ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4Ο ΤΜΗΜΑ
Αριθμός απόφασης 226/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Ηλία Σταυρόπουλο, Εφέτη και Ελένη Πρέντζα, Εφέτη – Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα, Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ……………, για να δικάσει την έφεση:
Του εκκαλούντος – εναγόμενου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Φ.Μ. ……….), που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (…………..) και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ε’ Πειραιά και ήδη από τον Προϊστάμενο του Κέντρου Βεβαίωσης και Είσπραξης (ΚΕ.Β.ΕΙΣ) Αττικής, το οποίο παραστάθηκε, ατελώς, δια της δικαστικής πληρεξουσίας τού Ν.Σ.Κ., Παρασκευής Καραγιάννη (AM ………..), με δήλωση του άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των εφεσίβλητων – εναγόμενων: 1)……….., 2)…………… και 3)…………., οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, Ελένης Μπλάνη [ΑΜ ΔΣ ΚΩ ….], με δήλωση του άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία κατέθεσε το με Νο ……./05.11.2025 γραμμάτιο προείσπραξης τού ως άνω ΔΣ.
Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 08.07.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./16.07.2021) αγωγή τους, την οποία άσκησαν σε βάρος του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά την τακτική διαδικασία. Επί της αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ’ αριθμ. 175/2023 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχτηκε την αγωγή. Εναντίον της απόφασης το ηττηθέν εναγόμενο και ήδη εκκαλούν άσκησε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την από 18.11.2024 έφεση, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό 3, οπότε και συζητήθηκε. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως παραπάνω αναφέρεται, ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι προτάσεις που προκατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η έφεση κατά της με αριθμό 175/2023 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε κατά την νέα τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, στις 20.11.2024, κατ’ άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ [ΓΑΚ/ΕΑΚ …/……./20.11.2024] και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, προ πάσης επίδοσης της πρωτόδικης απόφασης, αφού τέτοια δεν επικαλούνται οι διάδικοι, ούτε προκύπτει οίκοθεν από τα προσκομιζόμενα ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα και εντός της νόμιμης, προβλεπόμενης στη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ [όπως η ανωτέρω διάταξη ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α΄87), που εφαρμόζεται εν προκειμένω, καθώς η ένδικη έφεση ασκήθηκε μετά την 1η.1.2016, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου] καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών από την δημοσίευση, στις 19.01.2023, της προσβαλλόμενης απόφασης. Για το παραδεκτό, εξάλλου, της συζήτησης της έφεσης το εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο δεν υποχρεούται στην κατάθεση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 εδ. α΄ ΚΠολΔ παραβόλου (άρθρο 19 παρ. 1 του καν. δ/τος της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 ‘’περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου’’). Πρέπει, επομένως η έφεση, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας [ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./17.01.2025 στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου] και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό ……, να γίνει τυπικά δεκτή, κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 παρ. 2, 520, 523 και 524 ΚΠολΔ και να εξεταστεί από το Δικαστήριο και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΙΙ. Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά την τακτική διαδικασία, την από 08.07.