ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός Απόφασης 228/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(3ο ΤΜΗΜΑ)
Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Μούρτζη Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Σ.Φ..
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Του εκκαλούντος : Ελληνικού Δημοσίου, (ΑΦΜ …….), που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (οδός …………..), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον δικαστικό του πληρεξούσιο, Δημήτριο Κ. Βόλτη (Α.Μ. Ν.Σ.Κ. …..) Δικαστικό Πληρεξούσιο Ν.Σ.Κ., βάσει δηλώσεως.
Της εφεσίβλητης : ………….. η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Κωνσταντίνο Αθανασόπουλο του Ιωάννη (ΑΜ ….. Δ.Σ. Αθηνών), βάσει δηλώσεως.
Η εφεσίβλητη με την από 12-7-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./12-7-2024) αγωγή, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησε να γίνει δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 2109/9-5-2025 απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή και έταξε όσα αναφέρονται σε αυτή (απόφαση). Ήδη το εκκαλούν με την από 19-8-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΕΜ ………./19-8-2025) έφεσή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../25-8-2025, προσδιορίστηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, προσβάλλει την απόφαση αυτή.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο δικαστικός πληρεξούσιος του εκκαλούντος και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσαν τις από 5-11-2025 μονομερείς δηλώσεις τους, αντίστοιχα, που έγιναν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και προκατέθεσαν προτάσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 19-8-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΕΜ …………../19-8-2025) έφεση του εναγομένου της από 12-7-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../12-7-2024) αγωγής – και ήδη εκκαλούντος, κατά της με αριθμό 2109/9-5-2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την παραπάνω αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και έκανε δεκτή την αγωγή, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έχει ασκηθεί στις 19-8-2025, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 19, 144 παρ. 2, 147 παρ. 2, 495 παρ. 1 και 2, 511, 513 παρ. 1 β΄, 516 παρ. 1 και 2, 517 εδ. α΄, 518 παρ. 1, 520 παρ. 1, 591 παρ. 1 και 7, 614 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 11 κ.δ. 26.6/10-7-1944 σε συνδ. με άρθρο 12 παρ. 2 Ν 4938/2022), καθόσον η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στο εκκαλούν στις 23-6-2025 (βλ. σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ………. επί της εκκαλουμένης που επιδόθηκε στο εκκαλούν) και η ένδικη έφεση ασκήθηκε στις 19-8-2025 (άρθρα 147 παρ. 2, 518 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 11 κ.δ. 26.6/10-7-1944 σε συνδ. με άρθρο 12 παρ. 2 Ν 4938/2022), ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου που προβλέπεται στο άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α στοιχ. β του Κ.Πολ.Δ. από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 του Ν 2579/1998 το Δημόσιο απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση, μεταξύ άλλων και ενδίκου μέσου ενώπιον όλων των Δικαστηρίων. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η κρινόμενη έφεση και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρα 533 παρ. 1, 591 παρ. 7 του Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28, (όπως τούτο συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του ΑΝ 1120/1938 και έλαβε τον αριθμό αυτό με το άρθρο 25 του ΑΝ 1540/1938), 29 (όπως και έλαβε τον αριθμό αυτό με το άρθρο 25 του ΑΝ 1540/1938) και 30 του ΠΔ της 19/19-11- 1932 “Περί στεγάσεως δημοσίων υπηρεσιών” που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 34 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι, σε μισθώσεις για στέγαση δημόσιων υπηρεσιών αποκλείεται η σιωπηρή αναμίσθωση με την έννοια της σιωπηρής παράτασης της μίσθωσης με τους ίδιους όρους για αόριστο χρόνο. Η παράταση αυτής της σύμβασης είναι δυνατή, για ορισμένο και πάλι χρόνο, με την τήρηση όμως των διατυπώσεων και τη συνδρομή των προϋποθέσεων, τις οποίες τάσσει η του άρθρ. 29 του άνω π.δ/τος. Ειδικότερα, απαιτείται : α) δήλωση του Υπουργού των Οικονομικών (ήδη Νομάρχη), που να έχει κοινοποιηθεί στον εκμισθωτή δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη λήξη της μίσθωσης, β) πρόταση της Επιτροπής Στεγάσεως και γ) διενέργεια δύο τουλάχιστον δημοπρασιών για τη μίσθωση άλλου ακινήτου, οι οποίες να απέβησαν άγονες ή το αποτέλεσμά τους να κρίθηκε ασύμφορο. Η χρησιμοποίηση του μισθίου ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης, κατά νομικό πλάσμα, θεωρείται σιωπηρή παράταση για το χρονικό διάστημα της χρησιμοποίησης και το δημόσιο υποχρεούται σε καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, μόνον εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρ. 611 Α.