ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 128/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
2ο ΤΜΗΜΑ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Του εκκαλούντος : ………………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεωργακά (ΑΜΔΣΑ : ………..).
Της εφεσίβλητης : ………….., η οποία εμφανίστηκε στο ακροατήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Ζαμπέλη (ΑΜΔΣΠ : ………….).
Επί της από 20-1-1017 με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2017 και ειδικό ……/2017 αγωγής της ενάγουσας κατά του εναγόμενου εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η με αριθμό 5723/2017 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και κατόπιν κλήσης της ενάγουσας, η με αριθμό 1088/2024 οριστική απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).
Την απόφαση αυτή (1088/2024) προσβάλλει ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την από 10-7-2024 έφεσή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …/2024 και ειδικό …../2024 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2025 και ειδικό …/2025 για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Στη δικάσιμο αυτή η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης παραστάθηκε στο ακροατήριο και, αφού έλαβε το λόγο από τη Δικαστή, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, αντίστοιχα.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση έφεση του ηττηθέντος εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος κατά της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης και κατά της με αριθμό 1088/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στην περιφέρεια του οποίου ανήκει το εκδώσαν την εκκαλουμένη απόφαση Πρωτοδικείο (άρθρα 19, 495, 498 ΚΠολΔ), ασκήθηκε δε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του ένδικου δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 11-7-2024, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, που έλαβε χώρα με παραγγελία της αντιδίκου του την 14-6-2024, όπως προκύπτει από τη με ίδια ημερομηνία επισημείωση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης ……………. στο κοινοποιηθέν ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει στο παρόν Δικαστήριο ο εκκαλών (άρθρα 126 παρ. 1 στοιχ. α, 127 παρ. 1, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 και 2, 516 παρ. 1, 517 ΚΠολΔ). Για δε το παραδεκτό της εφέσεως έχει κατατεθεί από τον εκκαλούντα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α (β) ΚΠολΔ παράβολο, ποσού 100,00 ευρώ (βλ. τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ : …………./11-7-2024 έκθεση κατάθεσης του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αναφορά στο με αριθμό ……………../2024 e-παράβολο ποσού 100,00 ευρώ). Πρέπει επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρα 522, 524 και 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την από 20-1-2017 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ : …………/2017 αγωγή της, η ενάγουσα εξέθετε ότι ο εναγόμενος παρουσιαζόταν σε εκείνη ως οικονομικά εύρωστος, την έπεισε δε ότι διέθετε μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία και σημαντικές χρηματικές καταθέσεις σε τράπεζα του εξωτερικού, ότι ασκούσε μεγάλη και επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα και ότι διήγε πολυτελή βίο. Ακόμα, ισχυριζόταν ότι με την ως άνω απατηλή συμπεριφορά του και παριστώντας σε αυτήν ψευδώς ότι βρισκόταν σε πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία, από έλλειψη ρευστότητας, οφειλόμενη σε υποτιθέμενη αδυναμία του να εκταμιεύσει χρήματα από προθεσμιακό λογαριασμό, που διατηρούσε σε τράπεζα του Λονδίνου, την κατέπεισε να του καταβάλει τμηματικά τα χρηματικά ποσά των 65.000,00 ευρώ, των 12.000,00 ευρώ και των 28.270,00 ευρώ, με τη μορφή άτοκων δανείων, προφασιζόμενος ότι θα της επιστρέψει τα χρήματα εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος, όταν καταφέρει να τα εκταμιεύσει. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, κυρίως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως επικουρικώς, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το συνολικό ποσό των 105.270,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που το κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, ήτοι για το ποσό των 65.000,00 ευρώ από την 1-7-2012, για το ποσό των 12.000,00 ευρώ από την 1-11-2012 και για το ποσό των 28.270,00 ευρώ από την επομένη της επίδοσης της από 5-3-2015 με ΓΑΚ/ΕΑΚ : …………../2015 αγωγής, άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής έως την οριστική εξόφληση. Επίσης, ζήτησε να διαταχθεί η προσωπική κράτηση του εναγόμενου, λόγω της αδικοπραξίας, για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστεί ο τελευταίος στην εν γένει δικαστική της δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η με αριθμό 5723/2017 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αφού κρίθηκε η αγωγή ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 386 ΠΚ, 914, 904 ΑΚ, 176, 907, 908 ΚΠολΔ, αναβλήθηκε η συζήτηση της αγωγής μέχρι το αμετάκλητο πέρας της ποινικής διαδικασίας, για την οποία ασκήθηκε σε βάρος του εναγόμενου η με ΑΒΜ : ……….. ποινική δίωξη (αριθμός δικογραφίας …………), για απάτη κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, με επιδιωκόμενο όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των 30.000,00 ευρώ. Ακολούθως και κατόπιν της από 8-12-2022 με ΓΑΚ/ΕΑΚ : ………../2022 κλήσης της ενάγουσας, γενομένης συζητήσεως την 22-3-2023, εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η προσβαλλόμενη με αριθμό 1088/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αφού ανακλήθηκε η πιο πάνω με αριθμό 5723/2017 μη οριστική απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν. Ειδικότερα, δυνάμει της εκκαλουμένης απόφασης (1088/2024), υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 105.270,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο α. για το ποσό των 65.000,00 ευρώ από 01.07.2012, β. για το ποσό των 12.000,00 ευρώ από 01.11.2012 και γ. για το ποσό των 28.270,00 ευρώ από την επομένη της επίδοσης της με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……./2015 αγωγής της και μέχρι την πλήρη εξόφληση, κηρύχθηκε η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή για το ποσό των 40.000,00 ευρώ, απαγγέλθηκε σε βάρος του εναγόμενου προσωπική κράτηση διάρκειας έξι (6) μηνών, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης και καταδικάστηκε ο τελευταίος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, ύψους 3.200,00 ευρώ. Κατά της παραπάνω απόφασης (1088/2024) παραπονείται ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, με την υπό κρίση έφεσή του, ζητώντας την εξαφάνισή της, για τους αναφερόμενους στην έφεση λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η εναντίον του ασκηθείσα αγωγή.
III. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 810/2017 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).
