Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 191/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ  191/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

2ο ΤΜΗΜΑ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Της εκκαλούσας :  Της ανώνυμης εταιρίας επενδυτικής διαμεσολάβησης με την επωνυμία «……………» και το διακριτικό τίτλο «……………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………, ΑΦΜ : ……….., όπως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Μιχαήλ Τσιμπρή (ΑΜΔΣΑ : ……) και Θεοχάρη Δαλακούρα  (ΑΜΔΣΡοδόπης : ….).

Του εφεσίβλητου : Του ……………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κοσμά Γιακουμάτο (ΑΜΔΣΑ :  ……….).

Επί της από 29-6-2022 με αριθμό κατάθεσης γενικό ………/2023 και ειδικό   …………./2023 αγωγής του ενάγοντος κατά της εναγόμενης εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η με αριθμό 3523/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).

Την απόφαση αυτή προσβάλλει η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με την από 23-12-2024 έφεσή της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό ……../2024 και ειδικό …/2024 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2025 και ειδικό …./2025 για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Στη δικάσιμο αυτή η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, αντίστοιχα.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση έφεση της εν μέρει ηττηθείσας εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας κατά του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου και κατά της με αριθμό 3523/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στην περιφέρεια του οποίου ανήκει το εκδώσαν την εκκαλουμένη απόφαση Πρωτοδικείο (άρθρα 19, 495, 498 ΚΠολΔ), ασκήθηκε δε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του ένδικου δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 24-12-2024, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα (30) ημέρων από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στην εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, που έλαβε χώρα με επιμέλεια του ενάγοντος την 28-11-2024, όπως προκύπτει από τη με ίδια ημερομηνία επισημείωση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……………. στο κοινοποιηθέν ακριβές αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει στο παρόν Δικαστήριο η εκκαλούσα (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517 ΚΠολΔ). Για δε το παραδεκτό της εφέσεως έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α (β) ΚΠολΔ παράβολο, ποσού 100,00 ευρώ (βλ. τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ : ………../24-12-2024 έκθεση κατάθεσης του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αναφορά στο με αριθμό ………………./2024 e-παράβολο ποσού 100,00 ευρώ). Πρέπει επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρα 522, 524 και 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την από 29-6-2022 με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2023 και ειδικό ……/2023 αγωγή του ο ενάγων εξέθετε ότι υπήρξε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και μέτοχος της εταιρίας με την επωνυμία «………………», η οποία δι’ εξαγοράς απορροφήθηκε το έτος 2009 από την εταιρία «……………», στην οποία κατέστη μέτοχος σε ποσοστό 10% των μετοχών της και πλέον η τελευταία (εταιρία) κατόπιν μετατροπών συγχωνεύθηκε με την εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία «……………», με την οποία ο ίδιος (ενάγων) συνεργάζεται και είναι και μέτοχος.  Ειδικότερα, ανέφερε ότι με το από 30.4.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της εταιρίας με την επωνυμία «………………», ορίστηκε το πλαίσιο συνεργασίας τους, συνιστάμενο στην εκ μέρους του σύσταση νέων πελατών και στην εξυπηρέτηση των ήδη εξ αυτού εισφερθέντων στην εταιρία, όσον αφορά στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, που παρέχει η εναγόμενη και δη στη διαμεσολάβηση και παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, με τη λήψη και διαβίβαση εντολών επί κινητών αξιών και μεριδίων, που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων, κατ’ εντολή των πελατών της. Επίσης, ιστορούσε ότι η αμοιβή του για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του συμφωνήθηκε σε ορισμένο ποσοστό επί των εισερχόμενων προμηθειών, που η εναγόμενη θα λάμβανε από κάθε πελάτη του, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο μάλιστα ουδέποτε καταγγέλθηκε και είναι ισχυρό μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής. Στη συνέχεια, εξέθετε ότι σε εκτέλεση του εν λόγω συμφωνητικού στις αρχές του έτους 2021 ήρθε σε επαφή με την αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία «………………», στην οποία πρότεινε να συνεργαστεί με την εναγόμενη και πράγματι, κατόπιν διαδοχικών συνεννοήσεων μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας με τη δική του διαμεσολάβηση, οι δύο εταιρίες προέβησαν σε σύναψη σύμβασης παροχής υπηρεσιών και συνεργάσθηκαν από το μήνα Φεβρουάριο 2021 έως και το μήνα Οκτώβριο 2021, καθώς και ότι η αμοιβή – προμήθεια της εναγόμενης για την παροχή υπηρεσιών προς τον ανωτέρω πελάτη ανερχόταν στο ποσό των 15.000,00 ευρώ μηνιαίως. Συνακόλουθα, ισχυριζόταν ότι, αν και η εναγόμενη από την έναρξη της συνεργασίας τους από το έτος 2009 του κατέβαλε κανονικά τις αμοιβές, που δικαιούτο για κάθε νέο πελάτη, που εισέφερε στην εταιρία και μολονότι σε εκτέλεση της ένδικης συμφωνίας τους όφειλε να του καταβάλει ως αμοιβή για κάθε μήνα ποσό ίσο με το 80% της προμήθειάς της, ήτοι 12.000 ευρώ και συνολικά για τους 9 μήνες συνεργασίας με την πιο πάνω εταιρία, που της διασφάλισε η μεσολάβηση του ενάγοντος, το ποσό των 108.000 ευρώ, εκείνη, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, αρνείται μέχρι και σήμερα να του το καταβάλει. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 108.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Ακόμα, ζήτησε να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστεί η αντίδικός του στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία την προσβαλλόμενη με αριθμό 3523/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αφού κρίθηκε η αγωγή εν μέρει νόμιμη, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το παρεπόμενο αίτημα περί προσωρινής εκτελεστότητας μετά το νομότυπο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, έγινε αυτή (αγωγή) εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν. Ειδικότερα, δυνάμει της εκκαλουμένης απόφασης (3523/2024) αναγνωρίστηκε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 72.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και καταδικάστηκε η τελευταία στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος ποσού 2.100,00 ευρώ. Κατά της παραπάνω απόφασης (3523/2024) παραπονείται η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, με την υπό κρίση έφεσή της, ζητώντας την εξαφάνισή της, για τους αναφερόμενους στην έφεση λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η εναντίον της ασκηθείσα αγωγή.

