Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 145/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ  145/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

2ο ΤΜΗΜΑ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την ……….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Α. Του εκκαλούντος : ……………ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Τσούχλο (ΑΜΔΣΑ :………).

Της εφεσίβλητης : Της νόμιμα εκπροσωπούμενης και εδρεύουσας στην Αθήνα, επί της ………….. ανώνυμης εταιρίας (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) με την επωνυμία «……………» (ΑΦΜ : …………..), ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας «…………..», που εδρεύει στη διεύθυνση ……………..και εκπροσωπείται νόμιμα, προς την οποία έχουν πωληθεί οι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις από επιχειρηματικά δάνεια, συμβάσεις, εγγυήσεις και παρεπόμενα δικαιώματα από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «… ………..», η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σκόρδα (ΑΜΔΣΑ : ……).

Β. Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας : Της εταιρίας με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στη ……… Αττικής επί της ……………, Α.Φ.Μ. : ……… και αρ. Γ.Ε.ΜΗ. ………., νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος [Απόφαση υπ’ αριθ. 505/20/28.06.2024 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων ΤτΕ (ΦΕΚ Β 3744/28-6-2024)] ως εταιρία Διαχείρισης Πιστώσεων δυνάμει των διατάξεων του Ν. 5072/2023, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και της Πράξης 225/1/30.01.2024 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρίας με την επωνυμία «…………….» με έδρα στην Ιρλανδία, κατά τα οριζόμενα στην από 26.09.2024 Σύμβαση Διαχείρισης [όπως αυτή καταχωρίστηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …/27.09.2024 (τ. ….. α.α …..)] και σύμφωνα με το Ν. 5072/2023, όπως ισχύει, στην οποία η εδρεύουσα στην Ιρλανδία εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..» έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 27.09.2024 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Απαιτήσεων [όπως αυτή καταχωρίστηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …../27.09.2024 (τ. ….. α.α ….)], τις οποίες απαιτήσεις είχε μεταβιβάσει στην ……….. λόγω τιτλοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «………..», με έδρα την Αθήνα, οδός …………, με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ.: …. και ΑΦΜ : ……, νομίμως εκπροσωπούμενης, δυνάμει της από 6-12-2019 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Απαιτήσεων, για την οποία πραγματοποιήθηκε σχετική εγγραφή στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών την 6-12-2019 με αριθμό καταχώρησης …./6-12-2019 (τ…….), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σκόρδα (ΑΜΔΣΑ : …………).

Της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση : Της εταιρίας με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στη …………, επί της …………, ΑΦΜ : ………… και αρ. Γ.Ε.ΜΗ. : ……….., ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στην Ιρλανδία εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………..», η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σκόρδα (ΑΜΔΣΑ : …….).

Του καθ’ ου η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση : ……………. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Τσούχλο (ΑΜΔΣΑ :……………).

Επί της από 19-4-2022 με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2022 και ειδικό …../2022 ανακοπής του ανακόπτοντος κατά της καθ’ ης η ανακοπή εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών η με αριθμό 714/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).

Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών με την από 22-3-2024 έφεσή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …../2024 και ειδικό …../2024 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2024 και ειδικό ……./2024 για τη δικάσιμο της 20ης Φεβρουαρίου 2025, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο.

Ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρία με την επωνυμία «………………..» άσκησε την από 27-1-2025 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της υπέρ της εφεσίβλητης και κατά του εκκαλούντος, που κατατέθηκε με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2025 και ειδικό  ……/2025 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 20ης Φεβρουαρίου 2025, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο.

Στην τελευταία αυτή δικάσιμο η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο και, αφού έλαβαν το λόγο από τη Δικαστή, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, αντίστοιχα.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εισάγονται προς συζήτηση Α) η από 22-3-2024 έφεση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …./2024 και ειδικό …/2024 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2024 και ειδικό ……/2024 και Β) η από 27-1-2025 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2025 και ειδικό  …./2025, πρέπει να διαταχθεί η συνεκδίκασή τους, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, αφού η έφεση και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση τελούν μεταξύ τους σε σχέση κυρίου και παρεπομένου, υπάγονται στην ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και γιατί έτσι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 31 παρ. 1, 246, 524 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ).

