2022 έως 11/9/2022, από 18/9/2022 έως 23/9/2022, από 1/10/2022 έως 16/11/2022, από 4/1/2023 έως 8/1/2023, από 12/2/2023 έως 10/4/2023 και από 21/4/2023 έως 14/7/2023, εκτελούσε καθημερινά το δρομολόγιο Πειραιά – Ηράκλειο Κρήτης με αναχώρηση από το λιμάνι του Πειραιά στις 21:00, άφιξη στο Ηράκλειο στις 06:30 της επομένης, αναχώρηση από το Ηράκλειο στις 21:00 και άφιξη στον Πειραιά στις 06:30 της επομένης, με εξαίρεση τις ημέρες που εκτελέστηκαν και ημερήσια δρομολόγια και, συγκεκριμένα: α) Κατά τις ημερομηνίες 14/7/2022 (Πέμπτη), 16/7/2022 (Σάββατο), 21/7/2022 (Πέμπτη), 23/7/2022 (Σάββατο), 28/7/2022 (Πέμπτη), 30/7/2022 (Σάββατο), 4/8/2022 (Πέμπτη), 6/8/2022 (Σάββατο), 11/8/2022 (Πέμπτη), 13/8/2022 (Σάββατο), 18/8/2022 (Πέμπτη), VΛ 21/8/2022 (Κυριακή), κατά τις οποίες το πλοίο εκτελούσε τα εξής ημερήσια δρομολόγια: αναχωρούσε από Πειραιά στις 10:00 (έχοντας καταπλεύσει εκεί στις 06:30), έφτανε στη Μήλο στις 14:30, αναχωρούσε από τη Μήλο στις 14:45, έφτανε στο Ηράκλειο στις 18:45 και έφευγε από Ηράκλειο στις 21:30 με κατεύθυνση τον Πειραιά και τις ημερομηνίες 29/6/2023 (Πέμπτη), 6/7/2023 (Πέμπτη), 11/7/2023 (Τρίτη) και 13/7/2023 (Πέμπτη) κατά τις οποίες το πλοίο εκτελούσε τα εξής ημερήσια δρομολόγια: αναχωρούσε από Πειραιά στις 09:30 (έχοντας καταπλεύσει εκεί στις 06:30), έφτανε στη Μήλο στις 13:30, αναχωρούσε από τη Μήλο στις 13:45, έφτανε στο Ηράκλειο στις 18:45 και έφευγε από Ηράκλειο στις 21:30 με κατεύθυνση τον Πειραιά, β) Κατά τις ημερομηνίες 26/7/2022 (Τρίτη), 2/8/2022 (Τρίτη), 9/8/2022 (Τρίτη), 20/8/2022 (Σάββατο) και 27/8/2022 (Σάββατο) το πλοίο εκτέλεσε και ημερήσιο δρομολόγιο στη γραμμή Πειραιάς-Ηράκλειο, αναχωρώντας στις 10:00 μετά τον κατάπλου του στις 06:30, και φτάνοντας στο άλλο λιμάνι του δρομολογίου στις 18:30 και αναχωρώντας εκ νέου στις 21:00. Επίσης, κατά τις ημερομηνίες 11/4/2023 (Τρίτη), 13/4/2023 (Πέμπτη) και 18/4/2023 (Τρίτη) το πλοίο εκτέλεσε και ημερήσιο δρομολόγιο στη γραμμή Πειραιάς-Ηράκλειο, αναχωρώντας στις 09:30 μετά τον κατάπλου του στις 06:30, και φτάνοντας στο άλλο λιμάνι του δρομολογίου στις 18:30 και αναχωρώντας εκ νέου στις 21:00. Τέλος κατά το χρονικό διάστημα από 17/11/2022 έως 28/11/2022 το «ΚΠ» ήταν ακινητοποιημένο και επ’ αυτού εκτελούνταν εργασίες ετήσιας επιθεώρησης. Να σημειωθεί ότι τα ανωτέρω εκτελεσθέντα δρομολόγια του ένδικου πλοίου, οι ώρες κατάπλου και απόπλου του πλοίου στους λιμένες άφιξης και αναχώρησης καθώς και οι χρόνοι ακινητοποίησης του πλοίου δεν αμφισβητούνται ειδικότερα από την εναγόμενη με σχετικό λόγο έφεσης. Ακολούθως, ο ενάγων παρείχε την εργασία του με την ειδικότητα του ναύτη, η οποία συνίστατο στην εκτέλεση εργασιών συντήρησης, καθαρισμού, του πλοίου, όπως χρωματισμοί, ματσακόνι, επισκευές διαφόρων ζημιών, καθαριότητα στο κατάστρωμα και στο γκαράζ, πρόσδεσης και απόδεσης πλοίου, φόρτωσης και εκφόρτωσης οχημάτων κα απασχόλησής του στην αποθήκη του γκαράζ, με τις αποσκευές και τα ασυνόδευτα δέματα. Επιπλέον ο ίδιος ισχυρίζεται ότι καθ’ όλο το ένδικο χρονικό διάστημα της ναυτολόγησής του απασχολούταν επί 12 ώρες ημερησίως και επί 16 ώρες όταν εκτελούταν και ημερήσιο δρομολόγιο, εργαζόμενος σε δύο τετράωρες βάρδιες φυλακές και επιπλέον επί τέσσερις ή οκτώ κατά περίπτωση ώρες εκτελώντας τα συναφή με την ειδικότητά του καθήκοντα ως αυτά ανωτέρω αναφέρθηκαν και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων εκεταμένες εργασίες καθαριότητας, συμμετοχή στις εργασίες απόπλου και κατάπλου. Αντιθέτως η εναγομένη υποστηρίζει ότι η πραγματική απασχόληση του του δεν υπερέβαινε σε ημερήσια βάση τις δέκα με έντεκα ώρες, αν δε τυχόν παρίστατο ανάγκη για υπερωριακή απασχόληση αυτή έχει εξοφληθεί από μέρους της. Επί του ερειδόμενου τούτου θέματος της ημερήσιας απασχόλησης του ενάγοντος πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Ο ενάγων κατά κύριο λόγο παρείχε την εργασία του στο πλοίο με το σύστημα των βαρδιών, οπότε και εκτελούσε κανονικά τις δύο τετράωρες φυλακές του 0:00 – 4:00, και 12:00 – 16:00 ή 4:00 – 8:00 και 16:00 – 20:00 ή 08:00 – 12:00 και 20:00 – 24:00. Επιπλέον πριν και μετά τη λήξη της απασχόλησης του στην υπηρεσία φυλακής, όπου εκεί εξαντλείτο το νόμιμο οκτάωρο ημερήσιας απασχόλησης του ο ενάγων εξακολουθούσε να παρέχει την εργασία του επί τρίωρο ημερησίως όταν το πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Ηράκλειο ενώ όταν εκτελούσε το τριγωνικό δρομολόγιο Πειραιάς – Ηράκλειο Σούδα παρείχε επιπλέον εργασία για χρονικό διάστημα έξι ωρών. Σε αυτές τις επιπλέον ώρες εργασίας, πέραν του νομίμου οκταώρου, ο ενάγων απασχολείτο με εργασίες της ειδικότητας του, όπως καθαρισμό γκαράζ, βάψιμο, εργασίες συντήρησης, ασφάλισης- απασφάλισης οχημάτων στο γκαράζ με την επισήμανση ότι για την υπηρεσία της έχμασης των οχημάτων οι ναυτικοί ελάμβαναν ιδιαίτερη αμοιβή. Λαμβανομένων υπόψη: α) των συνθηκών και περιστάσεων που επικρατούσαν στο εν λόγω πλοίο, β) της συνομολογούμενης αλλά και προκύπτουσας από τις αποδείξεις της μισθοδοσίας του ενάγοντος, σταθερής καταβολής