ΙV. Από τις με αριθμό …./20-4-2017, …./20-4-2017 και …../20-4-2017 ένορκες βεβαιώσεις του ……………., του …………. και του …………… ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, αντιστοίχως, οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγόμενου (άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τη με αριθμό ………./12-4-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …………… με συνημμένη την από 12-4-2017 κλήση σε εξέταση μαρτύρων, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει η ενάγουσα, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 277/2020, ΑΠ 386/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται i) ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο προηγούμενων μεταξύ των διαδίκων δικών και που παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1028/2013, ΑΠ 343/2000 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), όπως η με αριθμό ……/2-4-2015 ένορκη βεβαίωση του …………… ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς και η με αριθμό …………../3-4-2015 ένορκη βεβαίωση του …………….. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, ληφθείσες με επιμέλεια της ενάγουσας κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης (άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ) του αντιδίκου της (σχετ. η με αριθμό ………../30-3-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ………….), στα πλαίσια εκδίκασης της από 5-3-2015 με ΓΑΚ/ΕΑΚ : ………./2015 προγενέστερης αγωγής της και της από 11-3-2015 με ΓΑΚ/ΕΑΚ : ………../2015 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, καθώς και η με αριθμό ………./27-4-2015 ένορκη βεβαίωση του ………….. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, ληφθείσα με επιμέλεια της ενάγουσας στα πλαίσια εκδίκασης της προλεχθείσας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, ii) πολιτικές αποφάσεις και δικόγραφα από αστικές δίκες μεταξύ των διαδίκων, όπως, ενδεικτικά, η από 11-3-2015 με ΓΑΚ/ΕΑΚ : ……………./2015 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και η με αριθμό 1737/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων), iii) έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας και ποινικές αποφάσεις επ’ αυτής, όπως, ενδεικτικά, οι με ΑΒΜ : …….. και ……… μηνύσεις ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, η από 21-1-2016 απολογία του εναγόμενου ενώπιον της Ανακρίτριας του Β΄ Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς, η με αριθμό ………/2016 Διάταξη Επιβολής Περιοριστικών Όρων της ως άνω Ανακρίτριας, το με αριθμό 19/2017 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, η με αριθμό 239/2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και η με αριθμό 145, 155, 167/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, που ομοίως παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 440/2024, ΑΠ 681/2021, ΑΠ 1286/2003 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), καθώς και φωτογραφίες των διαδίκων, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 παρ. 1 στοιχ. γ, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι διατηρούσαν ερωτική σχέση από τις αρχές του έτους 2009 μέχρι και την 19-10-2014, οπότε η σχέση τους αυτή έληξε. Ο εναγόμενος, ο οποίος κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη, κατά την αρχή της γνωριμίας του με την ενάγουσα, παρουσίασε προς αυτήν ότι τυγχάνει διαζευγμένος και ότι από το γάμο του αυτό έχει αποκτήσει έναν υιό, ο οποίος είναι φοιτητής στην Ιατρική Σχολή και με τον οποίο διατηρεί άριστες σχέσεις. Επίσης, της παρουσίασε ότι ο ίδιος τυγχάνει ορκωτός λογιστής και ότι διατηρεί μεγάλο λογιστικό γραφείο στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ………. και ότι στο πελατολόγιο του γραφείου του συμπεριλαμβάνονταν μεγάλες εταιρίες, μεταξύ των οποίων η «…», «……….» και ότι έπαιρνε μισθό 2.000 – 2.500 ευρώ κάθε μήνα από την κάθε εταιρία. Προς απόδειξη μάλιστα του ανωτέρω ισχυρισμού του κατασκεύασε και επέδειξε προς την ενάγουσα σφραγίδα επαγγελματική, στην οποία ανέγραφε το εξής κείμενο : «……………..» (βλ. σχετ. αποτύπωμα σφραγίδας και συστατική επιστολή του εναγόμενου προς τον υιό της ενάγουσας, ………..). Ακόμα, της παρουσίασε ότι διατηρεί λογιστικό γραφείο και στο Λονδίνο και μάλιστα πολλές φορές κατά τη διάρκεια της σχέσης του με την ενάγουσα είχε προτείνει στον υιό της τελευταίας, …………, να τον προσλάβει σε κάποιο από τα λογιστικά του γραφεία. Πολλές φορές, κατά τις συναντήσεις του με την ενάγουσα στον Πειραιά, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της σχέσης τους, προσποιούνταν ενώπιον της ότι δήθεν μιλούσε στο τηλέφωνο έντονα, δίνοντας οδηγίες στους υπαλλήλους του, αναφέροντας ονόματα όπως «…», «…», «…….» και της έλεγε ότι είχε κερδίσει πολλά χρήματα από επενδύσεις, ότι είχε 2.000 χρυσές λίρες σε θυρίδα, ότι είχε μετοχές και μεγάλη ακίνητη περιουσία, τόσο στη Θεσσαλονίκη, όσο και στο Λονδίνο. Μάλιστα, προκειμένου να γίνει πιστευτός από την ενάγουσα για τα ως άνω λεγόμενά του, της έδειξε φωτογραφίες από ένα σπίτι, που αυτός δήθεν είχε στο Λονδίνο και το οποίο δήθεν εκμίσθωνε και έτσι μπορούσε και αποπλήρωνε το δάνειο που είχε λάβει για την αγορά του, επίσης φωτογραφίες από μία πολυτελή μεζονέτα, που δήθεν είχε στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης και από μία μικρή βίλα στην περιοχή «……..» στη Χαλκιδική. Γενικότερα, εμφανιζόταν προς την ενάγουσα ότι είχε τη δυνατότητα και ότι ζούσε ένα βίο πλούσιο και πολυτελή και ότι ήταν οικονομικά εύρωστος, καθόσον ντυνόταν με ακριβά ρούχα και ήταν πάντα περιποιημένος, κυκλοφορούσε με ακριβά αυτοκίνητα, ενώ κάθε φορά που επισκέπτονταν την Αθήνα, παρίστανε προς την ενάγουσα ότι διέμενε σε ακριβά ξενοδοχεία, όπως στο «……..» στη ………. ή στο «……….» στη …………… Επίσης, παρουσιαζόταν προς αυτήν ότι γνωρίζει πολύ κόσμο και μάλιστα ότι γνώριζε και τον αποβιώσαντα πατέρα της. Με