ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο ΤΜΗΜΑ
Αριθμός απόφασης 211/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Ε.Δ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α) Των εκκαλουσών: 1) ………….., και 2) ……………. οι οποίες παραστάθηκαν η πρώτη μετά και η δεύτερη δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Στυλιανού Τσολάκου και Ελένης Σπυροπούλου.
Του εφεσίβλητου: Εκκλησιαστικού Νομικού Προσώπου Δ.Δ με την επωνυμία «Ενοριακός Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Σαλαμίνας», που εδρεύει στη Σαλαμίνα, οδός Αγίου Νικολάου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ΑΦΜ ……………, το οποίο παραστάθηκε με τον Πρόεδρο του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Αρχιμανδρίτη …….. (κατά κόσμον ………… και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Μαραγκού.
Β) Του εκκαλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός ………….ΑΦΜ …………., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον δικαστικό πληρεξούσιο Δημήτριο Βολτή με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του εφεσίβλητου: Εκκλησιαστικού Νομικού Προσώπου Δ.Δ με την επωνυμία: «Ενοριακός Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Σαλαμίνας», που εδρεύει στη Σαλαμίνα, οδός Αγίου Νικολάου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ΑΦΜ ……….., το οποίο παραστάθηκε με τον Πρόεδρο του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Αρχιμανδρίτη … (κατά κόσμον ……… και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Μαραγκού.
Το εφεσίβλητο άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 31-5-2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2023) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2510/2024 απόφαση του προαναφερόμενου Δικαστηρίου, που δέχθηκε αυτήν.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η πρώτη και δεύτερη των εναγομένων, με την από 22-8-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ………./2024 (υπό στοιχείο Α) έφεσή τους (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, …………../2024), καθώς και το τρίτο εναγόμενο με την από 11-10-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ………./2024 (υπό στοιχείο Β) έφεσή του (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, ……………../2024). Δικάσιμος των ως άνω εφέσεων ορίσθηκε η 6-3-2025 οπότε και αναβλήθηκε η συζήτησή τους για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εκκαλουσών της υπό στοιχεία Α έφεσης και η πληρεξουσία δικηγόρος του εφεσίβλητου ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους, ο δε δικαστικός πληρεξούσιος του εκκαλούντος της υπό στοιχεία Β έφεσης δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσε προτάσεις, με τις οποίες ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εκκρεμούν οι: Α) από 22-8-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά …………./2024 και Β) από 11-10-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά …………./2024 εφέσεις κατά της υπ’ αριθμ. 2510/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Αυτές παραδεκτά φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 19, 29 του ΚΠολΔ) και έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 518 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενες, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας και για οικονομία χρόνου και εξόδων (άρθρα 31, 246 ΚΠολΔ). Σημειώνεται, ότι για το παραδεκτό της συζήτησης οι εκκαλούσες της υπό στοιχείο Α΄ έφεσης κατέθεσαν το υπ’ αριθμ. ………………. e παράβολο κατ΄ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, ενώ το εκκαλούν της υπό στοιχεία Β έφεσης Ελληνικό Δημόσιο δεν υποχρεούται στην κατάθεση παραβόλου, αφού αυτό απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής κάθε τέλους και παραβόλου για την άσκηση ένδικου μέσου σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του κ.δ. της 26-6/10-7-1944 «Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου».
Με την από 31-5-2023 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση, το ενάγον, και ήδη εφεσίβλητο, εξέθετε ότι αποτελεί ενοριακό ναό που ιδρύθηκε με το β.δ. 583/1967 (ΦΕΚ Α 181) στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκει ένα εξωκλήσι του …………… που έχει ανεγερθεί επί γεωτεμαχίου 415 τμ, το οποίο φέρει ΚΑΕΚ ………. στα κτηματολογικά βιβλία του Δήμου Σαλαμίνας και ήδη Πειραιώς και Νήσων. Περαιτέρω, εξέθετε ότι το ανωτέρω εξωκλήσι, μετά του οικοπέδου του, συνιστά μνημείο ανεγερθέν προ του έτους 1453 μΧ, σύμφωνα με τον ν. 4858/2021, αλλά και εκτός συναλλαγής πράγμα το οποίο έχει τεθεί σε δημόσια λατρεία, με αποτέλεσμα να ανήκει στο ενάγον, το οποίο τυγχάνει ο πλησιέστερος σε αυτό ενοριακός ναός. Ότι σύμφωνα με τις πρώτες εγγραφές, όπως αυτές μεταβλήθηκαν με τις υπ’ αριθμ. ……./21-9-2010 και …../22-9-2010 διορθωτικές εγγραφές, το ανωτέρω γεωτεμάχιο καταχωρήθηκε εσφαλμένως ως ιδιοκτησία ανήκουσα κατά κυριότητα σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου στην πρώτη εναγομένη, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου στην δεύτερη εναγομένη, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό του 50% εξ αδιαιρέτου εμφαίνεται ως «αγνώστου ιδιοκτήτη». Ότι οι δύο πρώτες των εναγομένων έχουν αποβάλλει τους εκπροσώπους του ενάγοντος ιερού ναού από το επίδικο ακίνητο και αρνούνται να χορηγήσουν πρόσβαση σε αυτό για την τέλεση θρησκευτικών εορτών, έχουν δε προβεί σε πληθώρα αυθαίρετων κατασκευών, ενώ τελούν ακολουθίες και άλλες ιεροτελεστίες με ιερείς από άλλες περιοχές, έχοντας μετατρέψει το εξωκλήσι σε ιδιόκτητο ναό. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και επικαλούμενο έννομο συμφέρον από την προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας του από τη συμπεριφορά των δύο πρώτων εναγομένων αλλά και από τις πρώτες εγγραφές, όπως αυτές μεταβλήθηκαν με τις υπ’ αριθμ. …./21-9-2010 και …../22-9-2010 διορθωτικές εγγραφές, αναφέροντας παράλληλα ότι η αξία του επίδικου ανέρχεται στο ποσό των 70.000 ευρώ, το ενάγον ζητούσε κατ’ εκτίμηση των αιτημάτων του: α) να αναγνωριστεί πλήρης και αποκλειστικός κύριος του γεωτεμαχίου το οποίο φέρει ΚΑΕΚ ………….. στα κτηματολογικά βιβλία του τέως κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας και ήδη Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων, β) να υποχρεωθούν οι δύο πρώτες εναγόμενες να αποδώσουν το ανωτέρω ακίνητο και σε περίπτωση άρνησής τους, να διαταχθεί η βίαιη αποβολή τους και η νόμιμη εγκατάσταση του ενάγοντος σε αυτό, γ) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή για την παραπάνω διάταξη, δ) να απαγορευθεί στις δύο πρώτες εναγόμενες κάθε μελλοντική διατάραξη της κυριότητας, νομής και κατοχής επί του επιδίκου ακινήτου, με την απειλή 1.000 ευρώ για κάθε παράβαση του διατακτικού της εκδοθησόμενης απόφασης, ε) να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού γραφείου Πειραιώς και Νήσων και στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ………………, ώστε αντί των εσφαλμένως αναγραφόμενων ως δικαιούχων εναγομένων, να αναγραφεί το ενάγον ως πλήρης κύριος κατά ποσοστό 100% με την αναφερόμενη ανωτέρω αιτία κτήσης και με αντίστοιχη διαγραφή των δύο πρώτων εναγομένων και του χαρακτηρισμού «άγνωστος», στ) να διαταχθεί ο προϊστάμενος του κτηματολογικού γραφείου Πειραιώς και Νήσων Αττικής να προβεί σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για τη διόρθωση της ανωτέρω αρχικής εγγραφής, ζ) να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 2510/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή και, ειδικότερα, αναγνωρίστηκε ότι το ενάγον τυγχάνει αποκλειστικός κύριος σε ποσοστό 100% του επίδικου εξωκλησιού του ……………., υποχρεώθηκαν οι δύο πρώτες των εναγομένων να αποδώσουν το ανωτέρω ακίνητο στο ενάγον και διατάχθηκε η διόρθωση της εσφαλμένης αρχικής κτηματολογικής εγγραφής ώστε στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου το οποίο έχει λάβει ΚΑΕΚ ……………, να καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων, αντί των εσφαλμένων αναγραφόμενων ως δικαιούχων πρώτης και δεύτερης των εναγομένων κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου κυριότητας εκάστης εξ αυτών και της καταχώρησης ως ιδιοκτησία «αγνώστου ιδιοκτήτη» κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου κυριότητας, το ενάγον ως πλήρης κύριος κατά ποσοστό 100%, με αιτία κτήσης τα άρθρα 45 παρ. 1 του ν. 590/1977 «Περί καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» και 1 του προϊσχύσαντος α.ν. 2200/1940 και το άρθρο 73 παρ. 1 του ν. 4858/2021. Τα λοιπά αιτήματα της αγωγής απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα, πλην του αιτήματος περί κήρυξης της καταψηφιστικής διάταξης προσωρινά εκτελεστής, το οποίο απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Τέλος συμψηφίστηκε η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου.