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/16.07.2021) αγωγή, εναντίον αφενός του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος, Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου νόμιμα από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων [που εδρεύει στην Αθήνα, ………….] και αφετέρου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Ε΄ Πειραιά, όπως εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενό της [και εδρεύει στον Πειραιά, επί της οδού ……………] Με την αγωγή οι ενάγοντες (ήδη εφεσίβλητοι) ισχυρίστηκαν ότι την 01η.10.2013 στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας απεβίωσε ο …………, σύζυγος της πρώτης εξ αυτών και πατέρας των λοιπών. Ότι ο αποβιώσας δεν είχε κινητή ή ακίνητη περιουσία, κατά το θάνατό του, ούτε άφησε διαθήκη και για το λόγο αυτό οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε κάποια ενέργεια σχετικά με την κληρονομία του, ούτε σε αποποίηση αυτής, επειδή δεν γνώριζαν: α) Την ύπαρξη νομοθεσίας για την αποποίηση κληρονομίας, β)Την ύπαρξη προθεσμίας για την αποποίηση, γ)Τις έννομες συνέπειες από την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας και δ) Την ύπαρξη οφειλής του αποβιώσαντος προς το Ελληνικό Δημόσιο. Ότι, για πρώτη φορά πληροφορήθηκαν για τα παραπάνω στις 9-4-2021, όταν κοινοποιήθηκε στην πρώτη των εναγόντων ατομική ειδοποίηση καταβολής – υπερημερίας για οφειλές του κληρονομούμενου, ύψους 8.811,70 ευρώ, με αφορμή την οποία και απευθύνθηκαν σε δικηγόρο και ενημερώθηκαν για τα προαναφερόμενα. Ότι οι ίδιοι, επικαλούμενοι πλάνη περί τα πράγματα και ισχυριζόμενοι πως εάν γνώριζαν την πραγματική κατάσταση θα είχαν προβεί εμπρόθεσμα στην αποποίηση τής κληρονομίας, η οποία εμφανίζει μόνο παθητικό, ζήτησαν να ακυρωθεί, εξαιτίας της πλάνης τους αυτής, η πλασματική αποδοχή εκ μέρους τους της κληρονομίας του αποβιώσαντος, να τους χορηγηθεί τετράμηνη προθεσμία προς αποποίησή της, από της τελεσιδικίας της απόφασης που θα εκδοθεί και να επιβληθούν σε βάρος του εναγόμενου τα δικαστικά τους έξοδα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή απαράδεκτα στρέφεται σε βάρος της Ε΄ Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Πειραιά, ως εναγόμενης, διότι δεν έχει αυτοτελή νομική προσωπικότητα, ούτε, κατά μείζονα λόγο, ικανότητα διαδίκου (άρθ. 62, 64 ΚΠολΔ) αλλά αποτελεί υπηρεσιακή μονάδα του (1ου) εναγόμενου, Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται ήδη από 1-1-2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της και στην προκείμενη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Ε΄ Δ.Ο.Υ. Πειραιά (άρθ. 36 και 41παρ.4 v. 4389/2016). Έκρινε, ακόμα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 18, 30 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία, ότι η αγωγή είναι ορισμένη, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του εναγόμενου και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 140, 141, 1847 επ., 1857 ΑΚ, 70, 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος χορήγησης τετράμηνης προθεσμίας για την αποποίηση της ανωτέρω κληρονομίας, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο με την αιτιολογία ότι μετά την τελεσίδικη ακύρωση της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, ο κληρονόμος μπορεί να προβεί εμπρόθεσμα σε νομότυπη αποποίηση αυτής. Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν οφείλεται τέλος δικαστικού ενσήμου, λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα του αντικειμένου της αγωγής και ότι οι διάδικοι επί αγωγής προς ακύρωση πλασματικής αποδοχής κληρονομίας δεν έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τής μεταξύ τους διαφοράς, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1847 παρ. 1 εδ. α΄, 1850 εδ. β΄, 1857 εδ. β’ περ. α΄, γ΄ και δ’, 140, 141 ΑΚ και 18 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 4640/2019 και ότι, συνεπώς, η ανακύπτουσα διαφορά δεν υπάγεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, κατά μείζονα, δε, λόγο δεν απαιτείται η προσκόμιση σχετικού πρακτικού περάτωσης υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης για το παραδεκτό της συζήτησης. Κρίνοντας, δε, στην συνέχεια, επί της ουσίας, έκανε δεκτή την αγωγή λόγω ουσιώδους πλάνης των εναγόντων, αναφορικά με τη σημασία της συγκεκριμένης προθεσμίας περί αποποίησης της κληρονομίας και την έννομη συνέπεια από την άπρακτη παρέλευση αυτής, ακύρωσε την πλασματική αποδοχή της κληρονομίας εκ μέρους τους και συμψήφισε μεταξύ των διαδίκων την δικαστική δαπάνη, λόγω της ερμηνευτικής δυσχέρειας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθ. 179 ΚΠολΔ). Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης, παραπονείται το εναγόμενο – εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο με την κρινόμενη έφεσή του, για τους λόγους που εκθέτει σ΄ αυτήν, οι οποίοι ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή των εναγόντων και την καταδίκη των τελευταίων στη δικαστική του δαπάνη.