ΙΙ. Η υπό κρίση έφεση του ηττηθέντος ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος κατά της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης και κατά της με αριθμό 714/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591, 614 επ., 632 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ), αρμοδίως εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στην περιφέρεια του οποίου ανήκει το εκδώσαν την εκκαλουμένη απόφαση Πρωτοδικείο (άρθρα 19, 495, 498 ΚΠολΔ), ασκήθηκε δε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του ένδικου δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 1-4-2024, ήτοι πριν από επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης (άρθρα 495 παρ. 1, 499 ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ καταχρηστικής διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, που έλαβε χώρα την 6-3-2023, ενόψει του ότι ουδείς των διαδίκων επικαλείται επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης και ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει το αντίθετο (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517 ΚΠολΔ). Για δε το  παραδεκτό της εφέσεως έχει κατατεθεί από τον εκκαλούντα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α (β) ΚΠολΔ παράβολο, ποσού 100,00 ευρώ (βλ. τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ : ………/1-4-2024 έκθεση κατάθεσης του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αναφορά στο με αριθμό ……………../2024 e-παράβολο ποσού 100,00 ευρώ). Πρέπει επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρα 522, 524 και 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την κρινόμενη από 19-4-2022 με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2022 και ειδικό …./2022 ανακοπή του ο ανακόπτων ζήτησε, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, την ακύρωση της ανακοπτομένης με αριθμό ……/2021 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αίτησης της καθ’ ης η ανακοπή, για απαίτησή της απορρέουσα από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και με βάση την ιδιότητα του ανακόπτοντος ως εγγυητή υπέρ της πιστούχου εταιρίας με την επωνυμία «……………….», με την οποία (διαταγή πληρωμής) υποχρεώθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή το ποσό των 150.000,00 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591, 614 επ., 632 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ), την προσβαλλόμενη με αριθμό 714/2023 οριστική απόφασή του, με την οποία απορρίφθηκαν η σωρευόμενη στο δικόγραφο της ανακοπής αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και η ένδικη ανακοπή και επιβλήθηκαν σε βάρος του ανακόπτοντος τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η ανακοπή ύψους 500,00 ευρώ. Την απόφαση αυτή (714/2023) προσβάλλει ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών, με την υπό κρίση έφεση, ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, για τους αναφερόμενους στην έφεση λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, με σκοπό να γίνει δεκτή η σωρευόμενη αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, όπως και η ασκηθείσα ανακοπή του, και να ακυρωθεί εν όλω η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.