κάθε μήνα του ενδίκου χρονικού διαστήματος χρηματικών ποσών για αμοιβή υπερωριακής εργασίας, τόσο κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές, όσο και κατά τα Σάββατα και τις αργίες, την οποία συνομολογεί άλλωστε και η εκκαλούσα – εφεσίβλητη με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, καθώς προσδιορίζει το χρονικό διάστημα ημερήσιας απασχόλησης του ενάγοντος μεταξύ 10 και 11 ωρών ημερησίως, γ) της ειδικότητας του ενάγοντος και εντεύθεν της φύσης και του αντικειμένου της απασχόλησής του, καθόσον αυτός συμμετείχε καθημερινά σε δύο τετράωρες βάρδιες φυλακής, επιπλέον δε ασκούσε και άλλα συναφή με την ειδικότητα του καθήκοντα στο γκαράζ του πλοίου (καθαριότητας και συντήρησης/επισκευών), δ) του γεγονότος ότι το πλοίο της εναγομένης διατηρούσε πάντοτε πλήρη την ανά περίοδο αναγκαία κατά νόμο σύνθεση πληρώματος και ε) της αυξημένης επιβατικής κίνησης ιδίως κατά τις θερινές περιόδους, κρίνεται ότι προς εξυπηρέτηση των αναγκών που ανέκυπταν από τις ως άνω συνθήκες λειτουργίας του πλοίου ο ενάγων παρείχε ημερήσια υπερωριακή εργασία, κατά μέσο όρο, τις μεν καθημερινές και τις Κυριακές επί τρεις (3) ώρες ημερησίως, τα δε Σάββατα και τις αργίες επί έντεκα (11) ώρες την ημέρα, τις δε ημέρες που εκτελούταν και ημερήσιο δρομολόγιο το ωράριο εργασίας του διαμορφωνόταν σε δεκατέσσερις (14) ώρες ημερησίως πραγματοποιώντας υπερωρία έξι (6) και δεκατεσσάρων (14) ωρών αντίστοιχα, απορριπτομένων ως αβάσιμων των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων για περισσότερες ή λιγότερες ώρες ημερήσιας απασχόλησης. Κατά συνέπεια η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα ίδια ως προς το όρια ημερήσιας απασχόλησης του ενάγοντος επί του πλοίου δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, τα όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες και των δύο εφέσεων σχετικά με τα ημερήσια χρονικά όρια εργασίας του ενάγοντος με τον πρώτο λόγο της έφεσης καθενός από αυτούς πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα.
Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955, ατομική σύμβαση εργασίας, καταρτιζόμενη από κάποιον που δεσμεύεται από Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Σ.Σ.Ε.), θεωρείται ότι περιέχει αυτοδικαίως τους καθορισθέντες στη Σ.Σ.Ε. όρους, ακυρουμένων των τυχόν αντίθετων συμφωνιών. Όμως, όροι ατομικής σύμβασης εργασίας ευνοϊκότεροι για το μισθωτό από τους διαλαμβανόμενους σε Σ.Σ.Ε. είναι επικρατέστεροι. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκαν αποδοχές υπέρτερες των προβλεπόμενων από τη Σ.Σ.Ε. και περιλήφθηκε όρος ότι κάθε άλλη παροχή θα καλύπτεται από τις καταβαλλόμενες πέραν των νόμιμων, ο όρος είναι ισχυρός. Τούτο ισχύει όχι μόνο για τις αποδοχές που υφίστανται κατά το χρόνο της σύναψης της ατομικής εργασιακής σύμβασης, αλλά και για τις μέλλουσες, δηλαδή και για εκείνες οι οποίες θεσπίσθηκαν μετά την κατάρτιση της σχετικής σύμβασης. Επίσης, τα προαναφερθέντα ισχύουν και για τις αξιώσεις από ναυτική εργασία οι οποίες θεμελιώνονται σε ειδικές διατάξεις που καθορίζουν κατ’ αποκοπή το ποσό της δικαιούμενης αμοιβής για πρόσθετη υπερωριακή εργασία, διότι η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ν.δ. 4020/1959, η οποία προβλέπει ακυρότητα της σύμβασης κάλυψης των υπερωριακών αμοιβών με τις πέραν των ελάχιστων ορίων συμβατικές αποδοχές στη χερσαία εργασία, δεν εφαρμόζεται στην πάγια κατ’ αποκοπή αμοιβή υπερωριών που προβλέπουν οι Συλλογικές Συμβάσεις Ναυτικής Εργασίας (Σ.Σ.Ν.Ε) για μερικές ειδικότητες ναυτικών, όπως, εν προκειμένω του ναύτη, η οποία μάλιστα, φέρει το χαρακτήρα όχι αποζημίωσης, αλλά πρόσθετης αμοιβής. Συνεπώς, εάν συμφωνηθεί μεταξύ των συμβληθέντων στη σύμβαση ναυτικής εργασίας και καταβάλλεται τακτικώς και παγίως στο ναυτικό κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών του, εκτός του προβλεπόμενου από την οικεία Σ.Σ.Ν.Ε. μισθού και πρόσθετο χρηματικό ποσό, αποκαλούμενο στη ναυτική ορολογία «επιμίσθιο», ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, της δραστηριότητος και του ζήλου τούτου στην εκτέλεση των καθηκόντων του, άνευ προβλέψεως «καταλογισμού» αυτού προς άλλες αποδοχές, το πρόσθετο τούτο ποσόν αποτελεί μέρος του μισθού και όχι δωρεάν παροχή του πλοιοκτήτη, ελευθέρως ανακλητή ή δυναμένη μονομερώς να καταλογισθεί προς άλλες αξιώσεις του ναυτικού, απορρέουσες από τη σύμβαση. Όμως, το ως άνω πρόσθετο χρηματικό ποσό («επιμίσθιο») μπορεί να συμψηφισθεί προς τις προβλεπόμενες από τις οικίες Σ.Σ.Ν.Ε. αποδοχές, μόνον τότε, όταν υπήρξε σχετική συμφωνία στη σύμβαση ναυτικής εργασίας περί του καταλογισμού αυτών στις παρεχόμενες συμβατικές αποδοχές. Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή δεν έχει συμφωνηθεί κάτι τέτοιο ορισμένως και ειδικώς μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ο εργοδότης δεν έχει τη δυνατότητα να προβεί στον ως άνω συμψηφισμό, περιορίζοντας έτσι μονομερώς τις συμβατικές αποδοχές του εργαζομένου (Α.Π. 1013/2003, Α.Π. 225/2002, Εφ.Πειρ. 48/2021, Εφ.Πειρ. 196/2020).
Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του ο εκκαλών – ενάγων διατείνεται ότι η εκκαλουμένη κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ως βάσιμη κατ΄ουσίαν την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση της εναγομένης περί συμψηφισμού του ειδικότερου κονδυλίου με την ένδειξη <<προμήθεια φορτωτικών>> με τις απαιτήσεις του από υπερωριακή εργασία, ποσού 266,59 ευρώ για το έτος 2022 και 207,19 ευρώ για το έτος 2023. Επί του λόγου αυτού της έφεσης πρέπει να λεχθούν τα εξής: Σύμφωνα με σχετικό όρο που έχει αποτυπωθεί στις έγγραφες συμβάσεις ναυτικής εργασίας του ενάγοντος <<οι άνω αμοιβές – παροχές υπό στοιχείο β΄και γ΄ που αναφέρονται στην αμοιβή της υπερωριακής εργασίας του ενάγοντος και στα ποσοστά τα οποία αναφέρονται συνολικά για τη συγκεκριμένη επιστασία στο παράρτημα Ι του παρόντος το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης καθώς και οποιοδήποτε ποσό ήθελε καταβληθεί στο ναυτικό πέραν των προαναφερόμενων, υπόκειται σε συμψηφισμό με τυχόν αξιώσεις του για παροχή υπερωριακή εργασίας. Ειδικότερα στο παράστημα Ι της σύμβασης στην επιστασία καταστρώματος προβλέπεται η κατηγορία α) εισπράξεις από καθαρούς ναύλους και β) φορτοαποδείξεις, όροι οι οποίοι προέκυψαν από τη μετάφραση των αγγλικών όρων <<net fare>> & <<bill landing from unaccompanied items>>. Η εναγομένη επικαλούμενη τον παρόντα όρο των συμβάσεων ναυτικής εργασίας του ενάγοντος προέτεινε σε συμψηφισμό τις αμοιβές που κατέβαλε στον ενάγοντα με τον τίτλο <<προμήθεια φορτωτικών>> προς μερική απόσβεση της καταψηφισθείσας με την εκκαλουμένη ανταπαίτησης του τελευταίου που προέκυψε από την αξίωση του για την καταβολή υπερωριακής αμοιβής. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην άνω μείζονα σκέψη προκύπτει ότι μεταξύ των συμβληθέντων διαδίκων μερών προβλέφθηκε ορισμένος και ειδικός όρος περί καταλογισμού της πρόσθετης αυτής αμοιβής στις παρεχόμενες συμβατικές αποδοχές του ενάγοντος που προβλέπονταν από την οικεία Σ.Σ.Ν.Ε, δεδομένου ότι στο στοιχείο β του αριθμού των ενδίκων συμβασεων ναυτικής εργασίας προβλέφθηκε συγκεκριμένη αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος από ευρώ 1.154,28 ευρώ που αντιστοιχεί σε 125 ώρες υπερωριακής απασχόλησης, η δε παραπομπή στο στοιχείο Γ του ίδιου αριθμού που προβλέπει για τις αμοιβές του παραρτήματος Ι, οι οποίες προσδιορίζονται σε ποσοστά που κατανέμονται με ευθύνη του εκάστοτε προισταμένου της επιστασίας καθιστά αμφότερα τα κονδύλια πλήρως ορισμένα και οριστά δυνάμενα να υποβληθούν μεταξύ τους σε συμψηφισμό. Πλέον συγκεκριμένα στις επίδικες συμβάσεις εργασίας προσδιορίζονται κατά ποιόν και ποσόν οι υπέρτερες αποδοχές του ενάγοντος από την υπερωριακή του απασχόληση οι οποίες θα μπορούσαν να συμψηφίζονται στο μέλλον με υποχρεώσεις της εναγομένης στον ενάγοντα ενώ υπάρχει και η απαιτούμενη συμβατική πρόβλεψη δυνάμει της οποίας η εναγόμενη εργοδότρια θα είχε τη δυνατότητα να προβεί στο συμψηφισμό αυτών με την επίδικη πρόσθετη αμοιβή, περιορίζοντας μονομερώς τις συμβατικές αποδοχές του ενάγοντος. Κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω ο ενάγων με βάση τις ένδικες συμβάσεις εργασίας του γνωρίζει το ποιόν της επίδικης παροχής, τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται αυτή μηνιαίως οπότε, όπως εκτέθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψη, η εργοδότρια εναγόμενη δύναται να προβεί στο συμψηφισμό αυτών, περιορίζοντας τις συμβατικές αποδοχές του. Επομένως, η εκκαλούμενη απόφαση που δέχθηκε τα ίδια με την αιτιολογία ότι τα συμβληθέντα μέρη συμφώνησαν ώστε να συμψηφίζονται τα ως άνω χορηγούμενα ποσά (έκτακτες αμοιβές) με την πρόσθετη αμοιβή από υπερωριακή εργασία του ενάγοντος ορθά εφάρμοσε το νόμο και (άρθρα 361 και 440 Α.Κ. και 262 Κ.Πολ.Δ.) και εκτίμησε τις αποδείξεις (συμβάσεις ναυτικής εργασίας ενάγοντος), τα όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών – ενάγων με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 και 13 § 1 των εν λόγω ΣΣΝΕ οι ώρες υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας εν πλω και στο λιμένα ορίζονται σε σαράντα (40) εβδομαδιαίως δηλαδή οκτώ (8) ώρες ημερησίως από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 6, για τις διανυόμενες μηνιαίως Κυριακές εν πλω και στο λιμένα καταβάλλεται ιδιαίτερη αμοιβή, υπό τύπο επιδόματος, για τις μέχρι οκταώρου εργασίες κατά Κυριακή, ανερχόμενη μηνιαίως σε ποσοστό 22% επί του βασικού μισθού. Όπως διευκρινίζεται δε με την § 2 του ίδιου άρθρου, το επίδομα αυτό θα καταβάλλεται σε όλο το πλήρωμα και για όλες τις Κυριακές, ανεξαρτήτως παροχής υπηρεσίας εκ μέρους του. Η διευκρίνιση αυτή έχει προδήλως την έννοια ότι, εάν παρασχεθεί παρά ταύτα εργασία εντός του οκταώρου, αυτή δεν θεωρείται υπερωριακή, αλλά