III.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1711, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851 και 1856 ΑΚ συνάγεται ότι ο κληρονόμος, είτε καλείται από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομιά με μόνο το θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του. Το δικαίωμα, όμως, αυτό της αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομιάς είναι προσωρινό και μετακλητό, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από το νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομιάς (άρθρ. 1847 ΑΚ), δηλαδή δικαιούται ο κληρονόμος να αποποιηθεί, κατά βούληση, την κληρονομιά που έχει επαχθεί σ’ αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, οπότε η κτήση αναιρείται εξαρχής και θεωρείται σαν να μην έγινε. Η αποποίηση της κληρονομιάς είναι δήλωση του προσωρινού κληρονόμου ότι αποκρούει – δεν δέχεται – την κληρονομιά που έχει επαχθεί σ’ αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου. Η αποποίηση συνιστά μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, μη απευθυντέα σε τρίτο, υποκείμενη σε συστατικό τύπο και είναι ανεπίδεκτη οποιασδήποτε αίρεσης ή προθεσμίας, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών (άρθρο 1851 εδ. β ΑΚ). Η σχετική δήλωση αποποίησης γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομιάς, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών (με τη διαφοροποίηση του άρθρου 1847 παρ. 2 ΑΚ), που αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής. Από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποποίησης τεκμαίρεται αμάχητα από το νόμο (άρθρ. 1850 εδ.β ΑΚ) η αποδοχή της κληρονομιάς. Η δήλωση αποποίησης έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού δημιουργεί μία νέα νομική κατάσταση ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου. Η κληρονομιά επάγεται σ’ εκείνον που θα είχε κληθεί, αν εκείνος που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (άρθρ. 1856 ΑΚ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 και 2 ΑΚ, η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομιάς είναι αμετάκλητη, ενώ αν αυτή οφείλεται σε πλάνη ή απάτη ή απειλή κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες. Δεν αποκλείεται, όμως, παρά το ότι η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 ΑΚ καθιερώνει το αμετάκλητο της αποδοχής ή της αποποίησης ως μονομερούς δικαιοπραξίας, με προφανή σκοπό τη δημιουργία βεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου, η αποδοχή και η αποποίηση να είναι συνέπεια πλάνης που δεν αναφέρεται στο λόγο της επαγωγής, ή που είναι αποτέλεσμα απάτης ή απειλής. Στις περιπτώσεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 2 ΑΚ προβλέπει τη δυνατότητα ακύρωσης της αποδοχής ή αποποίησης, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις ακυρώσιμες δικαιοπραξίες (άρθρ. 140 επ., 147 επ., 150 επ. ΑΚ), που εφαρμόζονται ενόσω δεν τροποποιούνται από τις ιδιαίτερες ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 1857 παρ. 2-4 ΑΚ. Ειδικότερα κατά το άρθρο 1857 εδ. β περ. α’ , γ’ και δ’ του ίδιου Κώδικα, η αποδοχή της κληρονομίας που οφείλεται σε πλάνη κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες, η δε πλάνη σχετικά με το ενεργητικό ή το παθητικό της κληρονομίας δεν θεωρείται ουσιώδης, ενώ οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και σε αποδοχή που συνεπάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας για αποποίηση, κατά δε το άρθρο 1901 εδ. α Α.