III. Το άρθρο 703 εδ. α ΑΚ ορίζει: “Εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιο (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης”. Έτσι, προϋποθέσεις της αξιώσεως μεσιτικής αμοιβής είναι (α). σύμβαση μεσιτείας, ήτοι υπόσχεση αμοιβής για την εντολή, που ανατέθηκε στο μεσίτη να μεσολαβήσει ή να υποδείξει ευκαιρία προς κατάρτιση της σκοπούμενης – κύριας συμβάσεως, (β). μεσιτική δραστηριότητα υπό τη μορφή της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως ευκαιρίας προς κατάρτιση της κύριας – σκοπούμενης συμβάσεως, (γ). κατάρτιση της κύριας – σκοπούμενης συμβάσεως και (δ). αιτιώδης συνάφεια μεσιτικής δραστηριότητας και καταρτίσεως της σκοπούμενης – κύριας συμβάσεως (ΑΠ 1391/2019, AΠ 720/2018 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Με τη μεσολάβηση παρέχεται στο μεσίτη εξουσία διαπραγματεύσεως προς επηρεασμό της βουλήσεως του τρίτου – υποψηφίου αντισυμβαλλομένου του μεσιτικού εντολέα ώστε να καταρτισθεί συγκεκριμένη σύμβαση, δηλ. η κύρια – σκοπούμενη σύμβαση. Προς τούτο, η μεσολάβηση περιλαμβάνει, εφόσον η έκτασή της δεν προκύπτει από τη σύμβαση μεσιτείας και δεδομένου ότι στο νόμο δεν ορίζεται, πότε υπάρχει μεσολάβηση, κάθε πρόσφορη (διαπραγματευτική) ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη, με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σκοπούμενης – κύριας συμβάσεως. Αυτή (μεσολάβηση) είναι δυνατόν, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον την παρακολούθηση από το μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση από το ένα μέρος στο άλλο των όρων, που προτείνονται ή/και τη διαπραγμάτευση των όρων για την κατάρτιση της κύριας – σκοπούμενης συμβάσεως. Ως ευκαιρία, “έλασσον” της μεσολαβήσεως, νοείται η δυνατότητα καταρτίσεως της σκοπούμενης – κύριας συμβάσεως, κατά το χρόνο της υποδείξεως. Ειδικότερα, εφόσον η έκταση της υποδείξεως ευκαιρίας δεν προκύπτει από τη σύμβαση μεσιτείας και δεδομένου ότι ούτε στο νόμο ορίζεται, πότε υπάρχει υπόδειξη ευκαιρίας, με αυτήν, ο μεσίτης ενημερώνει/πληροφορεί απλώς το μεσιτικό εντολέα για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστής του προηγουμένως δυνατότητος καταρτίσεως της σκοπούμενης-κύριας συμβάσεως, ήτοι του άγνωστου προηγουμένως στο μεσιτικό εντολέα ενδιαφέροντος, κατά το χρόνο της υποδείξεως, του τρίτου (ή του εκ νέου ενδιαφέροντος του τρίτου), υποψήφιου αντισυμβαλλόμενου του μεσιτικού εντολέα για την κατάρτιση της κύριας – σκοπούμενης συμβάσεως. Η εντολή προς το μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στις δύο. Η υποχρέωση του μεσιτικού εντολέα προς πληρωμή της μεσιτικής αμοιβής δημιουργείται, εφόσον υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεσιτικής δραστηριότητας και καταρτίσεως της κύριας-σκοπούμενης συμβάσεως δηλ. η μεσολάβηση ή η υπόδειξη ευκαιρίας ευρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος (καταρτίσεως της κύριας-σκοπούμενης συμβάσεως), όχι όμως και η συμφωνία των οικονομικών όρων της σκοπούμενης-κύριας συμβάσεως, που απόκειται στην ελευθερία συναλλακτικής δράσεως των συμβαλλομένων, εκτός αν η καταβολή της μεσιτικής αμοιβής εξαρτήθηκε από την κατάρτιση της κύριας-σκοπούμενης συμβάσεως με τους όρους, που καθορίσθηκαν, όπως (και) με την επιτυχία ορισμένου τιμήματος. Δεν είναι απαραίτητο οι ενέργειες του μεσίτη να αποτελούν τη μοναδική αιτία της καταρτίσεως της κύριας-σκοπούμενης συμβάσεως. Μέχρι ποιου σημείου πρέπει να προχωρήσουν οι ενέργειες αυτές για να θεωρηθεί ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, δεν μπορεί να καθορισθεί με γενικούς ορισμούς εκ των προτέρων. Μπορεί όμως, να λεχθεί γενικά ότι ο μεσίτης δεν υποχρεούται να παρακολουθήσει μέχρι τέλους τις διαπραγματεύσεις, αρκεί η ενέργειά του να είναι τέτοια ώστε να μπορεί να φέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και να χρησίμευσε ουσιωδώς προς τούτο. Ακόμη και αν διακόπηκαν οι ενέργειες του μεσίτη για κάποιο χρονικό διάστημα, όμως, η κύρια – σκοπούμενη σύμβαση καταρτίσθηκε μεταγενέστερα, συνεπεία των προτέρων ενεργειών του, υπάρχει η απαραίτητη κατά το νόμο αιτιώδης συνάφεια. Τη σχέση αιτίου προς αποτέλεσμα, συγκεκριμένα, των ενεργειών του μεσίτη και της πραγματώσεως της κύριας συμβάσεως, αποδεικνύει ο μεσίτης (άρθρα 339 επ. ΚΠολΔ). Με την απόδειξη της μεσιτικής δραστηριότητας και της καταρτίσεως της κύριας συμβάσεως τεκμαίρεται και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών, σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ενώ το βάρος ανατροπής του τεκμηρίου πίπτει στον αμφισβητούντα την αιτιώδη συνάφεια μεσιτικό εντολέα. Αν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε αποκλειστικώς και μόνο για τη μεσολάβηση του μεσίτη, η κατάρτιση της σκοπούμενης – κύριας συμβάσεως με απλή υπόδειξη ευκαιρίας δεν αρκεί για το εναγώγιμο της αμοιβής του μεσίτη, ενώ, αν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε για την υπόδειξη ευκαιρίας και η σκοπούμενη κύρια σύμβαση καταρτίσθηκε με τη μεσολάβηση του μεσίτη, πληρούται ο σκοπός του νόμου και οφείλεται η αμοιβή, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση μεσιτείας (ΑΠ 636/2023, ΑΠ 19/2022 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο έφεσης παραπονείται η εκκαλούσα ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου η εκκαλουμένη απόφαση δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη και ως εκ τούτου ως απαράδεκτη, άλλως ως νόμω αβάσιμη, διότι, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα, ο ενάγων παραλείπει εντελώς να εκθέσει στο αγωγικό δικόγραφο ουσιώδη περιστατικά, που θεμελιώνουν το δικαίωμα, που επικαλείται προς καταβολή της μεσιτικής αμοιβής και ιδίως δεν προσδιορίζει α) την εθνικότητα της αλλοδαπής εταιρίας «………………», με την οποία, κατόπιν μεσολάβησής του, η εναγόμενη φέρεται να συνήψε σύμβαση παροχής υπηρεσιών, ούτε β) δεν εκθέτει σε τι συνίσταται ειδικότερα η μεσολαβητική του δραστηριότητα, πολύ περισσότερο δεν εξειδικεύει πως η επικαλούμενη αυτή μεσολαβητική δραστηριότητά του συνδέεται αιτιωδώς με τη σύναψη της σκοπούμενης σύμβασης, που ο ίδιος (ενάγων) υποστηρίζει ότι καταρτίστηκε και γ) δεν αναφέρει το περιεχόμενο της τελευταίας αυτής σύμβασης, ώστε να μπορεί να διαγνωστεί εάν αυτή που καταρτίστηκε ήταν η σκοπούμενη. Ωστόσο, ο προβαλλόμενος αυτός λόγος έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται πρωτοδίκως προβληθείς ισχυρισμός της εναγόμενης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, ο ενάγων επικαλείται με σαφήνεια στην ιστορική βάση της αγωγής του όλα τα γεγονότα, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (άρθρο 703 ΑΚ) θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια το σύνολο των γεγονότων επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά, που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, ήτοι εκείνα που περιγράφουν α) την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης μεσιτείας με αντικείμενο την υπόδειξη νέων πελατών, με τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, β) τη μεσολαβητική δραστηριότητα του ενάγοντος, όπως η τελευταία σαφώς εξειδικεύεται από την αρχική επαφή του με την επικαλούμενη αλλοδαπή εταιρία «……………..», την πρόταση που απηύθυνε προς την τελευταία προς συνεργασία με την εναγόμενη και τις διαδοχικές συνεννοήσεις της τρίτης εταιρίας μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας τόσο με τον ίδιο (ενάγοντα) όσο και με τους νόμιμους εκπροσώπους της εναγόμενης, γ) την κατάρτιση της κύριας – σκοπούμενης σύμβασης, δ) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μεσολαβητικής δραστηριότητας του ενάγοντος ως αιτίου και της κατάρτισης της σκοπούμενης σύμβασης ως αποτελέσματος και ε) το αγωγικό κονδύλιο συνδεόμενο αιτιωδώς με την εν γένει αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγόμενης ως μεσιτικής εντολέα, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, ώστε να δύναται το Δικαστήριο να προβεί στη νομική θεμελίωση της αγωγής και να τάξει τις δέουσες αποδείξεις, η εναγόμενη δε, να αμυνθεί. Σημειωτέον ότι αφενός η ακριβής εθνικότητα της τρίτης εταιρίας δεν συνιστά στοιχείο του ορισμένου της αγωγής και δύναται να προκύψει και από τις αποδείξεις, αφετέρου η περιγραφόμενη στην αγωγή μεσολαβητική δράση είναι επαρκώς ορισμένη, με την έννοια ότι περιλαμβάνει τις πρόσφορες ενέργειες του ενάγοντος για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σκοπούμενης σύμβασης. Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε ομοίως, ορθά κατ’ αποτέλεσμα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν έσφαλε, έστω και με ανύπαρκτες αιτιολογίες, που παραδεκτά συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με αυτές της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον ανωτέρω λόγο έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται πρωτοδίκως προβληθείς σχετικός ισχυρισμός της εναγόμενης, τυγχάνουν απορριπτέα, όπως και ο υπό κρίση πρώτος λόγος έφεσης στο σύνολό του.