Προκειμένου να κριθεί ο χαρακτήρας ενός ναού, που ανεγέρθηκε κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας σε υπόδουλη περιοχή, ως ιδιωτικού η μη, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις της οθωμανικής νομοθεσίας αλλά και του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με βάση το οποίο κρίνονταν τότε οι υποθέσεις των χριστιανικών καθιδρυμάτων από τα Πατριαρχικά Δικαστήρια, στα οποία αυτές υπάγονταν σύμφωνα με τα προνόμια που παραχώρησε ο Μωάμεθ ο Β΄ ο Πορθητής προς την Ορθόδοξη Εκκλησία, τα οποία επιβεβαιώθηκαν από τους διαδόχους του Σουλτάνους (ΟλΑΠ 1741/1980, ΝοΒ 1981/1224). Ειδικότερα, κατά το ρωμαϊκό δίκαιο οι ναοί θεωρούνταν ιεροί (res sacrae) και υπάγονταν στα πράγματα του θείου δικαίου (res divini juris), κατ’ αντίθεση προς τα υπόλοιπα, δημόσια ή ιδιωτικά, πράγματα του ανθρώπινου δικαίου (res humani juris). Κατά την αρχή sacra loca ea sunt, quae publice sunt dedicate (Ουλπιανός, Ν. 9 Πανδ. 1.8.), ιερά πράγματα ήταν μόνον όσα είχαν καθιερωθεί στη θεία λατρεία δημόσια, δηλαδή με πολιτειακή πράξη (έγκριση αρχικά του λαού και κατόπιν του ηγεμόνα), χωρίς προς τούτο να αρκεί μόνη η ιδιωτική βούληση. Επομένως, κάθε ιδιώτης που είχε την πρόθεση να ανεγείρει ναό ή να οικοδομήσει βωμό επί ακινήτου της ιδιοκτησίας του, για να τον αφιερώσει στη θεότητα, μπορούσε να το πράξει, όμως μετά την πολιτειακή έγκριση και την υπό των ιερέων καθιέρωσή του αποκτούσε αυτός ιερό και δημόσιο χαρακτήρα και διέφευγε της ιδιωτικής εξουσίασης, θεωρούμενος εφεξής πράγμα εξηρημένο της ανθρώπινης κυριότητας, άρα αδέσποτο (res nulius), καθώς και εκτός συναλλαγής (res extra commercium), με αποτέλεσμα να καθίσταται ανίσχυρη οποιαδήποτε σύμβαση συναπτόταν με αντικείμενο το ιερό πράγμα ενόσω τούτο διατηρούσε το χαρακτήρα του αυτόν (βλ. σχετ. Π. Καλλιγά, Σύστημα ρωμαϊκού δικαίου καθ’ α εν Ελλάδι πολιτεύεται πλην των Ιονίων νήσων, 1879, § 13, σελ. 24 επομ., Ε. Dernburg, Σύστημα ρωμαϊκού δικαίου, τόμος Α΄, Γενικαί Αρχαί, 1911, [κατά μετάφραση Γ. Δυοβουνιώτη], § 70, σελ. 254, Α. Κρασσά, Σύστημα Αστικού Δικαίου, τόμος πρώτος, Γενικαί Διδασκαλίαι, μετά προσθηκών υπό Χ. Πράτσικα, 1927, § 124, σελ. 303, Α. Τούση, Εμπράγματον Δίκαιον, 1966, § 14, σελ. 93). Κατά την εξέλιξη του ρωμαϊκού δικαίου επικράτησε η αντίληψη ότι τα ιερά πράγματα δεν ήταν ανεπίδεκτα κυριότητας, αλλά ότι εξαιτίας του προορισμού τους προς κοινή χρήση υποβάλλονταν σε καθεστώς περιορισμένης συναλλαγής (Γ. Μπαλής, Γενικαί Αρχαί του Αστικού Δικαίου, 1955, § 202, σελ. 525 επομ.) και ότι οι ναοί που είχαν αφιερωθεί στη δημόσια λατρεία αποτελούσαν καθιδρύματα, δηλαδή δημόσια ιδρύματα, υπό την έννοια του συνόλου περιουσίας που είχε εκφύγει της ιδιωτικής εξουσίασης και είχε αποκτήσει αυθύπαρκτη νομική οντότητα με δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτοτελείς έναντι του φυσικού προσώπου που τους ανήγειρε. Κατά την επικράτηση του χριστιανισμού είχε ήδη παγιωθεί η αντίληψη ότι οι ναοί αποτελούσαν ιδρύματα με σκοπούς θρησκευτικούς, που αποτελούσαν υποκείμενα ίδιας περιουσίας (Β. Οικονομίδης, Στοιχεία του Αστικού Δικαίου, Βιβλίον Πρώτον, Γενικαί Αρχαί, 1877, § 25, σελ. 92, σημ. 1 και 2, Γ. Ανδρουτσόπουλος, παρατηρήσεις στην ΤριμΕφΛαρ. 327/2011, σε ΕφΑΔ 2012/340, Β. Τρομπούκης, Η περιφερειακή οργάνωση της Εκκλησίας της Ελλάδος, Ι, Μητροπόλεις – Ενορίες, 2016, § 4, σελ. 69 – 70). Έτσι, μετά την αναγνώριση της Εκκλησίας από το Μεγάλο Κωνσταντίνο, οι από τους ιερείς αφιερούμενοι στο Θεό ναοί (ή μονές) κατέληξαν να ανήκουν στο ίδιο το ιερό καθίδρυμα, που θεωρούταν αυτοτελής οντότητα με νομική προσωπικότητα ξεχωριστή από εκείνη της Εκκλησίας (ΕφΛαρ. 845/2003, Δνη 2004/917, Γ. Πετρόπουλος, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου – Ως εισαγωγή εις τον Αστικόν Κώδικα και εις το προϊσχύσαν αυτού Αστικόν Δίκαιον, 1963, § 54, σελ. 495, Μ. Σακελλαρόπουλος, Εκκλησιαστικόν Δίκαιον της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, 1898, σελ. 263, F. Regelsberger, Γενικαί Αρχαί του Δικαίου των Πανδεκτών, τ. Α΄ [μετάφραση μετά προσθηκών Γ. Μαριδάκη], 1935, σελ. 420 επομ., Αθ. Κόντης, παρατηρήσεις στην ΕφΝαυπλ. 410/2007, σε ΕφΑΔ 2009/170), διοικούμενη, ήδη από τους αποστολικούς χρόνους, από επιτροπή λαϊκών από τον επιχώριο επίσκοπο υποδεικνυόμενων και της οικονομικής διαχείρισης του ναού επιμελούμενων (Ε. Φιλιππότου, Σύστημα Εκκλησιαστικού Δικαίου κατά τα παρ’ ημίν κρατούντα, Τμήμα Δεύτερον, Δημόσιον Εκκλησίας Δίκαιον, 1915, σελ. 268, σημ. 2). Κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, σύμφωνα με το οποίο «Ιερόν εστί πράγμα το δημόσια αφιερωθέν, τα γαρ ιδιωτικά ουκ εισίν ιερά αλλά βέβηλα» [Νεαρά 6, παρ. 2111.8 της Ιουστινιάνειας νομοθεσίας, που επαναλαμβάνεται στα Βασιλικά (κωδικοποίηση των Μακεδόνων Αυτοκρατόρων) 46.3.5 και στην Εξάβιβλο του Αρμενόπουλου Βα61], ιερός ήταν ο ναός που είχε αφιερωθεί στη δημόσια λατρεία, ο οποίος, μετά την καθιέρωσή του στη λατρεία του Θεού, σύμφωνα με τους Θείους και Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, δηλαδή τον εγκαινιασμό του (ΜονΕφΛαμ. 83/2014, Νομοκανονικά 2014/167 επομ., με αντίθετο σχόλιο Γ. Ανδρουτσόπουλου, Α. Τζαρός, Πράγματα εκτός συναλλαγής του αρ. 45 Ν. 590/1977 και πράγματα προορισμένα στην εξυπηρέτηση θρησκευτικών σκοπών (αρ. 966 ΑΚ), σε Επιστημονική Επετηρίδα Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, 2013, σελ. 141 επομ. [143]), αποτελούσε πλέον πράγμα εκτός συναλλαγής (ΑΠ 162/1996, Δνη 1996/1080 = ΕΕΝ 1997/475, ΑΠ 396/1948, Θ. 1948/870 = ΝΔικ 1947/17 = ΕΕΝ 1949/25, Χ. Παπαστάθης, Ιδιωτικός [παλαιοημερολογητικός] Ναός και πράγματα εκτός συναλλαγής [ΑΚ 966], γνμδ, σε Δνη 1996/1029 επομ.), τόσο ο ίδιος όσο και το ακίνητο επί του οποίου είχε κτισθεί, αφού εκ των πραγμάτων ο διαχωρισμός είναι αδύνατος (ΕφΑθ. 7112/1982, ΝοΒ 1982/1498 = Αρμ. 1983/385). Λόγω του χαρακτήρα τους ως πραγμάτων εκτός συναλλαγής, οι ιεροί ναοί είχαν, κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, ιδιαίτερη προνομιακή μεταχείριση, συνιστάμενη, αφενός, στη νομοθετική αναγνώριση της ακυρότητας κάθε σχετικής με αυτούς δικαιοπραξίας (Νεαρές 57 κεφ. 2, 80 κεφ. 5, 33 κεφ. 1 και Βασιλικά 43.1) και, αφετέρου, στο ανεπίδεκτο της χρησικτησίας τους (Νεαρές 111 κεφ. 1 = Βασιλικά 5.2.14 (16) και 131 κεφ. 6 = Βασιλικά 5.3.7, βλ. σχετ. ΤριμΕφΑθ. 421/2018, Αρμ. 2018/224, ΕφΛαρ 845/2003, ο.π., με σχόλιο Γ. Αποστολάκη, Αθ. Κόντης, σε Ν. Λεοντή [επιμ.] Ερμηνεία Αστικού Κώδικα & Εισαγωγικού Νόμου ΑΚ, τόμος δεύτερος, 2020, άρθρο 52 ΕισΝΑΚ, αρ. 22, σελ. 4550, Γ. Αποστολάκης, Ακίνητη Περιουσία των Ορθοδόξων Εκκλησιών στην Ελλάδα, 2007, σελ. 38). Τούτο ίσχυε ανεξαρτήτως αν επρόκειτο για κύριο (ενοριακό) ναό ή για εξάρτημά του, δηλαδή παρεκκλήσιο ή εξωκκλήσιο. Τα τελευταία, κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (Νόμοι 1 και 26 του Κώδικα του Ιουστινιανού και Νεαρά 131 κεφ. 9 – 15), στερούνταν μεν πλήρους νομικής αυθυπαρξίας και αυτοτέλειας ως προς τη διοίκηση και τη διαχείριση της περιουσίας τους, την οποία ασκούσε πάντοτε ο πλησιέστερος ενοριακός ναός, είχαν όμως ικανότητα δικαίου και μπορούσαν να αποκτούν ίδια περιουσία ξεχωριστή από εκείνου (ΟλΑΠ 1741/1980, ο.