ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 146/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
2ο ΤΜΗΜΑ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την …………………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Των εκκαλούντων : 1) Της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «………………», που εδρεύει στον …………. Αττικής, οδός ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, ΑΦΜ : …………. και 2) Του ………., κατοίκου Κορυδαλλού, οδός ………., ΑΦΜ : ……….., ατομικά και ως τέως νόμιμου εκπροσώπου της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στον ……… Αττικής, οδός ………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντωνία Πλατιά (ΑΜΔΣΑ : …………..).
Του εφεσίβλητου : …………, ο οποίος εμφανίστηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πάσχο (ΑΜΔΣΑ : ………).
Επί της από 16-9-2022 με αριθμό κατάθεσης γενικό ……../2022 και ειδικό ………/2022 αγωγής του ενάγοντος κατά των εναγόμενων εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η με αριθμό 3326/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).
Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες με την από 12-12-2024 έφεσή τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό ………/2024 και ειδικό …../2024 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2024 και ειδικό ……/2024 για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Στη δικάσιμο αυτή η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης η πληρεξούσια δικηγόρος των εκκαλούντων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου παραστάθηκε στο ακροατήριο και, αφού έλαβε το λόγο από τη Δικαστή, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, αντίστοιχα.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση έφεση των εν μέρει ηττηθέντων εναγόμενων και ήδη εκκαλούντων κατά του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου και κατά της με αριθμό 3326/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στην περιφέρεια του οποίου ανήκει το εκδώσαν την εκκαλουμένη απόφαση Πρωτοδικείο (άρθρα 19, 495, 498 ΚΠολΔ), ασκήθηκε δε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του ένδικου δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 12-12-2024, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στην πληρεξούσια δικηγόρο και κατά νόμο (άρθρο 143 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) αντίκλητο των εναγόμενων και ήδη εκκαλούντων, Αντωνία Πλατιά (ΑΜΔΣΑ : …), που έλαβε χώρα με παραγγελία του αντιδίκου τους την 14-11-2024, όπως προκύπτει από τη με ίδια ημερομηνία επισημείωση του δικαστικού επιμελητή …………. στο κοινοποιηθέν ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν στο παρόν Δικαστήριο οι εκκαλούντες (άρθρα 126 παρ. 1 στοιχ. α, 127 παρ. 1, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517 ΚΠολΔ). Για δε το παραδεκτό της εφέσεως έχει κατατεθεί από τους εκκαλούντες το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α (β) ΚΠολΔ παράβολο, ποσού 100,00 ευρώ (βλ. τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ : …………./12-12-2024 έκθεση κατάθεσης του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αναφορά στο με αριθμό ………/2024 e-παράβολο ποσού 100,00 ευρώ). Πρέπει επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρα 522, 524 και 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την από 16-9-2022 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ : ……………/2022 αγωγή του, ο ενάγων εξέθετε ότι στον ………. Αττικής την 6-6-2011, ως ήδη καταξιωμένος εμπορικός αντιπρόσωπος, με άτυπη προφορική σύμβαση καταρτισθείσα με το δεύτερο εναγόμενο, ως νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, ούσας τότε ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «………………» και με αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία γυναικείων υποδημάτων, ανέλαβε ως εμπορικός της αντιπρόσωπος την υποχρέωση της προώθησης, της διαπραγμάτευσης και διάθεσης για λογαριασμό της, των προϊόντων της, με πώληση αυτών σε ολόκληρη την επικράτεια της Ελλάδας και της Κύπρου, επιβαρυνόμενος ο ίδιος με τα σχετικά έξοδα κίνησης αυτού, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής (προμήθειας) ποσοστού 5% επί της αξίας των πωλούμενων προϊόντων, καθώς και ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, η οποία συμφωνήθηκε ως αορίστου χρόνου, ο ίδιος προώθησε σημαντικά τις πωλήσεις των προϊόντων της πρώτης εναγόμενης, απευθυνόμενος σε πλήθος νέων αγοραστών, αλλά και σε παλαιούς πελάτες, πλην όμως, την 15-3-2012 οι εναγόμενοι κατήγγειλαν αναίτια και καταχρηστικά τη μεταξύ τους σύμβαση, επικαλούμενοι προσχηματικά την οικονομική κρίση που έπληττε την ελληνική οικονομία και έκτοτε κακόπιστα αρνήθηκαν τη μεταξύ τους συνεργασία και την καταβολή της νόμιμης συμφωνηθείσας αμοιβής του, αλλά και της νόμιμης αποζημίωσης πελατείας, εκμεταλλευόμενοι την εκ μέρους του έλλειψη αποδεικτικών εγγράφων, ενώ ο ίδιος αντιθέτως ήταν εξαρχής και καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους καλόπιστος και είχε επιδοθεί με αδιάλειπτο ζήλο στα καθήκοντά του, με αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό των πωλήσεων και του κύκλου εργασιών της πρώτης εναγόμενης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ακόμα, ανέφερε ότι αξίωσε τη νόμιμη αμοιβή του με την από 5-10-2012 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη εταιρία την 16-10-2012, πλην όμως, οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν και ότι τελικά αναγκάσθηκαν δυνάμει δικαστικών αποφάσεων, που εκδόθηκαν επί αιτήσεών του παροχής έννομης προστασίας, να προβούν στην επίδειξη των εγγράφων που αποδεικνύουν τις αξιώσεις του, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Στη συνέχεια, ισχυριζόταν ότι με τη με αριθμό 620/2017 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, εκδοθείσα επί των από 4-3-2013, 20-5-2013 και 7-6-2013 αγωγών του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση που ήδη απορρίφθηκε, κρίθηκαν τελεσίδικα η εγκυρότητα της σύμβασης, οι όροι της και η δικαιούμενη προμήθεια του ενάγοντος σε ποσοστό 5% επί των πωλήσεων, που πραγματοποιήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης σε Ελλάδα και Κύπρο, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Περαιτέρω, εξέθετε ότι με την από 20-12-2017 αγωγή του αξίωσε την οφειλόμενη κατά νόμο αποζημίωση πελατείας, που αφορά στο χρονικό διάστημα από 16-3-2012 έως και 31-8-2012 και ότι επ’ αυτής (αγωγής) εκδόθηκε η με αριθμό 439/2022 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή για το ποσό των 3.000 ευρώ. Ακολούθως, ανέφερε ότι, αν και κατά τη διάρκεια της επίδικης σύμβασης από 6-6-2011 έως 15-3-2012 με τη δική του αποκλειστική μεσολάβηση πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της αντιπροσωπευόμενης εταιρίας σύνολο πωλήσεων (συνολικά σε 148 επιχειρήσεις) ύψους 1.152.792,40 ευρώ, όπως προκύπτει από τα αναλυτικά ισοζύγια πελατών για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα σε συνδυασμό με τα εκδοθέντα τιμολόγια πωλήσεων του ίδιου χρονικού διαστήματος, αλλά και τις υποβληθείσες περιοδικές δηλώσεις Φόρου Προστιθεμένης Αξίας της επίδικης περιόδου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή και έτσι, ο ίδιος δικαιούται προμήθεια 5% επί του ανωτέρω ποσού, ήτοι 57.639,62 ευρώ, εντούτοις με βάση τα παραδοθέντα σε αυτόν από τους εναγόμενους τιμολόγια πώλησης προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκαν λιγότερες πωλήσεις συνολικού ύψους 989.041,41 ευρώ, επί του οποίου δικαιούται προμήθεια 5%, ήτοι 49.452,07 ευρώ, από το οποίο αφαιρεί το ποσό των 27.240,40 ευρώ, που έχει εισπράξει έναντι της ένδικης αξίωσής του, οπότε το υπόλοιπο ποσό των 22.211,67 ευρώ αποτελεί το ποσό της αναλογούσας στον ίδιο αμοιβής, που δικαιούται να λάβει για μέρος των διενεργηθεισών πωλήσεων κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καθώς και ότι επί της προκύπτουσας διαφοράς ανάμεσα στα ανωτέρω ποσά πωλήσεων, ήτοι των πωλήσεων που προκύπτουν από τα ισοζύγια πελατών και τις περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ εκ ποσού 1.152.792,40 ευρώ αφενός και των πωλήσεων που προκύπτουν από τα παραδοθέντα τιμολόγια εκ ποσού 989.041,41 ευρώ αφετέρου, άρα επί του ποσού των (1.152.792,40 – 989.041,41 =) 163.750,99 ευρώ αντιστοιχεί ποσό προμήθειας 5%, ήτοι 8.187,54 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των (22.211,67 + 8.187,54 =) 30.399,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο ως εξής : Α) με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής με το νόμιμο τόκο επιδικίας, για κάθε ένα επιμέρους ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε πώληση, όπως αυτή αποτυπώνεται σε κάθε τιμολόγιο, από την επομένη της τελευταίας ημέρας του μηνός που ακολουθεί το τρίμηνο κατά τη διάρκεια του οποίου εκδόθηκε κάθε τιμολόγιο και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, Β) άλλως επικουρικά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής με το νόμιμο τόκο επιδικίας, για ολόκληρο το ποσό των 30.399,22 ευρώ, από την 16-11-2014, ημεροχρονολογία που συμπληρώθηκε η ταχθείσα από τον ενάγοντα προθεσμία καταβολής των οφειλόμενων από την πρώτη εναγόμενη με την από 20-10-2014 εξώδικη προς αυτή δήλωση – πρόσκληση, που κοινοποιήθηκε νόμιμα την 5-11-2014, όπως προκύπτει από τη με αριθμό …………/5-11-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά …………. και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, Γ) άλλως επικουρικότερα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής με το νόμιμο τόκο επιδικίας, για ολόκληρο το ποσό των 30.399,22 ευρώ, από την επομένη της κοινοποιήσεως της από 4-3-2013 με αριθμό κατάθεσης 1994/2013 αγωγής του κατά των εναγόμενων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (δηλαδή από 12-3-2013) και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, Δ) άλλως επικουρικότερα με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Ακόμα, ζήτησε να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της εν γένει δικαστικής του δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η προσβαλλόμενη με αριθμό 3326/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία, αφού κρίθηκε η αγωγή ορισμένη, πλην του παραπάνω υπό στοιχείο (Α) παρεπόμενου περί τοκοδοσίας αιτήματος, που απορρίφθηκε ως αόριστο, και νόμιμη (ΠΔ 219/1991, όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, άρθρα 340, 341, 345, 346 ΑΚ, 176 ΚΠολΔ), πλην του παραπάνω υπό στοιχείο (Γ) παρεπόμενου περί τοκοδοσίας αιτήματος, που απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, έγινε κατά τα λοιπά εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν. Ειδικότερα, δυνάμει της εκκαλουμένης απόφασης (3326/2024) υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα το ποσό των 26.477,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της 16-11-2014 και με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και καταδικάστηκαν οι τελευταίοι στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος ποσού 1.100 ευρώ. Κατά της παραπάνω απόφασης (3326/2024) παραπονούνται οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες, με την υπό κρίση έφεσή τους, ζητώντας την εξαφάνισή της, για τους αναφερόμενους στην έφεση λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η εναντίον τους ασκηθείσα αγωγή.
III. Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 “περί εμπορικών αντιπροσώπων”, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/Ε.Ο.Κ. του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω π.δ/τος, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητα του, ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Με βάση αυτόν τον ορισμό η σύμβαση αντιπροσωπείας έχει χαρακτήρα συμβάσεως πλαισίου, αφού καθορίζει τις γενικές συμβατικές υποχρεώσεις των μερών και τους κανόνες της εμπορικής τους συνεργασίας, η οποία όμως, πραγματώνεται με πλειάδα επί μέρους συμβάσεων διαμεσολάβησης. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει ρήτρα αποκλειστικότητας, σύμφωνα με την οποία ο αντιπροσωπευόμενος αναθέτει τη μέριμνα των υποθέσεών του αποκλειστικά στον αντιπρόσωπο για μία ορισμένη περιοχή. Σε αυτήν την περίπτωση πρόκειται για σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας. Περαιτέρω, το άρθρο 6 παρ. 1 του ανωτέρω π.δ/τος, όπως η ανωτέρω παράγραφος αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 π.δ. 312/1995, προβλέπει: “Για εμπορική πράξη, που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια: α) αν η πράξη έχει συναφθεί χάρη στην παρέμβαση του ή β) αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ιδίου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη ή γ) αν είναι αρμόδιος για ένα καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μία καθορισμένη ομάδα προσώπων και η πράξη έχει συναφθεί με πελάτη που ανήκει σε αυτό τον τομέα ή σε αυτή την ομάδα”. Σύμφωνα δε με το άρθρο 7 της παραπάνω Οδηγίας: “1. Για εμπορική πράξη που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια: α) αν η πράξη έχει συναφθεί χάρη στην παρέμβαση του, ή β) αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ίδιου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη. 2. Για πράξη που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο αντιπρόσωπος δικαιούται επίσης προμήθεια: είτε εάν είναι αρμόδιος για ένα καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μια καθορισμένη ομάδα προσώπων, είτε εάν έχει δικαίωμα αποκλειστικότητας για έναν καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μια καθορισμένη ομάδα προσώπων, και η πράξη έχει συναφθεί με πελάτη που ανήκει σε αυτόν τον τομέα ή σε αυτήν την ομάδα. Τα κράτη μέλη οφείλουν να ενσωματώσουν στο δίκαιο τους μία από τις εναλλακτικές λύσεις των δύο παραπάνω περιπτώσεων”. Μάλιστα, το Δ.Ε.Κ, κατά την ερμηνεία του άρθρου 7 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας, έχει δεχτεί ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος, όταν έχει αναλάβει ένα γεωγραφικό τομέα, έχει δικαίωμα προμήθειας για τις συναπτόμενες με τους πελάτες που ανήκουν στον τομέα αυτό δικαιοπραξίες, ακόμη κι αν καταρτίστηκαν χωρίς την παρέμβασή του (απόφαση της 12.12.1996, C-104/1995 Κ. κατά Κάρτονπακ Α.Ε.). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι για τη σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1γ του π.δ 219/1991 καθίδρυση δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου προς λήψη προμήθειας για εμπορικές πράξεις που έχουν συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ακόμη και χωρίς την παρέμβασή του, αρκεί αυτές να έχουν συναφθεί με πελάτη που ανήκει στο γεωγραφικό τομέα για τον οποίο αυτός είναι αρμόδιος ή με πελάτη που ανήκει σε μία καθορισμένη ομάδα προσώπων για την οποία είναι αρμόδιος, χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και ρήτρας αποκλειστικότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, για το γεωγραφικό τομέα ή για την καθορισμένη ομάδα προσώπων. Τέτοια προϋπόθεση (αποκλειστικότητας) δεν έθεσε ο Έλληνας νομοθέτης κατά τη μεταφορά της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στην Ελληνική έννομη τάξη, αν και είχε τη δυνατότητα να το πράξει, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 7 της επίμαχης Οδηγίας, όφειλε να ενσωματώσει στο εσωτερικό δίκαιο μία από τις δύο εναλλακτικές λύσεις της Οδηγίας και επέλεξε εκείνη της θέσπισης του εν λόγω δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου, με βάση το κριτήριο της ιδιότητάς του ως αρμόδιου απλώς σε καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή σε καθορισμένη ομάδα προσώπων και όχι της ιδιότητάς του ως αποκλειστικού εμπορικού αντιπροσώπου στο γεωγραφικό τομέα ή στην ομάδα προσώπων (ΑΠ 403/2020, ΑΠ 806/2015, ΑΠ 859/2014, ΑΠ 250/2011 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).
IV. Από τη με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΣΑ_ΕΒ_……….._2023 από 13-6-2023 ένορκη βεβαίωση του ……….. ενώπιον της δικηγόρου Αθηνών ……………. (ΑΜΔΣΑ : …), ληφθείσα με επιμέλεια των εναγόμενων μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τη με αριθμό …………. Β/8-6-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …………… με συνημμένη σε αυτήν την από 7-6-2023 εξώδικη γνωστοποίηση – κλήση για εξέταση μαρτύρων, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι εναγόμενοι, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 277/2020, ΑΠ 386/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται i) ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο προηγούμενων μεταξύ των διαδίκων δικών και που παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1028/2013, ΑΠ 343/2000 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), όπως οι με αριθμό ………./19-12-2024 και ………./19-12-2024 ένορκες βεβαιώσεις του ……… και του ………. ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά ………., αντιστοίχως, που λήφθηκαν με επιμέλεια του εφεσίβλητου μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εκκαλούντων (άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τις με αριθμό ….. Δ/12-12-2024 και …. Δ/12-12-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά ……….. με συνημμένη σε αυτές την από 11-12-2024 εξώδικη κλήτευση – γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων σε ένορκη βεβαίωση, αντιστοίχως, στα πλαίσια εκδίκασης της από 16-6-2024 αγωγής του, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει ο εφεσίβλητος, ii) αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μεταξύ των ίδιων διαδίκων σε άλλες πολιτικές δίκες και που ομοίως παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 440/2024, ΑΠ 1286/2003 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), όπως ενδεικτικά, η με αριθμό 662/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά – Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων, από τη με αριθμό 620/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιά, από την οποία παράγεται δεδικασμένο για την ένδικη διαφορά, όπως κατωτέρω περιγράφεται, με την επισήμανση ότι τα παραδοθέντα στη γραμματέα του Δικαστηρίου Ε.Δ. εντός φακέλου αλληλογραφίας από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εφεσίβλητου έγγραφα την 20-5-2025, όπως βεβαιώνεται από τη με ίδια ημερομηνία επισημείωση της γραμματέα, δεν λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο ως εκπρόθεσμα (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Την 6-6-2011 καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης των εναγόμενων – τότε ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «……………..» – νομίμως εκπροσωπούμενης από το δεύτερο εναγόμενο, …………….., προφορική άτυπη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, δυνάμει της οποίας ο ίδιος ανέλαβε ως αντιπρόσωπος την υποχρέωση της διαπραγμάτευσης για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης και της διάθεσης των προϊόντων της τελευταίας (γυναικεία υποδήματα) με πώληση αυτών σε Ελλάδα και Κύπρο έναντι προμήθειας 5% επί της αξίας των πωλούμενων με τη διαμεσολάβησή του προϊόντων. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του έως την 15-3-2012, οπότε η εναγόμενη εταιρία κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση, χωρίς όμως, να του εξοφλήσει πλήρως την ανωτέρω συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για τις έως το χρόνο εκείνο διενεργηθείσες πωλήσεις. Ακολούθως, ο ενάγων, αφού απέστειλε στην πρώτη εναγόμενη την από 5-10-2012 εξώδικη πρόσκληση και διαμαρτυρία του, που επιδόθηκε στην τελευταία την 16-10-2012 (σχετ. η με αριθμό ………….. Β/16-10-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά ………..) και αφού η εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε, άσκησε την από 4-3-2013 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……/2013 αναγνωριστική αγωγή κατά της εναγόμενης εταιρίας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ειδικότερα, με την αγωγή αυτή ζήτησε να αναγνωριστεί η ύπαρξη και το έγκυρο της από 6-6-2011 συναφθείσας σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας με περιεχόμενο τη διαμεσολάβησή του σε κατάρτιση πωλήσεων των προϊόντων της εναγόμενης έναντι συμφωνηθείσας προμήθειας ποσοστού 5% επί των πωλήσεων, δηλαδή σύμβαση αντιπροσώπευσης διεπόμενη από το ΠΔ 219/1991, όπως τούτο ισχύει με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995 και να αναγνωριστεί ότι η παραπάνω σύμβαση παράγει πλήρη αποτελέσματα σε βάρος της εναγόμενης, όπως και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης σε εκτέλεση της παραπάνω σύμβασης αντιπροσώπευσης να του καταβάλει το ποσοστό της αναλογούσας προμήθειας 5% επί των πωλήσεων, που διενεργήθηκαν για λογαριασμό της κατά το χρονικό διάστημα από 6-6-2011 έως και 15-3-2012, όπως αυτό θα προκύψει μετά την επεξεργασία των στοιχείων, που θα περιέλθουν εις χείρας του. Περαιτέρω, ο ενάγων άσκησε την από 20-5-2013 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …../2013 αγωγή κατά των εναγόμενων για επίδειξη εγγράφων, επιδιώκοντας να λάβει εις χείρας του τα έγγραφα εκείνα που αποδεικνύουν τις διενεργηθείσες παραγγελίες και πωλήσεις των προϊόντων της πρώτης εναγόμενης για το επίδικο χρονικό διάστημα για το οποίο διεκδικεί τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, καθώς και την από 7-6-2013 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …../2013 συμπληρωματική αγωγή κατά των εναγόμενων, με την οποία ζήτησε την καταδίκη των τελευταίων σε χρηματική ποινή για την περίπτωση μη συμμόρφωσής τους με το διατακτικό της εκδοθησομένης απόφασης επί της κύριας αγωγής επίδειξης εγγράφων. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό η με αριθμό 616/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και σε δεύτερο βαθμό, μετά την άσκηση της από 29-4-2015 έφεσης από τους εναγόμενους, η με αριθμό 620/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά της οποίας ασκήθηκε η από 22-1-2018 αίτηση αναίρεσης μετά των από 5-10-2018 πρόσθετων λόγων αυτής από τους εναγόμενους, που απορρίφθηκε με τη με αριθμό 403/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η παραπάνω τελεσίδικη και ήδη αμετάκλητη απόφαση (620/2017) παράγει ουσιαστικό δεδικασμένο για την ένδικη διαφορά, αναφορικά με το δικαίωμα που κρίθηκε και την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε (άρθρο 324 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης αποδείχθηκε ότι με σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στον . ….. στις 6-6-2011 μεταξύ του ενάγοντος ………… και της πρώτης εναγόμενης, τότε ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «………………», νόμιμα εκπροσωπούμενης από το δεύτερο εναγόμενο …………., ο ενάγων ανέλαβε, ως εμπορικός αντιπρόσωπος της ανωτέρω εναγόμενης εταιρίας, την υποχρέωση της διαπραγμάτευσης για λογαριασμό της και της διάθεσης (πώλησης) σε Ελλάδα και Κύπρο των προϊόντων της και ειδικότερα των γυναικείων υποδημάτων, που αυτή κατασκευάζει σε βιοτεχνία της στον …………….., έναντι αμοιβής (προμήθειας) ποσοστού 5% επί της αξίας των πραγματοποιηθεισών καθαρών πωλήσεών της στους καθορισμένους γεωγραφικούς τομείς και με επιβάρυνσή του με τα έξοδα κίνησης αυτού. Η άνω σύμβαση – η οποία συμφωνήθηκε να διέπεται από τις ισχύουσες περί αντιπροσωπείας διατάξεις του Π.Δ. 219/1991, καταρτίστηκε κατ’ αρχήν άτυπα (προφορικά), ενώ η αντιπροσωπευόμενη – εναγόμενη υποσχέθηκε να προβεί σύντομα στην έγγραφη διατύπωση και υπογραφή της ,για λόγους αποδεικτικούς, αλλά και τακτοποίησης-ρύθμισης των σχετικών φορολογικών-λογιστικών ζητημάτων που ανέκυπταν. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής-για την οποία ο ενάγων επελέγη σε αναγνώριση της 30ετούς επιτυχούς δραστηριότητάς του ως εμπορικού αντιπροσώπου στο χώρο της υπόδησης-η εναγόμενη του ανέθετε το δειγματισμό των προϊόντων της, παραδίδοντάς του τα σχετικά δείγματα από τον κατάλογό της, για τα οποία εξέδιδε σχετικά δελτία αποστολής. Ο ενάγων, αφού αναλάμβανε τα δείγματα, μετέβαινε με δαπάνες του σε ολόκληρη σχεδόν την Ελληνική Επικράτεια και στην Κύπρο προς δειγματισμό τους (ενδεικτικά αναφέρονται οι περιοχές …………….., οι οποίες προκύπτουν από τα ενδεικτικά προσκομιζόμενα από αυτόν αντίγραφα δελτίων παραγγελιών με αριθμούς ………………… που βρέθηκαν στο αρχείο του), ενώ μετά την ολοκλήρωση του δειγματισμού παρέδιδε ο ίδιος στην εναγόμενη τις παραγγελίες που ελάμβανε, προκειμένου να προβεί αυτή στην εκτέλεσή τους. Επιπλέον, ο ενάγων εισέπραττε για λογαριασμό της εναγόμενης χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν σε εκτελεσθείσες παραγγελίες, τα οποία στη συνέχεια απέδιδε σ’ αυτήν, είτε σε μετρητά χρήματα είτε σε αξιόγραφα που εκείνη εισέπραττε ανεπιφύλακτα. Η συνεργασία των δύο πλευρών λειτούργησε σύμφωνα με τα ανωτέρω μέχρι τις 15-3-2012, οπότε η εναγόμενη, επικαλούμενη την ευρύτερη οικονομική κρίση που έπληττε την ελληνική οικονομία, προέβη σε καταγγελία της άνω σύμβασης αντιπροσώπευσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της σύμβασης αυτής ο ενάγων έλαβε ως αμοιβή (προμήθεια) για τις επιτευχθείσες πωλήσεις της εναγόμενης εντός του συμφωνηθέντος άνω γεωγραφικού χώρου της αντιπροσώπευσής του το συνολικό ποσό των 27.240,40 ευρώ, με σταδιακές καταβολές που έγιναν προς αυτόν έναντι της οφειλόμενης αμοιβής του, η οποία, υπολογιζόμενη με το συμφωνηθέν ποσοστό προμήθειας 5% επί των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων στο σύνολο των πελατών της εναγόμενης, υπερέβαινε σημαντικά το ανωτέρω καταβληθέν ποσό (ως καταδεικνύει και το ότι η εναγόμενη εμφάνισε ετήσια έσοδα 1.315.175,01 ευρώ κατά τη χρήση 2011 και 1.522.390,59 ευρώ κατά τη χρήση 2012, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη με επίκληση σχετική βεβαίωση του υπεύθυνου του λογιστηρίου της και μάρτυρος ανταπόδειξης …………. στην ανωτέρω δίκη του Εφετείου Πειραιώς). Έτι περαιτέρω, σύμφωνα με το σκεπτικό της ανωτέρω απόφασης απορρίφθηκαν οι προβαλλόμενοι από τους εναγόμενους ισχυρισμοί ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν και το Εφετείο Πειραιώς κατέληξε στην κρίση ότι κατά τη σύναψη της άνω σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας οι διάδικοι συμφώνησαν καθίδρυση δικαιώματος του ενάγοντος εμπορικού αντιπροσώπου για λήψη προμήθειας για όλες ανεξαιρέτως τις πωλήσεις που θα συνάπτονταν κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, ακόμη και χωρίς την παρέμβασή του, αρκεί αυτές να συνάπτονταν με πελάτες που θα ανήκαν στους γεωγραφικούς τομείς Ελλάδας και Κύπρου, για τους οποίους ο ενάγων ήταν αρμόδιος, χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη στην άνω σύμβαση και ρήτρας αποκλειστικότητας αυτού για τους άνω γεωγραφικούς τομείς. Επιπλέον, κρίθηκε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της άνω σύμβασης ο ενάγων λειτούργησε ως αποκλειστικός εμπορικός αντιπρόσωπος της εναγόμενης, το δε ποσό των 27.240,40 ευρώ που έλαβε από αυτήν ως αμοιβή για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του στα πλαίσια της άνω σύμβασης, υπολείπεται του ποσού προμήθειας, που πράγματι δικαιούται κατ’ άρθρο 6 παρ. 1 γ του ΠΔ 219/1991 για τις επιτευχθείσες πωλήσεις της. Ακόμα, με την πιο πάνω τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε απόλυτα απαραίτητο να διαταχθεί να παρασχεθούν στον ενάγοντα επικυρωμένα αντίγραφα των απαιτούμενων εγγράφων-για τα οποία αυτός είχε προσφερθεί εξαρχής στην προκαταβολή της αναγκαίας δαπάνης για την έκδοση επικυρωμένων αντιγράφων τους-αφού μόνο μέσω αυτών είναι δυνατό να