IV. Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα, δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα, που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 261/2012 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Κατά δε το άρθρο 534 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση. Περαιτέρω, με το άρθρο 536 ΚΠολΔ ορίζονται: 1. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση 2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζει την υπόθεση κατ’ ουσίαν (ΑΠ 338/2023 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο έφεσης υποβάλλεται το παράπονο για ανεπαρκείς αιτιολογίες της εκκαλουμένης απόφασης. Ο προαναφερόμενος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος και ως εκ τούτου ως απαράδεκτος, διότι η συγκεκριμένη αιτίαση δεν μπορεί να οδηγήσει σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, αν το παρόν Δικαστήριο διαπιστώσει ανεπαρκείς αιτιολογίες, θα τις συμπληρώσει και θα απορρίψει την έφεση.

V. Ως προς τις με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΣΑ _ΕΒ_……….._2023 και ΔΣΑ _ΕΒ_….._2023 από 1-3-2023 ένορκες βεβαιώσεις του ………… και του …………….. ενώπιον της δικηγόρου Αθηνών ………… (ΑΜΔΣΑ : …………..), αντιστοίχως, που λήφθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση (άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ) της εναγόμενης, όπως προκύπτει από την από 30-1-2023 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ……………. επί του κοινοποιηθέντος στην εναγόμενη αντιγράφου της ένδικης αγωγής με συνημμένη σε αυτό την από 17-1-2023 κλήση προς την εναγόμενη να παραστεί κατά τη λήψη των ένορκων βεβαιώσεων των ως άνω μαρτύρων απόδειξης, που ορίστηκε να λάβει χώρα ενώπιον της ως άνω δικηγόρου την 24-2-2023 και ώρα 16.00 και 16.30, αντιστοίχως, οι οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) προσκομίζονται με επίκληση στο παρόν Δικαστήριο από τον ενάγοντα – εφεσίβλητο, σημειώνεται ότι κατά παράβαση της νόμιμης διαδικασίας, που το άρθρο 421 ΚΠολΔ περιγράφει, προκειμένου οι ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις να αποκτήσουν βέβαιη χρονολογία και μοναδικό αριθμό, δεν απεστάλησαν, ως ο νόμος επιβάλλει, αμέσως μετά τη λήψη τους την 24-2-2023, από την προαναφερόμενη δικηγόρο ενώπιον της οποίας δόθηκαν, στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, στον οποίο εκείνη ανήκει, αλλά η αποστολή τους στο Δικηγορικό Σύλλογο έλαβε χώρα μεταγενέστερα, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν βέβαιη χρονολογία και μοναδικό αριθμό, όχι αυθημερόν, αλλά την 1-3-2023. Ωστόσο, η κατά παράβαση της άνω διάταξης λήψη των συγκεκριμένων ένορκων βεβαιώσεων δεν επιφέρει το απαράδεκτο αυτών, ώστε να μην λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, διότι τέτοια παράβαση δεν συγκαταλέγεται στις περιπτώσεις εκείνες που κατά ρητή επιλογή του νομοθέτη απαγγέλλεται αποκλειστικά το απαράδεκτο της ένορκης βεβαίωσης, όπως αυτές απαριθμούνται πλέον περιοριστικά στο άρθρο 424 εδ. α στοιχ. α έως και δ ΚΠολΔ, όπως το εν λόγω άρθρο ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 23 του Ν. 4842/2021, ενώ στις λοιπές περιπτώσεις το απαράδεκτο της ένορκης βεβαίωσης απαγγέλλεται μόνον εφόσον διαπιστώνεται δικονομική βλάβη του αντιδίκου (ΑΠ 1278/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, εν προκειμένω, η λήψη των ως άνω ένορκων βεβαιώσεων, παρά την παραπάνω δικονομική παράβαση, ήτοι η μεταγενέστερη από τη λήψη τους, πάντως πριν τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό και εντός της νόμιμης προθεσμίας προς κατάθεση προτάσεων μετά των αποδεικτικών τους μέσων, κτήση βέβαιης χρονολογίας, εμπίπτει στο δεύτερο εδάφιο του νέου άρθρου 424 ΚΠολΔ, κατά το οποίο ένορκη βεβαίωση κατά παράβαση των λοιπών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου. Και τούτο διότι η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα δεν επικαλέστηκε, πολλώ δε μάλλον ουδόλως απέδειξε ότι υπέστη συγκεκριμένη δικονομική βλάβη από την επικαλούμενη πλημμέλεια, αλλά απλώς αμφισβητεί τον αναγραφόμενο σε αυτές χρόνο σύνταξης (24-2-2023 και ώρα 16.00 και 16.30, αντιστοίχως) των ένορκων βεβαιώσεων, που δεν συμπίπτει με τον ως άνω χρόνο κτήσης βέβαιης χρονολογίας (1-3-2023), και σε κάθε περίπτωση, η τελευταία δεν ισχυρίζεται ότι παρέστη κατά την ορισμένη ημέρα και ώρα, που της είχε γνωστοποιηθεί με την οικεία κλήση, πλην όμως, η λήψη τους δεν έλαβε χώρα στον οριζόμενο στην κλήση χρόνο, ούτε αποδεικνύεται εν γένει ότι οι ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν σε διαφορετική ημέρα και ώρα από αυτήν που αναγράφεται στην οικεία κλήση (πρβλ. ΜονΕφΠειρ 273/2025, ΜονΕφΔωδ 2/2025 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του (3523/2024) απέρριψε τον περί απαραδέκτου ισχυρισμό των ένορκων βεβαιώσεων του αντιδίκου της, που η εναγόμενη πρόβαλε, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, που παραδεκτά συμπληρώνεται και αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και άρα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο έφεσης η εκκαλούσα επαναφέρει τον περί απαραδέκτου ισχυρισμό των ως άνω ένορκων βεβαιώσεων του αντιδίκου της, παραπονούμενη ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων αυτές ελήφθησαν υπόψιν πρωτοδίκως. Ωστόσο, η επικαλούμενη με τον παραπάνω λόγο έφεσης νομική πλημμέλεια του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να λάβει υπόψη του και να αξιοποιήσει αποδεικτικά για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης τις ως άνω προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από τον εφεσίβλητο ένορκες βεβαιώσεις, δεν καθιστά εξαφανιστέα την εκκαλουμένη απόφαση εκ του λόγου αυτού, διότι το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της κρινόμενης έφεσης (άρθρο 522 KΠολΔ), κατά τον έλεγχο του συναφούς λόγου της για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, θα επανεκτιμήσει από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και θα κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της (άρθρο 534 KΠολΔ), λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσκομιζόμενων από τους διαδίκους νόμιμων αποδεικτικών μέσων, η δε εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης θα επέλθει μόνο εάν το Δικαστήριο τούτο, κατά τον έλεγχο του ανωτέρω λόγου περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσκομιζόμενων από τους διαδίκους νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αχθεί σε διαφορετική κρίση ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης. Επομένως, ο τέταρτος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αλυσιτελής και έτσι ως απαράδεκτος, ανεξαρτήτως του ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις προρρηθείσες ένορκες βεβαιώσεις του ενάγοντος, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε.

