ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός αποφάσεως 220/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2ο Τμήμα)
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις …………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και τον διακριτικό τίτλο «…………», που εδρεύει στη ………. Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, με ΑΦΜ …………, ως μη δικαιούχος διάδικος, δυνάμει του Ν. 5072/2023 και της υπ’ αριθ. 225/1/2024 πράξης της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, και διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………», με έδρα το …… Ιρλανδίας, δυνάμει του από 18/6/2021 ιδιωτικού συμφωνητικού διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ελένης Καλλέργη (Α.Μ Δ.Σ.Α ……….).
Των εφεσίβλητων: 1) ……….., 2) …………και 3) ……….. οι οποίοι παραστάθηκαν διά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Δήμητρας Καρπούζα (Α.Μ Δ.Σ.Α ……….), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Οι ανακόπτοντες και ήδη εφεσίβλητοι άσκησαν σε βάρος της καθ’ ής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 1/10/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………/2024 ανακοπή τους, με την οποία ζητούσαν την ακύρωση: α) της υπ’ αριθ. …../2024 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, β) της από 27/5/2024 επιταγής προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, γ) της υπ’ αριθ. …./2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ………… και δ) του υπ’ αριθ. ……/2024 αποσπάσματος της ως άνω έκθεσης κατάσχεσης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, συζήτησε την ως άνω ανακοπή στις 10/1/2025, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 515/2025 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την ανακοπή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως η καθ’ ής η ανακοπή άσκησε την από ………./2025 έφεση της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………./2025 και β) δικογράφου …………./2025, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 6/3/2025 έφεση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………../2025 και β) δικογράφου ………../2025, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 515/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, επί της από 1/10/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2024 ανακοπής των ανακοπτόντων και ήδη, εφεσίβλητων κατά της καθ’ ής η ανακοπή και ήδη, εκκαλούσας, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520, 591 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 7/3/2025, ήτοι εντός 30 ημερών από την επίδοση της απόφασης στην καθ’ ης η ανακοπή, που έλαβε χώρα στις 6/2/2025 (βλ. την υπ’ αριθ. ………/2025 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, . ……..) (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την διαδικασία περιουσιακών διαφορών, κατά την οποία δικάστηκε η πρωτόδικη υπόθεση (άρθρο 533, 591 παρ.7 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση ανακοπή, οι ανακόπτοντες ζητούν, για τους εκτιθέμενους στην ανακοπή λόγους, να ακυρωθούν: α) η υπ’ αριθ. ……/2024 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, β) η από 27/5/2024 επιταγή προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, γ) η υπ’ αριθ. ……../2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ………… και δ) το υπ’ αριθ. ………../2024 απόσπασμα της ως άνω έκθεσης κατάσχεσης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 515/2025 απόφαση του, έκανε δεκτή την ανακοπή, ακυρώνοντας τις ως άνω πράξεις εκτέλεσης. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση της, η εκκαλούσα προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση και παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η ανακοπή και να επικυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης.
Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 139 παρ. 1 ΚΠολΔ, «Όποιος ενεργεί την επίδοση συντάσσει έκθεση, η οποία εκτός από όσα απαιτεί το άρθρο 117, πρέπει να περιέχει και: α) την παραγγελία για επίδοση, β) σαφή καθορισμό του εγγράφου, που επιδόθηκε και των προσώπων, που αφορά, γ) μνεία της ημέρας και της ώρας της επίδοσης, δ) μνεία του προσώπου, στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και τον τρόπο που επιδόθηκε σε περίπτωση απουσίας ή άρνησης του παραλήπτη ή των προσώπων, που ορίζονται στα άρθρα 128 έως 135 και 138», ενώ, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου, «Όποιος ενεργεί την επίδοση σημειώνει επάνω στο επιδιδόμενο έγγραφο την ημέρα και την ώρα της επίδοσης και υπογράφει. Η σημείωση αυτή αποτελεί απόδειξη υπέρ εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση. Αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην έκθεση της επίδοσης και στη σημείωση υπερισχύει η έκθεση». Από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου, ερμηνευόμενη, σε συνδυασμό με εκείνη του δεύτερου εδαφίου της ίδιας παραγράφου και κατά τελολογική συστολή που υπαγορεύεται από το γεγονός ότι τα έννομα αποτελέσματα για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων συναρτώνται προς τη γνώση του ακριβούς χρόνου της επίδοσης, την οποία εκείνος προς τον οποίο γίνεται (η επίδοση) αντλεί επισήμως και ασφαλώς από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο επιδιδόμενο έγγραφο, η ύπαρξη της οποίας καθώς και το περιεχόμενό της εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, συνάγεται ότι σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ της ανωτέρω επισημείωσης και της έκθεσης του δικαστικού επιμελητή (αντίγραφο της οποίας δεν παραδίδεται στο λήπτη του εγγράφου), η χρονολογία της έκθεσης επίδοσης υπερισχύει έναντι εκείνης της επισημείωσης, μόνο εφόσον ωφελεί αυτόν προς τον οποίο έγινε η επίδοση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, ως βάση υπολογισμού της προθεσμίας πρέπει να λαμβάνεται η χρονολογία της επισημείωσης στο επιδιδόμενο έγγραφο, διότι μόνο έτσι διασφαλίζεται πλήρως η δυνατότητα του λήπτη του εγγράφου να ασκήσει παραδεκτά το υπό προθεσμία δικαίωμά του, το οποίο στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων και μέσων, κατοχυρώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ.1 εδάφ. α’ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υπό το φως των οποίων πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ο οικείος δικονομικός κανόνας (ΑΠ 670/2022, ΑΠ 958/2019, ΑΠ 539/2019, ΑΠ 878/2017, ΑΠ 736/2017, ΑΠ 124/2013, ΑΠ 831/2008, ΑΠ 1705/2005, Sakkoulas-Online). Η παράλειψη, δε, της σημείωσης αυτής μπορεί να καταστήσει άκυρη την επίδοση με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, όπως συμβαίνει, όταν η εν λόγω παράλειψη αποτέλεσε την αιτία δημιουργίας πλάνης στον παραλήπτη για το χρόνο έναρξης προθεσμίας διαδικαστικής πράξης, με αποτέλεσμα τη ματαίωση νόμιμης διαδικαστικής ενέργειας (ΑΠ 736/2017, ο.π και ΑΠ 670/2022, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση παράλειψης αναγραφής, εκ μέρους του δικαστικού επιμελητή, στην επισημείωσή του στο αντίγραφο του εγγράφου που επέδωσε, της ημέρας και της ώρας της επίδοσης, η γενομένη επίδοση δεν επιφέρει για τον προς ον η επίδοση την έναρξη της γνήσιας προθεσμίας άσκησης του ενδίκου μέσου).