Κ., ο κληρονόμος ευθύνεται και με τη δική του περιουσία για τα χρέη της κληρονομίας. Έτσι, εφόσον πρόκειται για δήλωση από πλάνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 142 ΑΚ, αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η δήλωση δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με τη βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητα του προσώπου ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία ώστε, αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομιάς που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης, μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης όταν η, με τον τρόπο αυτό συναγόμενη, κατά πλάσμα του νόμου, αποδοχή, δεν συμφωνεί με τη βούλησή του από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της καταστάσεως που διαμόρφωσε τη βούλησή του, αν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομιάς, ώστε, αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθινή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης. Η εσφαλμένη γνώση ή άγνοια, που δημιουργεί την μεταξύ βουλήσεως και δηλώσεως διάσταση, η οποία, όταν είναι ουσιώδης, θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δηλώσεως λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των προαναφερόμενων νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομιάς, υπάρχει, δε, πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομιάς και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια που ανάγεται: α) στο σύστημα της κτήσης της κληρονομιάς κατά τον ΑΚ, που επέρχεται αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ δεν αρχίζει, γιατί η άγνοια αποκλείει τη γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και β) σε άγνοια μόνο της ύπαρξης της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 ΑΚ νομικής σημασίας τής παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης. Εάν έχει χωρήσει πλασματική αποδοχή της κληρονομιάς λόγω της προαναφερθείσας πλάνης, η έναρξη της προθεσμίας αποποίησης προϋποθέτει την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής τελεσίδικα, ώστε εν συνεχεία η αποποίηση να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της (Ολ ΑΠ 858/1990, ΑΠ 799/2025, ΑΠ 842/2022 ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 157 και 1857 παρ. 2 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή για την ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας που οφείλεται σε εξακολουθητική πλάνη, παραγράφεται μετά εξάμηνο, το οποίο αρχίζει αφότου παρήλθε η κατάσταση αυτή, από την άρση δηλαδή της πλάνης [ΑΠ 173/2014, ΕφΘεσ 1793/2019 ΝΟΜΟΣ], με την επισήμανση ότι επειδή το δικαίωμα ακύρωσης της αποδοχής είναι διαπλαστικό, η ΑΚ 1857 παρ. 2, εδ. β, παρά το γράμμα της, καθιερώνει κατά νομική ακριβολογία αποσβεστική προθεσμία και όχι παραγραφή [Απ. Γεωργιάδης, Κληρονομικό Δίκαιο (2013), σελ. 660 υποσημ. 69)].
Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, που νόμιμα με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα οποία λαμβάνονται όλα ανεξαιρέτως υπόψη και ανεξάρτητα από τυχόν ιδιαίτερη μνεία σε κάποιο από αυτά παρακάτω, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους εφεσίβλητους υπ΄ αριθμ. …../2021 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος απόδειξης, …………., που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ρόδου, μετά από νομότυπη κλήτευση του εκκαλούντος, δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από τη λήψη της, η οποία έλαβε χώρα με την επίδοση της αγωγής και δυνάμει τής με αριθμό …………./29.07.2021 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ………. και, τέλος, από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψιν αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 01.10.2013 απεβίωσε στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας ο