Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 210/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης  210/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ 2ο

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από την Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας – αιτούσας – ανακόπτουσας: …………., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Πασιατά (ΑΜ ………. Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης).

Της εφεσίβλητης – καθ’ ης η αίτηση – καθ’ ης η ανακοπή: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» που εδρεύει στη ….. . Αττικής, ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσα ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως διαχειρίστρια δυνάμει της από 18.06.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….», η οποία εδρεύει στο …. της Ιρλανδίας, ….…………, με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, και στην οποία έχει πωλήσει και μεταβιβάσει τις απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 30.04.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Βενιζέλο (ΑΜ ….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Η ανακόπτουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 20.01.2025 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2025 και ειδικό …./2025 ανακοπή της, ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 3892/2025 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα – αιτούσα – ανακόπτουσα με την από 24.10.2025 έφεσή της με την σωρευμένη αίτηση αναστολής εκτέλεσης, κατ’ άρθρο 632 παρ. 4 του ΚΠολΔ, με αίτημα έκδοσης προσωρινής διαταγής, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …../24.10.2025 και ειδικό …./24.10.2025 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./24.10.2025 και ειδικό …./24.10.2025 για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας – αιτούσας – ανακόπτουσας δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης – καθ’ ης η αίτηση – καθ’ ης η ανακοπή αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση με την σωρευμένη αίτηση αναστολής εκτέλεσης, κατ’ άρθρο 632 παρ. 4 του ΚΠολΔ, με αίτημα έκδοσης προσωρινής διαταγής, κατά της υπ’ αριθ. 3892/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, και με την οποία απορρίφθηκε η από 20.01.2025 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……../2025 και ειδικό ……./2025 ανακοπή της εκκαλούσας – αιτούσας – ανακόπτουσας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), εφόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, η δε κρινόμενη από 24.10.2025 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 24.10.2025, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό ……/24.10.2025 και ειδικό ……./24.10.2025 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, ήτοι εντός της προθεσμίας των δύο ετών από την δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης την 29.08.2025. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα – αιτούσα – ανακόπτουσα το παράβολο των 100,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ. Σημειωτέον ότι στο υπό κρίση δικόγραφο της έφεσης σωρεύθηκε και αίτηση αναστολής εκτέλεσης, κατ’ άρθρο 632 παρ. 4 του ΚΠολΔ, με την οποία ζητείται να ανασταλεί μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της παρούσας έφεσης κατά της υπ’ αριθ. 3892/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η εκτέλεση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. ……../2024 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η σωρευόμενη στο δικόγραφο της κρινόμενης έφεσης αίτηση αναστολής παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 632 παρ. 4 του ΚΠολΔ, πλην όμως, δεδομένου ότι υποβλήθηκε με το ίδιο δικόγραφο από την εκκαλούσα – αιτούσα – ανακόπτουσα και αίτημα έκδοσης προσωρινής διαταγής περί αναστολής της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής μέχρι την έκδοση απόφασης επί του ενδίκου μέσου, το οποίο εξετάσθηκε και έγινε δεκτό από την Πρόεδρο Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιώς την 27.10.2025, η οποία ανέστειλε την εκτέλεση που επισπεύδεται σε βάρος της εκκαλούσας – αιτούσας – ανακόπτουσας, δυνάμει της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. ………/2024 διαταγής πληρωμής, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κρινόμενης έφεσης και της σωρευμένης αίτησης αναστολής εκτέλεσης, χωρίς η εκδοθείσα προσωρινή διαταγή να έχει ανακληθεί, καθίσταται άνευ αντικειμένου, ελλείψει έννομου συμφέροντος, η εξέταση της σωρευμένης στο δικόγραφο αίτησης αναστολής εκτέλεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της παρούσας έφεσης, και συνεπώς κρίνεται απορριπτέα (βλ. ΕφΠειρ 353/2023 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΔυτΜακ 93/2025 ΝΟΜΟΣ).