Με τον πρώτο λόγο εφέσεως, η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε το εμπρόθεσμο της ασκήσεως της σωρευόμενης ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, δεχόμενη ότι αυτή έχει ασκηθεί προ πάσης επιδόσεως, λόγω ακυρότητας της επιδόσεως της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής. Από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, πλήρως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθ. ………./2024 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί σχετικής αίτησης της καθ’ ης η ανακοπή ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εταιρίας ειδικού σκοπού «……………..», οι ανακόπτοντες διατάχθηκαν να καταβάλουν στην καθ’ ης το ποσό των 126.156,72 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, ως οφειλή αυτών απορρέουσα από την υπ’ αριθ. ……../5-8-2005 σύμβαση στεγαστικού δανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………….», ως δανείστριας, των πρώτου και δεύτερης των ανακοπτόντων, ως πρωτοφειλετών, και της τρίτης των ανακοπτόντων, ως εγγυήτριας. Από την υπ’ αριθ. …………/29-5-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, …………. ., σε συνδυασμό με τις συνημμένες σε αυτήν, από 29/5/2024 απόδειξη παράδοσης δικογράφου στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Α.Τ. Νίκαιας και την από 29/5/2024 βεβαίωση αποστολής συστημένης επιστολής του υπαλλήλου του Ταχυδρομικού Πρακτορείου Ομονοίας (ως προς τον πρώτο ανακόπτοντα), την υπ’ αριθ. ……/29-5-2024 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, σε συνδυασμό με τις συνημμένες σε αυτήν, από 29/5/2024 απόδειξη παράδοσης δικογράφου στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Α.Τ. Νίκαιας και την από 29/5/2024 βεβαίωση αποστολής συστημένης επιστολής του υπαλλήλου του Ταχυδρομικού Πρακτορείου Ομονοίας (ως προς την δεύτερη ανακόπτουσα) και την υπ’ αριθ. ……/29-5-2024 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, σε συνδυασμό με τις συνημμένες σε αυτήν, από 29/5/2024 απόδειξη παράδοσης δικογράφου στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Α.Τ. Νίκαιας και την από 29/5/2024 βεβαίωση αποστολής συστημένης επιστολής του υπαλλήλου του Ταχυδρομικού Πρακτορείου Ομονοίας (ως προς την τρίτη ανακόπτουσα), προκύπτει ότι αντίγραφο του πρώτου απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, με την κάτωθι αυτού από 27/5/2024 επιταγή προς πληρωμή, επιδόθηκε σε έκαστο των ανακοπτόντων, διά θυροκόλλησης, κατ’ άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, στην κατοικία αυτών, λόγω απουσίας των ιδίων και των λοιπών αναφερόμενων στην εν λόγω διάταξη προσώπων, από την ως άνω κατοικία. Περαιτέρω, οι ανακόπτοντες άσκησαν τη σωρευόμενη στο υπό κρίση δικόγραφο ανακοπή τον άρθρου 632 ΚΠολΔ πέραν της, κατ’ άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ, προθεσμίας των δέκα πέντε (15) εργάσιμων ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα, έλαβε χώρα στις 29/5/2024, καθόσον η ανακοπή κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 2/10/2024 και επιδόθηκε στην καθ’ ης αυθημερόν (βλ. την υπ’ αριθ. ………../2-10-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ………). Ωστόσο, οι ανακόπτοντες, ισχυρίζονται ότι, κατά παράβαση του άρθρου 139 παρ. 3 ΚΠολΔ, παραλείφθηκε η επισημείωση, επί των τριών σωμάτων των επιδοθέντων ως άνω αντιγράφων του απογράφου και της κάτωθι αυτών επιταγής, της χρονολογίας και της ώρας επίδοσης, καθώς και του ονόματος και της υπογραφής του δικαστικού επιμελητή που ενήργησε αυτή. Ότι, εξαιτίας της εν λόγω παράλειψης, δημιουργήθηκε στους ίδιους πλάνη ως προς τον χρόνο έναρξης της προθεσμίας της ανακοπής, καθώς αυτοί αγνοούσαν πλήρως την ημερομηνία της επίδοσης, ενώ βρήκαν τυχαία τα επιδοθέντα αντίγραφα «πεταμένα» στην είσοδο του ακινήτου και ουδέποτε έλαβαν συστημένη επιστολή από ταχυδρομείο. Ότι, ακόμη, οι ίδιοι έλαβαν γνώση των παραπάνω εκθέσεων επίδοσης, με την επίδοση της από 22/7/2024 κατασχετήριας έκθεσης. Ότι, ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, οι ανακόπτοντες υπέστησαν δικονομική βλάβη, καθώς απώλεσαν την προθεσμία άσκησης ανακοπής κατά της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Πράγματι, όπως αποδεικνύεται από τα, προσκομιζόμενα από τούς ανακόπτοντες, επιδοθέντα αντίγραφα του πρώτου απογράφου εκτελεστού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής μετά της επιταγής προς πληρωμή, ο προαναφερθείς δικαστικός επιμελητής παρέλειψε να αναγράψει επ’ αυτών την ημερομηνία και την ώρα της επίδοσης, όπως και να θέσει το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή αυτού, με αποτέλεσμα τη δημιουργία πλάνης στους ανακόπτοντες ως προς τον χρόνο της γενόμενης επίδοσης. Εξάλλου, εξ οιουδήποτε αποδεικτικού μέσου δεν αποδεικνύεται ότε οι ανακόπτοντες έλαβαν γνώση της ημερομηνίας της γενόμενης επίδοσης με έτερο τρόπο. Συνεπώς, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, δεδομένου ότι η παράλειψη τήρησης των διατυπώσεων του άρθρου 139 παρ. 3 ΚΠολΔ, επέφερε στους ανακόπτοντες δικονομική βλάβη, λόγω της απώλειας της δικονομικής προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, που δεν μπορεί να θεραπευθεί διαφορετικά, παρά μόνον με την κήρυξη ακυρότητας, η γενόμενη ως άνω επίδοση, κατ’ άρθρο 159 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, τυγχάνει άκυρη. Ως εκ τούτου, δοθέντος ότι δεν εκκίνησε η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, με την έγκυρη επίδοση αυτής, η σωρευόμενη ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ έχει ασκηθεί προ πάσης επίδοσης, ήτοι εμπρόθεσμα. Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο το εμπρόθεσμο της άσκησης της σωρευόμενης ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, απορριπτομένου παράλληλα του πρώτου λόγου εφέσεως. Ας σημειωθεί ότι η ακυρότητα της ως άνω επίδοσης, προβάλλεται ως πρώτος λόγος της υπό κρίση ανακοπής, όχι μόνο για να δικαιολογηθεί το εμπρόθεσμο της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ αλλά και ως λόγος ακυρότητας της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής και των ως άνω πράξεων εκτέλεσης. Ως προς το σκέλος του αυτό, ο πρώτος λόγος ανακοπής κρίνεται απορριπτέος, αφού η ανεπανόρθωτη βλάβη των ανακοπτόντων, η οποία είναι αναγκαίος όρος για την ακυρότητα σε περίπτωση ελλαττωματικών επιδόσεων, όπως οι εν προκειμένω (και σε αντίθεση με τις ανυπόστατες επιδόσεις όπου δεν είναι αναγκαία η συνδρομή βλάβης), περιορίζεται μόνο στην απώλεια της προθεσμίας άσκησης της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, αφού κατά τα λοιπά οι ανακόπτοντες έλαβαν πλήρη και νομότυπη γνώση των καθ’ ων η ανακοπή εγγράφων της εκτελεστικής διαδικασίας.