τον ως άνω τρόπο κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της ενάγουσας, η οποία του εμπιστεύτηκε πληροφορίες σχετικά με την οικονομική και περιουσιακή κατάσταση της ίδιας και των παιδιών της, ….. και ……….., καθώς και του εμπιστεύτηκε τη σύνταξη των φορολογικών τους δηλώσεων. Ειδικότερα, η ενάγουσα, πεισθείσα από τις ως άνω παραστάσεις του εναγόμενου, εμπιστεύτηκε προς αυτόν την πληροφορία ότι διατηρούσε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, της τάξεως των 100.000 ευρώ και πλέον, σε κοινό λογαριασμό με τα ως άνω τέκνα της, τον οποίο διατηρούσαν αρχικά σε προθεσμιακή κατάθεση στην …………. και στη συνέχεια σε θυρίδα, που διατηρούσε στην τράπεζα …………….. Το ως άνω ποσό η ενάγουσα και τα τέκνα της κατάφεραν να συγκεντρώσουν εν μέρει από δωρεές του πατέρα της ενάγουσας προς αυτήν και τα τέκνα της, εν μέρει από ασφαλιστικές αποζημιώσεις, τις οποίες εισέπραξαν και εν μέρει από οικονομίες τους (βλ. σχετ. αντίγραφο βιβλιαρίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος του υπ’ αρ. ……………. κοινού λογαριασμού, απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και ένταλμα πληρωμής ποσού 100.000 ευρώ, από 20-5-2016 έγγραφο της τράπεζας …………. και κατάσταση κινήσεων της ως άνω θυρίδας, από 27-11-2001 απόδειξη καταβολής κεφαλαίου λόγω λήξης ασφαλιστηρίου της εταιρίας «……….», αποδείξεις καταβολής συνολικού ποσού 9.273,46 ευρώ προς την ενάγουσα λόγω εξαγοράς ασφαλιστηρίου ζωής της εταιρίας «……….», εξοφλητικές αποδείξεις συνολικού ποσού 4.624,21 ευρώ προς τον …….. λόγω λήξης ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής της εταιρίας «…….», εξοφλητικές αποδείξεις συνολικού ποσού 4.624,11 ευρώ προς τον ……….. λόγω λήξης ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής της εταιρίας «……», υπ’ αρ. …./2002 δήλωση φόρου δωρεάς – γονικής παροχής ποσού 5.000 ευρώ προς την ενάγουσα από τον πατέρα της, ………, υπ’ αρ. ……/2000 δήλωση φόρου δωρεάς – γονικής παροχής ποσού 4.800.000 δρχ. προς την ενάγουσα από τον πατέρα της ………, υπ’ αρ. ………/2004 δήλωση φόρου δωρεάς – γονικής παροχής ποσού 14.000 ευρώ προς τον υιό της ενάγουσας, ……….. από τον παππού του, ………. και υπ’ αρ. ……../2004 δήλωση φόρου δωρεάς – γονικής παροχής ποσού 14.000 ευρώ προς τον υιό της ενάγουσας, ……………. από τον παππού του, ……….. και αντίγραφο εντύπου Ε1 συμπληρωματικής φορολογικής δήλωσης της ενάγουσας για το οικονομικό έτος 2011, συμπληρωμένη ιδιοχείρως από τον εναγόμενο). Αφού με τον ως άνω τρόπο, ο εναγόμενος κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της ενάγουσας, στις αρχές περίπου του έτους 2011 ζήτησε από την ενάγουσα να του δανείσει αυτή το χρηματικό ποσό των 10.000,00 ευρώ, προσποιούμενος πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία και δη προκειμένου να αντιμετωπίσει κάποιες δήθεν «έκτακτες» οικονομικές του υποχρεώσεις όπως της ανέφερε, ισχυριζόμενος παράλληλα ότι ο ίδιος είχε τα χρήματά του «κλειστά» σε τράπεζα στο Λονδίνο. Με το υπόβαθρο δε που είχε διαμορφώσει στις σχέσεις του με την ενάγουσα, αυτή πεισθείσα πλήρως από τις διαβεβαιώσεις του, χωρίς δεύτερη σκέψη, του απέδωσε το ζητούμενο ποσό, το οποίο ο εναγόμενος της επέστρεψε μετά από περίπου δύο μήνες. Επιπλέον, λίγο καιρό αργότερα και πάλι ο εναγόμενος δανείστηκε από την ενάγουσα το ποσό των 25.000,00 ευρώ, το οποίο επίσης, της επέστρεψε στη συνέχεια (βλ. σχετ. αντίγραφο βιβλιαρίου του υπ’ αρ. ……….. κοινού λογαριασμού της ………..). Ήδη δε ο εναγόμενος, με τις ως άνω ενέργειές του – ήτοι τις ψευδείς παραστάσεις που είχε παρουσιάσει προς την ενάγουσα, την απόδοση των ως άνω ποσών των δανείων – είχε διαμορφώσει εκείνη την υποδομή και τις συνθήκες, ώστε η ενάγουσα να τον θεωρεί ως πραγματικά πολύ πλούσιο άνθρωπο και φερέγγυο στις συναλλαγές του. Έτσι, κατά το έτος 2012 και πάλι ο εναγόμενος ζήτησε χρήματα από την ενάγουσα, ισχυριζόμενος αυτή τη φορά ότι δήθεν οι πελάτες του τον πλήρωναν με μεταχρονολογημένες επιταγές και ότι αμέσως μόλις εισέπραττε τα χρήματα, θα απέδιδε στην ενάγουσα το ποσό του δανείου. Μάλιστα ως λόγο κατεπείγοντος αυτή τη φορά της παρέστησε ότι δήθεν αυτός έπρεπε να πληρώσει τους υπαλλήλους του γραφείου του, αλλά και κάποια ποσά Φ.Π.Α. από τις εταιρίες, με τις οποίες είχε συνεργασία και πως, αν δεν τα πλήρωνε, θα τους επιβαλλόταν μεγάλο πρόστιμο. Της παρέστησε επίσης, ότι βρισκόταν σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και ότι αντιμετώπιζε πρόσκαιρη έλλειψη ρευστότητας, καθόσον τα χρήματά του τα είχε σε προθεσμιακή κατάθεση «κλεισμένα» σε τράπεζα του Λονδίνου και ότι δεν προλάβαινε να τα μεταφέρει στην Ελλάδα. Πεισθείσα η ενάγουσα από τις ως άνω διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του εναγόμενου την 11.04.2012 του κατέβαλε το χρηματικό ποσό των 55.000,00 ευρώ (βλ. σχετ. αντίγραφο κινήσεων της υπ’ αρ. 555 τραπεζικής θυρίδας της τράπεζας ………….). Προς απόδειξη δε των ανωτέρω ο εναγόμενος παρέδωσε προς την ενάγουσα την από 11.04.2012 υπεύθυνη δήλωση Ν. 1599/1986, στην οποία και αναγνώριζε την οφειλή του ποσού των 55.000 ευρώ προς την τελευταία, το οποίο, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, αποτελούσε προϊόν άτοκου δανείου και δεσμευόταν να της το επιστρέψει μέχρι τα τέλη του μηνός Ιουνίου 2012. Μάλιστα ανέφερε και ότι σε περίπτωση θανάτου του, το ποσό αυτό θα το απέδιδε στην ενάγουσα ο υιός του εναγόμενου, . ……., αναλαμβάνοντας αυτό από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσαν (βλ. σχετ. από 11-4-2012 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986). Εν συνεχεία, επίσης, για τους ίδιους «κατεπείγοντες» – κατά τα λεγόμενα του εναγόμενου – λόγους, η ενάγουσα, πεισθείσα από τους ισχυρισμούς του, πραγματοποίησε προς αυτόν ακόμα δύο καταβολές. Συγκεκριμένα, στις 08.06.2012 του έδωσε το ποσό των 10.000,00 ευρώ (βλ. σχετ. αντίγραφο κινήσεων της υπ’ αρ. ……. τραπεζικής θυρίδας της