Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 229/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης   229/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(3ο ΤΜΗΜΑ)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Μούρτζη Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ……….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Του εκκαλούντος : ………….. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Ηλία Μανώλη του Νικολάου (ΑΜ  ……… Δ.Σ. Αθηνών).

Της εφεσίβλητης : Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «……….», (ΑΦΜ ……..), που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ………….) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Πέτρο Παναγιώτη του Απόστολου (ΑΜ ………… Δ.Σ. Αθηνών).

Ο εκκαλών με την από 20-5-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/13-1-2023) αγωγή, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε να γίνει δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο  με τη με αριθμό 3931/1-12-2023 απόφασή του απέρριψε την αγωγή. Ήδη ο εκκαλών με την από 28-7-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./31-7-2025) έφεσή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./31-7-2025, προσδιορίστηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, προσβάλλει την απόφαση αυτή.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο αλλά κατέθεσαν τις από 4-11-2025 και 31-10-2025 μονομερείς δηλώσεις τους, αντίστοιχα, που έγιναν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και προκατέθεσαν προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 28-7-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/31-7-2025) έφεση του ενάγοντος της από 20-5-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../13-1-2023) αγωγής – και ήδη εκκαλούντος, κατά της με αριθμό 3931/1-12-2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την παραπάνω αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και απέρριψε την αγωγή, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έχει ασκηθεί στις 31-7-2025, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 19, 144 παρ. 2, 495 παρ. 1 και 2, 511, 513 παρ. 1 β΄, 516 παρ. 1 και 2, 517 εδ. α΄, 518 παρ. 2, 520 παρ. 1, 591 παρ. 1 και 7, 614 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται και από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης από τη δημοσίευση της οποίας (1-12-2023) μέχρι την άσκηση της ενδίκου εφέσεως (31-7-2025) δεν έχει παρέλθει διετία. Επίσης, έχει κατατεθεί το απαιτούμενο παράβολο (δυνάμει του με αριθ. …………./2025 ηλεκτρονικού -e- παραβόλου ποσού 100 ευρώ), σύμφωνα με σχετική επισημείωση της Γραμματέως του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση επί του εφετηρίου, που προβλέπεται στο άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α στοιχ. β του Κ.Πολ.Δ.. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η κρινόμενη έφεση και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρα 533 παρ. 1, 591 παρ. 7 του Κ.Πολ.Δ.).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 Α.Κ. προκύπτει ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του και, εξαιτίας τούτου, κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση, και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), δηλαδή  καθετί που στο μέλλον με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία (ΑΠ 403/2025, ΑΠ 1092/2022, ΑΠ 1563/2022, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 735/2021, ΑΠ 210/2020, AΠ 206/2020, ΑΠ 134/2019, ΑΠ 637/2017), γιατί, λόγω της ολικής ή μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον (ΑΠ 909/2022, ΑΠ 1105/2015). Το διαφυγόν κέρδος, αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων (ΑΠ 1366/2025). Δεν απαιτείται γι’ αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο (ΑΠ 731/2021, ΑΠ 206/2020, ΑΠ 940/2010, ΑΠ 377/2009, ΑΠ 611/2008). Ο απαιτούμενος, στις κατ’ ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος, καθόσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες – συγκεκριμένες περιστάσεις (ΑΠ 1366/2025, ΑΠ 403/2025, ΑΠ 1092/2022, ΑΠ 486/2020, ΑΠ 960/2021, ΑΠ 1516/2018). Η μελλοντική αποθετική ζημία δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με το ποσοστό της αναπηρίας ή το είδος, την έκταση και την σοβαρότητα της σωματικής βλάβης αλλά είναι αντίστοιχη με την απολεσθείσα ικανότητα προς κτήση εισοδημάτων (ΑΠ 874/2021, ΑΠ 1199/2017). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και, εξαιτίας τούτου, κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση, και καθετί που στο μέλλον με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία (ΑΠ 1366/2025, ΑΠ 403/2025, ΑΠ 1563/2022, ΑΠ 1092/2022, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 210/2020, AΠ 206/2020, ΑΠ 134/2019). Στο νομοθετικό, εξάλλου, ορισμό της έννοιας του διαφυγόντος κέρδους περιλαμβάνονται και τα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή κατά τις (συντρέχουσες) ειδικές περιστάσεις, με πιθανότητα προσδοκώμενα έσοδα, τα οποία ο δικαιούχος (ζημιωθείς), αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός, θα προσποριζόταν, από σύμβαση εργασίας. Ειδικότερα, αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του, δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) γιατί, λόγω της ολικής ή μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας του, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον. Για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 298 Α.