Β. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 924 παρ. 1 ΚΠολΔ, η επιταγή ως πρώτη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης και συνάμα της προδικασίας της, πρέπει απαραίτητα να επιδίδεται στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου (δανειστή), ο οποίος δεν αναφέρεται στον εκτελεστό τίτλο και δικαιούται κατ’ άρθρα 919 παρ. 1 ΚΠολΔ ή άλλη ειδική διάταξη να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση, υποχρεούται για το έγκυρο της αναγκαστικής εκτέλεσης που ενεργείται απ’ αυτόν, να κοινοποιήσει στον καθ’ ου η εκτέλεση νέα επιταγή, ακόμη και αν έχει κοινοποιηθεί προηγουμένως επιταγή από τον αναφερόμενο στον εκτελεστό τίτλο αρχικό δικαιούχο, καθώς και τα νομιμοποιητικά της διαδοχής του έγγραφα, είτε αυτά είναι δημόσια, είτε ιδιωτικά, τόσο για την έναρξη όσο και για τη συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η υποχρέωση αυτή είναι ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν ο καθ’ ου η εκτέλεση γνωρίζει για την επελθούσα διαδοχή. Απαιτείται δε η επίδοση ολοκλήρων των εγγράφων και όχι αποσπασμάτων. Αυτά πρέπει να κοινοποιούνται ως πρωτότυπα επίσημα έγγραφα, μη αρκούσης, της απλής μνείας τούτων στην επιταγή. Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου «δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση» είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας. Τυχόν ακυρότητα της επιταγής που επέδωσε ο αρχικός δικαιούχος δεν επιδρά στο κύρος της νέας επιταγής, η οποία έχει αυτοτέλεια έναντι της προηγούμενης. Παρά τα ανωτέρω, στην περίπτωση της διαδοχής του δικαιούχου λόγω σύμβασης μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων τραπεζικών απαιτήσεων κατά τους ορισμούς των Ν. 4354/2015 και 3156/2003, με δεδομένη τη συνθετότητα και την έκταση των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων και εν συνεχεία η ανάθεση της διαχείρισης αυτών, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ολόκληρων των σχετικών συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, στείρα τυπολατρική και παρεμβάλει σοβαρά εμπόδια στην εκτελεστική διαδικασία, παρεμποδίζοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση σε αυτήν των δανειστών. Η αναγκαστική εκτέλεση θέτει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που να εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ’ ανάγκη λοιπόν, θα πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνα τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της μεταβίβασης και στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 345/2006, Sakkoulas-Online). Καθώς δε τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων από την καταχώριση της κάθε σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000, είναι προφανές ότι και η νομιμοποίηση της εταιρίας που αναλαμβάνει τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων αρχίζει ακριβώς από τότε. Άρα, τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα και πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή. Όλα τα υπόλοιπα, όση σπουδαιότητα και σοβαρότητα αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ’ εαυτήν, δεν παύουν να αποτελούν στοιχεία, που αφορούν στις εσωτερικές σχέσεις των εταιρειών. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την εταιρεία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 3 Ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίστηκε με την υπ’ αριθ. 161/337/2003 (ήδη ΥΑ 207/2020) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων απ’ όπου φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 2088/2025, ΕφΘεσσ 177/2022, ΕφΠειρ 574/2020, ΕφΑιγ 125/2022, Sakkoulas-Online, Π. Γιαννόπουλος, Η Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις ως μη δικαιούχος διάδικος στη διαγνωστική δίκη και στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, Αρμ 2019/233 επ., Ν.Κατηφόρης σχόλιο κάτωθι ΜΠρΝαξ 57/2020, ΕΠολΔ 2020 σελ. 432 επ.).
Με τον δεύτερο λόγο εφέσεως, η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τον τρίτο λόγο ανακοπής και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις, δεχόμενη ότι από τα έγγραφα, τα οποία προσκομίστηκαν από την καθ’ ης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η ανάληψη της διαχείρισης της επίδικης απαίτησης εκ μέρους της καθ’ ης. Ειδικότερα η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι «… η καθ’ ης, στην παραπάνω αίτησή της, δεν εξέθετε ότι λύθηκε η ως άνω προγενέστερη, από 30/4/2020, σύμβαση διαχείρισης, μεταξύ της ίδιας εταιρίας ειδικού σκοπού και της εταιρίας με την επωνυμία «……………..», ούτε επικαλέσθηκε έγγραφο συμφωνητικό λύσης αυτής (το οποίο, μάλιστα, έπρεπε να καταχωρηθεί στο οικείο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών), ώστε να επακολουθήσει η κατάρτιση της νεότερης σύμβασης διαχείρισης μεταξύ της εταιρίας ειδικού σκοπού και της καθ’ ης …, σύμφωνα με τους βάσιμους ισχυρισμούς των ανακοπτόντων στον υπό κρίση λόγο ανακοπής τούς. Επιπρόσθετα δε, από την προσκομισθείσα, κατά την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής, περίληψη της από 10/4/2023 σύμβασης διαχείρισης, που δημοσιεύθηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτ. …../11-4-2023, προκύπτει ότι το υπ’ αριθμ. πρωτ. …./30-4-2020 έντυπο δημοσίευσης της αρχικής σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, με αρ. πρωτ. …../30-4-2020, τροποποιήθηκε διαδοχικά με την καταχώρηση μεταβολών/προσθηκών, ήτοι με τα έντυπα δημοσίευσης υπ’ αριθμ. πρωτ. …/26-11-2020, …../1-12-2020, …/2-2-2021, …/20-4-2021, …./19-5-2022, και …./21-11-2022, γεγονός που επιτείνει, ενόψει και της μη αναφοράς περί λύσης της αρχικής σύμβασης διαχείρισης, την ασάφεια ως προς την έκταση της εξουσίας διαχείρισης της καθ’ ης και συγκεκριμένα εάν σε αυτή εμπίπτει η ένδικη σύμβαση δανείου.»
Από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, πλήρως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθ. …………../5-8-2005 σύμβασης στεγαστικού δανείου, πού συνήφθη μεταξύ της …….. ως δανείστριας, των πρώτου και δεύτερης των ανακοπτόντων, ως πρωτοφειλετών, και της τρίτης των ανακοπτόντων, ως εγγυήτριας, χορηγήθηκε στον πρώτο και δεύτερη εξ αυτών στεγαστικό δάνειο, συνολικού ποσού 100.000 ευρώ, υπό τους αναγραφόμενους στην ως άνω σύμβαση όρους. Περαιτέρω, στις 24/5/2021, η εταιρία ειδικού σκοπού «……………….» εκπροσωπούμενη από την «…………….», κοινοποίησε στους ανακόπτοντες την από 20/5/2021 εξώδικη δήλωση, δυνάμει της οποίας κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση και κάλεσε τους ανακόπτοντες να εξοφλήσουν την οφειλή τους, ανερχόμενη, στις 23/3/2021, στο συνολικό ποσό των 126.156,72 ευρώ. Ακολούθως, σε συνέχεια της από 27/2/2024 αίτησης της καθ’ ης, ενεργούσας επ’ ονόματι και για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας ειδικού σκοπού, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……/2024 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία οι ανακόπτοντες διατάχθηκαν να καταβάλουν στην αιτούσα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 126.156,72 ευρώ, μετά τόκων και εξόδων. Περαιτέρω, όσον αφορά την ενεργητική νομιμοποίησή της καθ’ ης, υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει της από 30/4/2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθμό πρωτ. …../30-4-2020, στον τόμο …. και αύξοντα αριθμό …., όπως τροποποιήθηκε με την από 20/4/2021 με αριθ. πρωτ. …../20-4-2021 σύμβαση, που καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό …., η «………..» πώλησε και μεταβίβασε απαιτήσεις της στην «……………», κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 8 και 10 Ν. 3156/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 Ν. 2844/2000, η τελευταία δε εταιρία κατέστη ειδική διάδοχος της αρχικής δανείστριας των εν λόγω απαιτήσεων. Ότι, ταυτόχρονα, η ως άνω εταιρία ειδικού σκοπού ανέθεσε στην «…………..» τη διαχείριση απαιτήσεών της, σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 10 Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 30/4/2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στις 30/4/2020, με αριθμό πρωτ. ……/30-4-2020, στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό ….., όπως τροποποιήθηκε με την από 20/4/2021 με αριθμό πρωτ. …./20-4-2021 σύμβαση, που καταχωρήθηκε στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό ……, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16 Ν. 3156/2003 και του υπ’ αριθ. ………./30-4-2020 ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών …………. Ότι, εν συνεχεία, στις 16/4/2021 εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. η διάσπαση της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….» με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. …. και ΑΦΜ ….. (εφεξής «η διασπώμενη»), με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας της διασπώμενης και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………..» και τον διακριτικό τίτλο «………..», με έδρα την Αθήνα, με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ….. και ΑΦΜ …. (εφεξής «η επωφελούμενη»), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 Ν. 2515/1997, την παρ. 3 του άρθρου 54, την παρ. 3 του άρθρου 57 και των άρθρων 59 έως 74 και 140 Ν. 4601/2019, ως ισχύουν, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθ. …………./7-4-2021 πράξη διάσπασης του συμβολαιογράφου Αθηνών ………, η εν λόγω δε διάσπαση εγκρίθηκε με την υπ’ αριθ. πρωτ. …… απόφαση της Διεύθυνσης εταιριών του Υπουργείου Ανάπτυξης, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσιεύθηκε στα στοιχεία της διασπώμενης και της επωφελούμενης με τις υπ’ αριθ. πρωτ. …… και …. ανακοινώσεις, αντίστοιχα. Ότι, από τη δημοσίευση της εγκριτικής απόφασης της διάσπασης με απόσχιση κλάδου στο Γ.