Η εκκαλούσα – ανακόπτουσα ζήτησε με την από 20.01.2025 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2025 και ειδικό …./2025 ανακοπή της κατά διαταγής πληρωμής, κατ’ άρθρο 632 του ΚΠολΔ, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, να ακυρωθεί, για τους λόγους που ειδικότερα εκτίθεται σε αυτήν, η υπ’ αριθ. …………/2024 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των 137.480,85 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, στην εφεσίβλητη – καθ’ ης η ανακοπή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………….» ενεργούσα με την ιδιότητα της μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, ως διαχειρίστρια, δυνάμει της από 18.06.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………», στην οποία είχε μεταβιβασθεί η απαίτηση που απορρέει από την υπ’ αριθ. …………./13.02.2003 σύμβαση στεγαστικού δανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……….», ως δανείστριας, και της ανακόπτουσας ως δανειολήπτριας, δυνάμει της από 30.04.2020 σύμβασης πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της αρχικής δανείστριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………», κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003. Το πρωτοβάθμιο Δικαστή­ριο, με την εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 3892/2025 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, και αφού έκρινε ότι η ανακοπή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 632 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ήτοι εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την επίδοση στην ανακόπτουσα της διαταγής πληρωμής, την 13.01.2025, στη συνέχεια απέρριψε τους λόγους της ανακοπής και την ανακοπή στο σύνολό της και επικύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ενώ επέβαλε σε βάρος της ανακόπτουσας τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η ανακοπή. Κατά της ανωτέρω απόφασης παραπονείται η εκκαλούσα – ανακόπτουσα με την υπό κρίση έφεσή της για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, προκειμένου να γίνει δεκτή η ανακοπή της και να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.

Από τη συνδυασμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 626 παρ. 2, 630 εδ. γ’, δ’ και 631 του ΚΠολΔ, σαφώς συνάγεται ότι η διαταγή πληρωμής, η οποία καταρτίζεται εγγράφως και αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό, χωρίς να είναι δικαστική απόφαση, ώστε να έχει ανάγκη από πλήρες αιτιολογικό, απαιτείται, μεταξύ άλλων στοιχείων, να μνημονεύει το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, αλλά και την αιτία της πληρωμής. Η διάταξη του άρθρου 630 του ΚΠολΔ είναι ειδικότερη των διατάξεων των άρθρων 300 – 306 του ΚΠολΔ, αφού η διαταγή πληρωμής δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, αλλά τίτλο εκτελεστό. Ειδικότερα, για την αναφορά της αιτίας της πληρωμής στη διαταγή πληρωμής αρκεί ο προσδιορισμός του είδους της δικαιοπραξίας, από την οποία γεννήθηκε η απαίτηση (πχ. δάνειο ή παροχή πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό), έστω και συνοπτικά, αρκεί να μη δημιουργείται καμία αμφιβολία από όλο το περιεχόμενό της για την αιτία της πληρωμής, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αιτία αυτή (ΑΠ 1349/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 330/2012 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, επί διαταγής πληρωμής, με την οποία ειδικότερα διατάσσεται ο οφειλέτης να πληρώσει ορισμένο χρηματικό ποσό, το οποίο αποτελεί το χρεωστικό υπόλοιπο από την κίνηση λογαριασμού, που τηρήθηκε στα πλαίσια σύμβασης χορήγησης δανείου από την αιτούσα δανείστρια τράπεζα στον οφειλέτη (καθ’ ου η διαταγή πληρωμής) και έκλεισε οριστικά, αρκεί για την πληρότητά της, ως προς την αιτία της πληρωμής, να αναφέρεται σε αυτή, έστω και συνοπτικά, ότι το ποσό του οποίου διατάσσεται η πληρωμή, αποτελεί ισόποσο χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του