προσδιοριστεί ο ακριβής αριθμός των πωλήσεων που έλαβαν χώρα με αφορμή την ένδικη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, καθώς και η ακριβής συνολική αξία των πωληθέντων εμπορευμάτων, ώστε να καταστεί εφικτή η εκκαθάριση του λογαριασμού μεταξύ των διαδίκων και να υπολογιστεί με ασφάλεια το ακριβές ποσό των αναλογούντων στον ενάγοντα προμηθειών κατά το κρίσιμο άνω χρονικό διάστημα λειτουργίας της σύμβασης. Μάλιστα, ενόψει του ότι μέχρι την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης αντιπροσωπείας ο ενάγων δειγμάτιζε τα νέα (καλοκαιρινά) υποδήματα της εναγόμενης σε καταστήματα πελατών της και με βάση τους δειγματισμούς αυτούς και τη διαμεσολάβησή του διενεργήθηκαν πωλήσεις και μετά την αποχώρησή του, με συνέπεια να δικαιούται προμήθεια και για τις πωλήσεις που έγιναν σε εύλογο διάστημα από τη λύση της σύμβασης και οφείλονται κύρια στη δραστηριότητά του (άρθρο 6 παρ. 2 ΠΔ 219/1991), κρίθηκε ότι πρέπει να του χορηγηθούν με δαπάνες του επικυρωμένα αντίγραφα των αιτούμενων δελτίων αποστολής – τιμολογίων πώλησης, καρτελών ισοζυγίου πελατών και αποσπασμάτων επίσημων βιβλίων πωλήσεων της εναγόμενης, που συντάχθηκαν από 6-6-2011 μέχρι και το τέλος της θερινής περιόδου 2012 (31-8-2012). Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δέχθηκε η πιο πάνω απόφαση, με βάση τα οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω από 4-3-2013 αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και αναγνωρίστηκε τελεσίδικα α) ότι η καταρτισθείσα προφορικά ένδικη από 6-6-2011 σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ήταν καθ’ όλη τη διάρκειά της έγκυρη και ισχυρή, παράγοντας πλήρη αποτελέσματα μεταξύ των διαδίκων, έχουσα ως περιεχόμενο τη διαμεσολάβηση του ενάγοντος σε κατάρτιση πωλήσεων των προϊόντων της εναγόμενης (γυναικείων υποδημάτων) σε ολόκληρη την Ελλάδα και την Κύπρο, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής (προμήθειας) ποσοστού 5% επί των πωλήσεων, καθώς και β) ότι η εναγόμενη υποχρεούται σε εκτέλεση της άνω σύμβασης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσοστό της αναλογούσας σε αυτόν προμήθειας, ύψους 5% επί των πωλήσεων, που έλαβαν χώρα στις γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδας και της Κύπρου καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο από 6-6-2011 έως 15-3-2012, όπως το ποσοστό αυτό θα προκύψει μετά από επαλήθευση των αναφερόμενων στην απόφαση εγγράφων, που αφορούν την εν λόγω χρονική περίοδο. Ειδικότερα, μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης, με την οποία έγιναν τελεσίδικα εν μέρει δεκτές και οι λοιπές από 20-5-2013 και 7-6-2013 αγωγές, υποχρεώνοντας τους εναγόμενους σε επίδειξη εγγράφων και δη να χορηγήσουν στον ενάγοντα τα έγγραφα εκείνα που αποδεικνύουν τις πωλήσεις, που διενεργήθηκαν κατά το επίδικο αυτό χρονικό διάστημα της λειτουργίας της ένδικης σύμβασης, προκειμένου να υπολογιστεί το ακριβές ποσό της αναλογούσας στον ενάγοντα προμήθειας, παραδόθηκαν στον ενάγοντα τα κατωτέρω τιμολόγια, τα οποία παρατίθενται στην παρούσα απόφαση κατά αριθμό και χρονολογία έκδοσης, στοιχεία πελάτη και καθαρή αξία. Συγκεκριμένα :
(Ακολουθεί παράθεση τιμολογίων)
Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω περιγραφόμενα τιμολόγια έκδοσης της πρώτης εναγόμενης αποδείχθηκε μέρος των εμπορικών πράξεων – πωλήσεων, που έλαβαν χώρα με τους άνω αναφερόμενους πελάτες της κατά το χρόνο που ο ενάγων υπήρξε εμπορικός αντιπρόσωπός της, ήτοι από 6-6-2011 έως και 15-3-2012 και δικαιούται επ’ αυτών αμοιβή υπολογιζόμενη στο ποσοστό 5% της καθαρής αξίας των ανωτέρω πωλήσεων, ακόμη κι αν δεν παρενέβη για την κατάρτιση κάποιων από αυτές, δοθέντος ότι άπασες έλαβαν χώρα στη γεωγραφική περιοχή αντιπροσωπείας του, ήτοι σε Ελλάδα και Κύπρο. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι α) στο τιμολόγιο με αύξοντα αριθμό 1074, στο ποσό των 37.135,72 ευρώ περιλαμβάνεται και ποσό 7.000 ευρώ που αναλογεί σε ΦΠΑ, το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί, ώστε να εμφαίνεται το καθαρό τίμημα της πώλησης ποσού 30.135,72 ευρώ και β) η πώληση που εμφαίνεται στο τιμολόγιο με αύξοντα αριθμό 20 ποσού 1.403,18 ευρώ, αμφισβητείται ως συναλλαγή από τους εναγόμενους, διότι δεν επιβεβαιώνεται από την καρτέλα του πελάτη, που προσκομίζουν, περαιτέρω δε στο εν λόγω τιμολόγιο φαίνονται χειρόγραφες παρεμβάσεις και πρέπει να αφαιρεθεί από τον υπολογισμό των καθαρών κερδών της πρώτης εναγόμενης. Κατ’ ακολουθίαν, από το άθροισμα των ανωτέρω τιμολογίων ύψους 989.041,41 ευρώ, αφαιρουμένων των ποσών των 7.000 ευρώ και των 1.403,18 ευρώ, προκύπτουν καθαρά κέρδη ποσού 980.638,23 ευρώ, οπότε παρέπεται ότι το ποσοστό προμήθειας του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 49.031,91 ευρώ, που οφείλεται σε αυτόν (980.638,23 Χ 5%). Πλην όμως, εφόσον ο ενάγων συνομολογεί ότι είχε λάβει έναντι της ένδικης αμοιβής του κατά τη διάρκεια της σύμβασης το ποσό των 27.240,40 ευρώ, το οφειλόμενο σε αυτόν ποσό προμήθειας διαμορφώνεται στο ποσό των (49.031,91 – 27.240,40 =) 21.791,51 ευρώ. Παράλληλα με τα ως άνω τιμολόγια, παραδόθηκαν στον ενάγοντα, σε εκτέλεση της παραπάνω απόφασης που υποχρέωσε τους εναγόμενους σε επίδειξη εγγράφων, οι υποβληθείσες στις φορολογικές αρχές περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α. και τα αναλυτικά ισοζύγια πελατών, από τα οποία προκύπτουν οι συνολικές εμπορικές πράξεις – καθαρές πωλήσεις της πρώτης εναγόμενης για το επίδικο διάστημα. Σύμφωνα με τα εν λόγω στοιχεία προέκυψαν για τους μήνες από 6/2011 έως και 3/2012 τα εξής ποσά :