τράπεζας …………), για την οποία – καταβολή – ο εναγόμενος και πάλι παρέδωσε προς την ενάγουσα την από 8-6-2012 υπεύθυνη δήλωση Ν. 1599/1986, στην οποία και αναγνώριζε την οφειλή του ποσού των 10.000 ευρώ προς την τελευταία, το οποίο, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, αποτελούσε προϊόν άτοκου δανείου και δεσμευόταν να της το επιστρέψει μέχρι τα τέλη του μηνός Ιουνίου 2012, μαζί με το προηγούμενο ποσό των 55.000 ευρώ (βλ. σχετ. από 8-6-2012 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986). Προς ενίσχυση των ως άνω ψευδών παραστάσεών του ο εναγόμενος και προκειμένου να καθησυχάζει την ενάγουσα για την απόδοση των χρημάτων της, συνεχώς τη διαβεβαίωνε ότι διαθέτει ένα πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό κατατεθειμένο σε «κλειστό» λογαριασμό στην τράπεζα ………….. στο Λονδίνο και ότι μόλις έληγε η προθεσμιακή κατάθεση που είχε κάνει, θα της επέστρεφε τα χρήματα. Ωστόσο, ο εναγόμενος, όχι μόνο δεν απέδωσε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά (55.000 + 10.000 = 65.000 ευρώ) προς την ενάγουσα κατά τη συμφωνηθείσα δήλη ημέρα, ήτοι μέχρι το τέλος του Ιουνίου 2012, αλλά αντίθετα την έπεισε και του δάνεισε ακόμα 12.000,00 ευρώ στις 08.08.2012 (βλ. σχετ. αντίγραφο κινήσεων της υπ’ αρ. …….. τραπεζικής θυρίδας της τράπεζας …………..), για την οποία – καταβολή – ο εναγόμενος και πάλι παρέδωσε προς την ενάγουσα την από 8-8-2012 υπεύθυνη δήλωση Ν. 1599/1986, στην οποία και αναγνώριζε την οφειλή του ποσού των 12.000 ευρώ προς την τελευταία, το οποίο, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, αποτελούσε προϊόν άτοκου δανείου και δεσμευόταν να της το επιστρέψει μέχρι τα τέλη του μηνός Οκτωβρίου 2012 (βλ. σχετ. από 8-8-2012 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986), υποχρέωση την οποία και πάλι δεν εκπλήρωσε κατά τη δήλη ημέρα. Ο εναγόμενος, έχοντας πει τόσα πολλά για την οικονομική του κατάσταση, κατάφερε να δημιουργήσει στην ενάγουσα την πλανημένη πεποίθηση ότι πράγματι επρόκειτο για έναν πλούσιο άνθρωπο, που απλά είχε «κλειστά» τα χρήματά του σε τράπεζα του εξωτερικού και έτσι δεν δίστασε να τον διευκολύνει με τις δικές της οικονομίες, αλλά και των παιδιών της, ώστε αυτός να αντιμετωπίσει τη δύσκολη κατάσταση, στην οποία δήθεν είχε βρεθεί. Προς ενίσχυση μάλιστα, της ως άνω δημιουργηθείσας πλάνης στην ενάγουσα ο εναγόμενος της παρέδωσε ένα χειρόγραφο σημείωμά του με τους υπολογισμούς του για τους τόκους και τα μισθώματα που λαμβάνει από τη δήθεν κατοικία του στο Λονδίνο (σχετ. ιδιόχειρο σημείωμα του εναγόμενου με υπολογισμούς, το οποίο μνημονεύεται στο παραπεμπτικό βούλευμα, που κατωτέρω στην παρούσα αναφέρεται, χωρίς να προσκομίζεται στο παρόν Δικαστήριο). Η ενάγουσα διατηρούσε πράγματι την πεποίθηση ότι ο εναγόμενος θα της αποδώσει τα οφειλόμενα ποσά, ωστόσο και καθόσον αυτό δεν συνέβαινε, περί τα τέλη του έτους 2012, αυτή του ζήτησε να της επιστρέψει τα χρήματά της, όμως, ο εναγόμενος επανέλαβε προς αυτήν και πάλι τον ισχυρισμό του ότι δήθεν διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα ………………… στο Λονδίνο και ότι θα πρέπει να μεταβεί στο Λονδίνο για να μπορέσει να φέρει τα χρήματα από εκεί. Της παρέστησε μάλιστα και ότι μετέβη οδικώς στο Λονδίνο τα Χριστούγεννα του έτους 2012, αλλά δήθεν τα χρήματα δεν τα έφερε, γιατί φοβήθηκε μήπως του τα κλέψουν στο δρόμο. Στις επίμονες δε διαμαρτυρίες της ενάγουσας, ο εναγόμενος, το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2013, προκειμένου να την καθησυχάσει, της επέδειξε μία επιστολή, δήθεν της τράπεζας ……….., που εδρεύει στο Λονδίνο, με ημερομηνία εκδόσεως 14-2-2013, υπογεγραμμένη από κάποιον υπεύθυνο με το όνομα «……………» και σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας, ο εναγόμενος πράγματι διατηρούσε λογαριασμό στην τράπεζα αυτή από το έτος 1999 και την 21.12.2012 ζήτησε να του μεταφέρουν το ποσό των 180.000 λιρών στο λογαριασμό του στην …………., μεταφορά, η οποία επρόκειτο να ολοκληρωθεί στις 08.01.2013 και το ποσό, που υπήρχε κατατεθειμένο, ανερχόταν στο ποσό των 2.482.392,67 λιρών, (βλ. σχετ. από 14-2-2013 επιστολή της τράπεζας ……………….., που εδρεύει στο Λονδίνο). Ο εναγόμενος, προς επίρρωση δε των ως άνω, ισχυρίστηκε ενώπιον της ενάγουσας ότι η τραπεζική μεταφορά των χρημάτων του δεν είχε ολοκληρωθεί από υπαιτιότητα της τράπεζας και ακόμα, ισχυρίστηκε ότι έκανε αγωγή κατά της τράπεζας και ότι ζητούσε τα χρήματα αυτά πλέον αποζημίωσης λόγω της βλάβης που υπέστη από την καθυστέρηση της ολοκλήρωσης της μεταφοράς, αναφέροντάς της και σχετικές λεπτομέρειες όπως το όνομα του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Στη συνέχεια, το μήνα Απρίλιο του έτους 2013, ο εναγόμενος και πάλι ζήτησε από την ενάγουσα χρήματα, ισχυριζόμενος ότι έπρεπε να πραγματοποιήσει επείγουσες πληρωμές προς το Δημόσιο για υποχρεώσεις του λογιστικού γραφείου του και ότι, αν καθυστερούσε, θα του επέβαλαν ένα υπέρογκο πρόστιμο. Και πάλι επέδειξε προς την ενάγουσα διάφορα έγγραφα δήθεν με αποδόσεις τόκων και ισχυριζόταν ότι έχει εκατομμύρια λίρες Αγγλίας. Με τον ως άνω τρόπο και πάλι έπεισε την ενάγουσα να του αποδώσει αυτή το ποσό των 13.000,00 ευρώ, με την υπόσχεση ότι το μήνα Αύγουστο του ίδιου έτους (2013) θα μετέβαινε μαζί με την ενάγουσα στο Λονδίνο για να αναλάβει τα χρήματά του από την ανωτέρω αναφερομένη τράπεζα. Ακολούθως, το καλοκαίρι του έτους 2013, και πάλι ο εναγόμενος έπεισε την ενάγουσα να του δώσει χρήματα, αυτή τη φορά το ποσό των 10.000,00 ευρώ, προκειμένου αυτός να το δώσει δήθεν ως προκαταβολή για την αγορά καινούργιου αυτοκινήτου, ώστε με αυτό να μεταβούν στην Αγγλία οδικώς, ισχυριζόμενος ότι δήθεν το παλιό του αυτοκίνητο θα το χαρίσει στον υιό της, ………. Ωστόσο, ο εναγόμενος, ούτε καινούργιο αυτοκίνητο αγόρασε, αλλά ούτε και δώρισε το παλιό του αυτοκίνητο στον υιό της ενάγουσας. Στη συνέχεια, το