Κ., δηλαδή, εφόσον ο εκμισθωτής, παρόλο ότι γνωρίζει ότι το Ελληνικό Δημόσιο συνεχίζει να χρησιμοποιεί το μίσθιο ακίνητο, δεν εναντιώνεται. Ως εναντίωση, κατά την έννοια του νόμου αυτού, νοείται η μονομερής δήλωση του εκμισθωτή, ότι δεν στέργει στη συνέχιση της μίσθωσης, είτε, γενικώς, είτε, με τους ίδιους όρους, η οποία, ως μονομερής απευθυντέα δήλωση, για την οποία δεν προβλέπεται συστατικός τύπος, μπορεί να είναι όχι μόνο, ρητή, αλλά και σιωπηρή, αρκεί να προκύπτει βούληση του εκμισθωτή, ότι δεν δέχεται την εξακολούθηση της μίσθωσης είτε γενικώς, είτε, με τους ίδιους όρους, μπορεί να γίνει δε και με το δικόγραφο της αγωγής για την απόδοση του μισθίου ακινήτου κατά τη διάταξη του άρθρου 599 Α.Κ., γίνεται δε σε οποιοδήποτε αρμόδιο για τη λήψη της, όργανο του Δημοσίου, (ανεξάρτητα από το αν το όργανο αυτό το εκπροσωπεί κατά νόμο), ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται ο προϊστάμενος της αρμόδιας ΔΟΥ και η στεγαζόμενη δημόσια υπηρεσία, και δεν είναι απαραίτητο να γίνει αποκλειστικώς προς τον Υπουργό Οικονομικών ή το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθ. 5 και 6 του Διατάγματος της 16-6/10-7-1944 “περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου”, προκειμένου για δικόγραφα εισαγωγικά της δίκης (ΑΠ 62/2014, ΑΠ 1327/2013, ΑΠ 1274/2013, ΑΠ 5/2013, ΑΠ 1908/2012, ΑΠ 1809/2012, ΑΠ 528/2012, ΑΠ 16/2010, ΑΠ 789/2009, ΑΠ 524/2007, ΑΠ 602/2002, ΑΠ 32/2002, ΑΠ 624/2000, ΑΠ 570/2000, ΑΠ 1194/1995, ΑΠ 1062/1992). Τέτοια σιωπηρή εναντίωση αποτελεί προδήλως, εκτός από την άσκηση αγωγής αποδόσεως του μισθίου ακινήτου, και η εξώδικη δήλωση του εκμισθωτή ότι δεν δέχεται την παράταση της μίσθωσης (ΑΠ 1304/2003, ΑΠ 624/2000). Έτσι αν, μετά τη λήξη της αρχικής μίσθωσης (λόγω μη παράτασής της με δήλωση του Δημοσίου) ή της νόμιμης παράτασής της, το Δημόσιο εξακολουθεί να βρίσκεται στη χρήση του μισθίου χωρίς να εναντιώνεται ο εκμισθωτής, τότε δεν επέρχεται σιωπηρή αναμίσθωση σύμφωνα με το άρθρο 611 Α.Κ., αλλά εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού, θεωρείται ότι υπάρχει σιωπηρή παράταση της μίσθωσης για όσο χρόνο το Δημόσιο χρησιμοποιεί το μίσθιο ή ο εκμισθωτής δεν εναντιώνεται στην παράταση (ΑΠ 1190/1995, ΑΠ 548/1992, Ι. Κατρά, Αστικές και Νέες Εμπορικές Μισθώσεις, Δ΄έκδ., σελ. 155, παρ. 10.Η. αριθ. 3.4). Μόλις ο εκμισθωτής εναντιωθεί, η μίσθωση λήγει αμέσως και όχι στο τέλος του μισθωτικού μήνα, αφού εδώ δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 608 παρ. 2 και 609 Α.Κ. αλλά το άρθρο 608 παρ. 1 Α.Κ. και αυτό γιατί δεν υπήρξε ανανέωση της μίσθωσης για αόριστο χρόνο αλλά συνεχίστηκε η παλιά για όσο χρόνο δεν εναντιωνόταν ο εκμισθωτής και συνεπώς δεν απαιτείται καταγγελία για τη λύση της μίσθωσης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 608 παρ. 2 του Α.Κ. (ΑΠ 922/1994 ΕΔΠ 1995.256, ΑΠ 863/1991 ΕλλΔνη 33.838, Ι. Κατρά, ο.π., σελ. 157, παρ. 10.Η. αριθ. 3.4). Το εν λόγω π.δ. 19/19-11-1932 εξακολουθεί να έχει εφαρμογή στις μισθώσεις που έχουν συναφθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3130/2003, παρά την κατάργησή του από τις 28-3-2003 που άρχισε να ισχύει ο ν.3130/2003 όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 29 και 30 του ίδιου νόμου με τις οποίες ορίστηκε ότι παρά την κατάργηση του ίδιου π.δ/τος οι μισθώσεις που έχουν συναφθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3130/2003 εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο της σύναψής τους. Περαιτέρω, με το άρθρο 41 παρ. 17 του ν. 2648/1998 ορίστηκαν τα εξής : α) Η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του π.δ. 19/19.11.1932 αντικαθίσταται ως εξής : “1) Στις μισθώσεις ακινήτων για στέγαση δημοσίων Υπηρεσιών ή άλλη δημόσια χρήση εφαρμόζονται ως προς τη διάρκεια της μίσθωσης, την αναπροσαρμογή του μισθώματος και την καταγγελία της σύμβασης από τον εκμισθωτή λόγω ιδιόχρησης ή ανοικοδόμησης του ακινήτου, οι διατάξεις του π.δ. 34/1995 όπως ισχύουν, β) Στην παράγραφο 3 του άρθρου 29 του π.δ. 19/19.11.1932 προστίθενται εδάφια, που έχουν ως εξής : “Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται παράταση για μία μόνο φορά της μίσθωσης χωρίς τη διεξαγωγή δημοπρασίας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κρίνεται τούτο απολύτως αναγκαίο και αιτιολογείται επαρκώς από τη στεγαζόμενη υπηρεσία. Η παράταση αυτή γίνεται με απλή δήλωση του Υπουργού των Οικονομικών, που κοινοποιείται στον εκμισθωτή τρεις (3) τουλάχιστον μήνες πριν από τη λήξη της ισχύουσας μίσθωσης, το δε μίσθωμα αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί εμπορικών μισθώσεων του π.