εμπίπτει στην αμοιβή του 22% του βασικού μισθού, που καλύπτει το επίδομα αυτό, ενώ υπερωριακή είναι η πέραν του οκταώρου εργασία της Κυριακής, αμειβομένη, όμως, με προσαύξηση 25% και όχι 50% (ΕφΠειρ 144/2024). Επίσης, εξ ολοκλήρου υπερωριακά αμείβεται και η εργασία που παρέχεται κατά τα Σάββατα και τις αργίες, δηλαδή την 1η του έτους, την εορτή των Θεοφανίων, την Καθαρά Δευτέρα, την 25η Μαρτίου, τη Μεγάλη Παρασκευή, την Δευτέρα του Πάσχα, την εορτή του Αγίου Γεωργίου, την 1η Μαΐου, την εορτή της Αναλήψεως, την 15η Αυγούστου, την 14η Σεπτεμβρίου, την 28η Οκτωβρίου, την εορτή του Αγίου Νικολάου, την εορτή των Χριστουγέννων, την 26η Δεκεμβρίου και τις καθορισμένες ως ημέρες αργίας τοπικές εορτές ελληνικών λιμένων ναυλοχΐας του πλοίου, όπως προκύπτει από το σχετικό άρθρο 18 της ως άνω ΣΣΝΕ. Η πρόσθετη υπερωριακή απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις ως άνω αργίες αμείβεται ανά ώρα με βάση το ωρομίσθιο, που κατ’ άρθρο 13 § 1 εδαφ. β’ και γ’ της ιδίας ΣΣΝΕ υπολογίζεται ως πηλίκο της διαιρέσεως του μισθού ενέργειας, όπως αυτός καθορίζεται στη διάταξη του άρθρου 1 § 1 αυτής, δια του αριθμού των ωρών της μηνιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης των ναυτικών, δηλαδή δια του αριθμού εκατόν εβδομήντα τρία (52 εβδομάδες του έτους -i- 12 μήνες = 4,33 Χ 40 ώρες εβδομαδιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης = 173). Ακολούθως, το ωρομίσθιο προσαυξάνεται κατά 50% (άρθρο 13 § 5). Επίσης, η υπερωριακή εργασία που παρέχεται κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές (πέραν του πρώτου οκταώρου εργασίας) αμείβεται ανά ώρα με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% (όρθρο 13 § 2). Καθ όλο δε το χρονικό διάστημα η εναγομένη δυνάμει ρητού όρου των ένδικων συμβάσεων ναυτικής εργασίας κατέβαλε παγίως σταθερό μηνιαίο ποσό για την υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος ανερχόμενο κατά περιόδους στα ποσά των 1.154,28€, 1.133,32€, 1.075,94€. Στη προκειμένη περίπτωση με βάση τις ανωτέρω παραδοχές αναφορικά με τα χρονικά όρια ημερήσιας απασχόλησης του ενάγοντος στο πιο πάνω πλοίο και τις ρυθμίσεις εκάστης εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ, ο ενάγων διατηρεί από τις ένδικες ναυτολογήσεις του τις ακόλουθες αξιώσεις και δικαιούται τα ακόλουθα ποσά: I. 1) Για το χρονικό διάστημα από 21-1-2022 έως 16-11-2022 (αφού αφαιρεθούν οι μέρες που έλαβε διανυκτέρευση ως κατωτέρω αναφέρεται και δεν απασχολήθηκε υπερωριακά) και δη α) για την απασχόλησή του επί 28 Σάββατα και 3 αργίες και συνολικώς επί 31 ημέρες και (31X11 ώρες-) 341 ώρες, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (341X10,76€ εκάστη ώρα=) 3.669,16€, επί 13 Σάββατα και 5 αργίες και συνολικώς επί 18 ημέρες και (18X14=) 252 ώρες και (252X10,76=) 2.711,52€, επί δε 2 Σάββατα που ήταν το πλοίο ακινητοποιημένο απασχολήθηκε επί 8 ώρες υπερωριακά και συνολικά επί 16 ώρες, το ποσό των (16X10,76=) 172,16€ και συνολικά το ποσό των 6.552,84€, έναντι του οποίου έλαβε ως συνομολογεί ποσό 4.235,72€, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 2.317,12€ έναντι του οποίου έλαβε ως συνομολογεί ποσό 4.235,72€, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 2.317,12€ και β) για την απασχόλησή του για το χρονικό διάστημα από 4.1.2023 έως 14.7.2023 επί 89 καθημερινές και 17 Κυριακές και συνολικά για (106Χ3ώρες=) 318 ώρες το ποσό των (318X8,96€=) 2.849,28€, και για 111 καθημερινές και 23 Κυριακές και συνολικά για (134X6 ώρες=) 804 ώρες, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (804X8,96=) 7.203,84€ και συνολικά το ποσό των 10.053,12€, έναντι του οποίου ο ενάγων έλαβε ποσό 7.538,45€, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 2.514,67 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί, κατά τα ανωτέρω το ποσό των 266,59 € που υποβλήθηκε σε συμψηφισμό, οπότε ο ενάγων για την υπερωριακή απασχόλησή του καθημερινές και Κυριακές δικαιούται το ποσό των (2.514,67-266,59=) 2.248,08€, β) για την απασχόλησή του επί 89 καθημερινές και 17 Κυριακές και συνολικά για (106Χ3ώρες=) 318 ώρες το ποσό των (318X8,96€=) 2.849,28€, και για 111 καθημερινές και 23 Κυριακές και συνολικά για (134X6 ώρες=) 804 ώρες, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (804X8,96=) 7.203,84€ και συνολικά το ποσό των 10.053,12€, έναντι του οποίου ο ενάγων έλαβε ποσό 7.538,45€, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 2.514,67 ευρώ από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 207,19 ευρώ λόγω συμψηφισμού κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα του κονδυλίου με τον τίτλο <<προμήθεια φορτωτικών>>, οπότε ο ενάγων για την υπερωριακή απασχόλησή του καθημερινές και Κυριακές δικαιούται το ποσό των (2.514,67-266,59=) 2.248,08€.