VI. Από τις με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΣΑ _ΕΒ_….._2023 και ΔΣΑ _ΕΒ_….._2023 από 1-3-2023 ένορκες βεβαιώσεις του ………… και του ……………. ενώπιον της δικηγόρου Αθηνών ………… (ΑΜΔΣΑ : ……), αντιστοίχως, που λήφθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση (άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ) της εναγόμενης, όπως προκύπτει από την από 30-1-2023 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ……………… επί του κοινοποιηθέντος στην εναγόμενη αντιγράφου της ένδικης αγωγής με συνημμένη σε αυτό την από 17-1-2023 κλήση προς την εναγόμενη να παραστεί κατά τη λήψη των ένορκων βεβαιώσεων των ως άνω μαρτύρων απόδειξης, που ορίστηκε να λάβει χώρα ενώπιον της ως άνω δικηγόρου την 24-2-2023 και ώρα 16.00 και 16.30, αντιστοίχως, οι οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) προσκομίζονται με επίκληση στο παρόν Δικαστήριο από τον ενάγοντα – εφεσίβλητο, από τη με αριθμό ………/26-5-2025 ένορκη βεβαίωση του ……………. ενώπιον του …………, Γραμματέα Πρεσβείας Β΄ ως Διευθύνοντος το Προξενικό Γραφείο και ως ασκούντος συμβολαιογραφικά καθήκοντα και υπηρετούντος στο Προξενικό Γραφείο της Πρεσβείας της Ελλάδας στα Τίρανα Αλβανίας, η οποία λήφθηκε με επιμέλεια της εκκαλούσας μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση (άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ) του εφεσίβλητου, όπως προκύπτει από τη με αριθμό …./21-5-2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……………. με συνημμένη σε αυτήν την από 20-5-2025 κλήση – γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει η εκκαλούσα παραδεκτά το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη (άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ), από τις με αριθμό ………./16-5-2023 και …………/16-5-2023 ένορκες βεβαιώσεις του …………. και του ………… ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ……………., που λήφθηκαν με επιμέλεια της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση (άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ) του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, όπως προκύπτει από τη με αριθμό …./11-5-2023 έκθεση επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………… με συνημμένη σε αυτήν την από 10-5-2023 κλήση – γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει η εναγόμενη – εκκαλούσα, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 277/2020, ΑΠ 386/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται α) εκτυπώσεις ηλεκτρονικών επιστολών (e-mail), προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα – εφεσίβλητο, που είτε εκδόθηκαν και απεστάλησαν εκ μέρους του είτε περιήλθαν σε αυτόν, συνιστώντας μηχανικές απεικονίσεις κατά την έννοια του άρθρου 444 παρ. 1 στοιχ. γ ΚΠολΔ (ΑΠ 405/2008, ΑΠ 1628/2003 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), σε ανεπικύρωτα αντίγραφα, εφόσον το επικυρωμένο κατά το νόμο αντίγραφο του αποσταλέντος ηλεκτρονικού μηνύματος, το οποίο περιέχεται στο σκληρό δίσκο του παραλήπτη, αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι η περιλαμβανόμενη σε αυτό δήλωση προέρχεται από τον εκδότη αποστολέα του σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 445 ΚΠολΔ (σχετ. άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 4727/2020, ΤριμΕφΔωδ 45/2018, ΜονΕφΠειρ 529/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), β) εκτυπώσεις γραπτών μηνυμάτων (sms), προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα – εφεσίβλητο, τα οποία εμπίπτουν στην έννοια της μηχανικής απεικόνισης του άρθρου 444 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1141/2025 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του ΑΠ) και συνακόλουθα εξομοιώνονται με ιδιωτικά έγγραφα, παρότι τούτα δεν φέρουν υπογραφή με την κλασσική του όρου έννοια και των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε από την αντίδικό του (άρθρα 445, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), με την επισήμανση ότι, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν θεωρούνται παράνομα αποδεικτικά μέσα, καθώς με αυτή τη δικαστική χρήση δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα της ελεύθερης επικοινωνίας και του απορρήτου των επικοινωνιών, αφού προσκομίζονται από τον ίδιο τον ενάγοντα – εφεσίβλητο και αφορούν συνομιλίες μεταξύ των διαδίκων (ΤριμΕφΠειρ 576/2020 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, ΜονΕφΑθ 636/2025, ΜονΕφΠατρ 1/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), τα οποία (ως άνω υπό στοιχεία α και β) το παρόν Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα ως αποδεικτικά έγγραφα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν αποκλείστηκε η εμμάρτυρη απόδειξη (άρθρα 393, 394 ΚΠολΔ), αφού σε κάθε περίπτωση ο ενάγων είναι τρίτος σε σχέση με τους συμβληθέντες στη σκοπούμενη σύμβαση, για τους οποίους ισχύουν οι περιορισμοί αποδείξεως, δοθέντος ότι στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον (άρθρο 340 παρ. 1 ΚΠολΔ), και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ’ αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα και δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία (ΑΠ 150/2022, ΑΠ 1402/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), ενώ αντιθέτως τα προσκομιζόμενα από τον ίδιο διάδικο sms, που αφορούν ξεχωριστή από την αντίδικό του (δια του νόμιμου εκπροσώπου της) συνομιλούσα (μη διάδικο), πρέπει να θεωρηθούν κατ’ αρχήν παράνομα αποδεικτικά μέσα, πλην όμως, επιπλέον προκύπτει ότι ο επικαλούμενος τα sms διάδικος (ενάγων) δεν έχει άλλο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη των ισχυρισμών του σε σχέση ειδικά με την κατάρτιση της σκοπούμενης σύμβασης μεταξύ της εναγόμενης (που την αρνείται κατηγορηματικά) και της τρίτης εταιρίας – μη διάδικου, οπότε σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να γίνει στάθμιση με βάση την αρχή της αναλογικότητας (ΜονΕφΠειρ 529/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), και ως εκ τούτου, τα τελευταία αυτά sms λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, γ) τα από 4-2-2021, 5-2-2021, 9-2-2021 και 12-2-2021 