ΙV. Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «……………» ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………», με το από 27-1-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 31-1-2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ : ………./31-1-2025) και επιδόθηκε στην υπέρ ης και στον καθ’ ου η πρόσθετη παρέμβαση την 31-1-2025 και την 7-2-2025, αντιστοίχως [σχετ. η με αριθμό ……. Β/31-1-2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………….. προς την υπέρ ης η παρέμβαση – εφεσίβλητη και η με αριθμό ……….. Γ/7-2-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …………. προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά νόμο (άρθρο 143 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) αντίκλητο του καθ’ ου η παρέμβαση – εκκαλούντος, Εμμανουήλ Τσούχλο (ΑΜΔΣΑ : ……)], άσκησε το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………..» ως μη δικαιούχου διάδικου και διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………..», επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων (μεταξύ των οποίων και της ένδικης απαίτησης) της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού «……………..», η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού «………………..», η οποία είχε καταστεί ειδική διάδοχος της αρχικής δικαιούχου της επίδικης απαίτησης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………..», υπέρ και κατά της οποίας (νυν ειδικής διαδόχου – «……………..») ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 ΚΠολΔ, άρθρο 115 παρ. 1 εδ. β του Ν. 5072/2023) και ζήτησε να απορριφθεί η ένδικη έφεση και να καταδικαστεί ο αντίδικος της στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Η δε υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και είναι παραδεκτή και νόμιμη κατά τα άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου εφεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, καθόσον η ισχύς της εκδοθησομένης απόφασης, δηλαδή το εξ αυτής δεδικασμένο (άρθρο 115 παρ. 1 εδ. β του Ν. 5072/2023), η εκτελεστότητα και η τυχόν διαπλαστική ενέργεια αυτής καταλαμβάνει και την ως άνω νυν ειδική διάδοχο μετά την εκκρεμοδικία, για λογαριασμό της οποίας ενεργεί (άρθρα 83, 225, 325, 919 ΚΠολΔ) [ΑΠ 1720/2022 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ]. Εξάλλου, πρέπει να απορριφθεί η προβαλλόμενη από τον καθ’ ου η παρέμβαση ένσταση απαραδέκτου λόγω μη αναφοράς ειδικότερων στοιχείων προς ταυτοποίηση της νέας δικαιούχου της ένδικης απαίτησης, ως προς την οποία δεν μνημονεύεται άλλο στοιχείο πλην της επωνυμίας της και του κράτους της έδρας της, διότι για την εξαιρετική νομιμοποίηση της προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρίας ως διαχειρίστριας πιστώσεων αρκεί η εκ μέρους της επίκληση στο υπό κρίση δικόγραφο των εντύπων δημοσίευσης στο αρμόδιο ενεχυροφυλακείο της παρ. 7 του άρθρου 14 και της παρ. 7 του άρθρου 21 του Ν. 5072/2023 (ήτοι με αριθμό πρωτ. …/27-9-2024 και …/27-9-2024, τόμος …. και αύξοντες αριθμοί .. και …., αντιστοίχως), τα οποία (έντυπα δημοσίευσης) προσκομίζονται άλλωστε μετ’ επικλήσεως και αποτελούν κατά νόμο (άρθρο 115 παρ. 2 του Ν. 5072/2023) πλήρη απόδειξη για την εξαιρετική νομιμοποίηση του διαχειριστή πιστώσεων, χωρίς να απαιτείται η προσκομιδή πρόσθετων εγγράφων ή η τήρηση άλλης διατύπωσης και συνακόλουθα, για την εξαιρετική νομιμοποίηση της παρεμβαίνουσας αρκεί η αναφορά της επωνυμίας («…………………») και της έδρας του αγοραστή πιστώσεων (Ιρλανδία), για λογαριασμό του οποίου ενεργεί, ενώ τα λοιπά στοιχεία προσδιορισμού του τελευταίου (αριθμός μητρώου εταιριών και ειδικότερη διεύθυνση της έδρας) προκύπτουν από τα ως άνω έντυπα δημοσίευσης. Συνεπώς, πρέπει η υπό κρίση αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την ένδικη έφεση, κατά τα προεκτεθέντα.

V. Κατά το άρθρο 152 § 1 ΚΠολΔ ο διάδικος που δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανωτέρας βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Τούτο με την έννοια ότι εάν γίνει δεκτή η αίτηση, θεωρείται ότι η εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη είναι εμπρόθεσμη. Ως ανωτέρα βία στη διάταξη αυτή νοείται το παρακωλυτικό της τήρησης της προθεσμίας γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με ενέργειες άκρας επιμέλειας και σύνεσης (Ολ ΑΠ 29/92, ΑΠ 1440/2010 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Δόλος δε του αντιδίκου είναι κάθε από πρόθεση συμπεριφορά που συνίσταται στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αποσιώπηση των αληθινών και τείνει στην παραγωγή, την ενίσχυση ή τη διατήρηση της κρίσιμης εσφαλμένης αντίληψης ή εντύπωσης (ΑΠ 153/2015, ΑΠ 1440/2010, ΑΠ 1266/2001 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).