καθ’ ου αυτή εκδίδεται οφειλέτη, που προέκυψε από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται σε αυτήν και η κίνηση των πιστωχρεωστικών κονδυλίων του λογαριασμού αυτού, από την αντιπαραβολή των οποίων, κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, προέκυψε το επιδικαζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο. Στην περίπτωση δε, που ζητείται υπόλοιπο εντόκου δανείου, ο αιτών δεν έχει υποχρέωση να προσδιορίσει το ποσό των νόμιμων τόκων, τους οποίους με δεδομένο το κεφάλαιο καθώς και τα νόμιμα επιτόκια, όπως αυτά είναι καθορισμένα με τους νόμους, τις πράξεις Υπουργικού Συμβουλίου και τις αποφάσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, εξευρίσκονται με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς (ΑΠ 1016/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 653/2013 ΝΟΜΟΣ). Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 293 εδ. γ’ του ΑΚ, που ορίζει ότι το ποσοστό του νόμιμου τόκου ή του τόκου υπερημερίας προσδιορίζεται όπως ορίζει ο νόμος, συνάγεται ότι δεν καθίσταται αόριστο το αίτημα επιδίκασης τόκων υπερημερίας ορισμένου ποσού κεφαλαίου και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν οι τόκοι δεν προσδιορίζονται κατά ποσό, ούτε είναι αόριστη η διαταγή πληρωμής που επιδικάζει τόκους με τον ανωτέρω τρόπο, αφού οι τόκοι μπορούν ευχερώς να εξευρεθούν με βάση τη χρονική περίοδο εκτοκισμού και το επιτόκιο υπερημερίας που ορίζει ο νόμος (ΑΠ 99/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1587/2019 ΝΟΜΟΣ). Αντίστοιχα, στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση από άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της και δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος, πρέπει δε να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της (ΑΠ 1071/2017 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑνΚρ 21/2026 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της, τον οποίο επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης, ότι η από 27.09.2024 αίτηση για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αλλά και η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι αόριστες, διότι δεν παρατίθενται σ’ αυτές η κίνηση των λογαριασμών που τηρήθηκαν για την εξυπηρέτηση της ένδικης υπ’ αριθ. ……………./13.02.2003 σύμβασης στεγαστικού δανείου, οι γενόμενες καταβολές, το κεφάλαιο επί του οποίου επιβλήθηκαν οι τόκοι και το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν, ο τυχόν ανατοκισμός των τόκων και το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορά, ούτε αναλύεται το οφειλόμενο ποσό ανά κεφάλαιο και τόκους. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, στην περίπτωση της διαταγής πληρωμής, η οποία εκδόθηκε με βάση σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, που καταγγέλθηκε, όπως εν προκειμένω, αρκεί να αναφέρεται ότι καταρτίσθηκε έγγραφη σύμβαση παροχής τοκοχρεωλυτικού δανείου, ότι το ποσό του δανείου καταβλήθηκε στο σύνολό του ή τμηματικά στον δανειολήπτη και ότι ο τελευταίος καθυστέρησε την καταβολή κάποιας τοκοχρεωλυτικής δόσης, λόγος για τον οποίο καταγγέλθηκε η σύμβαση. Αντιθέτως, δεν απαιτείται, για το εκκαθαρισμένο της απαίτησης και την ορισμένη περιγραφή της στον εκτελεστό τίτλο στην περίπτωση της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε με βάση σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, να αναφέρονται τα επικαλούμενα από την ανακόπτουσα στοιχεία των τόκων (συμβατικών ή υπερημερίας) και του ποσοστού του τόκου (επιτοκίου), καθόσον αυτά δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία του περιεχομένου της αίτησης και της διαταγής πληρωμής, για την πληρότητα των οποίων δεν απαιτείται η αναφορά του εκάστοτε κατά τη λειτουργία της σύμβασης εφαρμοσθέντος επιτοκίου, αφού οι τόκοι μπορούν ευχερώς να εξευρεθούν με βάση τη χρονική περίοδο εκτοκισμού και το επιτόκιο