ΑΠΟ ΦΠΑ ΑΠΟ ΙΣΟΖΥΓΙΑ
6/2011 122.658,58 118.679,41
7/2011 191.555,53 189.090,30
8/2011 100.443,39 100.443,39
9/2011 19.109,25 18.811,25
10/2011 96.365,65 92.243,01
11/2011 224.026,68 223.090,40
12/2011 265.042,01 262.750,46
1/2012 13.645,85 13.645,85
2/2012 37.219,16 37.219,16
3/2012 82.706,38 82.706,38
ΣΥΝΟΛΟ 1.152.792,40 και 1.138.679,61
Το ανωτέρω ποσό του 1.152.792,40 ευρώ αποτυπώνει τα καθαρά κέρδη της πρώτης εναγόμενης, όπως προκύπτουν από τις περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α. της επιχείρησης και το γεγονός ότι δεν συμπίπτει με το ποσό των τιμολογίων δύναται να αποδοθεί στο ότι δεν παραδόθηκε στον ενάγοντα το σύνολο των τιμολογίων για τις καταρτισθείσες πωλήσεις. Ωστόσο, προς εύρεση του ποσού προμήθειας του ενάγοντος, από το συνολικό ποσό των καθαρών κερδών σύμφωνα με τις δηλώσεις Φ.Π.Α., πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 34.407 ευρώ που αφορά σε πωλήσεις – εξαγωγές στην Αφρική κατά το μήνα Φεβρουάριο 2012, εφόσον έγιναν σε περιοχή εκτός γεωγραφικού τομέα αντιπροσώπευσης του ενάγοντος. Η εν λόγω πώληση προκύπτει από την περιοδική δήλωση Φ.Π.Α ημερολογιακής περιόδου 1/2/2012 έως 29/2/2012, όπου με κωδικό 309 εμφανίζεται η εξαγωγή εμπορευμάτων αξίας 34.407 ευρώ σε συνδυασμό με το τιμολόγιο «ΙNVOICE ……». Επιπλέον, όσον αφορά στο Μάρτιο 2012, ο ενάγων δικαιούται προμήθεια επί των πωλήσεων του πρώτου δεκαπενθημέρου του μήνα, ήτοι μέχρι την καταγγελία της σύμβασης αντιπροσώπευσης, ποσού 47.076,67 ευρώ, διότι το άνω αναφερόμενο ποσό των 82.706,38 ευρώ αφορά στο σύνολο του μήνα, με τις πωλήσεις του δεύτερου δεκαπενθημέρου να ανέρχονται σε 35.629,71 ευρώ, απορριπτόμενου του σχετικού σκέλους του πρώτου λόγου έφεσης, με το οποίο τα πιο πάνω αριθμητικά ποσά για το μήνα Μάρτιο 2012 (σελ. 8 της έφεσης) εμφαίνονται διαφορετικά, ως αβάσιμου και μολονότι ο πρωτοδίκως σχετικός προβληθείς ισχυρισμός έγινε δεκτός από την εκκαλούμενη απόφαση. Συνεπώς, από το ποσό του 1.152.792,40 ευρώ, που αντιστοιχεί στα καθαρά κέρδη της επίδικης περιόδου, αφαιρουμένου του ποσού των 34.407 ευρώ από πωλήσεις εκτός περιοχής αρμοδιότητας του ενάγοντος, όπως και του ποσού των 35.629,71 ευρώ από τις πωλήσεις του δεύτερου δεκαπενθημέρου Μαρτίου 2012, προκύπτει το ποσό του 1.082.755,69 ευρώ, που αντιστοιχεί στα καθαρά κέρδη της επιχείρησης με βάση τις περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ, επί των οποίων δικαιούται αμοιβή ο ενάγων. Στη συνέχεια, από το τελευταίο αυτό ποσό των καθαρών κερδών με βάση τις δηλώσεις ΦΠΑ πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των καθαρών κερδών που προέκυψε από τα ως άνω παρατιθέμενα τιμολόγια και επί των οποίων ήδη υπολογίσθηκε η προμήθεια, ήτοι 1.082.755,69 – 989.041,41 ευρώ = 93.714,28 ευρώ X 5%= 4.685,71 ευρώ, που συνιστά το ποσό της αμοιβής, που δικαιούται ο ενάγων συμπληρωματικά στο ως άνω ποσό των 21.791,51 ευρώ και άρα, συνολικά δικαιούται το ποσό των (4.685,71 + 21.791,51 =) 26.477,22 ευρώ. Το εν λόγω ποσό αποτελεί την προμήθεια του ενάγοντος ως εμπορικού αντιπροσώπου της πρώτης εναγόμενης κατά τη μεταξύ τους συμφωνία για το διάστημα από 6/6/2011 έως και 15/3/2012, υπολογιζόμενο στο συμφωνηθέν ποσοστό του 5% επί των καθαρών εσόδων από τις πωλήσεις των εμπορευμάτων που έλαβαν χώρα στη γεωγραφική περιοχή αρμοδιότητάς του, ήτοι σε Ελλάδα και Κύπρο, όπως αυτές αποδείχθηκαν από τα εκδοθέντα τιμολόγια που παρασχέθηκαν στον ενάγοντα και συμπληρωματικά από τις περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, το οποίο οφείλεται με το νόμιμο τόκο από την επομένη της 16ης-11-2014, οπότε συμπληρώθηκε η ταχθείσα από τον ενάγοντα, με την από 20-10-2014 εξώδικη δήλωση, προθεσμία για την καταβολή της προμήθειάς του, όπως προκύπτει από τη αριθμό ….. Β/5-11-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ……………., και οφειλέτες τυγχάνουν τόσο η πρώτη εναγόμενη εταιρία ως αντισυμβαλλόμενή του, όσο και ο δεύτερος εναγόμενος ομόρρυθμος εταίρος αυτής και συνευθυνόμενος για τα χρέη της. Επομένως, κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων περιστατικών και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα το ποσό των 26.477,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της 16ης-11-2014, οπότε συμπληρώθηκε η ταχθείσα από τον ενάγοντα, με την από 20-10-2014 εξώδικη δήλωση, προθεσμία για την καταβολή της προμήθειάς του και με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Εξάλλου, με τον πρώτο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση συμπεριέλαβε τα τιμολόγια των μηνών Ιουνίου έως και Αυγούστου 2011, διότι αυτές οι συμβάσεις πώλησης, συνολικής αξίας 286.754,64 ευρώ, άλλως επικουρικώς 45.672,74 ευρώ, πραγματοποιήθηκαν και ολοκληρώθηκαν μέχρι το μήνα Μάιο 2011, άλλως μέχρι την 6-6-2011 και σε αυτές ο ενάγων δεν είχε ανάμειξη και τυπικά η τιμολόγηση έγινε μετά την 6-6-2011. Ωστόσο, ο εν λόγω ισχυρισμός, που επαναφέρεται, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το ζήτημα ποιες πωλήσεις πρέπει να συμπεριληφθούν στον υπολογισμό της αναλογούσας στον ενάγοντα αμοιβής ήδη κρίθηκε και καλύφθηκε από το δεδικασμένο της πιο πάνω απόφασης (620/2017) του Εφετείου, αφού έγινε