δ. 34/1995, όπως ισχύουν” γ) Οι διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης β’ αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται μόνο σε μισθώσεις, που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου”. Η ισχύς της παραπάνω ρύθμισης αρχίζει από τη δημοσίευση του ν. 2648/1998 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως που έγινε την 22.10.1998. Η νέα ρύθμιση, με την οποία οι μισθώσεις για στέγαση δημοσίων υπηρεσιών, υπάγονται στο καθεστώς των εμπορικών μισθώσεων, του π.δ. 34/95, αφορά μισθώσεις, που συνάπτονται μετά την ισχύ του ν. 2648/1998. Τούτο μάλιστα συνάγεται από το συνδυασμό των εδαφίων β’ και γ’ της νέας ρύθμισης, τα οποία εισάγουν μεταβατική ρύθμιση, που αφορά τις υφιστάμενες μισθώσεις, που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2648/98, η θέσπιση των οποίων, σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα είχε νόημα, κατά το περί τούτου εξαγόμενο εξ αντιδιαστολής επιχείρημα (ΑΠ 16/2010, ΑΠ 342/2002, ΑΠ 1659/2002). Τέλος με το άρθρο 7 παρ. 6, 7 και 8 του ν. 2741/1999 τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 34/1995 και καταργήθηκαν η παράγραφος 4 του άρθρου 5, το άρθρο 6 και η περ. γ της παραγράφου 1 του άρθρου 23 του π.δ. 34/1995 για την κωδικοποίηση της νομοθεσίας για τις εμπορικές μισθώσεις και ορίστηκε ότι : “6. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 5 του π.δ. 34/1995 αντικαθίστανται ως εξής : “1. Η μίσθωση ισχύει για δώδεκα (12) έτη, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο, μπορεί όμως να λυθεί με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. 2. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και σε μισθώσεις που έχουν συμφωνηθεί για χρόνο μεγαλύτερο των δώδεκα (12) ετών”. 7. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος η παράγραφος 4 του άρθρου 5, το άρθρο 6 και η περίπτωση γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 23 του π.δ. 34/1995 καταργούνται. 8. Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων παραγράφων 6 και 7 και του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και στις υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος μισθώσεις”. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται σαφώς στην αιτιολογική έκθεση που συνόδευε το σχέδιο του νόμου 2741/1999 κατά τη συζήτηση στη Βουλή (βλ Κ.Ν.Β. 1999 σελ. 2004), προκύπτουν τα εξής : Με την παράγραφο 6 τροποποιούνται οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη διάρκεια των μισθώσεων. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές υπάρχουν δύο κατηγορίες μισθώσεων οι οποίες ρυθμίζονται από τις ειδικές διατάξεις για τις εμπορικές μισθώσεις : οι εμπορικές μισθώσεις του άρθρου 1 του π.δ. 34/1995 οι οποίες ισχύουν για 9 έτη και οι επαγγελματικές μισθώσεις του άρθρου 2 του ίδιου προεδρικού διατάγματος οι οποίες ισχύουν για τρία (3) έτη. Κατά τα λοιπά και οι δύο αυτές κατηγορίες μισθώσεων διέπονται από το ίδιο καθεστώς. Με το παρόν νομοσχέδιο παύει αυτή η διάκριση και στο εξής και οι δύο κατηγορίες μισθώσεων θα έχουν την ίδια νόμιμη διάρκεια. Η νόμιμη διάρκεια των εμπορικών μισθώσεων μέχρι σήμερα ήταν εννέα (9) έτη, ο μισθωτής όμως είχε το δικαίωμα να την παρατείνει μονομερώς για άλλα τρία (3) έτη, μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα (12) συνολικώς ετών. Με το παρόν νομοσχέδιο η νόμιμη διάρκεια όλων των μισθώσεων που υπάγονται στο π.δ. 34/1995 ορίζεται δωδεκαετής και καταργείται το δικαίωμα του μισθωτή για μονομερή περαιτέρω παράτασή της. Η δωδεκαετία ισχύει πλέον τόσο για τις μισθώσεις του άρθρου 1 του προεδρικού διατάγματος 34/1995, όσο και για τις μισθώσεις του άρθρου 2 του ίδιου προεδρικού διατάγματος. Συνέπεια της νέας ρύθμισης της παραγρ. 7 είναι, ότι καταργούνται οι διατάξεις οι οποίες προέβλεπαν μικρότερη νόμιμη διάρκεια της μίσθωσης, καθώς και οι εναρμονισμένες με αυτές διατάξεις (άρθρο 5 παρ. 4, άρθρο 16 παρ. 1 εν μέρει και άρθρο 23 παρ. 1 εδαφ.γ’ του π.δ. 34/1995). Προβλέπεται επίσης με την παράγραφο αυτή ότι καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 6 του π.δ. 34/1995 που ρύθμιζαν τη διαδικασία μονομερούς παράτασης της μίσθωσης από το μισθωτή αφού τέτοια δυνατότητα δεν έχει πλέον ο μισθωτής. Για να μη δημιουργηθούν αμφιβολίες ως προς την έκταση εφαρμογής της νέας ρύθμισης με την οποία καθορίζεται η δωδεκαετία ως νόμιμος χρόνος διάρκειας των εμπορικών μισθώσεων, με την παράγραφο 8 του άρθρου ορίζεται ότι η νέα ρύθμιση καταλαμβάνει και τις ήδη υφιστάμενες μισθώσεις, πράγμα που είχε γίνει δεκτό και ερμηνευτικώς με το προηγούμενο καθεστώς της εννεαετούς διάρκειας που ίσχυε μέχρι σήμερα. Έτσι, η νέα διάταξη καταλαμβάνει και τις υφιστάμενες μισθώσεις οι οποίες συνάπτονται μετά την ισχύ του νέου νόμου, αλλά και τις μισθώσεις οι οποίες έχουν συναφθεί πριν από την ισχύ του νέου νόμου και δεν έχουν συμπληρώσει συνολικό χρόνο δώδεκα (12) ετών, με την προϋπόθεση, όμως, ότι κατά την έναρξη ισχύος του πιο πάνω νόμου οι μισθώσεις αυτές είχαν υπαχθεί ήδη στο προστατευτικό καθεστώς των εμπορικών μισθώσεων του π.