π.). Η περιουσία κάθε ναού προερχόταν συχνά από δωρεές ευσεβών χριστιανών, που αναλάμβαναν τη δαπάνη ανέγερσης νέου ναού ή επιδιόρθωσης ετοιμόρροπου ή ερειπωμένου δια της παραχώρησης είτε του ακινήτου είτε του αναγκαίου χρηματικού κεφαλαίου. Κατά τους εκκλησιαστικούς κανόνες (24 της Δ΄ και 49 της Πενθέκτης ή εν Τρούλλω Οικουμενικών Συνόδων, το ερμηνευτικό σχόλιο του κανονολόγου Θεοδώρου Βαλσαμώνα στον κανόνα 1 της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, που περιέχεται στη συλλογή των Κ. Ράλλη – Μ. Ποτλή Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων, 1852 – 1859, τ. Β΄, σελ. 651 και τα πρακτικά του Πατριαρχείου Α 221 και 224), που κατέστησαν και πολιτειακό δίκαιο (Νεαρές 57 κεφ. 2, 123 κεφ. 18, 67 κεφ. 2 και 131 κεφ. 10 και Βασιλικά 3.1.33 και 5.1.7). Μετά την αφιέρωση του ναού στη θεία λατρεία, το οικοδόμημα και το ακίνητο επί του οποίου είχε κτισθεί, περιέρχονταν στην κυριότητα του καθιδρύματος και ο κύριος του ακινήτου αποξενωνόταν από αυτά, που θεωρούνταν πλέον θεία πράγματα και επομένως ανεπίδεκτα εκποίησης, απαλλοτρς, υποθηκεύσείωσης, κατάσχεσης και, γενικότερα, συναλλαγής, όπως και κληρονομικής διαδοχής (ΑΠ 195/1980, ΝοΒ 1980/1479, Μ. Σακελλαρόπουλος, ο.π., § 74, σελ. 261 επομ.). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι κατά τους εκκλησιαστικούς και πολιτειακούς κανόνες του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, εφόσον ο ιδιοκτήτης του ακινήτου και δομήτωρ του ναού, είχε πρόθεση αφιέρωσής του στο Θεό, και ο ναός πράγματι τέθηκε στη δημόσια λατρεία, η κυριότητα επί του οικοδομήματος και του οικοπέδου του μεθίστατο στο νομικό πρόσωπο του ναού, του οποίου η σύσταση λάμβανε χώρα ταυτόχρονα με την καθιέρωσή του (κανόνες 24 και 25 της Συνόδου της Αντιόχειας και 134 της Συνόδου της Καρθαγένης, Κώδικας Ιουστινιανού 24, 26, 28, 46, 49 και Νεαρά 131 κεφ. 9, 13, βλ. και Ν. Μίλας, Το εκκλησιαστικόν δίκαιον της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, σε μετάφραση Μ. Αποστολόπουλου, 1906, § 158, σελ. 743, κατά τον οποίο «πας κατά τόπον ναός κέκτηται πάντα τα δικαιώματα νομίμου ιδιοκτήτορος, ων καθ’ εαυτόν και προς τρίτους αυτοτελές και ανεξάρτητον νομικόν πρόσωπον»). Από τις ίδιες διατάξεις συναγόταν ότι σε περίπτωση διάθεσης από φυσικό πρόσωπο περιουσίας για θρησκευτικό (ή γενικότερα κοινωφελή) σκοπό, συνιστάται ίδρυμα, που αποκτά νομική προσωπικότητα και επομένως ικανότητα να είναι φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, χωρίς μάλιστα προς τούτο να απαιτείται προηγούμενη άδεια της αρχής. Τα υπό το κράτος των διατάξεων αυτών συσταθέντα και υφιστάμενα κατά την εισαγωγή του ΑΚ ιδρύματα διατηρήθηκαν με το άρθρο 13 ΕισΝΑΚ (ΕφΠειρ. 907/1989, ΝοΒ 1991/593). Τη νομική του προσωπικότητα και το χαρακτήρα του ως πράγματος εκτός συναλλαγής ο ιερός ναός διατηρούσε στο διηνεκές, εφόσον παρέμενε συνεχώς αφιερωμένος στην κοινή και δημόσια θεία λατρεία (Κ. Πολυζωΐδης, Περί του καθεστώτος ορθόδοξου ιδιωτικού ναού ως «εκτός συναλλαγής», γνμδ, σε Αρμ. 1999/1307 επομ. [1308]), δεδομένου ότι στο κανονικό δίκαιο της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν προβλέπεται διαδικασία για την άρση της καθιέρωσης ιερού πράγματος, εξαιρουμένης της περίπτωσης βεβήλωσης του Ιερού Ναού, συνεπεία της οποίας απαγορεύεται η τέλεση λατρευτικών πράξεων (προσωρινή παύση του για θρησκευτικό σκοπό προορισμού του) πριν από την ανάγνωση της κεκανονισμένης ευχής κάθαρσης (Σ. Παππάς, σε Απ. Γεωργιάδη – Μ. Σταθόπουλου, Αστικός Κώδικας, τόμος V, άρθρο 971, αρ. 6, σελ. 190, Σ. Τρωϊάνου – Γ. Πουλή, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, 2003, σελ. 494, σημ. 12). Όλα τα παραπάνω ίσχυαν ανεξαρτήτως αν ο πιστός που οικοδόμησε το , διατηρούσε δικαίωμα διαχείρισης της περιουσίας του ναού και διορισμού ιερέα σ’ αυτόν, πάντοτε σύμφωνα με τις κανονικές διατάξεις και υπό την εποπτεία του επιχώριου επισκόπου, στα πλαίσια προνομίων που του παραχωρούσε προς ένδειξη ευγνωμοσύνης η Εκκλησία, τα οποία είχαν μεν εκκλησιαστική την προέλευση, ρυθμίστηκαν όμως μεταγενέστερα και από την πολιτειακή νομοθεσία με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον τα προνόμια αυτά, που προβλέπονταν στην κτιτορική πράξη (καλούμενη «τυπικό») και αποτέλεσαν το θεσμό του κτιτορικού δικαιώματος (περί του οποίου βλ. Ι. Μ. Κονιδάρη, Νομική θεώρηση των μοναστηριακών τυπικών, 1984, § 3 σελ. 35 – 43, Αθ. Κόντη, Το νομικό καθεστώς των κτι(η)τορικών και ιδιόκτητων ναών της ορθοδόξου Εκκλησίας, σε Τιμητικό Τόμο Ι. Μ. Κονιδάρη – Αντιπελάργηση, 2018, σελ. 259 επομ., Γ. Ανδρουτσόπουλο, σημείωση σε Νομοκανονικά 2015/188 επομ., Μ. Τατάγια, γνμδ σε Αρμ. 2011/893 επομ., Ν. Μίλας, ο.π., § 163, σελ. 764 επομ., Σ. Τρωϊάνο, Η μεταβίβαση λόγω κληρονομικής διαδοχής δικαιωμάτων επί κτητορικού ναού στην Κέρκυρα, σε Π. Μοσχονά [επιμ], Το Ιόνιο: Οικολογία – Οικονομία – Ρεύματα ιδεών, 1990, σελ. 315 – 322 [318], Θ. Παπαγεωργίου, Ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί του Ιερού Ναού Αγίων Πάντων Κόρφου Κορινθίας, γνμδ 23/2015, διαθέσιμη στο Διαδίκτυο στην ιστοσελίδα www.valsamon.com), ήταν ηθικής αποκλειστικώς φύσης και δεν προσπόριζαν στο δικαιούχο κυριότητα, νομή και κατοχή, με αποτέλεσμα ο διαθέσας το προς ανέγερση του κτιτορικού ναού οικόπεδο και ανεγείρας τούτο να μην διατηρεί επί του ακινήτου του ή του ναού ιδιοκτησιακό δικαίωμα και να μην καθίσταται τούτο αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής σε περίπτωση θανάτου του ως εκφυγόν της περιουσίας του και ως προκριθέν στην εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού (ΑΠ 475/2016, Νομοκανονικά 2017/120, ΑΠ 195/1980, ο.π., ΑΠ 26/1961, ΝοΒ 1961/623, ΤριμΕφΑθ. 1743/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΔυτΣτΕλλ. 156/2014, Αρμ. 2015/220, Σπ. Τρωϊάνος – Γ. Πουλής, ο.π., σελ. 421). Άλλη κατηγορία ναών αποτελούσαν, ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους, οι ιδιόκτητοι ή κτητορικοί, τους οποίους διαφοροποιούσε το γεγονός ότι, μολονότι καθιερωμένοι (κανόνας 7 της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου [Β΄ εν Νικαία] και Νεαρά 67, κεφ. 1 και 2 του Ιουστινιανού), δεν ήταν ταυτόχρονα και αφιερωμένοι στη δημόσια λατρεία. Κάθε τέτοιος ναός ανήκε στην ιδιοκτησία ενός, φυσικού συνήθως, προσώπου που είχε το δικαίωμα να τον χρησιμοποιεί αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των θρησκευτικών και λατρευτικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του, είχε δε αποκτήσει την κυριότητά του είτε με την ανέγερσή του σε οικόπεδο της ιδιοκτησίας του είτε με καθολική ή ειδική διαδοχή επί προϋφισταμένου ομοίου δικαιώματος (ΑΠ 475/2016, ο.π., Σπ. Τρωϊάνου, Οι ιδιόκτητοι ναοί και το άρθρον 966 ΑΚ, σε ΝΔικ 1976/93 επομ.). Κατ’ εφαρμογή κανόνα που θέσπισε η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος [«μηδένα μεν μηδαμού οικοδομείν μηδέ συνιστάν ευκτήριον οίκον παρά γνώμην του της πόλεως επισκόπου»] και διατάξεων της νομοθεσίας του Ιουστινιανού (Νεαρά 67 κεφ. 1 και 2), για την ίδρυση ιδιόκτητου ναού ήταν αναγκαία η έγκριση του οικείου επισκόπου της εκκλησίας στην οποία υπαγόταν ο κύριός του (ΤριμΕφΑθ. 1743/2017, ο.π., Α. Χριστοφιλόπουλος, Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον, 1965, 39, σελ. 184, κείμενο και σημ. 1, Π. Μάινας, Κανόνες διέποντες τους ιδιόκτητους και συναδελφικούς ναούς, σε ΕΕΝ 1967/715 επομ.) και τούτο διότι, σύμφωνα με το Κανονικό Δίκαιο και την Ιερή Παράδοση της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, το πρόσωπο αυτού (επιχώριου Μητροπολίτη) συμβολίζει την ενότητα της τοπικής Εκκλησίας ενώπιον του Θεού και για το λόγο αυτό ο τοπικός Αρχιερέας πρέπει να έχει τη διοίκηση κάθε ιδιωτικού ναού της εκκλησιαστικής του περιφέρειας, ώστε να μην επιτρέπει την άσκηση σ’ αυτόν δημόσιας λατρείας, αφού η δημόσια λειτουργία ενός ιδιωτικού ναού θα τον καθιστούσε αντικανονικό (βλ. και Κ. Παπαγεωργίου, Τα όρια της Εκκλησιαστικής Αυτοδιοίκησης, Ι. Κανονιστική αρμοδιότητα, 2012, σελ. 104). Προϋπόθεση του χαρακτηρισμού ενός ναού ως ιδιόκτητου είναι να έχει ανεγερθεί όχι μόνο επί ακινήτου του κτήτορα, προκειμένου να εξασφαλισθεί το αδιατάρακτο της λειτουργίας του (ΑΠ 29/2018, ΑΠ 983/2017, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 912/2015, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου στο Διαδίκτυο) αλλά και να έχει οικοδομηθεί με δικές του δαπάνες και όχι με τη συνδρομή των πιστών (ΕφΔωδ. 