ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός 218/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
3° Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χριστίνα Λίμουρα Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: ………, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Δημητρίου Βλαχόπουλου.
Της εφεσίβλητης: Της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……….» και τον διακριτικό τίτλο «………», που εδρεύει στον ………… Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Λευκοθέας Σαλβάνου Μπάνου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά άσκησε η εκκαλούσα την με γενικό αριθμό εκθ. καταθ. ……./2024 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1575/2025 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου η εκκαλούσα με την με αριθμ. εκθ. καταθ. …../2025 έφεση, δικάσιμος επί της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις τους ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση της εκκαλούσας κατά της 1575/2025 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον φέρεται παραδεκτά προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (άρθρο 511 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτήν, κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία, για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της (άρθρα 522, 533 σε συνδ. με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αγωγή ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του υπαλλήλου γενικών καθηκόντων και ότι παρείχε την εργασία της στην εναγομένη εργαζόμενη με πλήρες ωράριο απασχόλησης έναντι μηνιαίου μισθού 928,83 ευρώ μεικτά. Ότι κατά τη διάρκεια της σύμβασής της παρείχε υπερωριακή απασχόληση χωρίς να λάβει τη νόμιμη αμοιβή για τις επιπλέον ημέρες και καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου που εργαζόταν. Ότι η εναγόμενη προέβη σε αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησής της γεγονός που καθιστά τη σύμβασή της λυθείσα εκ του νόμου με καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης, η οποία κατέστη υπερήμερη και υποχρεούται στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας. Ζητεί περαιτέρω η ενάγουσα να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να την απασχολεί κατά τους όρους της εργασιακής της σύμβασης και σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή, να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 15.126,76 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας και το ποσό των 9067 ευρώ για υπερωριακή απασχόληση και αμοιβή για απασχόλησή της κατά τα Σάββατα, Κυριακές και αργίες με το νόμιμο τόκο, όπως τα ανωτέρω ποσά αναφέρονται αναλυτικά στην υπό κρίση αγωγή.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της, επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, τις υπ’ αριθμ. …../2024, …/2024 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της ενάγουσας, που ελήφθησαν κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της εναγομένης, την υπ’ αριθμ. ……/2024 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα της εναγομένης, η οποία ελήφθη κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως της ενάγουσας και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό με τους εν γένει ισχυρισμούς τους που περιέχονται στις προτάσεις τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και παραδεκτά επαναφέρονται ενώπιον του παρόντος, αποδεικνύονται πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείται στη διαχείριση ακινήτων διαθέτοντας διαμερίσματα στην Αττική τα οποία μίσθωνε με βραχυχρόνια μίσθωση, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί με την ιδιότητα του υπαλλήλου γενικών καθηκόντων. Τα καθήκοντα της ενάγουσας η οποία απασχολήθηκε στην εναγομένη από τις 20.6.2023 ήταν η επικοινωνία με τους πελάτες για την παράδοση σε αυτούς των διαμερισμάτων και την παραλαβή τους μετά το πέρας της διαμονής τους, ο έλεγχος της συντήρησης των διαμερισμάτων και η διευθέτηση οικονομικών εκκρεμοτήτων. Η ενάγουσα εργαζόταν τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και το Σάββατο λαμβάνοντας μηνιαίες αποδοχές 780 ευρώ μεικτά, όπως αναφέρεται στην αναγγελία όρων ατομικής σύμβασης εργασίας της, στην οποία ρητά αναφέρεται το ωράριο εργασίας της από 12-18.40. Επομένως ο ισχυρισμός της ότι εργαζόταν καθημερινά από ώρα 9.00 και όλα τα Σάββατα και Κυριακές είναι ουσιαστικά αβάσιμος, όπως προκύπτει από μήνυμά της που απευθύνει στην εναγόμενη στο οποίο αναφέρει το ωράριο εργασίας της. Αναφορικά με τον μηνιαίο καταβαλλόμενο μισθό της αποδείχθηκε ότι είχε συμφωνηθεί να λαμβάνει το ποσό των 800 ευρώ καθαρές αποδοχές και το ποσό των 928,83 ευρώ μεικτές αποδοχές, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ενόψει διαφωνίας της ενάγουσας με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης που αφορούσε τον τρόπο ασκήσεως των καθηκόντων της, τα οποία θεωρούσε η εναγόμενη ότι εκτελεί πλημμελώς η ενάγουσα και της επιθυμίας της να αποχωρήσει από την εργασία της, όπως ανέφερε σε μήνυμά της απευθυνόμενο στον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, η εναγόμενη της επέδωσε την από 20.12.2023 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης. Επομένως η σύμβαση εργασίας λύθηκε από την ενάγουσα, η οποία σταμάτησε να παρέχει την εργασία της από 15.12.2023 αφενός με τη δήλωσή της στον εκπρόσωπο της εναγομένης ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει να εργάζεται και αφετέρου από το γεγονός ότι αρκετές ημέρες πριν να επιδοθεί σε αυτήν η ανωτέρω αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης σταμάτησε να εργάζεται. Επομένως το αίτημα της ενάγουσας να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι η σύμβαση λύθηκε με την οικειοθελή αποχώρησή της και επομένως η εναγομένη δεν κατέστη υπερήμερη και δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα εργαζόταν 8 ώρες περίπου την ημέρα και τις Κυριακές, ήτοι περισσότερες από το συμφωνημένο ωράριο εργασίας της παρέχοντας υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση. Επομένως κατά τη χρονική διάρκεια απασχόλησής της στην εναγομένη δικαιούται για συνολική υπερεργασία την εβδομάδα με καταβαλλόμενο ωρομίσθιο 5,57 ευρώ για 192 ώρες, το ποσό των 1.283,32 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη του μήνα τον οποίο αφορούν. Η ενάγουσα εργάστηκε και Κυριακές, όπως συνομολογεί η εναγόμενη και επομένως δικαιούται για 23 Κυριακές με το νόμιμο ημερομίσθιο 31,20 ευρώ το ποσό των 538,20 ευρώ με το νόμιμο τόκο από το τέλος εκάστου μηνός για κάθε κονδύλιο. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα, η οποία δεν έλαβε την ημερήσια εβδομαδιαία ανάπαυση δικαιούται για τις ανωτέρω Κυριακές που απασχολήθηκε το ποσό των 717,60 ευρώ, για τις αργίες που εργάστηκε στις 15 Αυγούστου και 28 Οκτωβρίου δικαιούται το ποσό των 46,80 ευρώ και για τις ώρες που τελούσε σε ετοιμότητα για εργασία, για μια ώρα την ημέρα και συνολικά για 162 ώρες, δικαιούται το ποσό των 902,34 ευρώ, με το νόμιμο τόκο τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα τις δεδουλευμένες αποδοχές Δεκεμβρίου 2023 ποσού 520,14 ευρώ, την αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων ποσού 716,74 ευρώ και επίδομα αδείας ποσού 342,12 ευρώ με το νόμιμο τόκο για τις αποδοχές από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα και για το επίδομα Χριστουγέννων και αδείας από την 1η Ιανουάριου και συνολικά η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 5.067,26 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα.
Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγοντας και η εκκαλουμένη απόφαση ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης της εκκαλούσας με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την υπό κρίση έφεση.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση.
Καταδικάζει την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6.4.2026 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