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), που προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα εκτυπωμένα, συντεταγμένα στην αγγλική γλώσσα, χωρίς να συνυποβάλλεται επίσημη μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα επικυρωμένη από αρμόδια αρχή (άρθρο 454 ΚΠολΔ), τα οποία το παρόν Δικαστήριο ομοίως λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα ως αποδεικτικά έγγραφα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν αποκλείστηκε η εμμάρτυρη απόδειξη (άρθρα 393, 394 ΚΠολΔ), αφού σε κάθε περίπτωση ο ενάγων είναι τρίτος σε σχέση με τους συμβληθέντες στη σκοπούμενη σύμβαση, για τους οποίους ισχύουν οι περιορισμοί αποδείξεως [ΑΠ 808/2025 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του ΑΠ, ΑΠ 124/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ : αμφότερες για ξενόγλωσσο έγγραφο άνευ μετάφρασης], χωρίς ωστόσο να λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οι από 24-4-2023 βεβαιώσεις εκδοθείσες από το νόμιμο εκπρόσωπο των εταιριών με την επωνυμία «………….» και «………………», διότι, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, αυτές καταρτίστηκαν ειδικά για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη μεταξύ άλλων δίκη (Ολ ΑΠ 8/1987 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος Ι, υπό άρθρο 339, παρ. 9 και 11, σελ. 689 – 690), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η εναγόμενη εταιρία συστάθηκε αρχικά με την καταχώρησή της, την 13.10.1999, στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών με την επωνυμία «…………….» και το διακριτικό τίτλο «………………..», δυνάμει της με αριθμό 26.755/1999 απόφασης της Νομάρχη Αθηνών, με την οποία δόθηκε άδεια σύστασης και εγκρίθηκε το καταστατικό της, όπως αυτό καταρτίσθηκε με τη με αριθμό ………./9.9.1999 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών . ……., με σκοπό της την παροχή υπηρεσίας λήψης και διαβίβασης, για λογαριασμό επενδυτών, εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί κινητών αξιών και μεριδίων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων (σχετ. ΦΕΚ με αριθμό 8361/19-10-1999 / Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Έκτοτε και κατόπιν διαδοχικών μεταβολών στο καταστατικό της, συνέχισε να λειτουργεί ως ανώνυμη εταιρία επενδυτικής διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ, πρώην ΑΛΔΕ). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπήρξε Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και κύριος μέτοχος της εταιρίας με την επωνυμία «……….». Την 30-7-2009 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών η συγχώνευση των ανωνύμων εταιριών «…………» και «…………….», με απορρόφηση της δεύτερης και της τρίτης από την πρώτη, δυνάμει της με αριθμό 21765/2009 απόφασης του Νομάρχη Αθηνών περί έγκρισης της συγχώνευσης. Κατόπιν αυτών, ο ενάγων κατέστη μέτοχος της εναγόμενης εταιρίας κατά ποσοστό 10% του μετοχικού κεφαλαίου και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, από το οποίο παραιτήθηκε το έτος 2011 (σχετ. ΦΕΚ με αριθμό 9430/31-7-2009, 9454/31-7-2009, 1366/18-3-2011 / Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Δυνάμει δε της με αριθμό 8/848/16.7.2019 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας στην εναγόμενη εταιρία «………..» για παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών λήψης και διαβίβασης εντολών και επενδυτικών συμβουλών και παροχής συμβουλών σε επιχειρήσεις. Ακολούθως, την 6-7-2021 καταχωρίστηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. η συγχώνευση της εναγόμενης «………….» με την ανώνυμη εταιρία «……………….», με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, και έτσι συστάθηκε η εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία «…………………..». Σκοπός της εναγόμενης, σύμφωνα με το καταστατικό της, είναι α) η παροχή προς τους πελάτες της επενδυτικής υπηρεσίας λήψης και διαβίβασης εντολών για λογαριασμό τους, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα που αφορούν κινητές αξίες και μερίδια που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων, β) η παροχή της υπηρεσίας επενδυτικών συμβουλών και γ) η παροχή της μη επενδυτικής υπηρεσίας της επ’ αμοιβή σύστασης πελατών προς τρίτες επιχειρήσεις παρέχουσες κάθε είδους μη επενδυτικές υπηρεσίες (σχετ. με αριθμό πρωτ. ……./6-7-2021 Ανακοίνωση καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου). Ακόμα, αποδείχθηκε ότι ήδη την 30.4.2013 καταρτίστηκε ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας μεταξύ του ενάγοντος και της εταιρίας «………….», νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον ……… ως Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής, με αντικείμενο τη σύσταση πελατείας. Διευκρινίζεται ότι η ΑΕΠΕΥ παρέχει το σύνολο των επενδυτικών υπηρεσιών, ενώ η ΑΕΕΔ – πρώην ΑΛΔΕ έχει περιορισμένο αντικείμενο, η δε ΑΕΕΔ είναι διαμεσολαβητής προς μία ΑΕΠΕΥ και διαβιβάζει την εντολή στην ΑΕΠΕΥ για την εκτέλεσή της, καθώς η ίδια δεν μπορεί να την πραγματοποιήσει απευθείας στο χρηματιστήριο. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων τυγχάνει διαμεσολαβητής υπηρεσιών, ο οποίος δύναται να αμείβεται νομίμως για οποιαδήποτε δραστηριότητα συναφή με τη σύσταση πελατείας επί χρηματιστηριακών προϊόντων, που προέρχεται από το πελατολόγιό του, εκδίδοντας το αντίστοιχο παραστατικό. Επιπλέον, ορίστηκε ότι ο ενάγων – συνεργάτης καλείται να προτείνει την εταιρία και τις παρεχόμενες από αυτήν υπηρεσίες προς όφελος των πελατών του, οι οποίοι κατ’ εκτίμηση του ιδίου δύνανται να επωφεληθούν από τη συνεργασία αυτή και για το σκοπό αυτό, ο ενάγων – συνεργάτης δύναται να χρησιμοποιήσει όλους τους ενδεδειγμένους τρόπους προσέγγισης πελατείας. Ως δίκαιη αμοιβή για τις υπηρεσίες του ενάγοντος – συνεργάτη ορίστηκε ειδικά για τις προμήθειες που ανέρχονται από 7.001 ευρώ και άνω, το ποσοστό του 80%. Επιπρόσθετα, ως όρος της συμφωνίας περιλήφθηκε ο αόριστος χρόνος ισχύος της και η δυνατότητα λήξης του ένδικου συμφωνητικού κατόπιν έγγραφης κοινοποίησης ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών προς το άλλο με κατ’ ελάχιστο δίμηνη προειδοποίηση. Έτι περαιτέρω, προέκυψε