82/2007, Νομοκανονικά 2009/122, Αθ. Κόντης, ο.α.α, σελ. 280, σημ. 82, Ε. Ελευθεριάδου, σχόλιο στην ΜΠΣερ. 88/1973, σε Αρμ. 1974/464 επομ. [467], Ν. Αμύγδαλος, Το εν Χίω έθιμον της κληρονομικής διαδοχής του κτητορικού δικαιώματος, σε Δνη 1981/218 επομ.). Στους αιώνες της τουρκοκρατίας που ακολούθησαν, το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ορθόδοξων ναών κατ’ ουσίαν παρέμεινε αμετάβλητο. Μολονότι στο οθωμανικό δίκαιο ήταν άγνωστη η έννοια του νομικού προσώπου και οι χριστιανικές εκκλησίες δεν αποτελούσαν υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, εντούτοις αναγνωρίζονταν ως de facto περιουσιακές ολότητες (uninersitas bonorum), με προορισμό την εξυπηρέτηση θρησκευτικού και φιλανθρωπικού σκοπού και τη διαχείρισή τους ασκούσαν, ως επί ιδίου πράγματος, οι κατά τόπους αρχές με επιτρόπους της Ορθόδοξης Κοινότητας υπό την προεδρία του επιχωρίου επισκόπου, κατά τα παραχωρηθέντα στο Γένος προνόμια (περί των οποίων βλ. Ι. Μ. Κονιδάρη, Τα «προνόμια» Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, σε Νομοκανονικά 2009/11 επομ., Ν. Ελευθεριάδου, Μελέται μουσουλμανικού δικαίου, οθωμανικής νομοθεσίας και δικαίων των εν Τουρκία Χριστιανών, τεύχος πρώτον, 1912, σελ. 38 επομ.), δια των οποίων οι υποθέσεις των χριστιανικών καθιδρυμάτων υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των Πατριαρχικών Δικαστηρίων, που εφάρμοζαν τους βυζαντινούς νόμους (ΑΠ 612/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1377/2014, ΧρΙΔ 2015/125, ΑΠ 485/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 674/1980, ΝοΒ 1980/2010). Έτσι, ο ορθόδοξος ναός θεωρούταν ευαγές καθίδρυμα κατατασσόμενο στην πρώτη από τις δύο κατηγορίες καθιδρυμάτων που αναγνώριζε η οθωμανική νομοθεσία και, συγκεκριμένα, στα προοριζόμενα για την παροχή ωφέλειας σε πλούσιους και πτωχούς, μουσουλμάνους και μη και είχε ικανότητα δικαίου δυνάμενος να αποκτά με οποιονδήποτε τρόπο περιουσία (Κ. Βαβούσκος, γνμδ, σε Αρμ. 1974/665 επομ.). Εξάλλου, το οθωμανικό δίκαιο δεν αναγνώριζε ούτε το θεσμό της χρησικτησίας (ΑΠ 1328/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ο υπό το κράτος του διαδραμών χρόνος, δεν μπορεί να συνυπολογιστεί για την κτήση κυριότητας επί παντός ακινήτου, εκκλησιαστικού ή μη, πολύ δε περισσότερο επί του ίδιου του ναού, που αποτελούσε κατά τα προαναφερθέντα πράγμα ανεπίδεκτο χρησικτησίας και κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ΑΠ 1829/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 787/2001, Δνη 2002/1373, ΕφΛαρ. 845/2003, ο.π., Κ. Παπαδόπουλος, ο.π., § 244, αρ. 5, σελ. 562), εφόσον είχε αφιερωθεί στη δημόσια λατρεία. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, Ιερός Ναός που αναγέρθηκε επί τουρκοκρατίας από φυσικό πρόσωπο επί ιδιόκτητου εδάφους και τέθηκε στη δημόσια λατρεία, αποτελούσε περιουσία ανήκουσα στον ίδιο το Ναό, από την οποία είχε αποξενωθεί κατά τα ανωτέρω ο ιδρυτής του, τη δε οικονομική διαχείρισή της ασκούσε πάντοτε επιτροπή της τοπικής Ορθόδοξης Κοινότητας. Αν δε επρόκειτο για παρεκκλήσι, δηλαδή για εξάρτημα άλλου, κύριου (ενοριακού) ναού, την διαχείριση ασκούσε η επιτροπή του ενοριακού ναού. Το ίδιο συνέβαινε και στην περίπτωση που ο ναός είχε ανεγερθεί επί τουρκοκρατίας σε ακίνητο που δεν ανήκε στον δομήτορα, αφού την κυριότητα στο οικοδόμημα και στο ακίνητο επί του οποίου είχε κτισθεί αποκτούσε το ίδιο το καθίδρυμα από την καθιέρωσή του, εναντίον του οποίου δεν μπορούσε να αντιταχθεί χρησικτησία ούτε από τον αληθή κύριο του ακινήτου, το οποίο είχε καταστεί πράγμα εκτός συναλλαγής, ανεξαρτήτως αν επρόκειτο για κύριο ναό ή για εξάρτημά του (έτσι και ΕφΑθ. 3647/1980, Δνη 1982/484, που αφορά όμως ναό ανεγερθέντα το έτος 1926, βλ. και ΑΠ 52/1971, ΝοΒ 1971/453, κατά την οποία με την αφιέρωση του ναού στη δημόσια λατρεία, επέρχεται σε κάθε περίπτωση αλλοίωση του εμπραγμάτου δικαιώματος του κυρίου του, αφού το ακίνητο καθίσταται πράγμα εκτός συναλλαγής). Αντιθέτως, ο ιδιόκτητος ναός που οικοδομήθηκε επί οθωμανικής κατοχής παρέμενε καθ’ όλη τη διάρκειά της στην κυριότητα του ιδρυτή του. Η νεότερη ελληνική νομοθεσία, η οποία επανέφερε σταδιακά σε ισχύ το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο [αρχικά μετά την επανάσταση με το Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος το έτος 1822 (Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου) και στη συνέχεια μετά τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους με το ΒΔ της 23-2-1835], αντιμετώπισε εξαρχής το ζήτημα των ιδιόκτητων ναών και με το β.δ. της 26-4/8-5-1834 επιχείρησε να περιορίσει τον αριθμό τους και να αποκλείσει κατά το δυνατόν τη δημιουργία τους στο μέλλον (Σπ. Τρωιάνος, ο.α.α., σελ. 93). Προς το σκοπό αυτό, στο υπό τον τίτλο «Περί ιδιοκτήτων μοναστηρίων και εκκλησιών» ως άνω βασιλικό διάταγμα, ορίστηκε ότι «Όλα τα ιδιωτικά μοναστήρια και οι ναοί, επί των οποίων έχει τις αποδεδειγμένα δικαιώματα ιδιοκτησίας, μένουν εις αυτόν ανενοχλήτως» (άρθρο 1 παρ. 1) και ότι «Όσα τοιαύτα μοναστήρια ή εκκλησίαι αφωσιώθησαν άπαξ εις δημοσίαν χρήσιν ή και κατέστησαν ενοριακά ή έπαυσαν οπωσδήποτε να διοικώνται και διαχειρίζωνται αμέσως παρά των εχόντων επ’ αυτοίς αξιώσεις ιδιοκτησίας θέλουν λογίζεσθαι και εις το εξής δημόσια και συμπεριλαμβάνεσθαι εις το περί μοναστηρίων του Βασιλείου μέτρον. Όλαι δε αι περί αυτών περαιτέρω αξιώσεις είναι απαράδεκτοι» (άρθρο 3). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι για την παραμονή τέτοιου ναού στην ιδιοκτησία του ιδρυτή του (ή των απογόνων του) ήταν απαραίτητη η κατοχή προϋπαρχόντων τίτλων ιδιοκτησίας και η μη θέση του στο εξής σε δημόσια χρήση. Αντιθέτως, μετά το 1834, υφιστάμενος ιδιόκτητος ναός που είχε ήδη αφιερωθεί στη δημόσια λατρεία οποτεδήποτε πιο πριν θεωρείτο πλέον ενοριακός και τούτο ανεξαρτήτως του αν ο αρχικός ιδιοκτήτης του είχε τίτλους ιδιοκτησίας ή όχι (βλ. και Κ. Ράλλη, Εγχειρίδιον του Εκκλησιαστικού Δικαίου κατά την εν Ελλάδι ισχύν αυτού, 1927, τεύχος πρώτον, § 83 VII, σελ. 195 – 196). Με τις ίδιες διατάξεις κατ’ ουσίαν επιβεβαιώθηκε το δικαίωμα κυριότητας στο οικοδόμημα της εκκλησίας και στο ακίνητο επί του οποίου είχε ανεγερθεί, το οποίο είχε ήδη κτηθεί κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου στο όνομα του ιδίου του Ιερού Ναού ως αυτοτελούς και αυθύπαρκτου νομικού προσώπου. Τη νομική προσωπικότητα των ανά την επικράτεια υφιστάμενων ενοριακών ναών αναγνώρισε (κατ’ ουσίαν επιβεβαίωσε) ο μεταγενέστερος ν. ΓΦΗς΄/1910 (ν. 3596/1910), με το άρθρο 1 του οποίου ορίστηκε ότι «Πας ενοριακός ναός της εν Ελλάδι Ορθοδόξου Εκκλησίας αποτελεί αυτοτελές νομικόν πρόσωπον, έχων ιδίαν περιουσίαν και κτώμενος τοιαύτην καθ’ άπαντας τους νομίμους τρόπους και δη δια κληρονομίας και κληροδοσίας. Εξωκκλήσια και παρεκκλήσια, πλην των δυνάμει τίτλων ιδιοκτήτων ναών, και νεκροταφεία υπάγονται εις τους ενοριακούς ναούς, ως εξαρτήματα αυτών, μετά ομόφωνον γνωμοδότησιν του Επισκόπου και του οικείου Δημοτικού Συμβουλίου και εν διαφωνία αυτών κατ’ απόφασιν του Υπουργού των Εκκλησιαστικών». Με τη διάταξη αυτή, αναγνωρίστηκαν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των ενοριακών ναών επί της περιουσίας τους και επικυρώθηκε νομοθετικά η εξάρτηση των παρεκκλησίων και εξωκκλησίων από τον ενοριακό ναό, αφού αυτά σε αντίθεση προς εκείνον δεν απέκτησαν νομική προσωπικότητα. Ο νομοθέτης δεν αναφέρθηκε στη διαχείριση της περιουσίας των ενοριακών ναών επειδή είχε προηγηθεί το β.δ. της 27-12-1833 «Περί Συστάσεως των Δήμων», με το οποίο η ευθύνη για τη διοίκησή τους είχε ανατεθεί στους Δήμους, ούτε περιεχόταν μνεία των ενοριών ως αυτοτελών νομικών προσώπων, μολονότι με το β.