VI. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα απόδειξης, ………., που εξετάστηκε με επιμέλεια του ανακόπτοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και η οποία (κατάθεση) περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση (714/2023) πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζονται από τους διαδίκους, από τη με αριθμό …../19-1-2023 ένορκη βεβαίωση της …………… ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς ……………, που λήφθηκε με επιμέλεια του ανακόπτοντος μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της καθ’ ης η ανακοπή (άρθρα 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, 591 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τη με αριθμό …………. Δ/12-1-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …………….. με συνημμένη σε αυτήν την από 11-1-2023 εξώδικη πρόσκληση και γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει ο ανακόπτων, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 277/2020, ΑΠ 386/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της με αριθμό ……./2021 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ο ανακόπτων υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή το ποσό των 150.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 26-10-2018 και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων, καθώς και το ποσό των 2.100 ευρώ ως δικαστικά έξοδα. Η ένδικη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε κατόπιν της από 6-10-2021 αίτησης της καθ’ ης η ανακοπή, με την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων (μεταξύ των οποίων και της επίδικης απαίτησης) της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού «……………..», εδρεύουσας στο ……. Ιρλανδίας, προς την οποία μεταβιβάστηκαν λόγω πώλησης απαιτήσεις από επιχειρηματικά δάνεια στο πλαίσιο τιτλοποίησής τους κατά τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…………..». Ειδικότερα, η επίδικη απαίτηση απορρέει από τη με αριθμό …………./23-01-2002 σύμβαση πίστωσης δι’ ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, δυνάμει της οποίας η τράπεζα με την επωνυμία «……………» χορήγησε στην εταιρία με την επωνυμία «………………..», πίστωση μέχρι του αρχικού ποσού των 400.000 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια αυξήθηκε μέχρι το ποσό των 600.000 ευρώ, σύμφωνα με τους ειδικότερα διαλαμβανόμενους στη σύμβαση όρους. Ως εγγυητές αρχικώς συμβλήθηκαν ο ………….. (αδελφός του ανακόπτοντος) και ο …………….., τότε νόμιμοι εκπρόσωποι της πιστούχου εταιρίας. Ακολούθησαν οι από 18-09-2002, 18-05-2004, 21-03-2006 και 05-03-2007 πρόσθετες πράξεις, τις οποίες έχει υπογράψει και ο ανακόπτων ως εγγυητής, καθώς και οι από 27-6-2011 πρόσθετες πράξεις, τις οποίες δεν έχει υπογράψει ο ανακόπτων. Άλλες πρόσθετες πράξεις της αρχικής σύμβασης δεν προσκομίζονται (αν και στη διαταγή πληρωμής αναφέρονται). Στις ως άνω πρόσθετες πράξεις, στις οποίες είναι συμβαλλόμενος ο ανακόπτων (βλ. αυτές), ο τελευταίος αναγράφεται ως κάτοικος Κορυδαλλού Αττικής επί της οδού ………… Στη συνέχεια, επειδή η άνω πιστούχος εταιρία δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές υποχρεώσεις της, η τράπεζα έκλεισε τους λογαριασμούς, που εξυπηρετούσαν τη σύμβαση την 25-10-2018 και κατήγγειλε αυτήν (σύμβαση), με την από 28-1-2019 εξώδικη καταγγελία της, που επιδόθηκε στην πιστούχο εταιρία και τους λοιπούς ως άνω δύο εγγυητές (σχετ. οι με αριθμό …./29-1-2019, …/29-1-2019 και …/29-1-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ….. …., που αναφέρονται στη διαταγή πληρωμής), αλλά και στον ανακόπτοντα ως εγγυητή στην ίδια ως άνω διεύθυνση κατοικίας του με θυροκόλληση κατ’ άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. τη με αριθμό ……./29-1-2019 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή ………..). Έπειτα, ακριβές αντίγραφο του πρώτου (Α΄) εκτελεστού απογράφου της ένδικης διαταγής πληρωμής με την κάτωθι αυτού από 2-11-2021 επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στον