Ε.ΜΗ. στις 16/4/2021, η επωφελούμενη υπεισήλθε αυτοδικαίως ως καθολική διάδοχος της διασπώμενης, στα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία της διάσπασης και εν γένει σε κάθε δικαίωμα ή υποχρέωση ή έννομη σχέση ή δραστηριότητα που αφορά τον ανωτέρω κλάδο. Ότι, περαιτέρω, στις 18/6/2021, η ως άνω εταιρία ειδικού σκοπού ανέθεσε στην καθ’ ης η ανακοπή, ως εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, τη διαχείριση των εν θέματι απαιτήσεων, σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 10 Ν. 3156/2003 και δυνάμει της από 18/6/2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στις 22/6/2021 με αριθμό πρωτ. …/22-6-2021 στον τόμο …. και αύξοντα αριθμό ….., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16 του Ν. 3156/2003 και του υπ’ αριθ. ……../15-6-2021 ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ………. Ότι, τέλος, δυνάμει της από 10/4/2023 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία τον Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στις 11/4/2023, με αριθμό πρωτοκόλλου ……/11-4-2023 στον τόμο ….. με αύξοντα αριθμό …, συμπληρώθηκε η από 18/6/2021 περίληψη της σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης ως προς τις εξουσίες του διαχειριστή απαιτήσεων. Συνεπώς, η καθ’ ης τυγχάνει διαχειρίστρια των απαιτήσεων της ως άνω εταιρίας ειδικού σκοπού, στο όνομα και για λογαριασμό της οποίας ενεργεί, σε αυτές δε τις απαιτήσεις περιλαμβάνεται και η απαίτηση έναντι των ανακοπτόντων από την προαναφερθείσα σύμβαση δανείου. Προσκόμισε δε κατά την κατάθεση της ως άνω αίτησης, τα εξής έγγραφα για την απόδειξη της ενεργητικής της νομιμοποίησης: 1) την υπ’ αριθ. πρωτ. …../30-4-2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος …., αριθμός …), περίληψης της από 30-4-2020 σύμβασης εκχώρησης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, 2) την υπ’ αριθ. πρωτ. …/30-4-2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος …. αριθ. …) περίληψης της από 30-4-2020 σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, 3) ακριβές αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών αποσπάσματος των στοιχείων των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που επισυνάφθηκαν ως παράρτημα στην υπ’ αριθ. πρωτ. …../30-4-2020 περίληψη, για την απόδειξη της εκχώρησης των απαιτήσεων εκ της υπ’ αριθ. ……/5-8-2005 σύμβασης στεγαστικού δανείου, 4) το υπ’ αριθ. …./30-4-2020 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ………….., 5) την υπ’ αριθ. …../16-4-2021 απόφαση της Διεύθυνσης Εταιριών του Υπουργείου Ανάπτυξης περί έγκρισης της διάσπασης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………», δι’ απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της με σύσταση νέας εταιρίας -πιστωτικού ιδρύματος, καθώς και το καταστατικό της επωφελούμενης εταιρίας, 6) την υπ’ αριθ. πρωτ. …../16-4-2021 ανακοίνωση της Διεύθυνσης Εταιριών του Υπουργείου Ανάπτυξης καταχώρισης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο και δημοσίευσης στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ. στοιχείων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….», 7) την υπ’ αριθ. πρωτ. …../16-4-2021 ανακοίνωση της Διεύθυνσης Εταιριών του Υπουργείου Ανάπτυξης καταχώρισης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο και δημοσίευσης στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ. στοιχείων της νεοσυσταθείσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», 8) την υπ’ αριθ. πρωτ. ………../2-10-2020 ανακοίνωση της Διεύθυνσης Εταιριών του Υπουργείου Ανάπτυξης καταχώρισης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο και δημοσίευσης στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ. στοιχείων της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………», 9) την υπ’ αριθ. πρωτ. …/20-4-2021 δημοσίευση στα Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος … αριθ. …), 10) την υπ’ αριθ. πρωτ. …/20-4-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος … αριθ. …), 11) το υπ’ αριθ. …./19-4-2021 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ………, 12) το από 10/4/2023 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης απαιτήσεων (περίληψη της σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης) διά του οποίου η εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………» «ανέθεσε τη διαχείριση των απαιτήσεών της στην καθ’ ης εταιρία, 13) την υπ’ αριθ. πρωτ. …./11-4-2023 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος …., αριθ. ….), περίληψης της μεταβολής στην υπ’ αριθ. πρωτ. …../22-6-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος …., αριθ. ….), 14) το υπ’ αριθ. …./15-6-2021 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ……. και 15) το υπ’ αριθ. …./17-6-2021 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ……… Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι στους ανακόπτοντες συγκοινοποιήθηκαν όλα τα αναγκαία έγγραφα, κατ’ άρθρο 925 παρ.1 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, που αποδεικνύουν την ιδιότητα της εκκαλούσας ως εκπροσώπου της ειδικής διαδόχου της αρχικής δικαιούχου και νομιμοποιούμενης να επισπεύσει την ένδικη αναγκαστική εκτέλεση και ότι αυτή νόμιμα ενήργησε. Σύμφωνα δε και με τις διατάξεις του άρθρου 115 Ν. 5072/2023, για την απόδειξη της διαχειριστικής αρμοδιότητας αρκεί η προσκόμιση των εγγράφων που καταχωρούνται στο αρμόδιο Ενεχυροφυλακείο και συγκεκριμένα η προσκόμιση της δημοσιευμένης περίληψης της σύμβασης πώλησης, του αποσπάσματος των στοιχείων των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που επισυνάφθηκαν ως Παράρτημα στην σύμβαση μεταβίβασης και της δημοσιευμένης περίληψης της σύμβασης διαχείρισης, τα οποία στην προκειμένη περίπτωση προσκομίστηκαν άπαντα προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να είναι απαραίτητη ούτε η προσκόμιση άλλων εγγράφων ούτε η ειδική μνεία στην σύμβαση διαχείρισης της επίδικης σύμβασης δανείου, η οποία σε κάθε περίπτωση συμπεριλαμβανόταν στο επισυναπτόμενο στην σύμβαση μεταβίβασης παράρτημα. Επομένως δεν ήταν απαραίτητη προς απόδειξη της διαχειριστικής αρμοδιότητας της καθ’ ής να προσκομιστεί η λύση της σύμβασης διαχείρισης που είχε συναφθεί μεταξύ της εταιρείας «…………….» και της «………….», αφού προσκομίστηκαν τα ανωτέρω έγγραφα, που ήταν και τα μόνα αναγκαία κατά νόμο και από τα οποία προέκυπτε η ανάθεση στην καθ’ ης της διαχείρισης του συνόλου των απαιτήσεων της ως άνω εταιρείας ειδικού σκοπού. Σε κάθε δε περίπτωση, η λύση έχει συντελεστεί με την από 18.6.2021 πράξη απαλλαγής και λύσης, περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε με την υπ’ αριθ. πρωτ. …./22.6.2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Περαιτέρω, οι αναφερόμενες στην με αριθμόν πρωτ. …/11-4-2023 δημοσίευση, στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος …, αριθ. …..), περίληψης της μεταβολής της σύμβασης διαχείρισης, τροποποιήσεις του, επισυναφθέντος στην με αριθ. πρωτ. ……/30.4.2020 δημοσίευση, παραρτήματος με τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις, είναι προφανές ότι δεν αφορούν την ένδικη απαίτηση, η οποία μεταβιβάστηκε με την από 30.4.2020 σύμβαση μεταβίβασης και δεν έχει επανεκχωρηθεί, αλλά απαιτήσεις τρίτων προσώπων. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν προσκομίστηκαν οι δημοσιεύσεις των τροποποιήσεων αυτών, αλλά η με αριθμό πρωτοκόλλου ……./30.4.2020 δημοσίευση, που αφορούσε την ένδικη απαίτηση. Σε περίπτωση δε που οι ανακόπτοντες ήθελαν να αμφισβητήσουν ότι η δικαιούχος της ένδικης απαίτησης παραμένει η εταιρεία ειδικού σκοπού, όφειλαν και μπορούσαν να ανατρέξουν στο περιεχόμενο των τροποποιήσεων αυτών, που είναι καταχωρισμένες στο Ενεχυροφυλακείο και προσβάσιμες στον καθένα που επιθυμεί να δει το περιεχόμενο αυτών ή να λάβει αντίγραφο αυτών. Κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος εφέσεως, να κριθεί απορριπτέος ο τρίτος λόγος ανακοπής, αφού έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκανε αυτόν δεκτό, να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο στην ουσία, ως προς τους λοιπούς λόγους της ανακοπής, ενώ πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του νομίμου παραβόλου της έφεσης, στην εκκαλούσα λόγω της νίκης της (άρθρο 495 περ. 3 τελ.παρ. εδαφ.γ ΚΠολΔ).