υπερημερίας που ορίζει ο νόμος ή η σύμβαση, ούτε, άλλωστε, απαιτείται να εξειδικεύονται τα επιμέρους οφειλόμενα ποσά κεφαλαίου, τόκων, κεφαλαιοποιημένων τόκων, φόρων και επιβαρύνσεων πάσης φύσης. Σε κάθε δε περίπτωση, από την επισκόπηση της από 27.09.2024 αίτησης που κατέθεσε η καθ’ ης η ανακοπή για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, καθώς και της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. …………./2024 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, προκύπτει ότι μνημονεύθηκαν σ’ αυτές και προσκομίσθηκαν, μεταξύ άλλων εγγράφων, η υπ’ αριθ. …………./13.02.2003 σύμβαση στεγαστικού δανείου, μετά της από ίδιας ημερομηνίας πρόσθετης πράξης, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ανακόπτουσας ως δανειολήπτριας και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………» ως δανείστριας, η υπ’ αριθ. ………../27.05.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …………, με την οποία επιδόθηκε στην ανακόπτουσα η από 18.05.2021 εξώδικη δήλωση γνωστοποίησης της καταγγελίας, τα αποσπάσματα της κίνησης (α) του υπ’ αριθ. ………… δανειακού λογαριασμού που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση της σύμβασης από την 24.03.2005, ήτοι από τη δεύτερη τμηματική χορήγηση εκταμίευση ποσού 21.000,00 ευρώ, και κατά την αναγνώριση της οφειλής την 15.07.2013 με το από 15.07.2013 πρόσθετο σύμφωνο ρύθμισης, μέχρι και την 19.02.2017, (β) του υπ’ αριθ. …………… δανειακού λογαριασμού που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση της σύμβασης από την 19.02.2017 μέχρι και το κλείσιμο των λογαριασμών, τα οποία (αποσπάσματα) έχουν εξαχθεί με εκτύπωση των εμπορικών βιβλίων, και περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή στον υπολογιστή της πιστώτριας Τράπεζας, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τους υπάλληλους αυτής, που ενήργησαν την εκτύπωση, και τα οποία αποτελούν, κατά ρητή συμφωνία των συμβαλλομένων (όρος 13.2 της ένδικης σύμβασης), πλήρη απόδειξη των απαιτήσεων της Τράπεζας. Επιπλέον στην προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……../2024 διαταγή πληρωμής προσδιορίσθηκε με σαφήνεια το χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 137.480,85 ευρώ, κατά το οριστικό κλείσιμο του ανωτέρω υπ’ αριθ. …………… δανειακού λογαριασμού, την 23.03.2021, το οποίο επιτάχθηκε να καταβάλει η ανακόπτουσα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη του κλεισίματος του λογαριασμού, την 24.03.2021, με το ισχύον κατά τη σύμβαση ανώτατο επιτόκιο υπερημερίας, πλέον τόκων επί των καθυστερούμενων τόκων, οι οποίοι ανατοκίζονται από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης και προστίθενται στο κεφάλαιο ανά εξάμηνο, κατά τα συμφωνηθέντα στη σύμβαση και τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2601/1998, πλέον εξόδων και λοιπών δαπανημάτων μετά των επ’ αυτών τόκων και εισφοράς του Ν. 128/1975, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, καθώς και την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ποσού 3.200,00 ευρώ. Κατόπιν τούτων, προκύπτει ότι στην προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 1031/2024 διαταγή πληρωμής γινόταν σαφής διαχωρισμός μεταξύ των επιμέρους οφειλόμενων ποσών κεφαλαίου, τόκων, κεφαλαιοποιημένων τόκων, φόρων και επιβαρύνσεων πάσης φύσης, καθώς και εξόδων, αναγραφόταν το χρονικό σημείο έναρξης της τοκογονίας και οριζόταν ότι το οφειλόμενο ποσό θα καταβαλλόταν εντόκως, ενώ προσδιοριζόταν και το είδος του επιτοκίου, ενώ δεν απαιτείτο να γίνεται αναφορά του εκάστοτε κατά τη λειτουργία της σύμβασης εφαρμοσθέντος επιτοκίου, αφού οι τόκοι μπορούν ευχερώς να εξευρεθούν με βάση τη χρονική περίοδο εκτοκισμού και το επιτόκιο υπερημερίας που ορίζει ο νόμος ή η σύμβαση. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε ως μη νόμιμο και αβάσιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου πρώτου λόγου της υπό κρίση έφεσης ως αβασίμου.