μήνα Αύγουστο του έτους 2013, ο εναγόμενος, προκειμένου να καθησυχάσει την ενάγουσα, ταξίδεψε μαζί της ως την Ιταλία με προορισμό το Λονδίνο, στον οποίο – προορισμό – ωστόσο, ουδέποτε έφτασαν, διότι ο εναγόμενος με διάφορες δικαιολογίες κατάφερε να το αποφύγει. Τότε ήταν και που ισχυρίστηκε προς την ενάγουσα ότι δεν θα πρέπει να ανησυχεί για τα χρήματά της, καθόσον είχε κάνει δήθεν μία συμβολαιογραφική πράξη στη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης, ονόματι …….., σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση που αυτός πέθαινε χωρίς να της έχει επιστρέψει τα χρήματά της, τότε η ενάγουσα θα κληρονομούσε μέρος της μεγάλης ακίνητης περιουσίας του και συγκεκριμένα ένα σπίτι, που είχε στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ………… και ένα εργαστήριο επιπλοποιίας, που του είχε δώσει ο παππούς του στην περιοχή «…….» της Θεσσαλονίκης. Ακολούθως, το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2013 η ενάγουσα επισκέφτηκε τη Θεσσαλονίκη, όπου φιλοξενήθηκε από τον εναγόμενο σε οικία επί της οδού ………….., πλησίον της ………., της οποίας ισχυρίστηκε ότι ήταν ιδιοκτήτης, ενώ ο ίδιος ισχυριζόταν ότι διέμενε σε ιδιόκτητη οικία στο Πανόραμα επί της οδού …………….., μαζί με τον υιό του ………………., ο οποίος – πάντα κατά τους ισχυρισμούς του – σπούδαζε στην ……. Σχολή. Συνεχώς ανέφερε προς την ενάγουσα για την άριστη σχέση που έχει με τον υιό του, ότι μένουν στο ίδιο σπίτι και μαζί τους μένει και η κοπέλα του υιού του, ότι τους πληρώνει όλα τα έξοδα, το φαγητό, ταξίδια στην Κρήτη, ότι πήρε καινούργιο αυτοκίνητο στο παιδί του. Της είπε μάλιστα και ότι είχε βάλει και τον υιό του συνδικαιούχο στο λογαριασμό του στην Αγγλία και όταν αυτή τον ρώτησε γιατί δεν στέλνει τον υιό του να του φέρει τα χρήματα, αφού αυτός δεν είχε πρόβλημα με το αεροπλάνο, πρόβαλε ως δικαιολογία ότι ο υιός του δεν είχε υπογράψει στην τράπεζα και ότι δεν μπορούσε να κάνει αναλήψεις. Προς επίρρωση δε όλων των ανωτέρω, ο εναγόμενος με το αυτοκίνητό του μετέβη με την ενάγουσα στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης και περνώντας έξω από κάποια οικία της έδειξε την οικία αυτή ως τη δική του, χωρίς ωστόσο, να την προσκαλέσει μέσα. Επίσης, της έδειξε – πάντα εξωτερικά – ένα διαμέρισμα στην περιοχή ……. της Χαλκιδικής και ένα διαμέρισμα στον έκτο όροφο πολυκατοικίας επί της οδού …………., τα οποία, κατά τα λεγόμενά του, του ανήκαν. Της έδειξε ακόμα ένα οικόπεδο, το οποίο δήθεν ήταν δικό του και το οποίο το είχε πωλήσει πρόσφατα αντί τιμήματος 1,5 εκατομμυρίου ευρώ. Το σπουδαιότερο όμως, περιουσιακό στοιχείο που διέθετε, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν ένα διαμέρισμα στο Λονδίνο, στο πέταλο ………… πάνω στην ακροποταμιά του Τάμεση, το οποίο είχε αγοράσει με δάνειο και το οποίο εκμίσθωνε και με το μίσθωμα, που λάμβανε, κατέβαλε τη δόση του δανείου. Μετά όλα τα ανωτέρω και έχοντας η ενάγουσα πια δει και όλη την ακίνητη περιουσία, που δήθεν διατηρούσε ο εναγόμενος, πείσθηκε ότι πράγματι ήταν θέμα χρόνου ο τελευταίος να της αποδώσει τα χρήματά της και για το λόγο αυτό δέχτηκε για μία ακόμα φορά να του δανείσει χρήματα και δη το ποσό των 4.000,00 ευρώ την 11-2-2014, πεισθείσα από τον ισχυρισμό του ότι δήθεν αυτός έπρεπε επειγόντως να αγοράσει φάρμακα για τη μητέρα του, η οποία έπασχε από άνοια και ήταν πολύ σοβαρά και με την υπόσχεση ότι θα της επέστρεφε ένα μέρος της οφειλής του μέχρι το τέλος του Φεβρουαρίου 2014, οπότε θα έληγε ένας προθεσμιακός λογαριασμός, που διατηρούσε στην …….. Προκειμένου δε να την πείσει για τον τελευταίο ισχυρισμό του, της επέδειξε βιβλιάριο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, στο οποίο φαινόταν κατατεθειμένο το ποσό των 36.000,00 ευρώ (βλ. σχετ. αντίγραφο βιβλιαρίου τραπεζικών καταθέσεων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος επ’ ονόματι του εναγόμενου). Ωστόσο, η ενάγουσα, αφού κατέβαλε το ως άνω χρηματικό ποσό προς τον εναγόμενο, διαπίστωσε στη συνέχεια ότι το βιβλιάριο, που αυτός της επέδειξε, δεν είχε ενημερωθεί από την 14.04.2011. Αργότερα και δη την 25.02.2014, οπότε η ενάγουσα ήλθε σε επαφή με τη μητέρα του εναγόμενου, η τελευταία, σε σχετικές ερωτήσεις της, της απάντησε ότι δεν θυμόταν ο υιός της – εναγόμενος – να έχει σπίτι στο Πανόραμα και ότι ποτέ δεν έχουν ζήσει εκεί, ενώ ο εναγόμενος, προς αντίκρουση των ως άνω λεγομένων της μητέρας του, ισχυριζόταν ενώπιον της ενάγουσας ότι αυτή πάσχει από τη νόσο «Αλτσχάιμερ» και έχει απώλεια μνήμης. Ωστόσο, η ενάγουσα, μετά όλα τα ανωτέρω ήδη είχε αρχίσει να θορυβείται από τη συμπεριφορά του εναγόμενου και ειδικότερα από τη μη απόδοση των χρημάτων της και σε συζητήσεις που είχε με τον υιό της Δημήτριο, ο τελευταίος της αποκάλυψε ότι ο εναγόμενος είχε ζητήσει και από αυτόν δανεικά κατά την περίοδο των Χριστουγέννων 2013 και δη το ποσό των 1.500,00 ευρώ, το οποίο ο υιός της πράγματι του κατέβαλε, ενώ ο εναγόμενος ουδέποτε του επέστρεψε στη συνέχεια. Στο μετέπειτα χρονικό διάστημα, οι οχλήσεις της προς τον εναγόμενο για να της επιστρέψει τα χρήματά της έγιναν πιο συχνές και επίμονες, πλην όμως, δεν επέφεραν κανένα αποτέλεσμα. Σημειωτέον ότι ο εναγόμενος κάποια στιγμή περί τα μέσα του μηνός Ιουνίου 2014 σε χειρόγραφο ερώτημά της «Πότε θα δώσεις …….. τις 105 χιλιάδες που μου χρωστάς; Γράψε», της απάντησε γραπτώς «τον Αύγουστο», πράγμα το οποίο και πάλι δεν έγινε (βλ. σχετ. χειρόγραφο σημείωμα των διαδίκων). Ακολούθως, το μήνα Σεπτέμβριο 2014 και επειδή η υπομονή της ενάγουσας είχε εξαντληθεί, αυτή του ζητούσε συνέχεια να της επιστρέψει τα χρήματά της, ωστόσο ο εναγόμενος και πάλι κατάφερε να της αποσπάσει χρήματα και δη το ποσό των 1.270,00 ευρώ, ισχυριζόμενος, αυτή τη φορά, ότι αντιμετώπιζε άμεση ανάγκη, ώστε να εξοφλήσει τα κοινόχρηστα του διαμερίσματος που διατηρούσε στη Θεσσαλονίκη, επαναλαμβάνοντας προς αυτήν ότι