Από την διάταξη του άρθρου 14 των προαναφερθείσας ΣΣΝΕ 2022 και 2023, σε συνδυασμό προς εκείνες των §§ 1, 2, 3 και 7 της με αριθμό 70109/8008/14.12.1982 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα προς τους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β 1/7.1.1982), με τις οποίες εφαρμόζεται η όμοια με αυτήν με αριθμό 19040/1981 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της Χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου» (ΦΕΚ Β 742/9.12.1981), προκύπτει ότι οι ναυτικοί, τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των οποίων αυτή διέπει, δικαιούνται επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ίσων προς ένα [1] μηνιαίο μισθό και προς μισθό δεκαπέντε [15] ημερών αντιστοίχως, εάν η σχέση εργασίας διήρκεσε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου και από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου αντιστοίχως ή, εάν η σχέση εργασίας δεν διήρκεσε ολόκληρα τα αντίστοιχα ως άνω χρονικά διαστήματα, αναλογία 2/25 του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα και 1/15 του ημίσεως του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο οκταήμερο χρονικό διάστημα αντιστοίχως ή, επί χρονικού διαστήματος μικρότερου του δεκαεννεαημέρου ή του οκταημέρου, ανάλογο κλάσμα. Επιπλέον, για τον υπολογισμό των προαναφερόμενων επιδομάτων λαμβάνεται υπόψη ο πραγματικά καταβαλλόμενος μισθός την 10η Δεκεμβρίου και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα, αντιστοίχως, δηλαδή το σύνολο των τακτικών αποδοχών του ναυτικού, στις οποίες περιλαμβάνονται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας που παρέχει ο ναυτικός τακτικώς, κάθε μήνα ή περιοδικώς, κατ’ επανάληψη και καθ’ ορισμένα διαστήματα χρόνου (ΜονΕφΠειρ. 603/2015, ΜονΕφΠειρ. 86/2014, ΜονΕφΠειρ. 23/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, ως τέτοιες αποδοχές προσδιορίζονται ενδεικτικώς στην πιο πάνω Υπουργική Απόφαση: α) η προσαύξηση της νόμιμης και τακτικής αμοιβής της εργασίας κατά τις Κυριακές, εφόσον δίδεται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας του κατά τις ημέρες αυτές τακτικά κάθε μήνα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στον μισθωτό για νόμιμη υπερωριακή εργασία. Εφόσον η πρόσθετη αυτή αμοιβή για την παροχή υπερωριακής εργασίας δεν καταβάλλεται υπό μορφή επιδόματος παγίως και τακτικώς κατά μήνα, υπολογίζεται κατά μέσο όρο, αν κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα καταβάλλεται τακτικώς, γ) το επίδομα αδείας και το αντίτιμο τροφής είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτουσίως, διότι αποτελεί συμβατικό αντάλλαγμα των υπηρεσιών του ναυτικού, λόγω του είδους και της φύσης της εργασίας του πάνω στο πλοίο (ΑΠ 1013/2003, ΔΕΕ 2004/212 = ΕΝαυτΔ 2003/345, ΜονΕφΠειρ. 430/2014, ΜονΕφΠειρ. 361/2014, ΜονΕφΠειρ. 56/2014, ΜονΕφΠειρ. 83/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 587/2011, ΕΝαυτΔ 2012/19, ΕφΠειρ. 521/2009, ΕΝαυτΔ 2009/273), καθώς και οι λοιπές τακτικές παροχές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (ΜονΕφΠειρ. 647/2014, ΜονΕφΠειρ. 412/2014, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και η αποζημίωση μη πραγματοποιήσεως αδείας (ΜονΕφΠειρ. 18/2016, ΜονΕφΠειρ. 19/2016, ΜονΕφΠειρ. 371/2016, ΜονΕφΠειρ. 73/2016, ΜονΕφΠειρ. 160/2014, ΜονΕφΠειρ. 36/2014, ΜονΕφΠειρ. 71/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 506/2011, ΕΝαυτΔ 2011/387), όπως και το επίδομα άγονης γραμμής του άρθρου 7 της ως άνω ΣΣΝΕ (ΜονΕφΠειρ. 496/2015, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 861/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 500/2012, αδημ., ΕφΠειρ. 46/2011, ΕΝαυτΔ 2011/97, ΕφΠειρ. 343/2009, αδημ.). Συνυπολογιστέα δεν είναι καταρχήν η πρόσθετη αμοιβή για τα δρομολόγια εξπρές, αφού αυτή, όταν δεν καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα, δεν έχει το χαρακτήρα τακτικής παροχής (ΜονΕφΠειρ. 496/2015, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 164/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 328/2014, ο.π., ΕφΠειρ. 177/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 517/2011, αδημ.) και συνυπολογίζεται μόνον αν πραγματοποιούνται τακτικά δρομολόγια εξπρές και η αντίστοιχη προς αυτά πρόσθετη αμοιβή καταβάλλεται αδιαλείπτως (ΤριμΕφΠειρ. 66/2013, ΜονΕφΠειρ. 590/2014, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 364/2012, αδημ.). Αντιθέτως, το κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 § 1 και 20 της ως άνω ΣΣΝΕ μηνιαίως καταβαλλόμενο στα μέλη του κατώτερου πληρώματος των επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων, επίδομα ιματισμού τους για την αντιμετώπιση των δαπανών προμήθειας της καθιερωμένης στολής του Εμπορικού Ναυτικού, την οποία υποχρεούνται να φέρουν δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων δώρων εορτών (ΜονΕφΠειρ. 676/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 434/2013, ΕΝαυτΔ 2013/204, ΜονΕφΠειρ. 377/2011, ΕΝαυτΔ 2011/262), για το λόγο ότι δεν αποτελεί παροχή καταβαλλόμενη ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, αφού, όπως σαφώς από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, αιτία της χορηγήσεώς του αποτελεί η εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών του πλοίου (ΑΠ 774/2003, ΕΕΔ 2005/237 = ΔΕΝ 59/1300 = Δνη 2005/123, ΑΠ 226/2003, ΕΕΔ 2004/790 = ΔΕΝ 59/1138, ΤριμΕφΠειρ. 177/2012, ΠειρΝ 2012/354, ΤριμΕφΠειρ. 