δ. 34/1995, αφού από καμμία από τις πιο πάνω διατάξεις του νόμου αυτού αλλά και εκείνες του άρθρου 7 παρ. 1 έως και 5 με τις οποίες τροποποιήθηκαν διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 4 του π.δ. 34/95 και χαρακτηρίσθηκαν ειδικά και συγκεκριμένα ως εμπορικές συγκεκριμένες κατά περιεχόμενο μισθώσεις ακινήτων δεν προκύπτει η υπαγωγή στις διατάξεις του και μισθώσεων γενικά που μέχρι τότε δεν είχαν το χαρακτήρα της εμπορικής μίσθωσης, ούτε ρυθμίζονταν από τις διατάξεις του ίδιου π.δ./τος 34/1995, όπως οι μισθώσεις ακινήτων για στέγαση δημοσίων υπηρεσιών που είχαν συναφθεί κατά τις διατάξεις του π.δ. 19/19-11-1932 όπως ισχύει με το ελληνικό δημόσιο ως μισθωτή μέχρι της 21-10-1998 δηλ. την προτεραία της έναρξης ισχύος του ν. 2648/1998 και δεν είχαν υπαχθεί στο καθεστώς του π.δ. 34/1995 (ΑΠ 16/2010, ΑΠ 342/2002). Ωστόσο με το άρθρο 41 παρ. 17 του ν. 2648/1998 οι μισθώσεις για στέγαση δημόσιων υπηρεσιών, δεν υπήχθησαν γενικώς στις διατάξεις του π.δ. 34/1995, αλλά μόνο για ορισμένα θέματα. Αυτό σημαίνει ότι το π.δ. 34/1995 εφαρμόζεται στις μισθώσεις για στέγαση δημόσιων υπηρεσιών μόνο για τα θέματα, τα οποία ρητώς αναφέρονται στη νέα διάταξη. Σύμφωνα με αυτή, το π.δ. εφαρμόζεται στις μισθώσεις για στέγαση δημόσιων υπηρεσιών μόνο : α) ως προς τη διάρκεια της μίσθωσης, β) την αναπροσαρμογή του μισθώματος, γ) την καταγγελία της μίσθωσης από τον εκμισθωτή για ιδιόχρηση και γ) την καταγγελία της μίσθωσης από τον εκμισθωτή για ανοικοδόμηση. Οι λοιπές διατάξεις του π.δ. 34/1995 δεν εφαρμόζονται στις μισθώσεις για στέγαση δημόσιων υπηρεσιών, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του από 19/19.11.1932 π.δ. (βλ. Ιωάννης Ν. Κατράς, Αστικές και Νέες Εμπορικές Μισθώσεις, 2023, Δ΄ Έκδοση, παρ. 68 Β4). Ήδη η εκμίσθωση ακινήτων με μισθωτή το Δημόσιο διέπεται από τις ρυθμίσεις του ν.3130/2003 (ΦΕΚ Α’ 76/28/3/2003), του οποίου όμως οι ρυθμίσεις ισχύουν για μισθώσεις που έχουν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (βλ. μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 29 του ως άνω νόμου).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνεπείς, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθιστώντας μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεο και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Μόνη η μακρόχρονη αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. (Ολ. ΑΠ 5/2011, ΑΠ 468/2022, ΑΠ 772/2020, ΑΠ 1327/2013, ΑΠ 16/2010, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 1740/2012, ΑΠ 91/2011, ΑΠ 1217/2008). Επί μισθώσεως ακινήτου από το Δημόσιο για τη στέγαση υπηρεσιών του, αυτό δεν δικαιούται να προβαίνει σε παράταση ή σε ανανέωση της μίσθωσης που έληξε αν δεν λάβει χώρα πλειοδοτικός διαγωνισμός, μετά δε τη λήξη της μίσθωσης η άσκηση από τον εκμισθωτή του δικαιώματος προς απόδοση, από το λόγο αυτόν, της χρήσης του μισθίου, δεν καθίσταται καταχρηστική από γεγονότα που αφορούν τη θέση και τη συμπεριφορά του εκμισθωτή μετά τη λήξη και κατ’ ακολουθία τη λύση της μίσθωσης, όπως είναι κάποια σχετική ανοχή εκ μέρους του για την παραμονή του μισθωτή στη χρήση του μισθίου, όπως επίσης και η δυσκολία που αντιμετωπίζει ο μισθωτής στην εξεύρεση άλλου κτιρίου στην περιοχή προς μεταστέγασή του ή οι δυσμενείς για τον ίδιο συνέπειες που επέρχονται εξαιτίας της από το νόμο επιβληθείσας λήξης της μίσθωσης και δεν μπορούν άνευ ετέρου να καταστήσουν, ενόψει των κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του μισθωτή προς απόδοση, μετά τη λήξη της μίσθωσης της χρήσης του μισθίου (ΑΠ 1104/2005, Ι. Κατρά, ο.π., σελ. 606-607, παρ. 40.Α., αριθ. 6.2). Εξάλλου, η κατ’ άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση, καίτοι στηρίζεται σε κανόνα δημοσίας τάξεως, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αφού κατά νόμον απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος του διαδίκου, ενώ εξάλλου από καμμία διάταξη νόμου δεν προκύπτει ότι μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης. Επομένως, δεν πρόκειται για ένσταση προνομιακή κατά την άνω έννοια και δεν μπορεί να προταθεί στο Εφετείο χωρίς του περιορισμούς του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. ΑΠ 472/1983, ΑΠ 468/2022, ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 760/2019, ΑΠ 691/2018, ΑΠ 1467/2017, ΑΠ 2943/2009, ΑΠ 2024/2009). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οι ενστάσεις ή αντενστάσεις του εκκαλούντος, εφόσον είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως και αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, προτείνονται μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των προσθέτων λόγων της (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο), και ότι ο εναγόμενος ως εκκαλών δεν μπορεί να προτείνει νέες ενστάσεις, τις οποίες δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως, ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός εάν πρόκειται για ενστάσεις, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ή μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, ή εάν δεν είχαν προβληθεί εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, ή αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, ή αν αποδεικνύονται εγγράφως, ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και υπό την προϋπόθεση ότι προβάλλονται και αποδεικνύονται με ελεύθερη απόδειξη από τον προτείνοντα οι λόγοι της βραδείας προβολής (ΑΠ 239/2025, ΑΠ 876/2017, ΑΠ 98/2015, ΑΠ 999/2010). Έτσι, ο διάδικος που προβάλλει με καθυστέρηση αυτοτελή ισχυρισμό για πρώτη φορά στο Εφετείο πρέπει να επικαλείται τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, η δε απόφαση του δικαστηρίου, που δέχεται ως βάσιμο τον ισχυρισμό αυτόν, πρέπει να βεβαιώνει το παραδεκτό της καθυστερημένης προβολής του ισχυρισμού και να δέχεται ότι συντρέχει μία τουλάχιστον από τις προϋποθέσεις που δικαιολογούν την καθυστερημένη προβολή του (ΑΠ 274/2018, ΑΠ 536/2017, ΑΠ 105/2017, ΑΠ 9/2014, ΑΠ 999/2010). Στην απόφαση του δικαστηρίου, που δέχεται ως βάσιμο τον ως άνω ισχυρισμό, πρέπει να βεβαιώνεται το παραδεκτό της βραδείας προβολής του και να διαλαμβάνεται στις παραδοχές της η συνδρομή μιας τουλάχιστον από τις ανωτέρω περιπτώσεις, που δικαιολογούν τη βραδεία προβολή του ισχυρισμού (βλ. ΑΠ 1099/2017, ΑΠ 362/2017, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 9/2014, ΑΠ 259/2014). Τέλος, κατά το άρθρο 591 παρ. 1 περ. γ έως ζ του Κ.Πολ.Δ., που ισχύουν στις ειδικές διαδικασίες στις οποίες υπάγονται και οι μισθώσεις, η κατάθεση των προτάσεων είναι υποχρεωτική και στη διαδικασία περιουσιακών -μισθωτικών διαφορών, στην οποία οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις τους και επιπλέον να προτείνουν συνοπτικώς αυτούς και προφορικά, με δήλωσή τους καταχωριζόμενη στα πρακτικά της συζήτησης, αλλιώς είναι απαράδεκτα. Η σημείωση της προφορικής πρότασης του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα των πρακτικών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασης αυτών (ισχυρισμών), είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 181/2019, ΑΠ 736/2019, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 274/2018, ΑΠ 362/2017, Ι. Κατράς, ΕρμΚΠολΔ, Δ΄έκδ., σελ. 970 παρ. 3).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 12-7-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./12-7-2024) αγωγή, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, ισχυρίστηκε ότι κατόπιν μειοδοτικής δημοπρασίας εκμίσθωσε δυνάμει της από 23-10-1998 σύμβασης μίσθωσης, στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν, το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, που βρίσκεται εντός της πόλεως της Αίγινας, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση του Αστυνομικού Τμήματος Αίγινας, με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται στη σύμβαση και στην αγωγή, η διάρκεια δε της μίσθωσης ορίστηκε κατά συμβατική πρόβλεψη για χρονικό διάστημα τριών ετών από την παράδοση του μισθίου (ήτοι από 4-11-1998 έως την 3-11-2001), που παρατάθηκε αναγκαστικά έως τη συμπλήρωση δωδεκαετίας (ήτοι από 4-11-1998 έως την 3-11-2010), αντί μηνιαίου μισθώματος εκ ποσού αρχικά 300.000 δραχμών και εν συνεχεία ανήλθε σε 633,90 ευρώ. Ότι παρά τη λήξη της χρονικής διάρκειας της μίσθωσης και της ρητής εναντίωσης της ενάγουσας στη συνέχιση αυτής, που διατυπώθηκε από τις 8-4-2014 με τις αναφερόμενες στην αγωγή εξώδικες έγγραφες και προφορικές δηλώσεις της και κάλεσε αυτό να της αποδώσει το μίσθιο, το εναγόμενο εξακολουθεί να κατέχει και να χρησιμοποιεί το μίσθιο ακίνητο χωρίς να έχει προβεί στις νόμιμες διατυπώσεις για την παράτασή της. Ζήτησε δε, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της αποδώσει τη χρήση του μισθίου, καθώς και να καταδικαστεί το εναγόμενο στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη και μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ΄ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδώσει στην ενάγουσα το μίσθιο ακίνητο, κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την ανωτέρω διάταξη αυτής και επέβαλε σε βάρος του εναγομένου τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, τα οποία όρισε, μειωμένα, στο ποσό των 300 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεση το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να απορριφθεί η αγωγή, άλλως να ορισθεί ότι η απόδοση του μισθίου θα γίνει σύμφωνα με την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον, μόλις ολοκληρωθεί στον απολύτως αναγκαίο και εύλογο προς τούτο χρόνο, η εκ του νόμου προβλεπόμενη διαδικασία νέας μίσθωσης για τη στέγαση του Αστυνομικού Τμήματος Αίγινας και συγκεκριμένα όταν θα προσδιοριστεί ο χώρος που θα στεγαστεί το Α.