το μήνα Οκτώβριο θα μετέβαινε στο Λονδίνο, ώστε να της φέρει τα χρήματά της. Ήδη, όμως, από τα μέσα του μηνός Απριλίου 2014 η εμπιστοσύνη της ενάγουσας στο πρόσωπο του εναγόμενου είχε κλονισθεί ισχυρά, καθόσον μόλις τότε άρχισε να συνειδητοποιεί ότι επρόκειτο για έναν άνθρωπο μυθομανή και αδίστακτο, γεγονός που επιβεβαιώθηκε έπειτα από τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον υιό του εναγόμενου, ο οποίος και αποκάλυψε προς αυτήν ότι δεν είχε καμία σχέση με τον πατέρα του, που σε καμία περίπτωση δεν ήταν ιδιοκτήτης οικίας στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης επί της οδού ……., όπως ψευδώς ο εναγόμενος της είχε παραστήσει και φυσικά δεν διέμενε μαζί του στην ως άνω οικία, αλλά σε άλλη οικία, ιδιοκτησίας του παππού του. Επίσης, της ανέφερε ότι ο πατέρας του δεν έχει λογιστικό γραφείο και ότι ο ίδιος δεν σπούδαζε στην ….. αλλά στη …….. Σε συνέχεια δε των ως άνω αποκαλύψεων η ενάγουσα, έπειτα από έρευνα που πραγματοποίησε, διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος σε καμία περίπτωση δεν ήταν ορκωτός λογιστής, όπως της είχε παρουσιαστεί, αλλά ούτε και φοροτεχνικός – λογιστής με μεγάλη επαγγελματική δραστηριότητα ως λογιστής μεγάλων εταιριών και δεν διατηρούσε γραφεία στη Θεσσαλονίκη και το Λονδίνο (βλ. σχετ. εκτυπωμένο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από συνομιλία της ενάγουσας, από το οποίο προκύπτει ότι ο εναγόμενος δεν είναι εγγεγραμμένος στα Μητρώα του ΣΟΕΛ και έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών – Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, από το οποίο προκύπτει ότι το ΑΦΜ, που χρησιμοποιούσε ο εναγόμενος και είχε αποτυπώσει στην επαγγελματική του σφραγίδα, δεν αντιστοιχεί σε καταχωρημένο στο σύστημα λογιστή). Ακόμα, διαπίστωσε ότι το σπίτι στο Πανόραμα που της είχε επιδείξει ως δικό του, αποτελούνταν από δύο μεζονέτες και ο εναγόμενος ήταν παντελώς άγνωστος, τόσο στους ιδιοκτήτες, όσο και στους γείτονες, ενώ επίσης και η οικία επί της οδού …………., όπου στο παρελθόν είχε φιλοξενήσει την ενάγουσα, δεν ανήκε στον ίδιο, αλλά στον αδελφό του και φυσικά σε καμία περίπτωση ο εναγόμενος δεν ήταν κύριος ακινήτου κείμενου στο Λονδίνο στο πέταλο ………… πάνω στην ακροποταμιά του Τάμεση. Επίσης, προέκυψε ότι ο εναγόμενος σε καμία περίπτωση δεν διέθετε μεγάλη οικονομική επιφάνεια και βέβαια δεν διατηρούσε καταθέσεις στην τράπεζα ……., που εδρεύει στο Λονδίνο και δη ποσού 2.482.392,67 λιρών, ενώ και το από 14-2-2013 έγγραφο, που επέδειξε προς την ενάγουσα και το οποίο δήθεν είχε εκδοθεί από αρμόδιο υπάλληλο της ως άνω τράπεζας, ονόματι «………….», ήταν εξυπαρχής πλαστό και πλήρως κατασκευασμένο από τον ίδιο, καθόσον αυτό σε καμία περίπτωση δεν είχε εκδοθεί από το φερόμενο ως εκδότη του, αλλά και το περιεχόμενό του είχε γραφεί εξ ολοκλήρου από τον εναγόμενο, ώστε να προκύπτει ότι πράγματι αυτός έχει χρήματα στην τράπεζα αυτή και μάλιστα ανερχόμενα στο ποσό των 2.482.392,67 λιρών, τα οποία και επρόκειτο να μεταφερθούν άμεσα σε τραπεζικό του λογαριασμό σε τράπεζα εδρεύουσα στην ημεδαπή. Με όλες τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις προς την ενάγουσα ο εναγόμενος την έπεισε να του καταβάλει συνολικά το χρηματικό ποσό των 105.270 ευρώ (55.000 + 10.000 + 12.000 + 13.000 + 10.000 + 4.000 + 1.270 = 105.270 ευρώ), ήτοι αποκόμισε σε βάρος της παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της ενάγουσας, αφού ουδέποτε μέχρι σήμερα της έχει αποδώσει τα ανωτέρω ποσά. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά έγιναν δεκτά από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το οποίο με το με αριθμό 19/2017 βούλευμά του έκρινε, μετά την άσκηση σχετικής ποινικής δίωξης κατόπιν της από 16-2-2015 (ΑΒΜ : …..) έγκλησης της ενάγουσας, ότι από τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση και την κύρια ανάκριση, που διατάχθηκαν από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εναγόμενου για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εναντίον του για την αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ’ εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000,00 ευρώ [άρθρο 386 παρ. 3 στοιχ. α σε συνδυασμό με παρ. 1 ΠΚ, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο (2012-2014)], παραπέμποντας τον εναγόμενο να δικαστεί για την πράξη αυτή στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς. Μετέπειτα, δυνάμει της με αριθμό 145, 155, 167/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς αφενός έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την πράξη της απάτης κατ’ εξακολούθηση, σε πλημμεληματική μορφή, αναφορικά με το ποσό των 90.000 ευρώ, ήτοι για τις καταβολές των ποσών των 55.000 ευρώ, των 10.000 ευρώ, των 12.000 ευρώ και των 13.000 ευρώ την 11-4-2012, την 8-6-2012, την 8-8-2012 και τον Απρίλιο 2013, αντιστοίχως, αφετέρου κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της απάτης κατ’ εξακολούθηση, σε πλημμεληματική μορφή, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας [μετά τη θέση σε ισχύ του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), από την 1-7-2019, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 ΠΚ], τελεσθείσας από τον Αύγουστο 2013 έως το Σεπτέμβριο 2014, αναφορικά με το ποσό των 15.270,00 ευρώ, ήτοι για τις καταβολές των ποσών των 10.000 ευρώ, των 4.000 ευρώ και των 1.270 ευρώ τον Αύγουστο 2013, την 11-2-2014 και το Σεπτέμβριο 2014, αντιστοίχως και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 3 ετών, μετατραπείσα σε χρηματική ποινή με ορισθέν ποσό μετατροπής το ποσό των 5,00 ευρώ ημερησίως. Τελικά, δυνάμει της με αριθμό 239/2022 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς [το αμετάκλητο της οποίας, κατ’ εκτίμηση του Δικαστηρίου (άρθρο 261 ΚΠολΔ), συνομολογείται από τους διαδίκους], έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την