Από τη διάταξη του άρθρου 179 του ΑΚ προκύπτει ότι για να χαρακτηρισθεί δικαιοπραξία ως αισχροκερδής-καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται αθροιστικά η συνδρομή και των τριών στοιχείων της άνω διάταξης, δηλαδή, α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του ενός των συμβαλλόμενων και γ) η εκμετάλλευση της γνωστής σ’ αυτόν ανάγκης κουφότητας ή απειρίας του συμβαλλόμενου τούτου από τον αντισυμβαλλόμενό του. Αν ελλείπει ένα από τα στοιχεία αυτά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ακυρότητας της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και, συνεπώς, για την πληρότητα του συναφούς ισχυρισμού απαιτείται σαφής παράθεσή τους από τον διώκοντα την ακύρωση της δικαιοπραξίας για αυτό τον λόγο, ο οποίος και φέρει το βάρος απόδειξής τους. Τέλος, κατά την έννοια της άνω διάταξης αισχροκερδής μπορεί να είναι και η σύμβαση που συνάπτεται από νομικό πρόσωπο που συμβάλλεται με το νόμιμο εκπρόσωπό του (ΑΠ 1118/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1527/2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑιγ 155/2024 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 473/2017 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση η ανακόπτουσα ισχυρίζεται, με τον δέκατο λόγο της ανακοπής της, τον οποίο επαναφέρει με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης, ότι από το περιεχόμενο των άκυρων Γ.Ο.Σ. που περιλαμβάνονταν στην υπ’ αριθ. ………/13.02.2003 σύμβαση στεγαστικού δανείου περί ποσοστιαίας προμήθειας, άλλως εξόδων, επί του ποσού ανάληψης μετρητών, και περί επιτοκίου που υπερβαίνει τα εξωτραπεζικά επιτόκια προσεγγίζοντας το διπλάσιο αυτών, δημιουργείται προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, κατ’ άρθρο 179 του ΑΚ, αφού τους όρους αυτούς τους επέβαλε η αντισυμβαλλόμενή της δανείστρια Τράπεζα ως προδιατυπωμένους, εκμεταλλευόμενη την υπεροχή της ως δανείστριας και την απειρία της ανακόπτουσας, ήτοι την έλλειψη πείρας και ειδικών γνώσεων οικονομικής λογιστικής και νομικής επιστήμης, γεγονός που καθιστά τη σύμβαση καταπλεονεκτική και την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής άκυρη. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως αόριστος, δεδομένου ότι η ανακόπτουσα δεν εξειδικεύει ποια ήταν η εν γένει συγκρότησή της ως ατόμου, η οποία να δικαιολογεί την επικαλουμένη απειρία της περί των οικονομικών και των νομικών θεμάτων, ούτε αναφέρει εάν υπήρχε και ποια συγκεκριμένη, και δη αδήριτος και επιτακτική, ανάγκη της ιδίας προς σύναψη της ένδικης σύμβασης δανείου, και περαιτέρω, δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή καταρτίσθηκε μεταξύ της ανακόπτουσας και της δανείστριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………….», δεν αναφέρει ποιος ήταν ο εκπρόσωπος της τελευταίας κατά την κατάρτιση της σύμβασης και εάν αυτός τελούσε σε γνώση της επικαλούμενης απειρίας της ανακόπτουσας, και, εν τελεί, σε τι ακριβώς συνίσταται και πως συγκεκριμενοποιείται η επικαλούμενη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών, με αναφορά σε συγκεκριμένα ποσά, με τα οποία επιβαρύνθηκε παρανόμως η επιδικασθείσα σε βάρος της απαίτηση, κατ’ εφαρμογή των άκυρων, κατά τους ισχυρισμούς της, ως άνω Γ.Ο.Σ. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε ως αόριστο τον δέκατο λόγο της ανακοπής, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου δεύτερου λόγου της υπό κρίση έφεσης ως αβασίμου.

Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 που έχει τίτλο “προστασία καταναλωτών”, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το Ν. 3587/2007, και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (ΟλΑΠ 15/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 387/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1010/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 788/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1242/2017 ΝΟΜΟΣ), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ’ αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α’ του ιδίου ως άνω Ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του Ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών, αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 1738/2009 ΝΟΜΟΣ). Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το Ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος Ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σ’ αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α’ του Ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους. Έτσι υπάγονται στην προστασία του Ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών (ΟλΑΠ 13/2015 ΧΡΙΔ 2015. 675, ΑΠ 1137/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1463/2017 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 εδαφ. α’ του Ν. 128/1975, επιβάλλεται από του έτους 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της …, υπέρ του εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του μέσου ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ` αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των πιστώσεων προς τράπεζας, ως και προς το Δημόσιον, πλην των εντόκων γραμματίων. Η εισφορά αύτη οφείλεται πέραν των, δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών. Από τη διάταξη αυτή ούτε προβλέπεται, αλλά ούτε και απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με τον νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου, έναντι του Δημοσίου, προσώπου στα πλαίσια της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά την (κάθετη) σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι την (οριζόντια) σχέση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους αυτούς επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη (ως τέτοια νοείται και η τυχόν θέσπιση ανώτατου ορίου επιτοκίου, το οποίο τυχόν θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή, και μόνον αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση). Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του Ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου δανείων της Τράπεζας, με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον δανειοδοτούμενο, είναι νόμιμος, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου, κατ’ άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλο απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων. Η επιβολή της εισφοράς αυτής στο δανειολήπτη μπορεί να ελεγχθεί μόνον από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο. Άλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβάρυνσης στον δανειολήπτη αποτέλεσε, από την ισχύ του Ν. 128/1975, συναλλακτική πρακτική των τραπεζών. Εφόσον όμως στον σχετικό Γ.Ο.Σ. γίνεται ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του Ν. 128/1975 προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί, χωρίς να συντρέχει οποιοσδήποτε άλλος λόγος για την απαγόρευση της σχετικής ρήτρας (ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 430/2005 ΔΕΕ 2005.460). Εφόσον η μετακύλιση της εισφοράς του Ν. 128/1975 είναι νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α’ του ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 821/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 123/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1369/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 669/2020 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔυτΜακ 39/2019 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 623 του ΚΠολΔ, για να μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, πρέπει η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο. Είναι δε εκκαθαρισμένο το ποσό της απαίτησης και όταν αυτό δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 1016/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 653/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2210/2013 ΝΟΜΟΣ). Το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαίτησης δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 624 του ΚΠολΔ βεβαιότητα της αξίωσης και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής. Ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της σε βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 1443/2017 ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαίτησης, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξίωσης και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης. Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ’ αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 του ΚΠολΔ  (ΑΠ 1943/2017 ΝΟΜΟΣ). Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ’ ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 62/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 123/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1379/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1346/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1133/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1395/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1138/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 669/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 196/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 999/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2210/2013 ΝΟΜΟΣ), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτό βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 1346/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1395/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1138/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 669/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 105/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 999/2019 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση η ανακόπτουσα ισχυρίζεται με τον δωδέκατο και τον δέκατο τέταρτο λόγο της ανακοπής της ότι είναι άκυρος λόγω της αντίθεσής του προς το Ν. 2251/1994 ο όρος της υπ’ αριθ. ……………./13.02.2003 σύμβασης στεγαστικού δανείου που καταρτίσθηκε μεταξύ της ίδιας ως δανειολήπτριας και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………» ως δανείστριας, με τον οποίο προβλέπεται μετακύλιση στην ανακόπτουσα της εισφοράς του Ν. 128/1975, διότι αφενός είναι παράνομη η μετακύλιση της εισφοράς του Ν. 128/1975 στον δανειολήπτη, με την ενσωμάτωση αυτής της εισφοράς στο επιτόκιο της σύμβασης, χωρίς να αναφέρεται η αιτία της μετακύλισης, αφετέρου επιτρέπεται ανατοκισμός μόνο των καθυστερούμενων τόκων και όχι των φόρων και των εισφορών, με αποτέλεσμα να έχουν ενσωματωθεί στην επίδικη οφειλή, ύψους 137.480,25 ευρώ, τόκοι που προέκυψαν από παράνομη μετακύλιση και από παράνομο ανατοκισμό της εισφοράς του Ν. 128/1975, και να καθίσταται έτσι άκυρη στο σύνολό της η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, αφού η απαίτηση της καθ’ ης η ανακοπή δεν είναι εκκαθαρισμένη, ενώ η ακυρότητα αυτή επηρεάζει και την απόδειξη της απαίτησης με έγγραφα. Οι λόγοι αυτοί της ανακοπής είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, καθόσον η ανακόπτουσα, αν και απολαμβάνει καταρχήν της προστασίας του Ν. 2251/1994 ως καταναλωτής, λόγω της ιδιότητάς της ως δανειολήπτριας στεγαστικού δανείου, και ως τελικής αποδέκτριας τούτου, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, απλώς αμφισβητεί το ύψος της απαίτησης της καθ’ ης η ανακοπή, χωρίς να προσβάλλει κανένα συγκεκριμένο κονδύλιο των τηρηθέντων για τη σύμβαση δανείου λογαριασμών και χωρίς να προσδιορίζει είτε τα συγκεκριμένα ποσά, με τα οποία επιβαρύνθηκε από την παράνομη, κατά την άποψή της, μετακύλιση της εισφοράς του Ν. 128/1975 ή από τον ανατοκισμό της εισφοράς αυτής, ώστε με τον υπολογισμό και τη συνάθροιση των επιμέρους κονδυλίων να προκύπτει το συνολικό υπερβάλλον ποσό, για να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού της, είτε το νόμιμο ύψος της οφειλής της, όπως αυτό θα διαμορφωνόταν εάν δεν είχαν λάβει χώρα η εν λόγω παράνομη μετακύλιση και ο παράνομος ανατοκισμός της εισφοράς του Ν. 128/1975. Κατ’ αποτέλεσμα των ανωτέρω, δεν είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νόμιμου ύψους του επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ποσού και η ακύρωση, σε περίπτωση που οι λόγοι ήθελαν κριθούν ουσιαστικά βάσιμοι, της διαταγής πληρωμής κατά τα αντίστοιχα μέρη, δοθέντος ότι, ακόμη και σε περίπτωση ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παρανόμων ποσών ή ανατοκισμών δεν θίγεται η βεβαιότητα της απαίτησης, ούτε καθίσταται αυτή ανεκκαθάριστη, αλλά συνεπάγεται ακυρότητα των αντίστοιχων ποσών της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να πλήττεται αυτή στο σύνολό της. Ανεξαρτήτως τούτου, οι ίδιοι λόγοι της ανακοπής είναι μη νόμιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, καταρχήν είναι σύννομη η μετακύλιση της εισφοράς του Ν. 128/1975 στην ανακόπτουσα δανειολήπτρια, βάσει σχετικών ρητών όρων της σύμβασης δανείου, όπως εν προκειμένω, χωρίς μάλιστα να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση της συμφωνίας αυτής. Επιπλέον δε, υπό τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, κατά ρητή πρόβλεψη του σχετικού όρου της υπ’ αριθ. ……../13.02.2003 σύμβασης στεγαστικού δανείου, η εισφορά του Ν. 128/1975 συνυπολογίζεται για την εξαγωγή του τελικού συμβατικού επιτοκίου που βαρύνει την ανακόπτουσα δανειολήπτρια, επαυξάνοντας το ποσοστό αυτού, οπότε ο συνυπολογισμός της εισφοράς του Ν. 128/1975 εντάσσεται στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεδομένου ότι η ανωτέρω εισφορά ενσωματώθηκε πλήρως, κατά ρητούς όρους της δανειακής σύμβασης, στο ποσοστό του επιτοκίου, με συνέπεια να αποτελεί το ποσό που την αναπαριστά ουσιαστικά ποσό τόκων και να ανατοκίζεται νομίμως ανά εξάμηνο. Επομένως, ο δωδέκατος και ο δέκατος τέταρτος λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέοι, κατά τα προαναφερθέντα, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση με παρόμοιες σκέψεις, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), απέρριψε τους ως άνω λόγους της ανακοπής ως μη νόμιμους, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου τρίτου λόγου της υπό κρίση έφεσης ως αβασίμου.