377/2011, ΕΝαυτΔ 2011/262, ΕφΠειρ. 283/2009, ΕΝαυτΔ 2009/102, ΜονΕφΠειρ. 347/2016, αδημ., ΜονΕφΠειρ. 671/2015, ΜονΕφΠειρ. 647/2014, ΜονΕφΠειρ. 605/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 434/2013, ΕΝαυτΔ 2013/204). Ακόμη, δεν συνυπολογίζονται τα εορταστικά επιδόματα (δώρα), καθόσον αυτά δεν περιλαμβάνονται στην έννοια των μηνιαίων αποδοχών, αφού κατά το άρθρο 14 της ως άνω ΣΣΝΕ δεν καταβάλλονται τακτικά κάθε μήνα ως αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας που προσφέρεται, αλλά «επ’ ευκαιρία των εορτών Χριστουγέννων, Νέου έτους και Πάσχα» (Εφ.Πειρ. 569/2022, Εφ.Πειρ. 194/2022, Εφ.Πειρ. 423/2021, Εφ.Πειρ. 397/2020, www.efeteio-peir.gr), ούτε η αμοιβή για εκτέλεση έξτρα εργασιών, εάν δεν καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα (Εφ.Πειρ. 237/2016, Εφ.Πειρ. 164/2014, Εφ.Πειρ. 434/2013, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, π.ρ.β.λ. και Εφ.Πειρ. 569/2022, Εφ.Πειρ. 543/2022, δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Στη προκειμένη περίπτωση με βάση τα ανωτέρω ο ενάγων για δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα ετών 2022 και 203 δικαιούται τα εξής: Βάσει των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος για το έτος 2022 που ανέρχονται σε ποσό 4.261,61€ [1.240,91€ μισθός ενεργείας+273€ επίδομα Κυριακών + 37,74€ επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας + 617,40€ μηνιαίο αντίτιμο τροφής + 442,97€ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας + 1.649,59€ μέσος όρος υπερωριακής αμοιβής (16.605,96€ η αμοιβή για υπερωρίες /302 ημέρες εργασίας Χ30 ημέρες)], αυτός δικαιούται α) για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2022 δεδομένου ότι απασχολήθηκε από 21-1-2022 έως 30-4-2022 (100 ημέρες) ποσό ίσο με το 1/15 του μισού των μηνιαίων αποδοχών του για κάθε 8 ημέρες εργασίας και δη ποσό 1.775,67€ (4.261,61€ /2Χ1/15Χ12,5 οκταήμερα), έναντι του οποίου έλαβε ποσό 1.385,84€, που συνομολογεί ο ενάγων και αποδεικνύεται και από την κατάσταση μισθοδοσίας, οπότε και προκύπτει οφειλόμενο υπόλοιπο από ευρώ 389,83 κατόπιν της προληθείσας πρωτοβαθμίως νόμιμης ένστασης εξόφλησης της εναγομένης, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν χωρίς η παραδοχή αυτή να πλήττεται με ιδιαίτερο λόγο έφεσης, β) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2022, δεδομένου ότι απασχολήθηκε από 1-5-2022 έως 28-11-2022 (212 ημέρες), ποσό ίσο με τα 2/25 των μηνιαίων αποδοχών του για κάθε 19 ημέρες εργασίας και δη ποσό 3.803,74€ (4.261,61€ Χ2/25Χ11,157 δεκαεννιαήμερα), έναντι του οποίου έλαβε ποσό 2.778,51€, οπότε και οφείλεται το υπόλοιπο από ευρώ 1.025,23,κατόπιν της υποβληθείσας σχετικής ένστασης εξοφλήσεως, η οποία έγινε δεκτή εν μέρει βάσιμη κατ΄ουσίαν από την εκκαλουμένη, χωρίς η κρίση της αυτή να έχει αμφισβητηθεί με ιδιαίτερο λόγο έφεσης. Βάσει των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος για την χρονική περίοδο του έτους 2023 ανέρχονται σε ποσό 4.261,92€ [1.315,36€ μισθός ενεργείας+289,38€ επίδομα Κυριακών + 40€ επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας + 654,30€ μηνιαίο αντίτιμο τροφής + 473,76€ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας + 1.489,12€ μέσος όρος υπερωριακής αμοιβής (9.530,4€ η αμοιβή για υπερωρίες /192 ημέρες εργασίας Χ30 ημέρες)], αυτός δικαιούται α) για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2023 δεδομένου ότι απασχολήθηκε από 4-1-2023 έως 30-4-2023 (117 ημέρες) ποσό ίσο με το 1/15 του μισού των μηνιαίων αποδοχών του για κάθε 8 ημέρες εργασίας και δη ποσό 2.077,68€ (4.261,92€/2Χ1/15Χ14,625 οκταήμερα), έναντι του οποίου έλαβε ποσό 1.577,82€, ως αποδεικνύεται και από την κατάσταση μισθοδοσίας, οπότε οφείλεται το υπόλοιπο από ευρώ 499,86€, κατά μερική παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας της προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης εξόφλησης, η οποία δεν αμφισβητείται ειδικότερα με συγκεκριμένο λόγο έφεσης, β) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2023, δεδομένου ότι απασχολήθηκε από 1-5-2023 έως 14-7-2023 (75 ημέρες) ποσό ίσο με τα 2/25 για κάθε 19 ημέρες απασχόλησης και δη ποσό 1.345,746 (4.261,926X2/25X3,947 δεκαεννιαήμερα), έναντι του οποίου έλαβε ποσό 994,5€, ως αποδεικνύεται από την κατάσταση μισθοδοσίας, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 351,24€, κατά μερικ παραδοχή της προβληθείσας πρωτοβαθμίως ένστασης εξόφλησης της εναγομένης, η οποία δεν πλήττεται με ειδικό λόγο έφεσης. Κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω η εκκαλούμενη η οποία δέχθηκε τα ίδια και επιδίκασε τα ίδια ως άνω ποσά, των οποποίων μάλιστα ο αριθμητικός υπολογισμός δεν αμφισβητήθηκε από κανένα από τους διαδίκους με ειδικό λόγο έφεσης, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες των δύο υπό κρίση εφέσεων με τους τρίτο και δεύτερο λόγο των εφέσεων τους αντιστοίχως πρέπει να απορριφθούν ως κατ΄ουσίαν αβάσιμα.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 33 των Σ.Σ.Ε. Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατικών Πλοίων ετών 2022 υπό τον τίτλο «Δρομολόγια Εξπρές», προκύπτει ότι: α) σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό, την έγκριση και την εκτέλεση δρομολογίων πρέπει να προνοείται από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου και από τους πλοιοκτήτες η παραμονή των πλοίων στο λιμάνι αφετηρίας τουλάχιστον 6 ώρες πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο, προκειμένου να παρασχεθεί στον πλοίαρχο και το πλήρωμα ο αναγκαίος χρόνος ανάπαυσης καθώς και προετοιμασίας του πλοίου για το επόμενο δρομολόγιο, εάν δε αυτό, κατ’ εξαίρεση, δεν καθίσταται δυνατό, καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα πρόσθετη αμοιβή, όπως αυτή καθορίζεται στις επόμενες παραγράφους του άρθρου αυτού, β) ως δρομολόγια, για τα οποία καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα η πρόσθετη αυτή αμοιβή θεωρούνται εκείνα για την εκτέλεση των οποίων το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι αφετηρίας ή προορισμού, κατά περίπτωση, πριν περάσουν τουλάχιστον 6 ώρες από τον κατάπλου στο αντίστοιχο λιμάνι αφετηρίας ή προορισμού, γ) η πρόσθετη αυτή αμοιβή προβλέπεται για όλα τα «εξπρές» δρομολόγια, με την ως άνω έννοια, που αναφέρονται σε ακτοπλοϊκά – επιβατηγά πλοία που δεν έχουν τακτικές καθημερινές, τουλάχιστον έξι αναχωρήσεις (δρομολόγια) την εβδομάδα από το λιμάνι αφετηρίας, και υπολογίζεται κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις παραγράφους 4 και 7 του ως άνω άρθρου, βάσει των ωρών πρόωρης αναχωρήσεως του πλοίου εβδομαδιαίως, τακτικά δε θεωρούνται τα δρομολόγια εκείνα, κατά τα οποία το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι αφετηρίας σε προκαθορισμένη κάθε ημέρα ώρα, έστω και αν η ώρα απόπλου δεν είναι η ίδια κάθε ημέρα, σε εκτέλεση τακτικού δρομολογίου, δ) ειδικώς, προκειμένου περί πλοίων τα οποία έχουν τακτικές καθημερινές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας, η πρόσθετη αυτή αμοιβή καταβάλλεται για τα πέραν των πέντε δρομολόγια την εβδομάδα (παρ. 5, που αποτελεί διάταξη ειδικότερη εκείνης της παρ. 3), ε) τέλος, κατ’ εξαίρεση, που εισάγεται με την παράγραφο 6 του αυτού άρθρου, οι διατάξεις του δεν ισχύουν και δεν εφαρμόζονται, έτσι, οι ναυτικοί δεν δικαιούνται την πρόσθετη αυτή αμοιβή για δρομολόγια «εξπρές» σε ημερόπλοια, δηλαδή σε πλοία που εκτελούν πλόες κατά τις ώρες από 07.00 έως 23.00, και σε πλοία τοπικών γραμμών, εκτός εάν, κατ’ εξαίρεση, δηλαδή της εξαίρεσης αυτής (επάνοδο στον κανόνα), τα πλοία αυτά εκτελούν δρομολόγια ή επεκτείνουν τα δρομολόγιά τους τις νυκτερινές ώρες, δηλαδή κατά τις ώρες από 23.00 μέχρι 07.00 της επομένης ημέρας. Ειδικότερα, οι ναυτικοί, οι οποίοι διέπονται από τις διατάξεις των ανωτέρω Σ.Σ.Ν.Ε., δικαιούνται πρόσθετης αμοιβής για εξπρές δρομολόγια. Για τον υπολογισμό της αθροίζονται οι ώρες πρόωρης αναχώρησης του πλοίου εβδομαδιαίως, δηλαδή προ της συμπληρώσεως 6 ωρών από της αφίξεως στο λιμάνι και το άθροισμα διαιρείται διά του αριθμού 8, το δε πηλίκο αποτελεί τον αριθμό των δρομολογίων για τα οποία καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή (παρ. 4). Ακολούθως, η πρόσθετη αυτή αμοιβή υπολογίζεται ως εξής (παρ. 7): Εφόσον η διάρκεια του κυκλικού ταξιδιού (δηλαδή μετάβαση στο λιμένα ή τους λιμένας προορισμού και επιστροφή στο λιμένα αφετηρίας) είναι μεγαλύτερη των 12 ωρών, η αμοιβή είναι ίση προς το 1/30 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών. Εάν είναι μικρότερη των 12 ωρών, είναι ίση προς το ήμισυ της προβλεπόμενης αμέσως παραπάνω αμοιβής. Εάν είναι μικρότερη των 6 ωρών η αμοιβή είναι ίση προς το ήμισυ της προβλεπόμενης από το παραπάνω εδάφιο. Σημειωτέον ότι στις άνω τακτικές αποδοχές (βάσει των οποίων υπολογίζονται, εκτός της πρόσθετης αμοιβής δρομολογίων «εξπρές», και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα), συμπεριλαμβάνεται κάθε παροχή καταβαλλόμενη παγίως και σταθερώς ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του ναυτικού τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικώς σε ορισμένα χρονικά διαστήματα (Α.Π. 1224/2019, Α.Π. 1013/2003, Εφ.Πειρ. 48/2021, Εφ.Πειρ. 200/2016, Εφ.Πειρ. 442/2015, Εφ.Πειρ. 618/2014, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ. 368/2019, www.efeteio-peir.gr). Στη προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα – εναγομένη με τον τρίτο λόγο της υπό στοιχείο Β έφεσής της διατείνεται ότι η εκκαλουμένη κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων έκαμε δεκτό τον αγωγικό ισχυρισμό του εφεσιβλήτου – ενάγοντος ότι κατά τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα ναυτολόγησής του τελευταίου το πλοίο της εκτελούσε δήθεν εξπρές δρομολόγια μολονότι απέδειξε τα αντίθετα. Από τις ίδιες ως άνω αποδείξεις και δη από την αναλυτική κατάσταση μισθοδοσίας του ενάγοντος προκύπτει ότι το πλοίο της εναγομένης κατά τα διαστήματα από 1/7/2022 έως 28.8.2022 εκτέλεσε 4, 66 ταξίδια εξπρές και κατά το μήνα Αύγουστο 7,33 τέτοια ταξίδια αμείφθηκε για συνολικά 11,99 δρομολόγια εξπρές εντός του έτους 2022 με συνολικό ποσό 1050,16€. Με βάση όμως τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του όπως αυτές διαμορφώθηκαν με την υπερωριακή του απασχόληση έπρεπε να λάβει ποσό (4.261,61€Χ1/30Χ11,99=) 1.703,22€, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 653,06€. Κατά συνέπεια η εκκαλούμενη η οποία δέχθηκε ως βάσιμο κατ΄ ουσία το υπό κρίση κονδύλιο απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εκκαλούσας – εναγομένης περί μη θεμελίωσης αξιώσεως για δρομολόγια εξπρές, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις δεδομένου ότι η πληρωμή του σχετικού κονδυλίου προς τον ενάγοντα συνιστά περίπτωση εξώδικής ομολογίας αναφορικά με την εκτέλεση δρομολογίων εξπρές, οπότε πρέπει ο σχετικός λόγος της έφεσης της να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.