ανακόπτοντα την 4-11-2021 στην ίδια ως άνω διεύθυνση κατοικίας του, ήτοι στον Κορυδαλλό Αττικής (οδός …..), με θυροκόλληση, κατόπιν άρνησης της μητέρας του ……… . να παραλάβει το προς επίδοση έγγραφο, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 128 και 130 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τη με αριθμό ….. Γ/4-11-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………… Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι πράγματι ο ανακόπτων τυγχάνει κάτοικος εξωτερικού και συγκεκριμένα της πόλης … της Αυστρίας (οδός ……………..) από τουλάχιστον το έτος 1984 (βλ. προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως ακριβή μετάφραση στην ελληνική γλώσσα πιστοποιητικού μόνιμης κατοικίας από τη Δημοτική Αρχή της πόλης ……), όπου έχει αποκτήσει οικογένεια (βλ. υπ’ αριθ. ……./2000 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γέννησης του υιού του, …………..) και του έχει απονεμηθεί από το έτος 1992 η αυστριακή υπηκοότητα (βλ. τη σχετική απόφαση της Αυστριακής Δημοκρατίας και την ακριβή μετάφρασή της). Ωστόσο, ο ίδιος ο ανακόπτων, παρά το γεγονός ότι τυγχάνει κάτοικος εξωτερικού τουλάχιστον από το έτος 1984, δήλωσε στην πιστώτρια τράπεζα ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ………. στον Κορυδαλλό (βλ. τις από 18-09-2002, 18-05-2004, 21-03-2006 και 05-03-2007 πρόσθετες πράξεις της σύμβασης πίστωσης, την υπογραφή των οποίων ο ανακόπτων ουδόλως αμφισβητεί). Επιπροσθέτως, δε, στην από 18-05-2004 πρόσθετη πράξη σύμβασης και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο II αυτής, με το οποίο προστίθεται άρθρο 18 στην αρχική σύμβαση, αναφέρεται ρητά ότι : «…Επίσης, ο δανειζόμενος και ο εγγυητής δηλώνουν ότι ενημερώθηκαν ότι, μετά από εξακρίβωση της ταυτότητάς τους, (…) έχουν δικαίωμα πρόσβασης και αντίρρησης σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα που τους αφορούν (…). Τέλος, αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ενημερώνουν εγκαίρως την Τράπεζα για τυχόν μεταβολή των παραπάνω προσωπικών δεδομένων τους». Στη συγκεκριμένη δε πρόσθετη πράξη, ως διεύθυνση κατοικίας του εγγυητή, αναγράφεται ρητά εκείνη στην οποία διενεργήθηκε η θυροκόλληση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ήτοι στον Κορυδαλλό Αττικής επί της οδού …………… Κατόπιν τούτων, καθίσταται σαφές ότι ο ανακόπτων, καίτοι είχε αναλάβει την υποχρέωση να γνωστοποιήσει τυχόν μεταβολή της διεύθυνσής του στην πιστώτρια τράπεζα, έτσι ώστε να μπορεί η τελευταία να τον εντοπίζει και να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά της κατ’ αυτού, ούτε ισχυρίζεται, ούτε αποδεικνύει ότι ανταποκρίθηκε σε αυτή την υποχρέωση. Επιπλέον, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι η πιστώτρια τράπεζα και συνακόλουθα η καθ’ ης η ανακοπή – διαχειρίστρια της απαίτησης εταιρία έλαβε με οποιονδήποτε τρόπο γνώση της μετοίκησης του ανακόπτοντος στο εξωτερικό. Χαρακτηριστικά, άλλωστε, ουδέν αναφέρει η μάρτυρας του τελευταίου εξεταζόμενη στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είτε στην ως άνω ένορκη βεβαίωσή της, αναφορικά με τυχόν γνώση, εκ μέρους της πιστώτριας τράπεζας, της πραγματικής και ενεστώσας κατοικίας του ανακόπτοντος. Με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, δεν αποδεικνύεται ότι η καθ’ ης η ανακοπή ενήργησε δολίως προκειμένου να μην λάβει γνώση ο ανακόπτων της εκδοθείσας εις βάρος του διαταγής πληρωμής, αλλά αντίθετα, ο ίδιος ο ανακόπτων όχι μόνο δήλωσε εξαρχής διεύθυνση στην Ελλάδα, αλλά επιπλέον δεν ανταποκρίθηκε στη συμβατική υποχρέωση, που είχε αναλάβει, προς γνωστοποίηση τυχόν μεταβολής της διεύθυνσής του στην πιστώτρια τράπεζα. Επομένως, η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, που σωρεύεται στην ένδικη ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, κατά το μέρος που στηρίζεται σε επικαλούμενη αδυναμία τήρησης της προθεσμίας άσκησης της ανακοπής κατά της ένδικης διαταγής πληρωμής εξαιτίας επικαλούμενου δόλου της αντιδίκου