πράξη της απάτης κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσας από τον Αύγουστο 2013 έως το Σεπτέμβριο 2014, ήτοι για την επιμέρους πράξη της απάτης, για την οποία είχε πρωτοδίκως καταδικαστεί, κατά τα προαναφερθέντα [βλ. το βούλευμα και τις ποινικές αυτές αποφάσεις με τα πρακτικά]. Ωστόσο, τα ανωτέρω περιστατικά δεν αναιρούνται από τα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), αλλά αντίθετα μάλιστα επιβεβαιώνονται πλήρως από το σύνολο του εισφερόμενου στο Δικαστήριο αποδεικτικού υλικού, ιδίως δε και από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως αναλυτικές και λεπτομερείς ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της ενάγουσας, οι οποίες κρίνονται εμπεριστατωμένες και πειστικές, σε συνδυασμό και με τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίστηκε σε βάρος του εναγόμενου, ανεξάρτητα από τη μεταγενέστερη έκβαση της σε βάρος του ποινικής δίκης με την οριστική παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής, όπως παραπάνω εκτέθηκε, ενόψει και του ότι τα έγγραφα αυτά (μηνύσεις, ένταλμα σύλληψης, απολογία, διάταξη επιβολής περιοριστικών όρων, βούλευμα, ποινικές αποφάσεις, κ.α.), παραδεκτά, στο πλαίσιο της παρούσας αστικής δίκης, λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως προαναφέρθηκε. Η δε ενάγουσα άσκησε την από 5-3-2015 με ΓΑΚ/ΕΑΚ : ……………./2015 πρώτη αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με το ίδιο με την κρινόμενη αγωγή αίτημα, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με την ένδικη δεύτερη αγωγή. Περαιτέρω, δυνάμει της με αριθμό 1737/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων), εκδοθείσας επί της από 11-3-2015 με ΓΑΚ/ΕΑΚ : ………………./2015 αίτησης της ενάγουσας, διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του εναγόμενου είτε βρίσκεται στα χέρια του είτε στα χέρια τρίτων και κάθε απαίτησης του έναντι τρίτων, μέχρι του ποσού των 130.000 ευρώ, προς εξασφάλιση της απαίτησης της ενάγουσας συναρτώμενης με την προλεχθείσα πρώτη αγωγή της. Εξάλλου, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από την ενάγουσα και σε καμία περίπτωση τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αγωγή της, καθόσον, άλλωστε, η ενάγουσα δεν διέθετε τα ως άνω ποσά, ώστε και να του τα δώσει, δοθέντος ότι αυτή δεν είχε προσωπικά εισοδήματα, αφού δεν εργαζόταν, ενώ τις αναφερόμενες από αυτήν ασφαλιστικές αποζημιώσεις της είχε καταναλώσει προ καιρού, καθώς και ότι, αντίθετα, κατά τη διάρκεια της σχέσης τους αυτός τη συντηρούσε οικονομικά και μάλιστα συντηρούσε και τον υιό της, ……….. Ωστόσο, ο εναγόμενος δεν αρνήθηκε τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του στις από 11-4-2012, 8-6-2012 και 8-8-2012 υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/1986, τις οποίες παρέδωσε προς την ενάγουσα, ούτε και στο προαναφερόμενο ιδιόχειρο σημείωμα, στο οποίο, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, σε σχετική γραπτή ερώτηση της ενάγουσας αναφορικά με το πότε θα της επιστρέψει τα χρήματά της, αυτός της απαντά τον Αύγουστο, πλην, όμως, ισχυρίστηκε ότι οι ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις τυγχάνουν εικονικές, καθόσον αυτές συντάχθηκαν από αυτόν με αφορμή την αγορά ενός σπιτιού που επιθυμούσε να αγοράσει με την ενάγουσα το έτος 2012 στον Πειραιά και προκειμένου να καλύψει το τεκμήριο αγοράς της οικίας αυτής και να δικαιολογήσει το πόθεν έσχες. Εντούτοις, όπως υποστηρίζει, η αγορά του σπιτιού ματαιώθηκε, αλλά η ενάγουσα κατάφερε να λάβει στην κατοχή της τις δηλώσεις του αυτές λόγω του γεγονότος ότι συγκατοικούσαν και έτσι είχε πρόσβαση στα έγγραφά του. Επίσης, ως προς το ως άνω ιδιόχειρο σημείωμα, στο οποίο φαίνεται να υπόσχεται στην ενάγουσα ότι θα της αποδώσει τα χρήματά της τον Αύγουστο, ισχυρίζεται ότι τα γράμματα της λέξης «Αύγουστος» είναι μεν δικά του, πλην, όμως, το κείμενο που έχει γραφεί από πάνω – δηλαδή η προλεχθείσα ερώτηση της ενάγουσας – έχει γραφεί εκ των υστέρων και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ακόμα, ως προς το ιδιόχειρο σημείωμα, στο οποίο φαίνεται να πραγματοποιεί πρόχειρους οικονομικούς λογαριασμούς, ισχυρίζεται ότι και πάλι αυτό έχει γραφεί από τον ίδιο, ωστόσο πρόκειται για προσωπικές του σημειώσεις και δεν αφορούν σε καμία οικονομική του συναλλαγή με την ενάγουσα, καθώς και ότι το έτος 2012 πράγματι διατηρούσε λογιστικό γραφείο στη Θεσσαλονίκη, πλην όμως, ουδέποτε παρέστησε προς την ενάγουσα ότι έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ότι στο πελατολόγιό του περιλαμβάνονται πολύ μεγάλες εταιρίες. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του εναγόμενου, ωστόσο, δεν κρίνονται πειστικοί ούτε επιβεβαιώνονται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας, αντίθετα προσκρούουν στην κοινή λογική και στα διδάγματα της κοινής πείρας και αναιρούνται από το προαναφερόμενο συλλεγέν αποδεικτικό υλικό. Ειδικότερα, κατ’ αρχήν, από το αντίγραφο του βιβλιαρίου του υπ’ αρ. …….. κοινού λογαριασμού της ….. ……, που διατηρούσε η ενάγουσα με τα παιδιά της, προκύπτει ότι μέχρι και την 30-6-2011 στο λογαριασμό αυτό υπήρχε κατατεθειμένο το ποσό των 102.309,35 ευρώ (βλ. σχετ. αντίγραφο του βιβλιαρίου του υπ’ αρ. …….. κοινού λογαριασμού της …………), ενώ από την καρτέλα κίνησης της υπ’ αρ. …… θυρίδας της …….., που διατηρούσε η ενάγουσα, προκύπτει ότι στις 11-4-2012, στις 30-5-2012 και στις 8-8-2012 – ημερομηνίες που αντιστοιχούν με την έκδοση των ανωτέρω αναφερόμενων υπεύθυνων δηλώσεων- η ενάγουσα επισκέφτηκε τη θυρίδα της, αποδεικνυομένου έτσι και του γεγονότος της ανάληψης από εκεί των αντίστοιχων ποσών, που κατέβαλε αυτή προς τον εναγόμενο (βλ. σχετ. καρτέλα κίνησης της υπ’ αρ. …… θυρίδας της ………). Περαιτέρω, οι πιο πάνω ισχυρισμοί του εναγόμενου ότι ναι μεν πράγματι αυτός εξέδωσε τις ανωτέρω αναφερόμενες