Τ. Αίγινας, θα υπογραφεί η σχετική μίσθωση και θα παραδοθεί το νέο μίσθιο στο Ελληνικό Δημόσιο προς χρήση, καθώς και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Από την εκτίμηση, των εγγράφων (οι διάδικοι δεν πρότειναν την εξέταση μάρτυρα), που επαναπροσκομίζονται νομίμως μετ’επικλήσεως από τους διαδίκους, καθώς και αυτών που προσκομίζονται μετ’επικλήσεως το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και δεν συντρέχει λόγος απόκρουσης αυτών (άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ.), εκτιμώμενα είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1286/2003 ΧρΙΔ 2004.245, ΑΠ 1428/2000 ΕλλΔνη 2000.678), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει του με αριθ. 18 από 23-10-1998 εγγράφου μισθωτηρίου, που συνήφθη στις 23-10-1998 (δηλαδή μετά την 22-10-1998, που άρχισε να ισχύει ο ν. 2648/1998, υφίστατο κατά την έναρξη στις 28-9-1999 ισχύος του ν. 2741/1999 και πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3130/2003), κατόπιν μειοδοτικής δημοπρασίας, η εφεσίβλητη εκμίσθωσε στο εκκαλούν, νομίμως εκπροσωπούμενου, ένα οίκημα ισογείου και πρώτου ορόφου (αυτοτελές κτίριο) ωφέλιμης επιφάνειας 202,92 τ.μ. (μικτής 298,92 τ.μ.), που βρίσκεται στην Αίγινα επί της οδού …………, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση του Αστυνομικού Τμήματος Αίγινας. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών από την ημέρα παράδοσης του μισθίου, που έλαβε χώρα στις 4-11-1998, σύμφωνα με το από 4-11-1998 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής της αρμόδιας Επιτροπής μέχρι την 3-11-2001, που παρατάθηκε αναγκαστικά έως τη συμπλήρωση δωδεκαετίας (ήτοι έως την 3-11-2010), αντί μηνιαίου μισθώματος, που ορίστηκε αρχικά στο ποσό των 300.000 δραχμών και ήδη καταβάλλεται από το εκκαλούν το ποσό των 633,90 ευρώ προ κρατήσεων και φόρων, ως συνομολογείται από τους διαδίκους. Το εκκαλούν εξακολούθησε και μετά τη λήξη του παραπάνω συμβατικού χρόνου της μίσθωσης να χρησιμοποιεί το μίσθιο χωρίς η εκμισθώτρια εφεσίβλητη καίτοι το γνώριζε να εναντιώνεται και έτσι παρατάθηκε σιωπηρά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη αυτής της απόφασης. Στη συνέχεια αποδείχτηκε ότι δυνάμει της από 2-4-2014 εξώδικης δήλωσης -πρόσκλησης -εναντίωσής της, που επιδόθηκε στην Κτηματική Υπηρεσία Πειραιά -Τμήμα Στεγάσεων Δ.Υ., στις 8-4-2014 (βλ. τη με αριθ. ……../8-4-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ………….), η εφεσίβλητη εκμισθώτρια εξέφρασε ρητώς την εναντίωσή της στη συνέχιση της ένδικης μίσθωσης και ζήτησε την απόδοση της χρήσης του ανωτέρω μίσθιου. Η δήλωση της εναντίωσης αυτής έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της παράτασης της ανωτέρω μίσθωσης. Με τη ρητή αυτή εναντίωσή της εκμισθώτριας-ενάγουσας έληξε η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μίσθωσης, ενόψει δε του ότι δεν αποδεικνύεται κατάρτιση νέας σύμβασης μίσθωσης μεταξύ των διαδίκων, το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούτο έκτοτε, κατά το όρθρο 599 Α.Κ., στην απόδοση της χρήσης του μισθίου. Το τελευταίο, όμως, αθετώντας την υποχρέωση του αυτή, εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το μίσθιο, για την ίδια, όπως και προηγουμένως, χρήση και η εφεσίβλητη εναντιώθηκε εκ νέου στη συνέχιση της μισθώσεως και ζήτησε την άμεση απόδοση αυτού, δυνάμει της από 4-6-2024 εξώδικης δήλωσης -εναντίωσης, που επιδόθηκε στην Κτηματική Υπηρεσία Πειραιά -Τμήμα Στεγάσεων Δ.