του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί και ο πρώτος λόγος έφεσης κατά το σκέλος του με το οποίο επαναφέρεται ο πιο πάνω ισχυρισμός του περί δόλιας συμπεριφοράς των υπαλλήλων της τράπεζας, που, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, γνώριζαν κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης της διαταγής πληρωμής ότι εκείνος (εκκαλών) κατοικούσε στην Αυστρία. Επιπρόσθετα, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο επίδοσης στην Ελλάδα της διαταγής πληρωμής ο ίδιος ήταν νοσηλευόμενος σε κρατικό νοσοκομείο στο ………. (Αυστρία) και έτσι, δεν έλαβε γνώση της επίδοσης και δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως την ένδικη ανακοπή του. Ως προς τον εν λόγω ισχυρισμό του, λεκτέα τα ακόλουθα : Ο παραπάνω ισχυρισμός του ως «λόγω ανωτέρας βίας ανυπαίτια μη γνώση της γενόμενης επίδοσης» (σελ. 5 της έφεσης), στο μέτρο που επιχειρεί να στηρίξει την ένδικη αίτηση επαναφοράς, προβάλλεται απαραδέκτως, κατ’ άρθρο 527 ΚΠολΔ, το πρώτον με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης και δεν αποτελεί μέρος της ένδικης αίτησής του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου αυτής και ως εκ τούτου, τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ασθένεια και νοσηλεία του ανακόπτοντος κατά τον επίδικο χρόνο (4-11-2021) της επίδοσης της ένδικης διαταγής πληρωμής συνιστά ανώτερη βία κατά την έννοια που εκτέθηκε στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη, η κρινόμενη αίτηση επαναφοράς πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη και ως τέτοια ως απαράδεκτη, διότι δεν ασκήθηκε εντός 30 ημερών από την άρση του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία, ήτοι εντός 30 ημερών από την έξοδό του από το νοσοκομείο, η οποία έλαβε χώρα την 12-11-2021 (βλ. ιατρικό εξιτήριο και ακριβή μετάφραση), όπως επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 153 ΚΠολΔ, αλλά την ένδικη ανακοπή και σωρευόμενη αίτηση άσκησε με την κατάθεσή της στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την 27-4-2022 και την επίδοση αντιγράφου της στην καθ’ ης η ανακοπή την 28-4-2022 (βλ. τη με αριθμό ……………. Γ/28-4-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …………….). Επομένως, η αίτηση του ανακόπτοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση πρέπει να απορριφθεί και κατά τη δεύτερη βάση της. Συνακόλουθα, πρέπει η κρινόμενη ανακοπή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την 27-4-2022 και επιδόθηκε στην καθ’ ης την 28-4-2022, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε και ως εκ τούτου, ασκήθηκε μετά την πάροδο δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την ημέρα που επιδόθηκε δια θυροκολλήσεως η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής (4-11-2021) [άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ]. Εξάλλου, για την έναρξη της προθεσμίας προς άσκηση της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής δεν τίθεται από το νόμο ως προϋπόθεση η γνώση της επίδοσης της διαταγής πληρωμής από τον καθ’ ου η διαταγή πληρωμής, όπως αβασίμως υπολαμβάνει ο εκκαλών, ανεξάρτητα αν η τυχόν άγνοια αυτής μπορεί να στηρίξει αίτηση επαναφοράς σε συνδυασμό και με τις λοιπές προϋποθέσεις, που αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη (ανώτερη βία ή δόλος του αντιδίκου), ενώ ούτε ασκεί έννομη επιρροή το επικαλούμενο από τον ίδιο γεγονός ότι οι υπάλληλοι της τράπεζας ουδόλως επιδίωξαν να επικοινωνήσουν με αυτόν και να τον ενημερώσουν για τυχόν εμπλοκή της ένδικης πίστωσης. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε όμοια, απορρίπτοντας την ανακοπή και τη σωρευόμενη αίτηση επαναφοράς, ορθά κατ’ αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά κατ’ αποτέλεσμα εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, που παραδεκτά συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και κατ’ ακολουθίαν, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όπως και ο σχετικός λόγος έφεσης στο σύνολό του.