τελεσιδίκως δεκτό ότι ο ενάγων δικαιούται προμήθεια για όλες ανεξαιρέτως τις πωλήσεις, που συνάφθηκαν και διενεργήθηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, ακόμη και χωρίς την παρέμβασή του, αρκεί αυτές να συνάπτονταν με πελάτες που θα ανήκαν στους γεωγραφικούς τομείς της Ελλάδας και της Κύπρου, για τους οποίους ήταν αρμόδιος, σύμφωνα και με όσα παραπάνω εκτέθηκαν. Ακόμα, με το συναφή τρίτο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα και χωρίς αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό τους ότι δεν πρέπει να αποδοθεί προμήθεια στον ενάγοντα για το διάστημα από 1-1-2012 μέχρι 15-3-2012, καθότι εκείνος είχε διακόψει φορολογικά την επαγγελματική του δραστηριότητα και μόνο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας θα μπορούσε να απασχοληθεί. Εντούτοις, ο προβαλλόμενος αυτός ισχυρισμός, που επαναφέρεται, πρέπει να απορριφθεί ομοίως ως απαράδεκτος, διότι προσκρούει στο δεδικασμένο που απορρέει από την πιο πάνω απόφαση (620/2017) του Εφετείου, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα τόσο η ισχύς όσο και η διάρκεια της λειτουργίας της έννομης σχέσης (σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας), από την οποία ο ενάγων αξιώνει την αμοιβή του και ως εκ τούτου, το πιο πάνω αμφισβητούμενο διάστημα κρίθηκε τελεσίδικα ότι περιλαμβάνεται στον επίδικο χρόνο λειτουργίας της ένδικης συμβατικής σχέσης, όπως άλλωστε και ανωτέρω αναφέρθηκε. Επιπρόσθετα, με το δεύτερο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα και χωρίς αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό τους περί καταχρηστικότητας του αγωγικού περί τοκοδοσίας αιτήματος, αν και ο ενάγων διεκδικούσε υπέρογκα ποσά με τις αγωγές του και παρότι μεσολάβησε μεγάλο χρονικό διάστημα λόγω και της καθυστέρησης της απονομής της δικαιοσύνης, ενώ και η εταιρία τους είναι μία μικρομεσαία οικογενειακή επιχείρηση, που εξάντλησε τα ένδικα μέσα προς απόδειξη της αλήθειας και η αντιδικία είναι εύλογη και δεν δικαιολογούνται τόκοι επιδικίας. Ωστόσο, ο προβαλλόμενος αυτός ισχυρισμός, που επαναφέρεται, τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι τα ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν δύνανται να θεμελιώσουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ καταλυτική του άνω αγωγικού αιτήματος ένσταση, καθώς μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, τις οποίες, εν προκειμένω, δεν επικαλούνται οι εκκαλούντες, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων, που τίθενται με τη διάταξη 281 ΑΚ και επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ ΑΠ 6/2016, Ολ ΑΠ 5/2011, ΑΠ 207/2014 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος έφεσης.
V. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του (3326/2024) έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα για το επίδικο χρονικό διάστημα το ποσό των 26.477,27 ευρώ (κατ’ ορθό λογιστικό υπολογισμό 26.477,22 ευρώ, όπως ανωτέρω στην παρούσα εκτίθεται), με το νόμιμο τόκο κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ορθά κατ’ αποτέλεσμα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά κατ’ αποτέλεσμα εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες παραδεκτά συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Κατ’ ακολουθίαν, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους έφεσης, κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν, όπως και η υπό κρίση έφεσή τους στο σύνολό της. Παρά ταύτα, συντρέχει περίπτωση αυτεπάγγελτης διόρθωσης της εκκαλουμένης απόφασης από το παρόν Δικαστήριο, που έχει τέτοια αρμοδιότητα (ΕφΑθ 2894/2011 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ) μετά την ουσιαστική απόρριψη της έφεσης και εντεύθεν τη σιωπηρή ενσωμάτωση της πρωτόδικης απόφασης στην απορριπτική της εφέσεως, αφού στην εκκαλουμένη απόφαση έχει από λογιστικό λάθος αναγραφεί το εσφαλμένο ποσό των 26.477,27 ευρώ, κατά το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αντί του ορθού ποσού των 26.477,22 ευρώ και άρα, πρέπει να διαταχθεί η σχετική διόρθωσή της, όπου αυτό αναφέρεται, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας (άρθρο 315 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του νόμιμου σχετικού αιτήματός του, να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων, λόγω της ήττας των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, ενώ επίσης, πρέπει και να διαταχθεί η εισαγωγή του προαναφερόμενου παραβόλου, που κατατέθηκε από τους εκκαλούντες για την άσκηση της έφεσης (βλ. τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ: ……………./12-12-2024 έκθεση κατάθεσης του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς), στο Δημόσιο Ταμείο, καθότι η ένδικη έφεσή τους απορρίφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της με αριθμό 3326/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία).
ΔΙΟΡΘΩΝΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 3326/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία) ως προς το ποσό κατά το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, από το εσφαλμένο «26.477,27» ευρώ στο ορθό «26.477,22» ευρώ, όπου αυτό αναφέρεται.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του αναφερόμενου στο σκεπτικό παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 4η Μαρτίου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