Υ., στις 7-6-2024 (βλ. τη με αριθ. ……/7-6-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά …………). Συνεπώς, και εφόσον η διάρκεια της μισθώσεως δεν παρατάθηκε ούτε με σχετική δήλωση του Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, ούτε σιωπηρώς, λόγω μη εναντίωσης της εκμισθώτριας, η μίσθωση έληξε στις 8-4-2014. Παρά ταύτα το εκκαλούν Δημόσιο εξακολουθεί να παρακρατεί και να χρησιμοποιεί χωρίς δικαίωμα το μίσθιο μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επομένως η εφεσίβλητη βάσιμα ζητεί την απόδοση του μίσθιου. Το εκκαλούν με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν αρνήθηκε τη λήξη της μίσθωσης, ισχυρίστηκε όμως ότι δεν υφίσταται αδικαιολόγητη βραδύτητα εκ μέρους του για τη μεταστέγαση της εν λόγω υπηρεσίας και την απόδοση του μισθίου στην εφεσίβλητη, καθόσον μετά τη λήξη του τριετούς συμβατικού χρόνου προέβη σε επτά διακηρύξεις με είκοσι δημοπρασίες άγονες καθώς και ότι στις 23-9-2014 προέβη σε αίτημα προς το Δήμο Αίγινας για παραχώρηση οικήματος για τη στέγαση της εν λόγω υπηρεσίας στο οποίο υπήρξε αρνητική απάντηση, ενώ η αρμόδια Υπηρεσία έχει ήδη εισηγηθεί τη σύνταξη νέου κτιριολογικού διαγράμματος με μειωμένο αριθμό τετραγωνικών μέτρων, προκειμένου να προβεί σε νέα διακήρυξη και καταστεί εφικτή η μίσθωση άλλου ακινήτου και σε υποβολή αιτήσεων σε άλλους τοπικούς φορείς για τη δωρεάν μεταστέγαση του Α.Τ., δεδομένου επίσης ότι η προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία για τη στέγαση δημοσίων υπηρεσιών είναι αυστηρά τυπική και χρονοβόρα, ενώ παράλληλα καταβάλλεται το μίσθωμα στην εφεσίβλητη επισημαίνοντας και το ότι υπάρχουν οι αναφερόμενες στις προτάσεις και στην επικαλούμενη τεχνική έκθεση, φθορές στο μίσθιο που δεν έχουν αποκατασταθεί από την εφεσίβλητη. Τα παραπάνω προβλήθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν με τις προτάσεις του χωρίς να χαρακτηρίζει τους ισχυρισμούς του ως ένσταση. Περαιτέρω, το εκκαλούν προβάλλει ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος της εφεσίβλητης, που συνιστά τον πρώτο λόγο έφεσης και με την οποία επικαλείται καταχρηστικότητα της άσκησης του ένδικου δικαιώματος απόδοσης του μισθίου εκ μέρους της εφεσίβλητης, την οποία στηρίζει στην αδυναμία του να εξεύρει άλλο κατάλληλο για την χρήση του ακίνητο το οποίο να πληρεί τις νόμιμες προϋποθέσεις μίσθωσης του νόμου 3130/2003 και στην αναγκαιότητα, λόγω της φύσης της στεγαζόμενης υπηρεσίας, παραμονής στο μίσθιο μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξεύρεσης κατάλληλου μισθίου και μεταστέγασης (την οποία δεν προσδιορίζει χρονικά), διατεινόμενο ειδικότερα ότι η στέγαση αφορά σε δημόσια υπηρεσία που είναι επιφορτισμένη με την τήρηση της ασφάλειας των πολιτών και η ενδεχόμενη απόδοση της χρήσης του μισθίου θα οδηγούσε σε αποδιοργάνωση της υπηρεσίας με δυσμενείς συνέπειες στη λειτουργία της και προκειμένου για τη διασφάλιση της ασφάλειας των πολιτών και της ομαλής και απρόσκοπτης λειτουργίας της εν λόγω υπηρεσίας, καθώς και ότι το ίδιο (εκκαλούν) τηρεί απόλυτα τις υποχρεώσεις καταβολής των μισθωμάτων, ότι η διαδικασία μίσθωσης για τη μεταστέγαση του Α.Τ. Αίγινας απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας του ν 3130/2003 που θέτει συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις και μέχρι σήμερα δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση νέου μισθίου παρά τις διενεργηθείσες επτά διακηρύξεις (προσκομίζονται τα σχετικά έγγραφα), μετά και την έκδοση προσωρινά εκτελεστής απόφασης που του επιβάλει να αποδώσει το μίσθιο ακίνητο και ζητεί να παραδοθεί το μίσθιο μόλις ολοκληρωθεί στον απολύτως αναγκαίο και εύλογο προς τούτο χρόνο, η εκ του νόμου προβλεπόμενη διαδικασία νέας μίσθωσης για τη στέγαση του Αστυνομικού Τμήματος Αίγινας και συγκεκριμένα όταν θα προσδιοριστεί ο χώρος που θα στεγαστεί το Α.Τ. Αίγινας, θα υπογραφεί η σχετική μίσθωση και θα παραδοθεί το νέο μίσθιο στο Ελληνικό Δημόσιο προς χρήση. Με το ανωτέρω περιεχόμενο η σχετική ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής ασκήσεως και δεν δύνανται να θεμελιώσουν την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της εφεσίβλητης, ώστε δεν δικαιολογούν την παραδοχή του λόγου της έφεσης του εκκαλούντος και της προβαλλόμενης με αυτόν ενστάσεώς του από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., καθόσον, μεταξύ άλλων, δεν μνημονεύονται ειδικές περιστάσεις, που να έχουν αιτιώδη σχέση με τη συμπεριφορά της εφεσίβλητης, δικαιούχου του δικαιώματος που ασκείται, ώστε να μη δικαιολογείται η μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Και τούτο διότι μόνη η έγερση της υπό κρίση αγωγής για απόδοση του μισθίου δεν αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος, αφού αποτελεί νόμιμο δικαίωμα της εκμισθώτριας -ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, από το οποίο δεν παραιτήθηκε, ούτε αποδυναμώθηκε με το να ανεχθεί την παραμονή του εκκαλούντος στη χρήση του μισθίου μετά τη λήξη αυτής και έως της άσκηση της υπό κρίση αγωγής και παρά το γεγονός ότι το εκκαλούν δεν προέβη σε καμμία δήλωση, κατά τα προεκτεθέντα, παράτασης της μίσθωσης αυτής, περιστατικά που άλλωστε δεν επικαλείται το εκκαλούν, ούτε μνημονεύονται ειδικές περιστάσεις, που να έχουν αιτιώδη σχέση με τη συμπεριφορά της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, δικαιούχου του δικαιώματος που ασκείται, ώστε να μη δικαιολογείται η μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ενώ, τέλος, ουδόλως