δ. της 8-6-1856 οι πόλεις, οι κωμοπόλεις και τα χωριά της επικράτειας είχαν ήδη διαιρεθεί σε ενορίες. Με το άρθρο 2 του επακολουθήσαντος ν.δ. της 17/28-12-1923 «Περί ενοριακών Ναών και εφημερίων» εξειδικεύτηκε η νομική προσωπικότητα των ενοριακών ναών ως δημοσίου δικαίου και με το άρθρο 1 αυτού ορίστηκε ότι «Οι Ναοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος διακρίνονται εις ενοριακούς και μη τοιούτους. Ενοριακοί είναι οι έχοντες ενορίαν», ενώ στα άρθρα 4 και 5 προβλέφθηκε αντιστοίχως ότι «Εκ των μη ενοριακών Ναών τα εξωκκλήσια και τα παρεκκλήσια ανήκουν κατά κυριότητα εις τον ενοριακόν Ναόν» και ότι «Εκ των ιδιοκτήτων Ναών οι ανήκοντες εις φυσικά πρόσωπα παραμένουσιν εις την ιδιοκτησίαν, διοίκησιν και διαχείρισιν αυτών, εφόσον προορίζονται υπό του ιδιοκτήτου προς θεραπείαν των θρησκευτικών αναγκών αυτού και της οικογενείας του». Τέλος στο άρθρο 99 ορίστηκε ότι «Αι κατά την έναρξιν της ισχύος του νόμου τούτου υφιστάμεναι ενορίαι διατηρούνται και αν δεν πληρούσι τους όρους των άρθρων 7 και 8 του νόμου τούτου». Με τις διατάξεις αυτές δόθηκε νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου στους ενοριακούς ναούς, διατηρήθηκαν οι υφιστάμενες ενορίες, επανακαθορίστηκε η έννοια των ιδιόκτητων ναών, με την προσθήκη στις προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό τους ως τέτοιων της θεραπείας των θρησκευτικών αναγκών ενός περιορισμένου αριθμού φυσικών προσώπων (του οικογενειακού κύκλου του ιδιοκτήτη) και όχι της δημόσιας λατρείας και, τέλος, επιβεβαιώθηκε ότι τα εξαρτήματα του ενοριακού ναού δεν έχουν νομική προσωπικότητα και η κυριότητά τους ανήκει στον κύριο ναό. Ακολούθησε ο βραχύβιος α.ν. 1369/1938, με το άρθρο 1 του οποίου οι ναοί διακρίθηκαν σε «α) Ενοριακούς, β) Συναδελφικούς ή κτητορικούς ή ιδιόκτητους δυνάμει τίτλων, γ)…» και αξιώθηκε εκ νέου η ύπαρξη τίτλων ιδιοκτησίας για την αναγνώριση δικαιώματος κυριότητας σε ναό, ενώ στο άρθρο 7 προβλέφθηκε το κλείσιμο των ιδιωτικών ναών από την αστυνομική αρχή κατόπιν εντολής του οικείου Μητροπολίτη ή η αναγκαστική τους απαλλοτρίωση υπέρ του πλησιέστερου ενοριακού ναού, σε περίπτωση που αποδοθούν σε δημόσια λατρεία, χωρίς όμως να θεωρείται τέτοια η προσέλευση πιστών κατά την πανήγυρη του ναού. Στη συνέχεια εκδόθηκε ο α.ν. 2200/1940 «Περί Ιερών Ναών και Εφημερίων», ο οποίος επανέλαβε στο μεν άρθρο 2 ότι «Οι ενοριακοί Ναοί αποτελούσι Νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου», στο δε άρθρο 1 ότι «Οι Ναοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος διακρίνονται εις: α) Ενοριακούς. 2) Συναδελφικούς ή Κτητορικούς ή ιδιοκτήτους, δυνάμει τίτλων. 3) Φιλανθρωπικών ή Εκπαιδευτικών ή Δημοσίων Καθιδρυμάτων ή τοιούτων Νομικού εν γένει Προσώπου. 4) Νεκροταφείων. 5) Παρεκκλήσια (ήτοι Ναούς μη ενοριακούς εντός των πόλεων). 6) Εξωκκλήσια (ήτοι Ναούς μη ενοριακούς εκτός των πόλεων) και επαναθέσπισε με το άρθρο 6 § 1 την κύρωση της σφράγισης του ιδιόκτητου ναού ή της απαλλοτρίωσής του αναγκαστικώς σε περίπτωση που τεθεί στη δημόσια λατρεία. Ακολούθησε ο υπ’ αριθμ. 2 Κανονισμός της 18/20-4-1969, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 32 § 2 του ν.δ. 29/1969, σύμφωνα με τον οποίο οι ναοί της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος διακρίθηκαν σε «α) ενοριακούς, β) ιδιοκτήτους, ανήκοντας εις φυσικά ή νομικά πρόσωπα, γ) κοιμητηρίων, δ) παρεκκλήσια, ήτοι ναούς εντός πόλεων ή χωρίων κειμένους και εις ενοριακούς ναούς ανήκοντας και ε) εξωκκλήσια, ήτοι ναούς εκτός πόλεων ή χωρίων κειμένους και εις ενοριακούς ναούς ανήκοντας». Να σημειωθεί εδώ ότι σε όλα τα παραπάνω νομοθετήματα η νομική προσωπικότητα αποδίδεται αποκλειστικά στους ενοριακούς ναούς και όχι στις ενορίες (έτσι ορθά Αθ. Κόντης, Το νομικό καθεστώς των ενοριών, άρθρο δημοσιευθέν στην Εφημερίδα «Κιβωτός της Ορθοδοξίας», στο προσκομιζόμενο φύλλο της του μηνός Φεβρουαρίου 2016 και Χ. Αλεβίζος, Θρησκευτικό νομικό πρόσωπο – Νέα μορφή νομικού προσώπου, μελέτη διαθέσιμη στην ιστοσελίδα www.arthrocom στο Διαδίκτυο, αντίθετοι οι Β. Τρομπούκης, ο.π., § 23, σελ. 193, σημ. 3, όπου και περαιτέρω παραπομπές, κατά τον οποίον με την ισχύ του ν. 3596/1910 απέκτησαν νομική προσωπικότητα όλες οι υπάρχουσες ενορίες, χωρίς να απαιτείται ειδικός συστατικός τύπος γι’ αυτές και Γ. Κ. Ιατρού σε σχόλιο επί της εκκαλουμένης, δημοσιευθέν σε Νομοκανονικά 2017/161 επόμ., έτσι, εμμέσως, και η ΑΠ 1171/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, η οποία φαίνεται να δέχεται ότι οι προϋφιστάμενες του 1940 ενορίες αναγνωρίστηκαν ex lege ως νομικά πρόσωπα χωρίς άλλη διατύπωση με την ψήφιση του α.ν. 2200/1940). Πάντως, ρητά νομική προσωπικότητα στις ενορίες για πρώτη φορά αποδόθηκε με τα άρθρα 1 παρ. 4 και 36 παρ. 1 του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδας (ΚΧΕΕ, ν. 590/1977), στα οποία ορίστηκε, αντιστοίχως, ότι «Κατά τας νομικάς αυτών σχέσεις η Εκκλησία της Ελλάδος, αι Μητροπόλεις, αι ενορίαι μετά των Ενοριακών αυτών Ναών, αι Μοναί … είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου» και ότι «Η Ενορία μετά του ενοριακού ναού ως βασική μονάς οργανώσεως του εκκλησιαστικού βίου λογίζεται κατά τα εις το άρθρον 1 παρ. 4 του παρόντος ειδικώτερον οριζόμενα ως Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου», ενώ στις διατάξεις των παραγράφων 2 – 5 του άρθρου 36 ορίστηκε επιπλέον ότι η ενορία, της εν γένει εκκλησιαστικής ζωής της οποίας ο ενοριακός ναός αποτελεί το κέντρο, ιδρύεται και καταργείται ή συγχωνεύεται με προεδρικό διάταγμα και τα όριά της καθορίζονται από το οικείο μητροπολιτικό συμβούλιο. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι νομική προσωπικότητα έχει πλέον μόνον η ενορία και όχι ο ενοριακός ναός και τούτο παρά το ότι στο άρθρο 2 παρ. 1 του υπ’ αριθμ. 8/1979 Κανονισμού της Διαρκούς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 1 παρ. 4, 36, 37 παρ. 8 και 51 παρ. 2 εδαφ. δ του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη, ορίστηκε ότι «Οι Ενοριακοί Ι. Ναοί λογίζονται νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κατά τα εις το άρθρον 1 παραγρ. 4 του ν. 590/1977 οριζόμενα». Υπό την ισχύουσα νομοθετική ρύθμιση τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ενοριακών ναών έχουν περιέλθει δια νόμου στις ενορίες που αναγνωρίστηκαν με τον ΚΧΕΕ ως αυτοτελή νομικά πρόσωπα και οι οποίες πρέπει να γίνει δεκτό ότι έχουν απορροφήσει τη νομική προσωπικότητα των ναών υπό μορφή νόμιμης οιονεί καθολικής διαδοχής αυτών από εκείνες. Ως προς τη διάκριση των ναών ο ίδιος Κανονισμός διατήρησε τις προγενέστερες ρυθμίσεις και όρισε στο άρθρο 1 αυτού ότι «Οι Ναοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος διακρίνονται εις: α) Ενοριακούς, εις ους υπάγονται τα Παρεκκλήσια και Εξωκκλήσια τούτων. β) Προσκυνηματικούς ή επικουρούντας κοινωφελείς σκοπούς και Ιδρύματα της Εκκλησίας. γ) Ιδιοκτήτους, και δ) Ναούς Κοιμητηρίων», ενώ ως προς τους ιδιόκτητους ναούς στο άρθρο 13 παρ. 1 – 3 όρισε ότι αυτοί ανεγείρονται κατόπιν αδείας του οικείου Μητροπολίτη, παραμένουν στην ιδιοκτησία και διαχείριση του ιδιοκτήτη τους, εφόσον εξυπηρετούν τις θρησκευτικές ανάγκες αυτού και της οικογένειάς του και κλείονται ή απαλλοτριώνονται αναγκαστικά υπέρ του πλησιέστερου ενοριακού ναού αν ανεγέρθησαν ή λειτουργούν χωρίς την ως άνω άδεια ή αν τεθούν σε δημόσια λατρεία ή αν παύσουν να εξυπηρετούν τον προορισμό τους (βλ. σχετ. Ι. Μ. Κονιδάρη, Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου, 2020, § 34, σελ. 233 – 240, Κ. Παπαγεωργίου, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, 2019, σελ. 258 – 267, Σπ. Τρωϊάνου, παραδόσεις εκκλησιαστικού δικαίου, 1984, σελ. 303 – 320). (Εφ Πειρ. 608/2021 ιστοσελίδα, Εφετειου Πειραιώς).