σύζυγος της πρώτης και πατέρας του δεύτερου και της τρίτης των εφεσίβλητων, ………… Ειδικότερα, από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους εφεσίβλητους, με αρ. πρωτ. …………./15.11.2021, πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, του δημοτολογίου του Δήμου Περάματος, αποδεικνύεται η ιδιότητά τους ως νόμιμων κληρονόμων του θανόντος και δη η μεν πρώτη εξ αυτών ως σύζυγος του αποβιώσαντος, οι δε λοιποί ως νόμιμα τέκνα αυτού. Περαιτέρω, σύμφωνα με το με αρ. ……/15.11.2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πειραιά [τμήμα αποποιήσεων] οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε δήλωση αποποίησης της κληρονομίας του αποβιώσαντος εντός τεσσάρων (4) μηνών από τον θάνατό του [ούτε μέχρι σήμερα], με συνέπεια να θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ότι έχουν αποδεχτεί αυτήν, ενώ όπως αποδεικνύεται από το με αρ. ……/16.11.2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πειραιά (τμήμα διαθηκών) κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.2013 έως τον χρόνο έκδοσης του ως άνω πιστοποιητικού δεν δημοσιεύθηκε διαθήκη με τα στοιχεία του αποβιώσαντος, όπως συνομολογούν και οι εφεσίβλητοι, με αποτέλεσμα να επέλθει στο πρόσωπό τους η εξ αδιαθέτου διαδοχή στην κληρονομία του. Την 09-04-2021 κοινοποιήθηκε στην πρώτη εφεσίβλητη, ως εξ αδιαθέτου νόμιμη κληρονόμο του ως άνω αποβιώσαντος συζύγου της, η με αρ. πρωτοκόλλου ……/14.12.2020 ατομική ειδοποίηση καταβολής – υπερημερίας του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ε΄ Πειραιά, για ληξιπρόθεσμες οφειλές του αποβιώσαντος, συνολικού ποσού οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων έντεκα ευρώ και εβδομήντα λεπτών (8.811,70€), προερχόμενες από καθυστερούμενους φόρους εισοδήματος, οφειλές από έξοδα Δικαστηρίων και διοικητικής εκτέλεσης, προσκαλώντας την, ταυτόχρονα, να εξοφλήσει ή να υπαχθεί σε ρύθμιση των οφειλών της, εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση. Τότε απευθύνθηκαν οι εφεσίβλητοι σε δικηγόρο και έλαβαν το πρώτον γνώση περί της πλασματικής εκ μέρους τους αποδοχής της κληρονομίας του εν λόγω αποβιώσαντος. Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι οι εφεσίβλητοι δεν διαθέτουν νομικές γνώσεις και τελούσαν σε άγνοια του συστήματος κτήσης της κληρονομιάς κατά τον αστικό κώδικα (ΑΚ), που επέρχεται αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου και της ύπαρξης της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ προς αποποίηση, είχαν δηλαδή άγνοια περί των ως άνω νομικών διατάξεων και των συνεπειών από την παράλειψή τους να προβούν σε εμπρόθεσμη δήλωση αποποίησης. Θεωρούσαν, δε, ότι επειδή κατά τον χρόνο του θανάτου του ο αποβιώσας δεν κατέλιπε κινητή ή ακίνητη περιουσία, δεν χρειαζόταν να προβούν σε κάποια ενέργεια και μάλιστα νομική τοιαύτη, όπως δήλωση αποποίησης της κληρονομίας. Η πλάνη τους αυτή κρίνεται δικαιολογημένη εξαιτίας της έλλειψης εκ μέρους τους νομικών γνώσεων και είναι ουσιώδης, αφού αν γνώριζαν την πραγματική κατάσταση, δηλαδή ότι η κληρονομία που επήχθη εξ αδιαθέτου σε αυτούς έχει (μόνο) χρέη και το γεγονός ότι έχουν προθεσμία προκειμένου να την αποποιηθούν θα προέβαιναν με βεβαιότητα σε εμπρόθεσμη δήλωση αποποίησης. Το εκκαλούν επαναφέρει με τους λόγους της έφεσής του τούς και πρωτοδίκως προβαλλόμενους ισχυρισμούς του ότι οι εφεσίβλητοι γνώριζαν την ύπαρξη χρεών στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου τους, εξαιτίας της στενής σχέσης που τους συνέδεε με αυτόν αλλά και του γεγονότος ότι είχε επιβληθεί κατάσχεση σε κινητά πράγματά του και δη έπιπλα. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς αυτούς αποδεικνύεται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από το εκκαλούν, με αριθ. πρωτ. ……../1 1-8-2021 έγγραφο απόψεων του Τμήματος Δικαστικού & Νομικής Υποστήριξης της Δ.Ο.Υ. E’ Πειραιά, σε συνδυασμό με την εικόνα από το σύστημα περί επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών περιουσιακών στοιχείων του θανόντος, ότι με την με αριθμό ……/2003 παραγγελία της Δ.Ο.Υ. Νίκαιας επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση, συνταχθείσης τής με αριθμό 5112/14.11.2003 έκθεσης και ακολούθως εκδόθηκαν τα υπ΄ αριθμ. …/2005, …/2006, …/2011 και …./2016 προγράμματα πλειστηριασμού της ΔΟΥ Νίκαιας και της Ε’ Δ Ο.Υ. Πειραιά. Η ανωτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 953 επ. ΚΠολΔ, αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος του θανόντος, κατά τις προαναφερόμενες χρονολογίες, επιβλήθηκε σε κινητά πράγματά του και δη σε έπιπλα, ήτοι σε πράγματα που είχε στην οικία του. Όμως, και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, δηλαδή ακόμα και εάν οι εφεσίβλητοι γνώριζαν για την επιβολή της κατάσχεσης, λόγω της στενής σχέσης που τους συνέδεε με τον αποβιώσαντα και την κατάσχεση επίπλων από την οικία του στην οποία διέμεναν και αυτοί, τουλάχιστον η 1η εξ αυτών ως σύζυγός του έως τον θάνατό του δεν ανατρέπει το γεγονός της ύπαρξης στο πρόσωπο απάντων των εφεσίβλητων ουσιώδους πλάνης σχετικά με την ύπαρξη προθεσμίας αποποίησης, εξαιτίας της άγνοιας εκ μέρους τους των σχετικών νομικών διατάξεων. Επομένως, σύμφωνα και με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα, στην ένδικη υπόθεση οι εφεσίβλητοι αποδεικνύεται ότι εξαιτίας ουσιώδους νομικής πλάνης σχετικά με την αποποίηση δεν τήρησαν την επιμέλεια που όφειλαν να τηρήσουν στις προσωπικές τους υποθέσεις αποποιούμενοι εμπρόθεσμα την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία του θανόντος. Η πλάνη τους, δε, αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, λόγω των έννομων συνεπειών που συνεπάγετο αυτή, ήτοι να επιβαρυνθούν με τα χρέη της (κληρονομίας), ώστε εάν γνώριζαν την πραγματική κατάσταση, δηλαδή της ύπαρξης χρεών, δεν θα άφηναν να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, αλλά θα αποποιούνταν εμπρόθεσμα την κληρονομία και συνεπώς θεμελιώνει την ακύρωση της πλασματικής κατά το νόμο αποδοχής της εν λόγω κληρονομίας. Η πλάνη δε αυτή των εφεσίβλητων – κληρονόμων του άνω αποβιώσαντα διήρκεσε μέχρι την 09.04.2021, οπότε και έλαβαν, όπως προαναφέρθηκε, γνώση της επαγωγής της κληρονομίας, με την κοινοποίηση στην πρώτη εξ αυτών της ατομικής ειδοποίησης καταβολής – υπερημερίας της ΔΟΥ Ε΄ Πειραιά, με την οποία κλήθηκε για την τακτοποίηση των χρεών του οφειλέτη – συζύγου της και ήδη αποβιώσαντος. Ενώ εντός της αποσβεστικής προθεσμίας των έξι μηνών από την γνώση άσκησαν οι εφεσίβλητοι την ένδικη αγωγή, με επίδοσή της στο εκκαλούν στις 29.07.2021 [βλ. την με αρ. …./29.07.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή, ……………..]. Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε τα ίδια, με αιτιολογία που συμπληρώνεται και από την παρούσα και έκανε δεκτή την αγωγή ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, για τον παρόντα, δεύτερο βαθμό, δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 εδ. α΄ περ. β΄ ΚΠολΔ),
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά την έφεση.
Απορρίπτει την έφεση στην ουσία.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα για τον παρόντα, δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 5 Φεβρουαρίου 2026 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις 8 Απριλίου 2026.
Η ΠPOEΔPOΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