Γ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3156/2003 “Ομολογιακά δάνεια, Τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα κλπ”, για τους σκοπούς του νόμου αυτού, τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Ως “ιδιωτική τοποθέτηση” θεωρείται η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. “Μεταβιβάζων”, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και “αποκτών” μόνο νομικό πρόσωπο – ανώνυμη εταιρία – με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρία Ειδικού Σκοπού, σύμφωνα με την ορολογία που έχει επικρατήσει διεθνώς). Η εταιρία καταβάλλει το τίμημα και “τιτλοποιεί” τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα, “ομολογίες”, ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 ευρώ η κάθε μία (βλ. παρ. 5 του άρθρου αυτού). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρίας προς μια άλλη εταιρία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου, το οποίο η λήπτρια εταιρία εκδίδει για το σκοπό αυτό και το διαθέτει σε τρίτους (επενδυτές) και στη συνέχεια με το αντίτιμο των ομολόγων εξοφλεί το τίμημα της αγοράς. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 6). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000 (παρ. 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης και η μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (παρ. 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 8 του ιδίου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παρ. 1. Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161337/30-10-2003, ΦΕΚ Β’ 1688/2003 υπουργική απόφαση και ήδη με την 20783/09-11-2020, ΦΕΚ Β’ 4944/09-11-2020 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακεία δε, έως την ίδρυση τους με Π.Δ, ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Συνοπτικώς, τα στοιχεία που περιέχονται στο άνω έντυπο με την προκαθορισμένη μορφή είναι: α) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, β) οι όροι της σύμβασης (λ.χ. νόμισμα και ποσό του τιμήματος της αγοράς), γ) ο τύπος των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δ) το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ε) τα στοιχεία των οφειλετών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Περαιτέρω, ο ως άνω νόμος προβλέπει ότι επί μιας τέτοιας μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από Τράπεζα σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού είναι δυνατό να ανατεθεί, με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως και σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 (παρ. 16), η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες, σύμφωνα με το σκοπό του, στον Ευρωπαϊκό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού (απόκτησης) δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διαχειριστή (παρ. 14). Εξάλλου, με τον Ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ”, εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα οι “εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις” (ΕΑΑΔΠ) και οι “εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις” (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Αμφότερα τα συμβατικά μορφώματα υπόκεινται σε σοβαρούς περιορισμούς, ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενό τους, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 του άνω Ν. 4354/2015. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 β του Ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4643/2019, η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια, που έχουν χορηγήσει ή χορηγούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, όπως και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, πλην της περίπτωσης δ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014, μπορεί να λάβει χώρα μόνο λόγω πώλησης, δυνάμει σχετικής έγγραφης συμφωνίας, σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 3, προς τους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά, ήτοι: αα) Ανώνυμες εταιρίες που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, εδρεύουν στην Ελλάδα και καταχωρίζονται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), ββ) Εταιρίες που έχουν έδρα στον Ευρωπαϊκό Χώρο, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γγ) Εταιρίες που έχουν έδρα σε τρίτες χώρες, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας, οι οποίες έχουν διακριτική ευχέρεια να εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, υπό την προϋπόθεση ότι η έδρα τους δεν βρίσκεται σε κράτος που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς ή σε μη συνεργάσιμο κράτος. Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 4354/2015, στη σύμβαση μεταβίβασης (πώλησης) απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια που έχουν χορηγήσει πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να είναι, ως πωλητές μόνον πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα και ως αγοραστές μόνον ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 α του ως άνω Ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 4643/2019, η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς και των απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, εκτός των αναφερόμενων στην περίπτωση δ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014, ανατίθεται στους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά ήτοι: αα) σε ανώνυμες εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, υπό την επιφύλαξη της παρ. 20, που εδρεύουν στην Ελλάδα και ββ) σε εταιρίες που εδρεύουν σε κράτος – μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, με την προϋπόθεση ότι έχουν εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, με σκοπό τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων της Οδηγίας 2013/36 (EEL 176/338/27-6-2013), καθώς και της Οδηγίας 2004/39 (EEL 145/2004) και της περίπτωσης δ’ της παρούσας παραγράφου. Δηλαδή, στη σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) και αφετέρου ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις). Εξάλλου, οι ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) είναι ανώνυμες εταιρίες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα, λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εποπτεύονται, για τη συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου από την Τράπεζα της Ελλάδος (άρθρο 1 παρ. 1 περ. α’, όπως το δεύτερο εδάφιο της περ. α’ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 1 του Ν. 4549/2018). Αντικείμενο της δραστηριότητάς τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα (καθώς και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας) (άρθρο 1 παρ. α’), οι οποίες (απαιτήσεις) μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες είτε ενήμερες. Περαιτέρω, το άρθρο 2 παρ. 1 – 3 του Ν. 4354/2015, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 70 του Ν. 4389/2016, προβλέπει ότι στις Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (περίπτωση δ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της, καθόσον, αφενός μεν εξουσιοδοτών (αναθέτων την διαχείριση) μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις), αφετέρου δε διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον ΕΔΑΔΠ (Εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) που έχει λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος (1 παρ. 1α Ν. 4354/2015). Επίσης, η πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ρυθμίζεται στο άρθρο 3 του Ν. 4354/2015, και μπορεί να γίνει μόνον προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) ή ανάλογη αλλοδαπή εταιρεία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 β’ περ. ββ και γγ Ν. 4354/2015) και διέπονται (όπως και στις περιπτώσεις της μεταβίβασης απαιτήσεων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων), η μεν πώληση από τις διατάξεις του άρθρου 513 επομ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επομ. ΑΚ (άρθρο 3 παρ. 1). Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 4354/2015, η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων προς τις Ε.Δ.Α.Δ.Π (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και περιλαμβάνει, κατ’ ελάχιστο περιεχόμενο, τα ακόλουθα: (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, (β) τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871 – 872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ’ αριθ. 116/25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 4224/2013 και (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ του Ν. 4354/2015, η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή, μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά τον παρόντα νόμο από την Τράπεζα της Ελλάδος, τα δε δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες, λόγω πώλησης, απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του Ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης. Αμφότεροι οι ως άνω νόμοι 3156/2003 και 4354/2015 έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής, καθώς και οι δύο καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την μεταβίβαση – πώληση των απαιτήσεων (ειδικά δε στην περίπτωση του Ν. 4354/2015 των τραπεζικών) από τους φορείς τους προς τρίτους, με τη διαφοροποίηση ότι στην περίπτωση του Ν. 3156/2003, μετά την πώληση ακολουθεί το στάδιο τη έκδοσης ομολογιών (της τιτλοποίησης) και ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών από εταιρείες διαχείρισης, ωστόσο ο Ν. 4354/2015 περιέχει πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο για το καθεστώς λειτουργίας των εταιρειών διαχείρισης, τόσο στο πεδίο του ουσιαστικού, όσο και στο πεδίο του δικονομικού δικαίου. Όπως προεκτέθηκε, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση σύμφωνα με το Ν. 3156/2003, στο άρθρο 10 παρ. 14 αυτού ορίζεται ότι η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται συμβατικά σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, στον ίδιο τον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο – εγγυητή με τις προϋποθέσεις που ειδικότερα ορίζονται σ’ αυτή. Με τη διάταξη αυτή δεν παρέχεται ρητά στην εταιρεία διαχείρισης, η οποία, συμβαλλόμενη με την εταιρεία απόκτησης, αποκτά κατά το ουσιαστικό δίκαιο την εξουσία είσπραξης αλλότριας απαίτησης (ήτοι απαίτησης της εταιρείας απόκτησης), και η δικονομική εξουσία να εγείρει αγωγή και κάθε άλλο ένδικο βοήθημα για την είσπραξή της, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομά της, όπως ρητά προβλέπεται τούτο για τις εταιρείες διαχείρισης στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015, δυνάμει της οποίας ο νομοθέτης εξόπλισε τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, στις οποίες ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων, με βάση το νόμο αυτό, και με τη δικονομική εξουσία να ενεργούν, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, στο όνομά τους, το σύνολο των αναγκαίων δικαστικών, αλλά και εξώδικων ενεργειών, προς είσπραξη των υπό την διαχείρισή τους απαιτήσεων. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 εξαιρετική νομιμοποίηση της εταιρείας διαχείρισης ως μη δικαιούχου διαδίκου, διευκολύνει τις εταιρείες απόκτησης, οι οποίες συνήθως έχουν έδρα στην αλλοδαπή, καθώς απαλλάσσονται από το βάρος της διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών και της επιμέλειας της δικαστικής επιδίωξής τους, αφού αυτή ασκείται αποκλειστικά από τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (άρθρο 1 στοιχ. γ Ν. 4354/2015), χωρίς να βλάπτει τα ουσιαστικά δικαιώματα των δανειοληπτών – καταναλωτών, οι οποίοι ασκούν τα δικαιώματά τους ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων κατά εταιρειών, οι οποίες έχουν λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, που έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και οι οποίες εδρεύουν στην Ελλάδα και λειτουργούν εντός ενός συγκεκριμένου αυστηρού νομικού καθεστώτος εποπτευόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ενόψει αυτών είναι ερευνητέο, αν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων του Ν. 4354/2015 απολαμβάνουν την προβλεπόμενη από το νόμο αυτό εξαιρετική νομιμοποίηση ως μη δικαιούχοι διάδικοι και στην περίπτωση που τους έχει ανατεθεί η διαχείριση απαιτήσεων με το καθεστώς του Ν. 3156/2003, μολονότι τέτοια νομιμοποίηση δεν θεσπίζεται ρητά με το Ν. 3156/2003. Στην ελληνική έννομη τάξη η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση προϋποθέτει ειδική νομοθετική ρύθμιση, η οποία απονέμει στο πρόσωπο την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, όπως λ.χ συμβαίνει με το σύνδικο της πτώχευσης, τον εκτελεστή διαθήκης, τον εκκαθαριστή κληρονομίας, τον αναγκαστικό διαχειριστή, τον Εισαγγελέα στη δίκη ακύρωσης του γάμου κλπ. Ωστόσο, η πρόβλεψη μιας περίπτωσης εξαιρετικής νομιμοποίησης από το νομοθέτη δεν απαιτεί πανηγυρική διατύπωση ότι πρόκειται για μη δικαιούχο ή μη υπόχρεο διάδικο, εφόσον από την τελολογική ερμηνεία της εφαρμοστέας διάταξης, σύμφωνα με την οποία μεταξύ των περισσοτέρων δυνατών νοημάτων, που καλύπτονται από το γράμμα του ερμηνευόμενου κανόνα δικαίου πρέπει να αναζητείται εκείνο που επιτυγχάνει την πληρέστερη πραγμάτωση του ρυθμιστικού σκοπού του, δηλαδή την πληρέστερη διασφάλιση της αξιολογικής στάθμισης των εκατέρωθεν συμφερόντων, προκύπτει ότι ο σκοπός του νομοθέτη είναι να εξοπλίσει το πρόσωπο, που νομιμοποιείται προς είσπραξη μιας απαίτησης τρίτου κατά το ουσιαστικό δίκαιο και με τη δικονομική εξουσία να ενεργεί κάθε αναγκαία για την είσπραξή της διαδικαστική πράξη και ενέργεια με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Προς τούτο συγκλίνει και η αντικειμενική θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο ερμηνευτής ενός κανόνα δικαίου αναζητεί το αντικειμενικό νόημα του νόμου, δηλαδή την ενυπάρχουσα στον κανόνα δικαίου λογική, έτσι ώστε αυτός, ενόψει του όλου συστήματος δικαίου, των υφισταμένων συνθηκών και των αντιμαχομένων συμφερόντων και αναγκών να μπορεί να επιτελέσει τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε. Ο νομοθέτης, στο άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 ρύθμισε ρητά το ειδικό δικονομικό καθεστώς των εταιρειών διαχείρισης, απονέμοντας σ’ αυτές την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Ωστόσο, αυτές οι εταιρείες διαχείρισης υπάγονται σε μια ευρύτερη κατηγορία εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, όπως είναι και εκείνες του Ν. 3156/2003. Ως εκ τούτου η διαφορετική αντιμετώπιση των εταιρειών διαχείρισης του Ν. 3156/2003 από εκείνες του Ν. 4354/2015 θα έχει ως συνέπεια λογική ανακολουθία στο εσωτερικό σύστημα του νόμου. Αυτό, άλλωστε, συνάγεται και από τη συστηματική ερμηνεία των ως άνω κανόνων δικαίου, οι οποίοι παρουσιάζουν νοηματική και λειτουργική συνοχή μεταξύ τους, αφού και οι δύο ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη απαιτήσεων τρίτων. Γι’ αυτό οι ανωτέρω δύο νόμοι θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να βρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους, ανεξαρτήτως αν η απόκτηση των απαιτήσεων από τις εταιρείες ειδικού σκοπού έγινε με τη διαδικασία της τιτλοποίησης και εκχώρησης βάσει του Ν. 3156/2003 ή με τη διαδικασία της πώλησης βάσει του Ν. 4354/2015. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 δ του Ν. 4354/2015 ορίζεται ότι οι διατάξεις του δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3156/2003, ενώ και στην αιτιολογική έκθεση αυτού σημειώνεται ότι παρέχονται στα πιστωτικά ιδρύματα τα θεσμικά εργαλεία αξιοποίησης του χαρτοφυλακίου τους, καθώς θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν είτε την εφαρμογή του νόμου περί τιτλοποίησης απαιτήσεων (Ν. 3156/2003) είτε το θεσμικό πλαίσιο που προκρίνεται με το Ν. 4354/2015). Η προβλεπόμενη με την πιο πάνω διάταξη παράλληλη εφαρμογή των δύο νομοθετημάτων αναφέρεται στη διαδικασία μεταβίβασης των απαιτήσεων και σκοπεύει να διευκολύνει τις συναλλαγές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3156/2003, απαλλάσσοντας τους συμβαλλόμενους από τις επιπλέον προβλεπόμενες ειδικότερες προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη μεταβίβαση των απαιτήσεων με βάση το Ν. 4354/2015. Η ως άνω ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται ενιαία εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, τόσο στις περιπτώσεις που η διαχείριση των απαιτήσεων έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, όσο και όταν έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, εξυπηρετεί το νομοθετικό σκοπό της διευκόλυνσης της διαχείρισης των απαιτήσεων και επιλύει κατά τρόπο ενιαίο το ζήτημα της δικονομικής υπόστασης των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, επιτυγχάνοντας έτσι την αρμονική ένταξη του ερμηνευόμενου Ν. 3156/2003 στο σύστημα, χωρίς η προσέγγιση αυτή να επηρεάζεται από τις διαφορετικές συνθήκες κάτω από τις οποίες θεσπίστηκαν τα ως άνω δύο νομοθετήματα. Η διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος, σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του Ν. 4354/2015 διαθέτουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 αυτού, μόνο όταν η μεταβίβαση και ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρείες γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 και όχι όταν έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του Ν. 3156/2003, θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ενότητας και ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδαφ. α του Συντάγματος και επιβάλλει τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε νομοθετικών ρυθμίσεων, η οποία πρέπει να τηρείται, ιδίως όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους ενδιαφερόμενους, όπως οι προαναφερόμενες διατάξεις. Τέλος, υπέρ της ανωτέρω ερμηνευτικής προσέγγισης ότι ο διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων του Ν. 3156/2003 νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος αποτελεί και η ιστορική καταγωγή του Ν. 3156/2003. Ειδικότερα, η τιτλοποίηση απαιτήσεων προβλέφθηκε για πρώτη φορά στην ελληνική νομοθεσία με το άρθρο 14 του Ν. 2801/2000 και αφορούσε την τιτλοποίηση απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, στη συνέχεια δε, ο θεσμός αυτός επεκτάθηκε και στον ιδιωτικό τομέα με τη θέσπιση του Ν. 3156/2003. Με την παρ. 13 του άρθρου 14 του άνω Ν. 2801/2000 ορίστηκε ότι η είσπραξη των εκχωρούμενων απαιτήσεων συνεχίζει να γίνεται από το Ελληνικό Δημόσιο στο όνομα και για λογαριασμό αυτού, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, για την είσπραξη δημόσιων εσόδων και με όλα τα διαδικαστικά προνόμια του Ελληνικού Δημοσίου, σαν να μην είχε λάβει χώρα εκχώρηση ή μεταβίβαση των σχετικών απαιτήσεων, οι δε προβλεπόμενες επί των εσόδων κρατήσεις και δικαιώματα υπέρ τρίτων αποδίδονται στους δικαιούχους τους, με βάση τις ισχύουσες διατάξεις. Ο εκδοχέας των απαιτήσεων δεν νομιμοποιείται να παρέμβει ή να συμμετάσχει κατά οποιονδήποτε τρόπο στις σχετικές διαδικασίες. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται κατ` αναλογία και όταν πρόκειται για εκχώρηση απαιτήσεων ΝΠΔΔ. Συνεπώς, με βάση τον ως άνω νόμο, που προηγήθηκε του Ν. 3156/2003, το Ελληνικό Δημόσιο ως διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων έχει την αποκλειστική εξουσία να ενεργεί στο όνομά του ως μη δικαιούχος διάδικος όλες τις αναγκαίες ενέργειες και διαδικασίες για την είσπραξη των εκχωρημένων ή μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, ενώ ο εκδοχέας των απαιτήσεων στερείται νομιμοποίησης. Η υποστηριζόμενη άποψη ότι οι εταιρείες διαχείρισης νομιμοποιούνται ως μη δικαιούχοι διάδικοι μόνο όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισης σ’ αυτές γίνεται με βάση τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, λόγω του ότι προβλέπεται διαφορετική φορολογική μεταχείριση των εταιρειών διαχείρισης στους δύο νόμους, καθώς ο Ν. 3156/2003 θέτει τις τιτλοποιημένες απαιτήσεις υπό καθεστώς φορολογικής ατέλειας, ενώ οι μεταβιβάσεις που γίνονται με βάση το Ν. 4354/2015 υπόκεινται σε φορολογία, δεν μπορεί να στηρίξει πειστικά αυτή τη διαφορετική άποψη. Επίσης, το επιχείρημα υπέρ της ίδιας ως άνω άποψης, λόγω του ότι ο Ν. 4354/2015 θέτει ως απαραίτητη προϋπόθεση για την πώληση των μη εξυπηρετούμενων δανείων των καταναλωτών την προηγούμενη πρόσκληση του συνεργάσιμου δανειολήπτη και του εγγυητή για να διακανονίσουν τις οφειλές τους (άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 4354/2015), ενώ ο Ν. 3156/2003 δεν περιλαμβάνει τέτοια πρόβλεψη, είναι ατελέσφορο, διότι η τήρηση αυτής της προϋπόθεσης δεν απαιτείται σε όλες τις περιπτώσεις, αφού εξαιρούνται από την προϋπόθεση αυτή απαιτήσεις επίδικες ή επιδικασθείσες και απαιτήσεις κατά οφειλετών μη συνεργάσιμων (άρθρο 3 παρ. 2 εδαφ. β Ν. 4354/2015) (ΟλΑΠ 1/2023, areiospagos.gr). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ.4 Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμα και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισης τους στις ως άνω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων.
Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής τους οι ανακόπτοντες ζητούν την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ ης κατ’ άρθρο 919 παρ.2 ΚΠολΔ, εφόσον η καθ’ ης ως εταιρεία διαχείρισης των ένδικων δανείων δεν μπορεί να προβεί σε καμία πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης και δεν φέρει την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, με βάση τα διαλαμβανόμενα στη ως άνω υπό στοιχείο Γ μείζονα σκέψη, αφού χωρεί αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 4354/2015 στις εταιρείες που ασκούν διαχείριση στο πλαίσιο του Ν. 3156/2003, διότι, από την τελολογική ερμηνεία της εφαρμοστέας διάταξης, συνάγεται ότι ο σκοπός του νομοθέτη είναι να εξοπλίσει τον συμβατικώς νομιμοποιηθέντα προς είσπραξη και με τη δικονομική εξουσία να ενεργεί στη δίκη και στο στάδιο της εκτέλεσης, κάθε αναγκαία για την είσπραξη διαδικαστική πράξη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, διαφορετικά η όποια ανατιθέμενη διαχείριση δεν θα μπορούσε στην πράξη να ασκηθεί λυσιτελώς, τυχόν δε αξίωση ειδικής ρητής expressίs νerbis – πανηγυρικής στο νόμο διατύπωσης περί του ότι και οι εταιρείες του Ν. 3156/2003 νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά να ενεργούν δικονομικές διαδικαστικές πράξεις απαραίτητες για την άσκηση της συμβατικώς ανατεθείσας σε αυτές διαχειριστικής εξουσίας, κρίνεται ιδιαίτερα αυστηρή, εξόχως τυπολατρική και εκτός του πλαισίου τελεολογικής ερμηνείας του νόμου.