VII. Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο έφεσης παραπονείται ο εκκαλών ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση τον καταδίκασε στην πληρωμή όλων των δικαστικών εξόδων της καθ’ ης ποσού 500,00 ευρώ, ενώ έπρεπε να συμψηφίσει τη δικαστική δαπάνη λόγω των δυσερμήνευτων νομικών διατάξεων και της δικαιολογημένης αμφιβολίας των μερών ως προς την έκβαση της δίκης. Ωστόσο, ο λόγος αυτός, παραδεκτά προβαλλόμενος κατ’ άρθρο 193 ΚΠολΔ, αφού προσβάλλεται συγχρόνως και η ουσία της υποθέσεως, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο διότι κατά την επιβολή των εξόδων αυτών σε βάρος του ηττηθέντος ανακόπτοντος με βάση την αρχή της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ) το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του και επιπλέον τα οριζόμενα στο Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων) όρια της δικηγορικής αμοιβής είναι τα ελάχιστα επιτρεπόμενα με την έννοια ότι η δικηγορική αμοιβή δεν επιτρέπεται να ορισθεί σε ποσό κατώτερο αυτών, δεν απαγορεύεται όμως, να ορισθεί σε ποσό ανώτερο (ΑΠ 99/2019, ΜονΕφΠειρ 81/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), ενώ εν προκειμένω το αντικείμενο της δίκης δικαιολογεί τον προσδιορισμό των επιδικασθέντων πρωτοδίκως δικαστικών εξόδων της καθ’ ης η ανακοπή, που νίκησε (και η οποία πρωτοδίκως είχε υποβάλει, κατ’ άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, σχετικό αίτημα περί επιδικάσεως σε αυτήν των δικαστικών της εξόδων), στο ποσό των 500,00 ευρώ [άρθρα 189 ΚΠολΔ, 58 παρ. 4, 63 παρ. 1 στοιχ. i (α), 65, 68 παρ. 1, 84 παρ. 1 του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων)]. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε όμοια, επιβάλλοντας τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η ανακοπή σε βάρος του ηττηθέντος ανακόπτοντος και ορίζοντας αυτά συνολικά στο ανωτέρω ποσό,  ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε, ώστε τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το σχετικό λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα.