Ακολούθως με τον τέταρτο λόγο της έφεσης του εκκαλούντος – ενάγοντος διατείνεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία υπολόγισε εσφαλμένο μέσο όρο υπερωριακής αμοιβής στις μηνιαίες αποδοχές του με αποτέλεσμα να επιδικάσει μικρότερο ποσό από αυτό που ζήτησε με την αγωγή του έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να μεταρρυθμιστεί η απόφαση κατά το αιτούμενο στην αγωγή του χρηματικό ποσό. Πλην όμως ο λόγος αυτός της έφεσης, ο οποίος συνέχεται με τις παραδοχές του παρόντος Δικαστηρίου σχετικά με την υπερωριακή εργασία του ενάγοντος, οι οποίες ταυτίζονται με αυτές της πρωτόδικης απόφασης, οπότε και δεν διαφοροποιείται αριθμητικά συγκριτικά με το χρηματικό ποσό που επιδίκασε η εκκαλούμενη και στηρίζεται στις ίδιες ακριβώς παραμέτρους, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 της ως άνω Σ.Σ.Ν.Ε έτους 2022 κάθε πλοιοκτήτης υποχρεούται να ρυθμίζει την υπηρεσία των πλοίων του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται μία φορά το μήνα κατά τους μήνες Ιούλιο έως και Σεπτέμβριο και δύο φορές το μήνα κατά τους υπόλοιπους μήνες, η διανυκτέρευση των μελών του πληρώματος στο λιμάνι αφετηρίας ή στο λιμάνι προορισμού του δρομολογίου του πλοίου, κατά την επιθυμία του ναυτικού και εφόσον τούτο είναι δυνατόν. Σε περίπτωση που για λόγους ασφαλείας του πλοίου ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο δεν καθίσταται δυνατή η διανυκτέρευση, καταβάλλεται στο ναυτικό για κάθε μη παρεχομένη διανυκτέρευση αποζημίωση ίση με ένα ημερομίσθιο, δηλαδή το 1/22 του μισθού ενεργείας. Για την παρεχόμενη ως άνω άδεια διανυκτερεύσεως θα γίνεται από τον Πλοίαρχο μνεία στο ημερολόγιο του πλοίου που θα επικυρώνεται από την Λιμενική Αρχή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εκκαλών – ενάγων με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του ισχυρίζεται ό τι η εκκαλουμένη κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων αφαίρεσε από την αξίωση του ενάγοντος για καταβολή αντιτίμου μη χορηγηθεισών αδειών διανυκτέρευσης για το έτος 2022 μεγαλύτερο αριθμό αδειών από αυτόν που προέκυπτε από τις αποδείξεις. Ειδικότερα ο ενάγων με την αγωγή του ισχυρίζεται ότι για το έτος 2022 η εναγομένη δε του παρείχε τις προβλεπόμενες από το αρ. 16 των άνω ΣΣΝΕ άδειες διανυκτέρευσης, οι οποίες ανέρχονται σε 15, ήτοι από μία κατά τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο και από δύο τους λοιπούς μήνες, χωρίς μάλιστα να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση για κάθε μη παρασχεθείσα διανυκτέρευση. Ακολούθως η εκκαλουμένη με βάση τα αποσπάσματα του ημερολογίου της γέφυρας του πλοίου που πρσκόμισε η εναγομένη δέχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε 11 άδειες διανυκτέρευσης και δη στις 25/2, 17/3, 23/4, 25/4, 19/5, 16/6, 18/7, 7/8, 28/8, 27/10 και 12/11. Πλην όμως ο ενάγων, όπως προκύπτει από την αγωγή, ζήτησε την καταβολή της εν λόγω αμοιβής για το χρονικό διάστημα από 1.2.2022 έως 31.10.2022 και όχι όμως και για τον μήνα Νοέμβριο (12/11), όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη, ενώ σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην άνω μείζονα σκέψη ο ενάγων για το μήνα Αύγουστο δικαιούταν να λάβει 1 διανυκτέρευση και όχι 2, όπως δέχθηκε η ίδια απόφαση. Επομένως η εκκαλουμένη όφειλε να αφαιρέσει εννέα (9) και όχι έντεκα (11) άδειες, από το επιδικασθέν κονδύλιο. Οπότε ο ενάγων δικαιούται αποζημίωσης ίσης προς το 1/22 του μισθού ενεργείας του για κάθε μη παρασχεθείσα διανυκτέρευση και συνεπώς του οφείλεται αποζημίωση για τις λοιπές (4 + 2) 6 ημέρες ποσού (1.204,91€/22Χ6 =) 328,61 ευρώ.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς εξέταση αμφοτέρων των εφέσεων πρέπει αφενός να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη η από 24.11.2025 έφεση της εναγόμενης, αφετέρου να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ’ ουσίαν ο πέμπτος λόγος της από 2.4.2025 έφεσης του εκκαλούντος – ενάγοντος, να γίνει δεκτή εν μέρει η άνω έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, δηλαδή και ως προς τις διατάξεις και κεφάλαια που δεν μεταρρυθμίστηκαν, αλλά θα περιληφθούν στην ενιαία απόφαση του Δικαστηρίου τούτου για να υπάρχει ένας μόνο τίτλος εκτελέσεως (βλ. και Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση, Ε΄ έκδοση, 2003, παρ. 1143, σελ. 430, 344, ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 26.642). Ακολούθως, πρέπει αφού κρατηθεί και δικασθεί από το παρόν δικαστήριο η από 25.10.2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./2023 αγωγή, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή για τα ακόλουθα αγωγικά κονδύλια: ποσό 2.317,126 για αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης Σαββάτου και αργιών έτους 2022, ποσό 2.248,086 για αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης καθημερινών και Κυριακών έτους 2022, ποσό 389,836 για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2022, ποσό 1025,236 για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2022, ποσό 653,066 για αμοιβή δρομολογίων εξπρές, ποσό 328,61 για αποζημίωση λόγω μη χορηγηθεισών διανυκτερεύσεων έτους 2022, ποσό 1.543,986 για αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης Σαββάτου και αργιών έτους 2023, ποσό 1.750,586 για αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης καθημερινών και Κυριακών έτους 2023, ποσό 499,866 για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2023, ποσού 351,246 για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2023 και ποσού 298,94€ για αποζημίωση λόγω μη χορηγηθεισών διανυκτερεύσεων έτους 2023 και ακολούθως να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των εννέα χιλιάδων σαράντα οκτώ ευρώ και ενενήντα ενός λεπτών (9.048,91€), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσής του (14-7-2023) μέχρι την εξόφληση, αναγνωρίζει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων πενήντα επτά και εξήντα δύο λεπτών (2.357,62€), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσής του (14-7-2023) μέχρι την εξόφληση. Εφόσον εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη οριστική απόφαση, εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, κατά τη διάταξη του άρθρου 535§1 ΚΠολΔ. Μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ανάλογο της εκτάσεως της νίκης του, πρέπει, σε αποδοχή του σχετικού αιτήματος του, να επιβληθεί σε βάρος της εν μέρει ηττηθείσας εναγομένης (άρθρα 178§1, 183, 191§2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, ζήτημα επιστροφής παραβολών των ενδίκων μέσων δεν τίθεται, διότι κατά το χρόνο άσκησής τους δεν υπήρχε η σχετική υποχρέωση και ως εκ τούτου δεν καταβλήθηκε παράβολο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων: α) την από 4.11.2025 [με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025 Εφετ] έφεση και β) την από 2.4.2025 [με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025 Εφετ] έφεση.
Δέχεται τυπικά τις εφέσεις.
Απορρίπτει την από την 4.11.2025 [με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2025 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2025 Εφετ] έφεση
Δέχεται εν μέρει την από 2.4.2025 [ με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2025 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025 Εφετ] έφεση.
Εξαφανίζει στο σύνολό της την εκκαλούμενη με αριθμό 2884/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Ναυτικό Τμήμα – Διαδικασία Περιουσιακών – Εργατικών διαφορών .
Κρατεί και Δικάζει την από 25.10.2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2023 αγωγή.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των εννέα χιλιάδων σαράντα οκτώ ευρώ και ενενήντα ενός λεπτών (9.048,91€), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσής του (14-7-2023) μέχρι την εξόφληση.
Αναγνωρίζει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων πενήντα επτά και εξήντα δύο λεπτών (2.357,62€), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσής του (14-7-2023) μέχρι την εξόφληση.
Επιβάλλει μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος της εναγομένης τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 6 Απριλίου 2026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