Η κατά το άρθρο 632 του ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ΚΠολΔ, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφο της να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, όλοι οι λόγοι (ενστάσεις) κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής. Κατά το άρθρο 585 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το οποίο έχει εφαρμογή σε κάθε μορφή ανακοπής, όπως και στην προκειμένη ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, αφού δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση, «Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα αναφερόμενα στα άρθρα 118 έως 120 στοιχεία και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνον με πρόσθετο δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα σε εξήντα ημέρες από την κατάθεση της ανακοπής ή όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α) το δικόγραφο της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή σαφείς και ορισμένες αντιρρήσεις και ενστάσεις (λόγους) ανακοπής κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, και β) νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των προσθέτων λόγων αυτής κρίνονται απαράδεκτοι, διότι δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης που ασκείται κατά της απορριπτικής απόφασης της ανακοπής ή με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 527 του ΚΠολΔ, καθόσον, έναντι αυτής της γενικής διάταξης κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικώς το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής (ΑΠ 241/2025 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 531/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2067/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 99/2020 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση έφεσης ότι προτείνει παραδεκτώς με την έφεσή της ως οψιγενή ισχυρισμό κατ’ άρθρο 527 του ΚΠολΔ, τον λόγο για τον οποίο πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, διότι έχει ασκήσει την από 18.07.2016 αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνας, με την οποία ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών της με την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, και η οποία εκδικάσθηκε κατά την δικάσιμο της 24.01.2023 και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 377/2024 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνας, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης και στη συνέχεια η αίτηση επαναφέρθηκε με την από 10.04.2025 κλήση της και συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 14.10.2025, κατά την οποία παραστάθηκε η καθ’ ης η ανακοπή, και εκκρεμεί η έκδοση απόφασης, η οποία με βεβαιότητα θα κάνει δεκτή την από 18.07.2016 αίτησή της, και συνεπώς θα επηρεάσει και την έκβαση της παρούσας δίκης. Εντούτοις, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, απαραδέκτως προβάλλεται αυτός ο λόγος ανακοπής με την υπό κρίση έφεση, διότι, ακόμη και αν οι νέοι λόγοι ανακοπής αφορούν οψιγενείς ισχυρισμούς, γεννηθέντες μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’ άρθρο 527 αριθ. 2 του KΠολΔ, όπως ισχυρίζεται εν προκειμένω η ανακόπτουσα, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβληθούν με την ανακοπή ή με τους πρόσθετους λόγους ανακοπής, δεδομένου ότι έναντι των γενικών διατάξεων κατισχύει η ειδική διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του KΠολΔ, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικά το περιεχόμενο της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 24.10.2025 έφεση κατ’ ουσίαν, τα δε δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας – αιτούσας – ανακόπτουσας, λόγω της ήττας της και κατόπιν σχετικού αιτήματος της εφεσίβλητης – καθ’ ης η αίτηση – καθ’ ης η ανακοπή (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλε η εκκαλούσα – αιτούσα – ανακόπτουσα, λόγω της ήττας της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 24.10.2025 έφεση με την σωρευμένη αίτηση αναστολής εκτέλεσης, κατ’ άρθρο 632 παρ. 4 του ΚΠολΔ, κατά της υπ’ αριθ. 3892/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.

Απορρίπτει τη σωρευμένη αίτηση αναστολής εκτέλεσης, κατ’ άρθρο 632 παρ. 4 του ΚΠολΔ.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου υπέρ Δημοσίου υπ’ αριθ. ………………/2025 ηλεκτρονικό παράβολο, ποσού εκατό (100,00) ευρώ που προκατέβαλε η εκκαλούσα – αιτούσα – ανακόπτουσα.

Επιβάλει σε βάρος της εκκαλούσας – αιτούσας – ανακόπτουσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης – καθ’ ης η αίτηση – καθ’ ης η ανακοπή για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 02.04.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