VIIΙ. Με βάση τα προεκτεθέντα και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του προαναφερόμενου παράβολου, που κατατέθηκε από τον εκκαλούντα για την άσκηση της έφεσης (βλ. τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ : ……………/1-4-2024 έκθεση κατάθεσης του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς), στο Δημόσιο Ταμείο, καθότι απορρίφθηκε η ένδικη έφεσή του, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….» κατέστη ειδική διάδοχος της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………», που είχε καταστεί προγενέστερα ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………..». Ειδικότερα, η αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού «………………» κατέστη ειδική διάδοχος κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 5072/2023, μεταξύ των οποίων και της επίδικης απαίτησης, από την αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού «…………….., δυνάμει της από 27-9-2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …/27-9-2024, στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …… (άρθρο 21 παρ. 7 του Ν. 5072/2023). Στην ως άνω εταιρία «…………….», η αρχική δικαιούχος ανώνυμη τραπεζική εταιρία «…………» είχε πωλήσει δυνάμει της από 26-7-2019 σύμβασης πώλησης και είχε μεταβιβάσει δυνάμει της από 6-12-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, απαιτήσεις από δάνεια και λοιπές πιστώσεις στο πλαίσιο τιτλοποίησης τους σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …../6-12-2019, στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό ……. (άρθρο 10 παρ. 8 του Ν. 3156/2003). Στη συνέχεια, η διαχείριση των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν, κατά τα ανωτέρω, στην εταιρία «…………», μεταξύ των οποίων και της ένδικης απαίτησης, ανατέθηκε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…………….», δυνάμει της από 6-12-2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …../6-12-2019, στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …. (άρθρο 10 παρ. 14 και 16 του Ν. 3156/2003). Ήδη η διαχείριση των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν, κατά τα ανωτέρω, στην εταιρία «……………..», μεταξύ των οποίων και της ένδικης απαίτησης, ανατέθηκε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «………………», δυνάμει της από 26-9-2024 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …./27-9-2024, στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …… (άρθρο 14 παρ. 7 του Ν. 5072/2023). Με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, αποδείχθηκε ότι η ανώνυμη εταιρία «…………….» υπό την ιδιότητα της μη δικαιούχου διαδίκου και διαχειρίστριας της επίδικης απαίτησης, ανήκουσας στη νυν ειδική διάδοχο αλλοδαπή εταιρία «……………», έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αρχικής διαδίκου – εφεσίβλητης, ανώνυμης εταιρίας «………………» ως μη δικαιούχου διαδίκου και διαχειρίστριας της επίδικης απαίτησης, ανήκουσας κατά το χρόνο άσκησης της ανακοπής στην προηγούμενη ειδική διάδοχο αλλοδαπή εταιρία «………………», της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της αρχικής δικαιούχου της επίδικης απαίτησης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………….». καθώς η ισχύς της εκδοθησομένης απόφασης, δηλαδή το εξ αυτής δεδικασμένο (άρθρο 115 παρ. 1 εδ. β του Ν. 5072/2023), η εκτελεστότητα και η τυχόν διαπλαστική ενέργεια αυτής καταλαμβάνει και την νυν ειδική διάδοχο μετά την εκκρεμοδικία αλλοδαπή εταιρία «……………..», για λογαριασμό της οποίας ενεργεί (άρθρα 83, 225, 325, 919 ΚΠολΔ), όπως άλλωστε ανωτέρω αναφέρθηκε. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης και κατά του εκκαλούντος ως βάσιμη κατ’ ουσίαν. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος και καθ’ ου η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, καθώς και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, κατά παραδοχή των νόμιμων σχετικών αιτημάτων των τελευταίων (άρθρα 176, 182 παρ. 2, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων Α) την από 22-3-2024 έφεση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …../2024 και ειδικό …/2024 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2024 και ειδικό …../2024 και Β) την από 27-1-2025 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2025 και ειδικό  …./2025.

ΔΕΧΕΤΑΙ την από 27-1-2025 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του καθ’ ου η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την από 22-3-2024    έφεση κατά της εκκαλουμένης με αριθμό 714/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Ειδική Διαδικασία των Περιουσιακών Διαφορών).

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του αναφερόμενου στο σκεπτικό παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την    4η   Μαρτίου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                         Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