Με τον πρώτο λόγο έφεσης οι εκκαλούσες στην υπό στοιχεία Α’ έφεση, αλλά και το εκκαλούν στην υπό στοιχεία Β’ έφεση διαμαρτύρονται για τον λόγο ότι η εκκαλουμένη δεν απέρριψε την υπό κρίση αγωγή ως αόριστη. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το ενάγον δεν αναφέρεται στον τρόπο κτήσης της κυριότητάς του επί του επιδίκου στο αγωγικό δικόγραφο, ούτε αναφέρει διακατοχικές επ’ αυτού πράξεις, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στα εφετήρια. Ωστόσο, ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος καθότι το ενάγον ισχυρίζεται στην αγωγή του, ότι είναι ιδιοκτήτης, σύμφωνα με τον νόμο του επίδικου εξωκλησίου, το οποίο έχει ανεγερθεί τον 11ο αιώνα μ.Χ και αποτελεί αυτοδίκαια μνημείο, σύμφωνα με τον νόμο περί προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς (ν. 4858/2021), και ως εκ τούτου δεν δύνανται ιδιώτες να αποκτήσουν εμπράγματα δικαιώματα επί αυτού. Επιπλέον, ισχυρίζεται με την αγωγή ότι το επίδικο τόσο βάσει του ν.δ. της 17/28-12-1923, αλλά και κατά τις διατάξεις των α.ν. 2200/1940 και υπ’ αριθμ. 8/1979 Κανονισμού, ανήκει κατά κυριότητα, διαχείριση και διοίκηση στον Ενοριακό Ναό, της ίδιας δε νομικής μεταχείρισης τυγχάνει αυτό ως προς τη διαχείριση και διοίκηση βάσει των μεταγενέστερων νόμων και για το λόγο αυτό η συγκεκριμένη κατηγορία Ναών (παρεκκλήσια και εξωκλήσια) ανήκει στα εκτός συναλλαγής πράγματα, αφού από τη φύση τους είναι ταγμένα προς εξυπηρέτηση του οικείου Ενοριακού Ναού. Επίσης αναφέρει ότι αποτελεί πράγμα εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτο χρησικτησίας και συνιστά εξωκλήσι του ενάγοντος, στο οποίο ανήκει κατά κυριότητα και του οποίου το ως άνω δικαίωμα διατηρείται σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ. 1 ν. 4858/2021. Συνεπώς, με την ως άνω νομική βάση η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη. Επιπλέον, με τον ίδιο λόγο έφεσης στην υπό στοιχείο Β’ έφεση, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω μη εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων του οικείου υποθηκοφυλακείου κατ’ άρθρο 220 ΚΠολΔ. Ωστόσο, η αγωγή ενεγράφη νομίμως και εμπροθέσμως στο Κτηματολογικό Φύλλο του εν λόγω ακινήτου, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ. πρωτ. ……./12-6-2023 πιστοποιητικό του Αν. Προϊστάμενου του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων και το υπ’ αριθμ. πρωτ. ……./7-12-2023 Κτηματολογικό Φύλλο του ακινήτου. Επισημαίνεται, ότι το υποθηκοφυλακείο Σαλαμίνας καταργήθηκε στις 31-1-2022 (ΦΕΚ Β’ 272/28-1-2022). Επομένως, η εκκαλουμένη που έκρινε παραδεκτή και ορισμένη την αγωγή, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και ο πρώτος λόγος έφεσης, αμφότερων των εφέσεων, τυγχάνει απορριπτέος.
Από την υπ’ αριθμ. …./4-12-2023 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος …………., από την υπ’ αριθμ. ……/4-12-2023 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος …………., από την υπ’ αριθμ. …/4-12-2023 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …………….., ληφθείσες ενώπιον της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας, ……………, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγομένων (βλ. τις υπ’ αριθμ. …/24-11-2023, …../24-11-2023 και …../28-11-2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά …………..), τις οποίες νόμιμως προσκομίζει και επικαλείται το ενάγον – εφεσιβλητο, από την υπ’ αριθμ. …………/12-12-2023 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος ………….., από την υπ’ αριθμ. ……../12-12-2023 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος ……………, από την υπ’ αριθμ. ……/12-12-2023 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος ………. (μοναχή ΓΟΧ) κατά κόσμον ……………, ληφθείσες ενώπιον της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας …………, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος – εφεσίβλητου (βλ. την υπ’ αριθμ. ………./6-12-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………..), τις οποίες νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται η πρώτη και δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσες στην υπό στοιχεία Α’ έφεση και από όλα τα έγγραφα τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται και οι προσκομισθείσες φωτογραφίες (άρθρο 444 παρ. 1 περ γ’ ΚΠολΔ) και αεροφωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρο 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής (άρθρο. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψιν αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το ενάγον εκκλησιαστικό ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Ενοριακός Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Σαλαμίνας», ιδρύθηκε ως ενοριακός, με το β.δ. 583/1967 (ΦΕΚ Α 181) «Περί ιδρύσεως και καταργήσεως ενοριακών Ιερών Ναών εις τας Ι. Μητροπόλεις Αττικής και Μεγαρίδος, Θεσσαλονίκης, Μεσσηνίας, Κρήτης και Αιτωλοακαρνανίας». Το επίδικο εξωκλήσι του …………., είναι κτισμένο σε γεωτεμάχιο επιφάνειας 415 τ.μ. κείμενου στην περιοχή «…………..» του Δήμου Σαλαμίνας, το οποίο φέρει ΚΑΕΚ στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας και ήδη Πειραιώς και Νήσων …………… Το ανωτέρω γεωτεμάχιο συνορεύει νότια με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ………….., ιδιοκτησίας ………………, δυτικά με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ………, ιδιοκτησίας …. και ………….. και γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ …………, ιδιοκτησίας ….. ., βόρεια με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ …………, ιδιοκτησίας πρώτης εναγομένης, … …. και ανατολικά με οδό ………… Ο επίδικος ιερός ναός «…………..», κατασκευάστηκε κατά τους 11ο – 12ο αιώνα μ.Χ. Πρόκειται για μικρό μονόχωρο, τρίκογχο ναό με τρούλο, κτισμένο με πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία. Οι διαστάσεις του είναι 3,60 Χ 6,80 μ. περίπου, ενώ το έτος 1967 προστέθηκε στη δυτική πλευρά του ευμεγέθης νάρθηκας, διατάσεων 5,5 Χ 10,00 μ. Ο ανωτέρω ναός, αρχιτεκτονικού τύπου του μονόκλιτου τρίκογχου ναΐσκου, συναντάται από την παλαιοχριστανική εποχή και έτυχε συχνής χρήσης κατά του βυζαντινούς χρόνους. Περιγράφεται λεπτομερώς και στην υπό της Γενικής Γραμματείας Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής έκδοση του έτους 2014 με τίτλο «ΑΤΛΑΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΜΝΗΜΕΙΏΝ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ – Από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους μέχρι την Άλωση». Ειδικότερα, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. ……./30-7-2010 έγγραφο της 1ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, αναφέρεται: «…Ο ναός του ………, στην περιοχή …………, είναι μνημείο που χρονολογείται στα τέλη, περίπου, του 11ου αι. και προστατεύεται αυτοδίκαια σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 3028/2002 «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς»….Τα αρχαία ακίνητα μνημεία που χρονολογούνται έως και το 1453, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του προαναφερόμενου νόμου ανήκουν στο Δημόσιο κατά κυριότητα και νομή και είναι πράγματα εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτα χρησικτησίας». Επίσης, το επίδικο, κατά το έτος 1998 φιλοξενείται στον τόμο 49-50 (1994-1995) της εκδόσεως του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων «Αρχαιολογικόν Δελτίον» μελέτη των Κλήμη Ασλανίδη και Χριστίνας Πινάτση, με τίτλο «Ναοδομία της Μέσης Βυζαντινής Περιόδου στη Σαλαμίνα», στις σελίδες 185-187 της οποίας περιγράφεται λεπτομερώς ο χρονολογούμενος στα τέλη του 11ου αιώνα Ιερός Ναός Αγίου Ιωάννη Προδρόμου. Ακόμη, στη μελέτη του Α.Κ. Ορλάνδου που δημοσιεύτηκε τον έτος 1931 στην Επετηρίδα της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών στον τόμο Η, ο Ιερός Ναός Αγίου Ιωάννη Σαλαμίνος αναφέρεται ως παράδειγμα του αρχιτεκτονικού τύπου του μονόκλιτου τρίκογχου ναΐσκου, ο οποίος συναντάται από τις παλαιοχριστιανικής εποχής και έτυχε συχνής χρήσεως κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, σπανίως δε εφαρμόστηκε επί Τουρκοκρατίας. Συνεπώς, προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το επίδικο χρονολογείται από τον 11ο μ.Χ. αιώνα και ως εκ τούτου είναι πράγμα εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτο χρησικτησίας και συνιστά εξωκλήσι του ενάγοντος, στο οποίο ανήκει κατά κυριότητα, το δικαίωμα του οποίου διατηρείται σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ. 