υπεύθυνες δηλώσεις, ωστόσο αυτές είναι εικονικές και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, σε καμία περίπτωση δεν ευσταθούν με βάση τη λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας και δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί, ενώ το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από τα λοιπά ιδιόχειρα έγγραφα του εναγόμενου, που αυτός επέδειξε προς την ενάγουσα. Και φυσικά το πλαστό, φερόμενο ως εκδοθέν από υπάλληλο της τράπεζας …………, που εδρεύει στο Λονδίνο, από 14-2-2013 έγγραφο, στο οποίο δήθεν αναφέρεται ότι αυτός διατηρεί στην τράπεζα αυτή προθεσμιακό λογαριασμό ποσού 2.482.392,67 λιρών, το οποίο μάλιστα πρόκειται να μεταφερθεί άμεσα σε τράπεζα εδρεύουσα στην Ελλάδα, από μόνο του αρκεί, ώστε να κριθούν αληθείς οι ισχυρισμοί της ενάγουσας (βλ. το έγγραφο αυτό, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζεται από την ενάγουσα), απορριπτόμενου κάθε αντίθετου από τον εναγόμενο ισχυρισμού, όπως και του αιτήματος επίδειξης διαφόρων εγγράφων, ως αβάσιμου. Επομένως και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, πρέπει η ένδικη αγωγή, που είναι ορισμένη και νόμιμη (άρθρα 297, 298, 330 εδ. α, 340, 341, 346, 914 ΑΚ), να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν κατά την ερειδόμενη στην αδικοπρακτική ευθύνη κύρια βάση της, εφόσον αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 105.270,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο α. για το ποσό των 65.000,00 ευρώ από 01.07.2012, β. για το ποσό των 12.000,00 ευρώ από 01.11.2012 και γ. για το ποσό των 28.270,00 ευρώ από την επομένη της επίδοσης της πρώτης με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……./2015 αγωγής της και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση (1088/2024) δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν κατά την κύρια, από αδικοπρακτική ευθύνη, βάση της και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 105.270,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, που παραδεκτά συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με τους σχετικούς πρώτο και τρίτο λόγους έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν, όπως και οι σχετικοί λόγοι έφεσης στο σύνολό τους.
V. Με το δεύτερο λόγο έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου η εκκαλουμένη απόφαση απήγγειλε σε βάρος του προσωπική κράτηση, ενώ ο ίδιος έχει ήδη συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του. Ο εν λόγω ισχυρισμός, παραδεκτά προβαλλόμενος το πρώτον στο παρόν Δικαστήριο ως οψιγενής και αποδεικνυόμενος εγγράφως (άρθρο 527 αρ. 2 και 6 ΚΠολΔ), είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 1048 στοιχ. γ ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ’ ουσίαν, καθότι αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης έφεσης ο εκκαλών (γεν. την 9-5-1958, βλ. φωτοαντίγραφο του δελτίου της αστυνομικής του ταυτότητας) ήταν ηλικίας 66 ετών 11 μηνών και 29 ημερών και ως εκ τούτου έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του και συνεπώς, δεν δύναται να διαταχθεί σε βάρος του προσωπική κράτηση. Γενομένου δε δεκτού του σχετικού λόγου έφεσης ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη οριστική απόφαση (1088/2024) εν μέρει και συγκεκριμένα κατά το κεφάλαιο που αφορά στην απαγγελία προσωπικής κράτησης και μετά τη μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, εξαφανίζεται και η διάταξη περί δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 192/1998 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ) και ως εκ τούτου, παρέλκει η έρευνα του τέταρτου σχετικού λόγου έφεσης, ακολούθως, αφού η υπόθεση κρατηθεί και δικαστεί κατ’ ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) ως προς το μέρος αυτό, πρέπει να απορριφθεί το συναφές αίτημα της αγωγής περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του εναγόμενου ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Εξάλλου, πρέπει μέρος των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης – ενάγουσας, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, να επιβληθεί σε βάρος του εκκαλούντος – εναγόμενου λόγω της μερικής ήττας του και ανάλογα με την έκταση αυτής (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 63 παρ. 1, 68, 84 παρ. 1 του Ν. 4194/2013 – Κώδικας Δικηγόρων), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του προαναφερόμενου παραβόλου, που κατατέθηκε από τον εκκαλούντα για την άσκηση της ένδικης έφεσης (βλ. τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ : ……………./11-7-2024 έκθεση κατάθεσης του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς), στον τελευταίο, καθότι η έφεσή του αυτή έγινε δεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της με αριθμό 1088/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία).
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 1088/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία) εν μέρει και συγκεκριμένα ως προς το κεφάλαιο που αφορά στην απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος του εναγόμενου.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 20-1-2017 με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2017 και ειδικό ……./2017 αγωγή εν μέρει.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα για την απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος του εναγόμενου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του αναφερόμενου στο σκεπτικό παραβόλου στον εκκαλούντα.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος – εναγόμενου μέρος των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης – ενάγουσας, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων εκατόν πενήντα (3.150,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 25η Φεβρουαρίου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