Με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες ζητούν την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων λόγω παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, του Ν. 3869/2010 και των άρθρων 763, 774 ΚΠολΔ, αναφορικά με την δεύτερη ανακόπτουσα. Ειδικότερα εκθέτουν ότι η δεύτερη αυτών άσκησε τη με ΓΑΚ ……/2014 αίτησή της κατ’ άρθρο 4 παρ.1 Ν. 3869/2010 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, αρχική δικάσιμος της οποίας ορίστηκε στις 26-11-2024, στην οποία ενέταξε και την ένδικη οφειλή της προς την καθ’ ής. Στη συνέχεια η ίδια υπέβαλε την αίτηση επαναπροσδιορισμού σύμφωνα με το άρθρο 1 Ν. 4745/2020, η οποία έλαβε κωδικό 167679. Ακολούθως, της κοινοποιήθηκε, όπως και στην καθ’ ης, η πράξη κατάθεσης από τη γραμματεία του αρμόδιου Ειρηνοδικείου, σύμφωνα με την οποία η ανωτέρω αίτηση έλαβε αριθμό κατάθεσης ……/2021, ότε και άρχισε η 60νθημερη προθεσμία κατάθεσης προτάσεων. Επί της ανωτέρω αιτήσεως εξεδόθη στις 10-2-2023, η με αριθμό 156/2023 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση και αναμένεται n κατάθεση κλήσης για την επαναφορά της αίτησης προς νέα συζήτηση αυτής, υφιστάμενης έτσι εκκρεμοδικίας. Ότι η καθυστέρηση της στην κατάθεση κλήσης οφείλεται σε υπαιτιότητα του προηγούμενου δικηγόρου της ……………, ο οποίος αδικαιολόγητα αδράνησε παρά το γεγονός ότι του είχε δοθεί σχετική εντολή, κατά του οποίου θα ασκήσει πειθαρχική αναφορά και αγωγή κακοδικίας. Ωστόσο, η τράπεζα «…………..» ως διαχειρίστρια της απαίτησης παρά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης και της ύπαρξης εκκρεμοδικίας προέβη σε έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, κοινοποίησης της ανωτέρω επιταγής και επιβολής κατάσχεσης παραβιάζοντας κατάφορα τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010, άρθρου 9 παρ.2 Ν. 3869/2010, άρθρου 5 παρ. 2 Ν. 3869/2010 και των άρθρων 763, 774 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα να καθίστανται ακυρωτέες η ανωτέρω διαταγή πληρωμής, η ως άνω επιταγή προς πληρωμή και η κατασχετήρια έκθεση μετά του αποσπάσματος αυτής. Ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος αφού όπως και οι ίδιοι οι ανακόπτοντες ομολογούν, δεν έχει κατατεθεί κλήση για επαναφορά της αίτησης περί υπαγωγής στο Ν. 3869/2010, προς νέα συζήτηση αυτής και επομένως δεν υφίσταται εκκρεμοδικία, εξ’ ου και δεν προκύπτει καταχρηστική ή παράνομη συμπεριφορά της καθ’ ης με την επίσπευση της εκτελεστικής διαδικασίας.
Με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής τους οι ανακόπτοντες ζητούν την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων επειδή η καθ’ ής κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, επέβαλε κατάσχεση στο ακίνητο τους με τιμή εκτίμησης ποσού 470.000 ευρώ για οφειλή μόλις 135.000 ευρώ, όντας έτσι σε προφανή δυσαναλογία με την αξία του κατασχεθέντος ακινήτου. Ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως αόριστος, αφού οι ανακόπτοντες δεν εκθέτουν αν έχουν στην κυριότητα τους άλλα αντικείμενα δεκτικά κατάσχεσης μικρότερης αξίας μεν, που υπερκαλύπτουν όμως την απαίτηση της καθ’ ης, αν έχουν άλλους δανειστές και ποια η σειρά κατάταξης αυτών στο εκπλειστηρίασμα, έτσι ώστε να ικανοποιηθεί η απαίτηση της καθ’ ης και επομένως δεν εκθέτουν ορισμένως την μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης και του σκοπού αυτής.
Με τον έκτο λόγο της ανακοπής τους οι ανακόπτοντες ζητούν την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων, λόγω μη αναγραφής και προσδιορισμού των κεφαλαιοποιημένων τόκων κατά ποσό ορισμένο στη διαταγή πληρωμής και στην επιταγή προς πληρωμή ενώ με τον έβδομο λόγο της ανακοπής τους ζητούν την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων, λόγω αοριστίας του κονδυλίου των τόκων στη διαταγή πληρωμής και στην επιταγή προς πληρωμή. Ο ανωτέρω λόγος κρίνεται μη νόμιμος καθότι επί διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε βάσει σύμβασης δανείου, που καταρτίσθηκε με τράπεζα, αρκεί να αναφέρεται συνοπτικά ότι το διατασσόμενο χρηματικό ποσό τυγχάνει το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του οφειλέτη. Αντιστοίχως, στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής αρκεί να αναφέρεται η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, η συμφωνία περί αναγωγής του αποσπάσματος των βιβλίων της τράπεζας σε έγγραφο αποδείξεως της απαιτήσεως και του ύψους αυτής, το οριστικό κλείσιμο ή η καταγγελία της συμβάσεως, το ύψος του οριστικού καταλοίπου, καθώς και το απόσπασμα κινήσεως του λογαριασμού, δίχως να είναι ανάγκη να εμπεριέχονται στο περιεχόμενο της αιτήσεως τα επιμέρους κονδύλια χρεωπιστώσεων του λογαριασμού κινήσεως, εφόσον αυτά εκτίθενται στο συνημμένο στην αίτηση αντίγραφο ή απόσπασμα του λογαριασμού (ΑΠ 370/2012 ΧΡΙΔ 2012.609, ΑΠ 1234/2012, ΑΠ 1850/2011, ΑΠ 35/2011, ΑΠ 1512/2006, ΕφΠειρ 638/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Άλλωστε για το ορισμένο της διαταγής απαιτείται, ειδικότερα, να προσδιορίζεται το είδος της δικαιοπραξίας, από την οποία γεννήθηκε η απαίτηση, έστω και συνοπτικά, ώστε να μην δημιουργείται καμία αμφιβολία από ολόκληρο το περιεχόμενό της διαταγής ως προς την αιτία της πληρωμής, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αιτία αυτή (ΑΠ 1106/1994 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5253/2012 ΔΕΕ 2013.69, ΕφΛαρ 278/2007 Δικογρ. 2008.105, ΜονΕφΛαρ 307/2015 ΔΕΕ 2016.386), ενώ δεν απαιτείται να αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής το επιτόκιο που εφαρμόσθηκε κατά καιρούς από την καθ’ ής τράπεζα για τον υπολογισμό των τόκων (ΕφΛαρ 452/2014 ΤΝΠ Ισοκράτης). Περαιτέρω δε, όσον αφορά στο ποσοστό επιτοκίου, τόσο το συμβατικό όσο και το υπερημερίας, αυτό αναφέρεται σαφώς στην επίδικη σύμβαση και στις πρόσθετες πράξεις. Τέλος, από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων αντιγράφων των επίδικων λογαριασμών, που αναφέρονται και στη διαταγή πληρωμής, προκύπτουν ως στοιχεία τόσο το ποσό κίνησης και το κεφάλαιο, όσο και το ποσό του τόκου και των λοιπών χρεώσεων για έξοδα και προμήθειες, ενώ αναγράφεται ρητά το ποσό που αντιστοιχεί στο επιτόκιο, στοιχεία τα οποία σε συνδυασμό με τον χρόνο (ημερομηνία κίνησης), που αποτελεί ομοίως σταθερό στοιχείο επιτρέπουν να γίνει ο υπολογισμός του επιτοκίου βάσει απλών αριθμητικών πράξεων. Συνεπώς, δεν προκύπτει ασάφεια ως προς τον προσδιορισμό των κεφαλαιοποιημένων τόκων και εν γένει των τόκων στη διαταγή πληρωμής και στην επιταγή προς πληρωμή και για το λόγο αυτό ο ως άνω κρινόμενος λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί.
Επομένως και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, απορριπτέα κρίνεται και η ανακοπή στο σύνολό της και το Δικαστήριο επικυρώνει τις ανακοπτόμενες πράξεις εκτέλεσης κατά τα εκτεθέντα στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί μέρος των εξόδων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αφού κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης και να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας, σε βάρος των εφεσίβλητων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 179 εδ.β, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 515/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση επί της από 1/10/2024 ανακοπής.
Απορρίπτει την ανακοπή.
Επικυρώνει: α) την υπ’ αριθ. ……/2024 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, β) την από 27/5/2024 επιταγή προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, γ) την υπ’ αριθ. …./2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ……….. και δ) το υπ’ αριθ. …../2024 απόσπασμα της ως άνω έκθεσης κατάσχεσης.
Επιβάλλει σε βάρος των εφεσίβλητων, μέρος των δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας, τα οποία ορίζει, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου για την άσκηση της έφεσης στον καταθέσαντα τούτο.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 6 Απριλίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Β. ΠΟΡΤΟΚΑΛΛΗΣ ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