1 ν. 4858/2021. Επιπλέον, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, προϋπόθεση για να χαρακτηριστεί ένας ναός ως ιδιωτικός και επομένως να μπορεί να μεταβιβαστεί εγκύρως η κυριότητα αυτού, να κτηθεί δικαίωμα κυριότητας με τα προσόντα έκτακτης χρησικτησίας αλλά και να είναι δεκτικός νομής, είναι αφενός να έχει ανεγερθεί σε ιδιωτικό ακίνητο, με δαπάνες του κυρίου αυτού του ακινήτου και αφετέρου να μην έχει αποδοθεί στη δημόσια λατρεία. Στην προκειμένη περίπτωση οι δύο πρώτες εναγόμενες και εκκαλούσες στην υπό στοιχεία Α έφεση αν και ισχυρίζονται ότι είναι ιδιοκτήτριες του επίδικου εξωκλησιού, ως δικαιοπάροχοι της αποβιωσάσης μητέρας τους, ουδέποτε είχαν συμβολαιογραφικό τίτλο για το εν λόγω ακίνητο, ούτε προσκομίζουν τέτοιον τίτλο, όπως ορθά δέχτηκε η εκκαλουμένη. Ωστόσο, προϋπόθεση για να έχει ένας ναός τον χαρακτήρα του ιδιόκτητου ναού είναι να έχει ανεγερθεί επί ιδιόκτητου εδάφους, η οποία ιδιοκτησία θα πρέπει να αποδεικνύεται από συμβολαιογραφικό έγγραφο, οπότε και παρέχεται το δικαίωμα σε ορισμένα πρόσωπα να χρησιμοποιούν αυτούς για τις θρησκευτικές ανάγκες των ιδίων και της οικογένειάς τους. Ο επίδικος ναός φέρεται ότι ανεγέρθηκε από άγνωστο ιδιοκτήτη σε οικόπεδο αγνώστου, ενώ από τον 12ο αιώνα ήταν εξωκκλήσιο του ……. και μετέπειτα του ενάγοντος ιερού ναού, στον οποίο ανήκει διοικητικά αλλά και πνευματικά. Άλλωστε, το ότι ολόκληρο το γεωτεμάχιο ανήκε πάντοτε στο ενάγον – εφεσίβλητο αποδεικνύεται και από την από 18-11-1970 επιστολή του τότε Εφημερίου του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Σαλαμίνας, π. ………….., προς τον Μητροπολίτη Αττικής – Μεγαρίδος, με την οποία ζητάει συνδρομή για την περιτοίχιση του ακινήτου του παρεκκλησίου του ……., ακολούθησε δε στη συνέχεια η τοποθέτηση περίφραξης του οικοπέδου με επιμέλεια του ενάγοντος – εφεσίβλητου. Επιπλέον, ότι το ίδιο γεωτεμάχιο δεν ανήκει σε ιδιώτη, προκύπτει και από το από Αύγουστο 1968 διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ………, το οποίο προσαρτάται στο υπ’ αριθμ. …./1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σαλαμίνας ……….., νομίμως μεταγγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στο τόμο ……. και με αριθμό ….. Με το ανωτέρω διάγραμμα και συμβόλαιο, το ευρύτερο κτήμα ιδιοκτησίας …., ….. και ……….. κατατμήθηκε σε μικρότερα γεωτεμάχια και πωλήθηκε σε διάφορους αγοραστές. Πλην όμως το επίδικο ακίνητο εμφαίνεται ως μη ανήκον στην ιδιοκτησία ….., αν και βρίσκεται ανάμεσα σε μικρότερα γεωτεμάχια που προήλθαν από την κατάτμηση της ιδιοκτησίας αυτής. Ακόμη το εξωκλήσι ηλεκτροδοτήθηκε το έτος 1977, κατόπιν αίτησης του Εφημερίου του ενάγοντος, ενώ μέχρι σήμερα ο μετρητής φέρει το όνομα του ιδίου του εξωκλησιού και δεν εμφανίζεται στο όνομα οποιουδήποτε ιδιώτη. Η δε σύμβαση ηλεκτροδότησης υπογράφεται από τον τότε Εφημέριο, όπως αποδεικνύεται από το υπ’ αριθμ. …./19-10-2010 έγγραφο της ΔΕΗ ΑΕ. Σύμφωνα δε με το υπ’ αριθμ. πρωτ. …………./15-2-2011 έγγραφο της Δήμου Σαλαμίνας: «…για την υδροδότηση του Ιερού Ναού …………… δεν εκδίδεται λογαριασμός κατανάλωσης ύδατος, διότι έχει θεωρηθεί ως κοινόχρηστος χώρος». Επιπλέον, το γεγονός ότι το εν λόγω εξωκλήσι βρισκόταν στη νομή του ενάγοντα Ιερού Ναού αποδεινύεται και από τα από 1-10-1990 διοριστήρια έγγραφα, με τα οποία ο εφημέριος και Πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Ενορίας, διόρισε ως μέλη της διαχειριστικής επιτροπής του ανήκοντος στην Ενορία Εξωκλησίου ………, την ………., την …………, την …………… και την ………., ενώ στο πρακτικό συγκρότησης της επιτροπής του «…………….», αναφέρονται ως μέλη της Επιτροπής η ………., η ……….., …………. (πρώτη εναγομένη), η …………. (μητέρα της πρώτης εναγομένης), ο ………………., ο ………, ο ……………., ο …………, ο ……….. και ως αναπληρωματικά μέλη η …………….., η ………….., η ………… και η ………… Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο επίδικος ναός εξυπηρετούσε πάντοτε τη δημόσια λατρεία. Ωστόσο, οι δύο πρώτες εναγόμενες – εκκαλούσες στην υπό στοιχείο Α’ έφεση δεν προβάλλουν ισχυρισμό, ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι τους ήταν κύριοι του οικοπέδου επί του οποίου ανεγέρθηκε ακολούθως από αυτούς, ο επίδικος ναός ως ιδιωτικός. Ως απώτατο δικαιοπάροχο τους αναφέρουν τον πατέρα της μητέρας τους ……………., και επικαλούνται ότι απέκτησαν τη νομή και κατοχή επί του επίδικου ακινήτου ασκώντας πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στον επίδικο ναό, με τα προσόντα της χρησικτησίας. Εντούτοις, ούτε οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων, ούτε οι ίδιες έχουν αποκτήσει οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου, επί του οποίου βρίσκεται ο ιερός ναός ……………, καθόσον αποδείχτηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι το επίδικο εξωκλήσι δεν έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο που ανήκει κατά κυριότητα στις δύο πρώτες των εναγομένων ή σε δικαιοπάροχο τους κατά το χρόνο της ανέγερσής του. Αντίθετα, δεδομένου ότι το επίδικο εξωκλήσι έχει τεθεί σε δημόσια λατρεία, δεν μπορεί να αποκτηθεί με τα προσόντα της χρησικτησίας, κατά τον α.ν. 2200/1940 και το β.δ. της 26-4/8-5-1834, αλλά αποτελεί εξωκλήσι που ανήκει στον πλησιέστερο ενοριακό Ναό, ήτοι στον ενάγοντα Ενοριακό Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Σαλαμίνας, καθώς, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, έχει καταστεί πράγμα εκτός συναλλαγής και δεν δύναται να χρησιδεσπόζεται. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν τρίτοι να ασκούν δικαίωμα νομής επί αυτού. Εκτός συναλλαγής δε, πράγμα, αποτελεί το οικοδόμημα, αλλά και το ακίνητο επί του οποίου κείται ο ιερός ναός, καθόσον αποτελεί συστατικό του εδάφους και δε δύναται να γίνει διαχωρισμός. Εφόσον δε ήδη, το επίδικο ακίνητο αποτελεί πράγμα εκτός συναλλαγής, και κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε κατά την ανέγερση του Ναού, κάθε δικαιοπραξία με αντικείμενο αυτό και, συνακόλουθα, οποιαδήποτε εκποιητική δικαιοπραξία με αντικείμενο αυτό, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του βυζαντινορωμαίκού Δικαίου, πάσχει ακυρότητας. Δεδομένου δε, ότι απαγορεύονται οι πράξεις νομής ή κατοχής ή εν γένει οι πράξεις φυσικής εξουσίασης ή έστω διοίκησης και διαχείρισης εκ μέρους τρίτων επί αυτού, δεν μπορεί να αποκτηθεί κυριότητα επί αυτού με τα προσόντα της χρησικτησίας, ούτε επομένως δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής. Επομένως οι δύο πρώτες των εναγομένων ουδέποτε απέκτησαν την κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου ούτε με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι ο επίδικος Ιερός Ναός κτίστηκε σε ακίνητο άγνωστου ιδιοκτήτη από άγνωστο πρόσωπο και παραδόθηκε στη θεία λατρεία σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας και ότι αυτό δεν εξυπηρετούσε αποκλειστικά τις θρησκευτικές ανάγκες της οικογένειας των δύο πρώτων εναγομένων – εκκαλουσών στην υπό στοιχεία Α’ έφεση και των δικαιοπαρόχων τους, αλλά αντιθέτως αποδείχτηκε ότι εξυπηρετεί τις θρησκευτικές ανάγκες των κατοίκων της Ενορίας και ευρύτερα του νησιού της Σαλαμίνας, στο οποίο εξωκλήσι τελούνταν πέραν από τις Θείες Λειτουργίες για την Εορτή αυτού και άλλα μυστήρια όπως βαπτίσεις, μνημόσυνα κ.α. λειτουργίες υπέρ υγείας κατοίκων της περιοχής, παρά των περί του αντιθέτου υποστηριζόμενων από τους εκκαλούντες. Κατόπιν τούτων ο δεύτερος λόγος έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούσες της υπό στοιχείο Α’ έφεσης ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, επειδή έκρινε ότι το ναΰδριο που βρίσκεται στο επίδικο γεωτεμάχο αποτελεί αρχαίο μνημείο, τεθέν στη δημόσια λατρεία, οπότε και οι εκκαλούσες δεν ήταν δυνατόν να είναι κυρίες αυτού, όπως ο λόγος αυτός αναλύεται στο δικόγραφο της έφεσης, τυγχάνει απορριπτέος.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης οι εκκαλούσες της υπό στοιχεία Α’ έφεσης διαμαρτύρονται για εσφαλμένη απόρριψη της ένστασής τους, που προέβαλαν επικουρικά, περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι το επίδικο δικαίωμα του ενάγοντος έχει αποδυναμωθεί διότι: α) το ενάγον τελούσε εις γνώση του γεγονότος ότι το επίδικο περιήλθε στην νομή και κατοχή τους, β) το ενάγον αδράνησε επί μακρό χρονικό διάστημα, να ασκήσει το δικαίωμά του, δημιουργώντας στις εναγόμενες την εύλογη πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να το ασκήσει, με αποτέλεσμα από την άσκησή του να δημιουργούνται δυσμενείς συνέπειες για τα συμφέροντά τους. Ωστόσο, τα αναφερόμενα από τις εκκαλούσες και αληθή υποτιθέμενα δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, καθότι και μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, για την άσκηση του δικαιώματός του, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού́ ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί́ εναντίον του, έστω και αν αυτή́ δημιουργήθηκε από́ την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί́ καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική́ την άσκηση του δικαιώματος (Ολ ΑΠ 8/2021, ΑΠ 505/2022, ΤΝΠ Νόμος). Σε κάθε περίπτωση, δεν δύναται να θεωρηθεί καταχρηστική η διεκδίκηση εκ μέρους του ενάγοντος – εφεσιβλήτου των νομίμων δικαιωμάτων του επί του επιδίκου που αποτελεί πράγμα εκτός συναλλαγής και αρχαίο μνημείο.