η άσκησή του υπερβαίνει, και μάλιστα κατά τρόπο προφανή, τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος κυριότητάς της. Ειδικότερα, ο αποκλεισμός της άσκησης του δικαιώματος απόδοσης της χρήσης του μίσθιου για το λόγο ότι σε αυτό στεγάζεται μία υπηρεσία του Δημοσίου συνιστά υπέρμετρο βάρος της ιδιοκτήτριας που οδηγεί στην ουσιαστική στέρηση του δικαιώματος διαχείρισης της περιουσίας της, όλες οι μεταστεγάσεις δημιουργούν αναστάτωση η οποία είναι εντελώς πρόσκαιρη και ανεκτή, η απόδοση δε του μισθίου μετά τη λήξη και χωρίς το εκκαλούν να έχει προβεί σε δήλωση παράτασης υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, αποτελεί νόμιμη υποχρέωσή του, σε κάθε δε περίπτωση η επικαλούμενη από το εκκαλούν ύπαρξη φθορών του μίσθιου θα αποτελούσε λόγο καταγγελίας της ένδικης σύμβασης μίσθωσης και όχι σε προσπάθεια παράτασης της παραμονής του σε αυτό. Μετά δε τη λήξη της μίσθωσης η άσκηση από την εκμισθώτρια -ήδη εφεσίβλητη του δικαιώματος προς απόδοση, από το λόγο αυτόν, της χρήσης του μισθίου, δεν καθίσταται καταχρηστική από γεγονότα που αφορούν τη θέση και τη συμπεριφορά του εκκαλούντος μετά τη λήξη και κατ’ ακολουθία τη λύση της μίσθωσης, όπως είναι η επικαλούμενη από το τελευταίο συνέπειά του ως προς την καταβολή του μισθώματος και η δυσκολία που αντιμετωπίζει στην εξεύρεση άλλου κτιρίου στην περιοχή προς μεταστέγασή του ή οι δυσμενείς για το ίδιο ή τρίτους συνέπειες που επέρχονται εξαιτίας της από το νόμο επιβληθείσας λήξης της μίσθωσης και δεν μπορούν άνευ ετέρου να καταστήσουν, ενόψει των κριτηρίων του άρθρου 281 Α.Κ., καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της εκμισθώτριας προς απόδοση, μετά τη λήξη της μίσθωσης της χρήσης του μισθίου. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο έφεσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι κατ΄ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε την εκκαλουμένη 6προσωρινά εκτελεστή, καθώς η προσωρινή εκτέλεση σε βάρος του προσκρούει στη διάταξη το άρθρου 909 Κ.Πολ.Δ.. Από το σύνολο των διατάξεων του Κ.Πολ.Δ. που διέπουν το ένδικο μέσο της έφεσης (άρθρα 511 – 537), και ιδίως από τις διατάξεις του άρθρου 520 παρ. 1, σύμφωνα με τις οποίες το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με τα άρθρ. 118 – 120 για κάθε δικόγραφο, και τους λόγους, για τους οποίους ασκείται, συνάγεται ότι οι λόγοι της έφεσης δεν αρκεί να είναι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλά απαιτείται να είναι και λυσιτελείς (ΑΠ 122/2014), δηλαδή στην περίπτωση που κριθούν βάσιμοι να επέρχεται, ως αποτέλεσμα της βασιμότητάς τους, η εν όλω ή εν μέρει εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 558/1990, Σαμουήλ, «η έφεση», 5η έκδ. – 2003 παρ. 542, Νίκας ΠολΔικ, ΙΙΙ, 2007, σελ. 169). Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο προσάπτεται σφάλμα στην εκκαλούμενη απόφαση σχετικά με την κήρυξη αυτής ως προσωρινά εκτελεστής, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, ενόψει του ότι η απόφαση του (παρόντος) δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είναι τελεσίδικη και ως εκ τούτου εκτελεστή (άρθρο 321 και 904 παρ. 2α ΚΠολΔ – ΜΕφΘες 913/2017, ΕφΑθ. 8394/2005 Δνη 2006. 554, ΕφΠειρ. 706/1994 Δνη. 1995. 1306, Σαμουήλ, «Η έφεση» ό.π., Νίκας ΠολΔικ ΙΙΙ, σελ. 170).
Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσία βάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι της έφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα, καθώς και η έφεση στο σύνολό της ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη και τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του νομίμως υποβληθέντος με τις προτάσεις της αιτήματος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος λόγω της ήττας του (άρθρα 106, 191 παρ. 2, 183, 176 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως σύμφωνα με τα άρθρα 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 5 άρθρου 28 του Ν 2579/1998, σε συνδ. με την Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/28-12-1992 εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ. 5§12 ν. 1738/1987, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 19-8-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΕΜ …………/19-8-2025) έφεση, κατά της με αριθμό 2109/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία).
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την έφεση.
Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος, τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις 9 Απριλίου 2026 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και του δικαστικού πληρεξούσιου του εκκαλούντος και του πληρεξουσίου δικηγόρου της εφεσίβλητης.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