ότι το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2021 ο ενάγων ήρθε σε επαφή με την εταιρία με την επωνυμία «………….» με έδρα τα Τίρανα Αλβανίας, η οποία αναζητούσε συνεργασία στην Ελλάδα με χρηματιστηριακή εταιρία και έχοντας ο ίδιος (ενάγων) ενεργή συνεργασία με την εναγόμενη κατά το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, θέλησε να μεσολαβήσει ανάμεσα στις εταιρίες αυτές, προκειμένου να καταρτιστεί η σκοπούμενη συμφωνία συνεργασίας. Συγκεκριμένα, ήρθε σε επικοινωνία με τη διευθύντρια της εταιρίας «………..», με έδρα την Αθήνα, ……….., η οποία ήδη από την 16.1.2021 του είχε αποστείλει σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τα στοιχεία επικοινωνίας της «…..» Αλβανίας, και ειδικότερα του διευθύνοντος συμβούλου, ……….., προκειμένου να μιλήσουν για πιθανή συνεργασία με την εταιρία «……………», επισυνάπτοντας τα σχέδια των συμβάσεων (σχετ. το από 16-1-2021 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου). Στο εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με ημερομηνία 16-1-2021 ο τελευταίος αναφέρεται ως δικηγόρος στην Αλβανία, που μιλάει απευθείας με την Κύπρο. Σε αυτόν (…………) ο ενάγων απέστειλε το μήνα Φεβρουάριο 2021 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ενημερωτικό, σχετικά με τα ποσά που μπορούσε η εναγόμενη ως χρηματιστηριακή εταιρία να διαβιβάζει στις χρηματοπιστωτικές αγορές, ζητώντας του στο τέλος, σε περίπτωση που θα συνεργαστούν, μεταφρασμένα στα ελληνικά από το ελληνικό προξενείο τα νομικά έγγραφα της εταιρίας του όπως και εκείνα της κυπριακής εταιρίας για τελική νομική μελέτη (σχετ. τα από 4 και 5-2-2021 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ τους). Ο ……………. σε απάντησή του τον ενημέρωσε για το ύψος του ποσού των συναλλαγών, που ενδιαφερόταν η εταιρία του να προωθήσει και για το ποσό προμήθειας, που θα λάμβανε η εναγόμενη για τις υπηρεσίες της, το οποίο θα ανερχόταν στο ποσό των 15.000 ευρώ μηνιαίως (σχετ. το από 5-2-2021 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου). Χαρακτηριστικό είναι ότι στα ηλεκτρονικά αυτά μηνύματα περιγράφεται η μορφή της συνεργασίας (τριμερής με την ελληνική εταιρία να μεσολαβεί ανάμεσα σε μία κυπριακή χρηματιστηριακή και μία εταιρία με έδρα στην Αλβανία ή τη Μάλτα) και ο τρόπος μελλοντικής πληρωμής της εναγόμενης σε περίπτωση τελικής συνεργασίας τους, με την παρεμβολή κυπριακής εταιρίας (που δεν κατονομάζεται, αλλά συνάγεται ότι είναι γνωστή στους ενδιαφερόμενους), έτσι ώστε η προμήθεια της ελληνικής εταιρίας να είναι σταθερή σε ποσό 15.000 ευρώ μηνιαίως, ανεξαρτήτως του ποσού του τιμολογίου που η ελληνική εταιρία θα εξέδιδε προς την κυπριακή χρηματιστηριακή, το οποίο θα ανερχόταν σε 120.000 ευρώ πάνω – κάτω, ενώ από το τιμολόγιο που η αλβανική εταιρία θα εξέδιδε προς την ελληνική εταιρία, η τελευταία θα κρατούσε 15.000 ευρώ ως αμοιβή. Σε μεταγενέστερη ηλεκτρονική επιστολή (12-2-2021) προς τον ενάγοντα, ο …………. του προτείνει συνεργασία με εξάμηνη δέσμευση και τον ενημερώνει ότι η εταιρία που θα εκτελεί χρέη εξωτερικού συνεργάτη (από τη μεριά του ενάγοντος) δεν θα είναι αλβανική αλλά εταιρία εδρεύουσα στη Μάλτα, γεγονός που διευκολύνει τη μεριά του ενάγοντος, όπως ο αποστέλλων σχολιάζει (σχετ. το από 12-2-2021 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο ενάγων ως διαμεσολαβητής υπηρεσιών της εναγόμενης και ο ……… ως νόμιμος εκπρόσωπος του ομίλου επιχειρήσεων «………………» είχαν προβεί σε εκτεταμένες συζητήσεις και προωθημένες διαπραγματεύσεις, ήδη από τις αρχές του μηνός Φεβρουαρίου 2021, αναφορικά με το ενδεχόμενο να καταρτιστεί η σκοπούμενη σύμβαση παροχής υπηρεσιών μεταξύ της εναγόμενης και τρίτης εταιρίας, συμφερόντων του ομίλου «………», υπό τη διαχείριση του ………, την οποία ο τελευταίος θα υποδείκνυε. Εντωμεταξύ ο ενάγων ενημέρωσε σχετικά την πλευρά της εναγόμενης και απέστειλε μήνυμα την 5-2-2021 στον ……………., διευθύνοντα σύμβουλο της τελευταίας, περί του ότι η διευθύντρια της εταιρίας «…………» ονομάζεται ………….. και ότι ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας στην Αλβανία ονομάζεται ……………., δικηγόρος, προκειμένου να φέρει τις δύο πλευρές σε άμεση επαφή. Ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης του απέστειλε τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου, προκειμένου να την προωθήσει στην άλλη πλευρά, λέγοντας ότι «…αν θέλει να κάνει σοβαρή δουλειά, έστω κ αυτή που είναι θα το δει σοβαρά. Ή θα αντιπροτείνει. Αλλιώς είναι….» (σχετ. τα από 5-2-2021 γραπτά μηνύματα μεταξύ του ενάγοντος και του νόμιμου εκπροσώπου της εναγόμενης). Ακολούθησε ανταλλαγή γραπτών μηνυμάτων μεταξύ των ίδιων προσώπων την 9-2-2021, στα οποία ο ενάγων αναφέρεται σε υπόλοιπο ποσό 400,00 ευρώ, που έχει από προηγούμενες συναλλαγές τους και ζητά από τον ………………….. να προγραμματίσει την πληρωμή τους, επιφυλασσόμενος για εκείνα του Ιανουαρίου (2021), ενώ ο …………………… δεν αρνείται, αντίθετα μάλιστα συμφωνεί και του τονίζει ότι χρειάζεται αποδείξεις, γεγονός που αποδεικνύει ότι η ένδικη σύμβαση συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων ήταν ακόμα σε ισχύ, παράγοντας έννομα αποτελέσματα για τους συμβαλλόμενους. Συνεχίζοντας τη μεταξύ τους συνομιλία προφανώς σχετικά με το ενδεχόμενο συνεργασίας με εταιρία του …………, που εκείνη τη χρονική περίοδο απασχολούσε τους διαδίκους, σε έτερο μήνυμα ο …………… αναφέρει ότι «Δεν υπήρχε περίπτωση να μην επανήρχοντο. Όμως θέλει πολύ δουλειά κ τον τελικό λόγο θα τον έχει η νομικός μας. Αναμένω κ μια κουβέντα με στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος. Ες αύριο.», αποδεικνύοντας ότι είχαν αρχίσει οι συνομιλίες με σκοπό τη συνεργασία μεταξύ της εναγόμενης δια του νόμιμου εκπροσώπου της ……… και εταιρίας του ομίλου «……», στον οποίο ανήκαν η εδρεύουσα στην Αλβανία εταιρία με την επωνυμία «………….» και η εδρεύουσα στην Ελλάδα εταιρία με την επωνυμία «……………..», όπως εκείνες εκπροσωπούνταν από τον Αλβανό δικηγόρο ……………… Ο ενάγων απάντησε ότι «Να την έχει. Απλά να μην προχωράμε κ βάζουμε συνέχεια νέα θέματα. Ενημέρωνε τι, κι αν δεν..