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης οι εκκαλούσες της υπό στοιχείο Α΄ έφεσης ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα και αναιτιολόγητα η εκκαλουμένη διέταξε τη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής, καθώς ορθώς και βασίμως καταχωρήθηκαν οι ίδιες ως ιδιοκτήτριες αυτού, σύμφωνα με όσα ανέφεραν και στον δεύτερο λόγο της έφεσής τους. Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, καθότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, αποδείχτηκε ότι οι εκκαλούσες δεν διαθέτουν εμπράγματο δικαίωμα επί του επίδικου ακινήτου. Συνεπώς, ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 2664/1998 διέταξε τη διόρθωση της εσφαλμένης αρχικής κτηματολογικής εγγραφής ώστε στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου το οποίο έχει λάβει ΚΑΕΚ ……………, να καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων, αντί των εσφαλμένων αναγραφόμενων ως δικαιούχων πρώτης και δεύτερης των εναγομένων και ήδη εκκαλουσών κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου κυριότητας εκάστη εξ αυτών, το ενάγον και εφεσίβλητο ως κύριος των ανωτέρω ποσοστών. Επομένως απορριπτέος τυγχάνει και αυτός ο λόγος της υπό κρίση έφεσης.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της υπό στοιχεία Β΄ έφεσης το εκκαλούν διαμαρτύρεται ότι εσφαλμένα δέχτηκε η εκκαλουμένη ότι το ενάγον- εφεσίβλητο απέκτησε τη νομή του επιδίκου και άσκησε πάνω σε αυτό χωρίς διακοπή και διατάραξη πράξεις νομής με διάνοια κυρίου. Ειδικότερα, και κατ’ εκτίμηση του υπό κρίση λόγου έφεσης, το εκκαλούν επαναφέρει τους πρωτοδίκως προβαλλόμενους ισχυρισμούς του, με τους οποίους αρνείται την αγωγή και ισχυρίζεται ότι το επίδικο ΚΑΕΚ περιήλθε στην κυριότητά του: α) δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» και των από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19/6/01-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, δικαιώματι πολέμου, άλλως βάσει της ως άνω Συνθήκης και των ανωτέρω Πρωτοκόλλων, ως έκταση που ανήκε προ της Επανάστασης του 1821 σε Οθωμανούς υπηκόους, οι οποίοι κατά το χρόνο υπογραφής των Πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλείψει την εν λόγω εδαφική έκταση και αναχώρησαν από την εν λόγω περιοχή της Αττικής, χωρίς το επίδικο γεωτεμάχιο να καταλειφθεί από οποιονδήποτε τρίτο πέραν του ιδίου (Ελληνικού Δημοσίου), άλλως ως δημόσια κατά το οθωμανικό σύστημα, έκταση σαν διάδοχο του τουρκικού δημοσίου, άλλως, β) βάσει των διατάξεων του β.δ της 3/15-12-1833, ως λιβάδι ή βοσκότοπος, για την επικαρπία του οποίου κανείς δεν είχε παρουσιάσει έγγραφο (ταπί), άλλως, γ) βάσει των διατάξεων του από 10-7-1837 Νόμου «περί διακρίσεως κτημάτων», σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ, 1 του α.ν. 1539/1938 και 972 ΑΚ, ως αδέσποτη έκταση, ουδέποτε εξουσιαζόμενη από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου του ενάγοντος καθώς και των αναφερόμενων δικαιοπαρόχων του, δ) με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία. Επί του λόγου αυτού, λεκτέα είναι τα εξής: Από τις ρυθμίσεις που ακολούθησαν της Συνθήκης του Λονδίνου της 6 Ιουνίου 1827 και περιέχονται στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21.1/3-2-1830 «Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος» και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16-6-1830 και της 19-6./1-7-1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6./9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» και του άρθρου 16 του ν. της 21-6./10-7-1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητα του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό, κατά το οθωμανικό δίκαιο, τίτλο (ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί ). Σημειωτέον, ότι ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31-3-1833 με βάση την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (25-5-1827 έως 31-3-1833) και, ειδικότερα, κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων, κατά το οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία εφ` όλης της γης, που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους – Οθωμανούς και Έλληνες – την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματα τους αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21-1./3-2-1830 Πρωτόκολλο «περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος» και με την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 52/2014, ΤΝΠ Νόμος). Επομένως, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί κτήσεως κυριότητας στο επίδικο ακίνητο δυνάμει της αναφερόμενης Συνθήκης και Πρωτοκόλλων δικαιώματι πολέμου, τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι ότι η περιοχή της Αττικής δεν κατακτήθηκε αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Κατόπιν τούτου, το εκκαλούν πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι απέκτησε την κυριότητα στο επίδικο βάσει των διατάξεων του ΑΚ ή άλλου ειδικού νόμου. Τούτο, διότι ότι ο τρόπος απόκτησης κυριότητας από πλευράς του Δημοσίου θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από αυτό των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου (ΑΠ 368/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, όπως ορθά δέχτηκε η εκκαλουμένη, οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου αποτελούν διακωλυτικές της γένεσης του προβαλλόμενου από το ενάγον δικαιώματος κυριότητας ενστάσεις, τις οποίες φέρει το βάρος να αποδείξει το ίδιο. Ωστόσο, το εκκαλούν ουδέν απέδειξε, καθώς δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει οποιονδήποτε τίτλο (για να στηρίξει την κυριότητα δυνάμει τακτικής χρησικτησίας), ούτε αποδεικνύει ότι το επίδικο ακίνητο ήταν αδέσποτο, διότι αρκείται σε απλή επανάληψη του πραγματικού της παραπάνω διάταξης, χωρίς να επικαλείται ότι χώρησε εγκατάλειψη της νομής του επιδίκου από τον μέχρι τότε κύριο και ότι αυτή έγινε με πρόθεση παραίτησης από το δικαίωμα της κυριότητας, και χωρίς να προσδιορίζει ποιο πρόσωπο προέβη στην κατά τα άνω εγκατάλειψη, αφετέρου ως αδέσποτου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου άλλως των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 1539/1938 και 972 του ΑΚ, δοθέντος ότι δεν γίνεται σαφής επίκληση περιστατικών που θα επέτρεπαν την κρίση ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις, ή έστω η ειδική διάταξη του άρθρου 34 του ν. 1539/1938 περί κτήσης κυριότητας επί εγκαταλελειμμένων ακινήτων, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη. Επιπλέον, ουδόλως επικαλείται πράξεις νομής επί του επίδικου. Άλλωστε εν προκειμένω, το επίδικο λόγω του θρησκευτικού του χαρακτήρα τον οποίο ουδέποτε απώλεσε, συνεχίζει να ανήκει στην κυριότητα του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος και εν προκειμένω στον ενάγοντα ιερό ναό, σύμφωνα και με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 45 παρ. 1 του ν. 590/1977 «Περί καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» και 1 του προϊσχύσαντος α.ν. 2200/1940 και το άρθρο 73 παρ. 1 του ν. 4858/2021 (βλ. και νομική σκέψη). Συνεπώς, ο λόγος αυτός έφεσης τυγχάνει απορριπτέος.
Επομένως, αφού απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι έφεσης, πρέπει να απορριφθούν οι εφέσεις ως ουσία αβάσιμες, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκηση της υπό στοιχεία Α έφεσης παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο και να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων καθόσον η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις από 22-8-2024 και 11-10-2024 εφέσεις.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ΄ ουσία τις εφέσεις.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος με την από 22-8-2024 έφεση ηλεκτρονικού παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Kρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις 6.4.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ H ΓPAMMATEAΣ