να το κόψουμε.. Γτ κι εγώ εκτίθεμαι όπως φαντάζεσαι. Να δουν άλλες εναλλακτικές» και ο εναγόμενος ανταπάντησε ότι «Στην Ελλάδα ……. δεν υπάρχουν. Μετά βεβαιότητας στο λέω. Τα υπόλοιπα αύριο» και ο ενάγων κατέληξε λέγοντας ότι «Ναι απλά αυτά που λέμε να ισχύουν ή παίρνουμε κ κάποιο ρίσκο ή όχι.. αν όχι μη με βάζεις σε διαδικασίες κ μετά τα αλλάζεις.. αν δεν το θέλεις πες το μου να σκεφτώ άλλες εναλλακτικές!! 1000% εξασφάλιση με τέτοια ποσά δεν γίνεται συγγνώμη!! αύριο ναι καληνύχτα.». Ακολούθησε η μεταξύ τους ανταλλαγή μηνυμάτων στις 10, 11, 13 και 14 Φεβρουαρίου 2021, σχετιζόμενη με σχόλια στη διερεύνηση πιθανότητας συνεργασίας, ενώ ακολουθούν και μηνύματα του ενάγοντος, ο οποίος πιέζει για απαντήσεις αναφορικά με την εξέλιξη των συνομιλιών μεταξύ του ………….. και του ……………………., στις οποίες (συνομιλίες) εμπλέκονται και η …………… και γυναίκα δικηγόρος από την πλευρά του ……………., με στοιχεία ….., ως νομική του σύμβουλος. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο ενάγων και ο ………. ως νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης είχαν ανοιχτή και διαρκή επικοινωνία σχετικά με τις διαπραγματεύσεις, που διεξάγονταν κατά τον επίδικο χρόνο και αφορούσαν στην επιθυμητή συνεργασία της εναγόμενης εταιρίας με εταιρία του ομίλου «……», συμφερόντων του …………….., στην οποία (επικοινωνία) ο δεύτερος εξέφραζε επιφυλάξεις για την ασφαλή πρόοδό τους και ο πρώτος την αγωνία του για την κατάρτιση ή μη της τελικής συμφωνίας συνεργασίας, που ήταν εύλογη, λαμβανομένου υπόψη ότι ανέμενε να αιτηθεί τη σχετική προμήθειά του για την εν λόγω διαμεσολάβηση και σύσταση της σχετικής πελατείας (σχετ. τα γραπτά αυτά μηνύματα μεταξύ του ενάγοντος και του ……………). Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι κατά το επόμενο χρονικό διάστημα ουδόλως έλαβε χώρα κάποια ενημέρωση του ενάγοντος από την πλευρά της εναγόμενης και ιδίως από τον ………………. σχετικά με τη σύναψη σύμβασης, παρότι ο ενάγων συνέχιζε να αναζητά πληροφορίες για τις εξελίξεις. Τελικά, σε μεταγενέστερο χρόνο η ……. ήταν αυτή που ενημέρωσε τον ενάγοντα την 3.11.2021 ότι οι εκπρόσωποι των δύο πλευρών είχαν συναντηθεί πρόσφατα (ημέρα Πέμπτη) σε πολύ καλό και φιλικό κλίμα στα γραφεία της …… στην Αθήνα και παρέπεμψε τον ίδιο να ρωτήσει ευθέως τον εκπρόσωπο της εναγόμενης …… για το «πως θα εξελιχθεί η συνεργασία με τους ξένους». Περαιτέρω, η ίδια τον ενημέρωσε με γραπτό μήνυμά της (χωρίς να προκύπτει ο ακριβής χρόνος αποστολής) ότι «Αναφορικά με τον …… και το …… σε διαβεβαιώνω ότι έληξε η συνεργασία κι κράτησε σίγουρα 6 μήνες ίσως κι παραπάνω. Άρα αυτό που σου είπε ο …….. ότι πληρώθηκε μόνο 3 μήνες δεν ισχύει.». Του αποκάλυψε δηλαδή ότι είχε επιτευχθεί συνεργασία, η οποία είχε κρατήσει σίγουρα έξι μήνες, ίσως και παραπάνω, αλλά πλέον είχε λήξει και ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης είχε πληρωθεί για παραπάνω από 3 μήνες. Σημειωτέον ότι με άλλα γραπτά μηνύματά της η ίδια (………) πληροφόρησε τον ενάγοντα ότι της έκανε δυσμενή παρατήρηση ο ……………… για το γεγονός ότι ενημέρωνε τον ενάγοντα κρυφά αναφορικά με τον ………. και δήλωσε ακόμα στον ενάγοντα ότι εκείνη δεν θέλει να έχει θέματα με τη δουλειά της (σχετ. τα γραπτά αυτά μηνύματα μεταξύ του ενάγοντος και της …………..). Με βάση τα προεκτεθέντα, συνάγεται σαφώς ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης, ……….., συνειδητά και προκειμένου να αποφύγει να ενημερώσει τον ενάγοντα για την ευόδωση της συνεργασίας και κατ’ επέκταση να του αποδώσει την οφειλόμενη κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα προμήθεια, ουδέποτε του επιβεβαίωσε τη συνεργασία ή τον ενημέρωσε για το περιεχόμενο και τους ειδικότερους όρους με βάση τους οποίους η εναγόμενη εταιρία συνεργάστηκε με εταιρία του ομίλου «…….», που ο ενάγων εισέφερε με διαμεσολάβησή του ως πελάτη. Ενισχυτική της άνω κρίσης του παρόντος Δικαστηρίου είναι και η από 6-4-2021 σχετική ηλεκτρονική επιστολή του ενάγοντος προς τον ………….. (κοινοποιούμενη στην εταιρία «…………»), με την οποία αναφέρεται στην ενδεχόμενη συνεργασία της εναγόμενης με την εταιρία …… και την κυπριακή συνεργάτιδά τους εταιρία (ενημερώνοντας τον παραλήπτη ότι υπάρχουν στο αρχείο του τα σχετικά «mail» που έχουν ανταλλάξει εξ ονόματός του) και με την οποία ζητά ενημέρωση για την πορεία των συνομιλιών και την εξέλιξη της κατάστασης και στην οποία ουδόλως έλαβε απάντηση. Επιπρόσθετα, η εναγόμενη εταιρία, παρότι ο ενάγων από το έτος 2017 δεν είχε ανανεώσει την πιστοποίησή του στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εξακολουθούσε να του καταβάλλει τις συμφωνηθείσες προμήθειες σύστασης επί των χρηματιστηριακών πράξεων του πελατολογίου του, όπως επιβεβαιώνει ο μάρτυρας ανταπόδειξης υπάλληλος …………………. (στη με αριθμό ……./2023 ένορκη βεβαίωσή του). Ως εκ τούτου, το σχετικό πιστοποιητικό δεν ήταν προαπαιτούμενο για την ένδικη σύμβαση, όπως οριζόταν στο από 30-4-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο μάλιστα ρητά αφορούσε σε «οποιαδήποτε δραστηριότητα συναφή με τη σύσταση πελατείας επί χρηματιστηριακών προϊόντων» προς την εναγόμενη και δεν απαιτούσε οπωσδήποτε την εκ μέρους του ιδίου του ενάγοντος προσωπικά διεκπεραίωση της σχετικής εργασίας λήψης και διαβίβασης της εντολής, την οποία μετά την απώλεια της πιστοποίησης εκτελούσε ο πιστοποιημένος υπάλληλος …………, εξυπηρετώντας το πελατολόγιο του ενάγοντος, όπως ο τελευταίος καταθέτει στην ως άνω ένορκη βεβαίωσή του. Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εναγόμενη, που επαναφέρονται με το συναφή δεύτερο λόγο έφεσης, τυγχάνουν απορριπτέα. Επισημαίνεται εξάλλου ότι η εναγόμενη ως ανώνυμη εταιρία επενδυτικής διαμεσολάβησης ρητά συνομολογεί ότι εξακολουθούσε να καταβάλει στον ενάγοντα τις συμφωνηθείσες προμήθειες σύστασης επί των χρηματιστηριακών πράξεων του πελατολογίου του, αν και τυπικά αντισυμβαλλόμενη του ενάγοντος στο ένδικο συμφωνητικό και υπόχρεη καταβολής ήταν ανώνυμη εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και άρα, η εναγόμενη συνομολογεί (άρθρο 261 ΚΠολΔ) την παθητική νομιμοποίησή της στην υπό κρίση αγωγή. Αντίθετα, η εναγόμενη, στο πλαίσιο αιτιολογημένης άρνησης της ένδικης αγωγής, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συνήψε συμφωνία συνεργασίας ή εν γένει σύμβαση με τον όμιλο «………..» είτε με τον ελληνικό είτε με τον αλβανικό της βραχίονα και ότι απλά η επικοινωνία τους εξαντλήθηκε σε συζητήσεις για το ενδεχόμενο συνεργασίας σε γενικότερο πλαίσιο εκατέρωθεν παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών. Ωστόσο, ο ως άνω προβαλλόμενος ισχυρισμός της εναγόμενης, που παραδεκτά επαναφέρεται με τον ίδιο ως άνω σχετικό λόγο έφεσης, δεν κρίνεται πειστικός και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, δοθέντος ότι εξαρχής η πλευρά του ομίλου «………» είχε καταστήσει σαφές ότι αναζητά χρηματιστηριακή εταιρία προκειμένου να προωθήσει χρήματα σε χρηματιστηριακά προϊόντα, όπως σαφώς προκύπτει από την προαναφερόμενη ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ του ……….. και του ενάγοντος, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, ενώ επιπλέον σε ανύποπτο χρόνο η …………………., διευθύντρια της ελληνικής εταιρίας του ομίλου «…..», επιβεβαίωσε ότι υπήρξε συνεργασία τουλάχιστον 6 μηνών μεταξύ της εναγόμενης και εταιρίας του ομίλου «……» και μάλιστα επί πληρωμή, όπως ομοίως ανωτέρω αναφέρθηκε. Άλλωστε, την επίτευξη συνεργασίας και την κατάρτιση της σκοπούμενης σύμβασης στόχευε και η αρχική συμβολή του ενάγοντος, ο οποίος αναμείχθηκε, λαμβάνοντας υπόψη αφενός τις προθέσεις της εταιρίας «……..», όπως του διατυπώθηκαν από το νόμιμο εκπρόσωπό της κατά τα ανωτέρω, και το πλαίσιο αρμοδιότητάς του στο επαγγελματικής συνεργασίας συμφωνητικό του με την εναγόμενη αφετέρου, και για το λόγο αυτό έφερε σε επικοινωνία τις δύο πλευρές. Το ενδεχόμενο το να προέκυψε συνεργασία μεταξύ των δύο πλευρών, ήτοι του ομίλου «……» και της εναγόμενης, σε αντικείμενο και πεδίο που διαφεύγει αυτό της σύστασης πελατείας, που είχε αναλάβει ο ενάγων, δεν κρίνεται βάσιμο, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, διότι στην περίπτωση αυτή η εναγόμενη, μην έχοντας να χάσει κάτι και στο πλαίσιο της συναλλακτικής ευθύτητας και της μεταξύ τους συνεργασίας επί 12 έτη, θα είχε ενημερώσει αναλυτικά τον ενάγοντα για το ακριβές πλαίσιο της συνεργασίας της και για τις εξελίξεις, εφόσον ο ενάγων ήταν αυτός που είχε κάνει τις αρχικές συστάσεις, άλλως δεν θα απέφευγε να δώσει λογικές και πειστικές απαντήσεις σε αυτόν. Επίσης, από τις οικονομικές καταστάσεις της εναγόμενης προέκυψε ότι το έτος 2021 παρουσίασε σημαντική αύξηση του κύκλου εργασιών της από προμήθειες επενδυτικής διαμεσολάβησης, οφειλόμενη εν μέρει στην παρακράτηση των οφειλόμενων στον ενάγοντα προμηθειών. Η παραπάνω κρίση του παρόντος Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στο  προσκομιζόμενο με επίκληση από την εναγόμενη εκτυπωμένο πελατολόγιο του ενάγοντος δεν συγκαταλέγεται κωδικός επενδυτή της εταιρίας «……..». Και τούτο διότι η εναγόμενη δεν συμπεριέλαβε τη συγκεκριμένη εταιρία στο πελατολόγιο του ενάγοντος, ή ενδεχομένως άλλη εταιρία συμφερόντων του ίδιου ομίλου, ακριβώς για να μην του αποδώσει τις ανάλογες προμήθειες, που εκείνος δικαιούται με βάση την ένδικη σύμβαση. Επομένως και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές προέκυψε ότι μεταξύ της εναγόμενης, χρηματιστηριακής εταιρίας με άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και του ομίλου εταιριών «……», στον οποίο ανήκουν η  «………» με έδρα στην Αλβανία και η «………» με έδρα στην Ελλάδα, κατόπιν της μεσολάβησης και των συστάσεων του ενάγοντος, με την επαγγελματική του ιδιότητα ως συνεργάτη της εναγόμενης δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού και κατόχου πιστοποιητικού συμβούλου πελατών επί παραγώγων προϊόντων από το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, ο οποίος ήρθε σε επικοινωνία με τους νόμιμους εκπροσώπους και δικηγόρους των άνω εταιριών (αλβανικής και ελληνικής), λαμβάνοντας υπόψη τους σκοπούς και τις επιδιώξεις τους και αφού σύστησε τις εταιρίες αυτές ως πελάτες στην εναγόμενη εταιρία, προωθώντας και παρακολουθώντας την επικοινωνία των δύο πλευρών, συνήφθη σύμβαση συνεργασίας και δη σύμβαση παροχής υπηρεσιών λήψης και διαβίβασης εντολών σε κινητές αξίες (μετοχές, ομόλογα) και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, για τουλάχιστον έξι μήνες σχετιζόμενη με την αγορά χρηματιστηριακών προϊόντων και με ύψος αμοιβής για την εναγόμενη εταιρία το ποσό των 15.000,00 ευρώ κατά μήνα. Από αυτό το ποσό, δυνάμει της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας συνεργασίας με αντικείμενο τη σύσταση πελατείας, η εναγόμενη εταιρία οφείλει στον ενάγοντα ποσοστό 80% μηνιαίως, ήτοι 12.000 ευρώ για έξι μήνες και συνολικά 72.000 ευρώ (12.000 ευρώ Χ 6 μήνες). Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 72.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

VII. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του (3523/2024) έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 72.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά κατ’ αποτέλεσμα εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, που παραδεκτά συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Κατ’ ακολουθίαν, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν, όπως και η υπό κρίση έφεσή της στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του νόμιμου σχετικού αιτήματός του, να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, ενώ επίσης, πρέπει και να διαταχθεί η εισαγωγή του προαναφερόμενου παραβόλου, που κατατέθηκε από την εκκαλούσα για την άσκηση της έφεσης (βλ. τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ : ……………./24-12-2024 έκθεση κατάθεσης του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς), στο Δημόσιο Ταμείο, καθότι η ένδικη έφεσή της απορρίφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της με αριθμό 3523/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία).

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του αναφερόμενου στο σκεπτικό παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των  πεντακοσίων (500,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την    18    Μαρτίου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                            Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