Κ., αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό εισοδήματος από την παρεχόμενη, αντί οικονομικού ανταλλάγματος (μισθού), εργασία και συνεπώς, η ύπαρξη της από αυτή αναφυόμενης αξιώσεως (ΑΠ 1366/2025, ΑΠ 1092/2022, ΑΠ 67/2017, ΑΠ 600/2009). Η αποζημίωση του παθόντος για τη στέρηση των εισοδημάτων του εξαιτίας της ανικανότητάς του για παροχή της εργασίας περιλαμβάνει το σύνολο των ακαθαρίστων (μικτών) αποδοχών του, τις οποίες θα λάμβανε αν δεν τραυματιζόταν, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και οι νόμιμες κρατήσεις, που ο εργοδότης πρέπει να παρακρατεί από τις αποδοχές του μισθωτού (ΑΠ 1718/2017, ΑΠ 426/2014, ΑΠ 1332/2003). Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 Α.Κ., ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας. Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη (ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 745/2020, ΑΠ 1205/2018, ΑΠ 67/2017). Η ζημία δηλαδή από την πιο πάνω αιτία υπολογίζεται κατά τρόπο συγκεκριμένο και όχι αφηρημένο (ΑΠ 1366/2025, ΑΠ 1178/2023, ΑΠ 1208/2023). Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως “πρόωρη”, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί (ΑΠ 1165/2025 , ΑΠ 909/2022, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2153/2013). Περαιτέρω, είναι πρόδηλο ότι η, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμορφώσεως είναι διαφορετική από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., αξίωση αποζημιώσεως για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που, κατ’ ανάγκη, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 1366/2025, ΑΠ 466/2020, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 441/2017, ΑΠ 158/2016). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ. και 914, 297 και 298 του Α.Κ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων, για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι, όμως, και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή. Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 του Κ.Πολ.Δ.) και εμμέσως (άρθρο 331 του Κ.Πολ.Δ.), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση, είτε με αναγνωριστική αγωγή, είτε με καταψηφιστική και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 694/2025, ΑΠ 565/2023, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1430/2022, ΑΠ 1040/2021, ΑΠ 735/2021, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 1010/2015, ΑΠ 51/2011). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 300 παρ. 1 του Α.Κ. “αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει” (ΑΠ 1793/2017). Εξάλλου, σε περίπτωση σωματικής βλάβης κατά κανόνα διαρκούς και τέτοιας μορφής που δεν επιτρέπει στον παθόντα την άσκηση του επαγγέλματος που ασκούσε μέχρι του τραυματισμού του ή επαγγέλματος που μπορούσε ν` ασκήσει μετά τον τραυματισμό του και πορισμού εντεύθεν εισοδημάτων είναι δυνατό, υπό περιστάσεις, να προκύψει για τον τραυματισθέντα υποχρέωση αλλαγής επαγγέλματος. Κρίσιμα στοιχεία είναι οι γνώσεις του, η ηλικία του, η εκπαίδευσή του, η σωματική και η ψυχική δυνατότητα προσαρμογής του τραυματισθέντος στη νέα κατάσταση, οι συνθήκες αγοράς εργασίας κ.λ.π.. Πάντως δεν επιτρέπεται να αξιωθεί από τον ενάγοντα η άσκηση νέου επαγγέλματος άσχετου με τις γραμματικές του γνώσεις. Για να είναι πλήρως ορισμένος ο σχετικός ισχυρισμός κατά την έννοια των άρθρων 300 ΑΚ και 262 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους ο παθών πρέπει να αλλάξει ή να ασκήσει νέο επάγγελμα, ποιο είναι τούτο και πόσα θα αποκομίζει από τη νέα αυτή επαγγελματική δραστηριότητα. Αν ο σχετικός ισχυρισμός του εναγόμενου κριθεί ορισμένος και βάσιμος στην ουσία του, τότε από την αιτουμένη αποζημίωση θα επιδικασθεί πλέον μόνο η διαφορά μεταξύ των εισοδημάτων από την επαγγελματική δραστηριότητα που ασκούσε κατά το ατύχημα ο παθών ή εκείνου που θα μπορούσε ν` ασκήσει μετά τον τραυματισμό του και των εισοδημάτων που θα αποκόμιζε από τη νέα του επαγγελματική δραστηριότητα (ΑΠ 874/2021, ΑΠ 1138/2014). Τέλος, κατά το άρθρο 10 παρ. 5 του νδ/τος 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.1 του ν. 4476/1965, επιφυλασσομένης της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/ 1951, εφόσον ο ασφαλισμένος ή τα μέλη της οικογένειάς του μπορούν να αξιώσουν αποζημίωση για ζημιά που τους έγινε με αφορμή ασθένεια, αναπηρία ή θάνατο του υπόχρεου σε διατροφή των, η αξίωση αυτή μεταβιβάζεται στο Ι.Κ.Α. κατά το ποσό που αυτό οφείλει ως ασφαλιστικές παροχές στο δικαιούχο της αποζημίωσης, όπως ειδικότερα θα ρυθμιστεί με διάταγμα που θα εκδοθεί με πρόταση του Υπουργού Εργασίας μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ι.Κ.Α.. Με το άρθρο 18 του ν.1654/1986, προστέθηκε στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν.δ/τος 4104/1960 διάταξη, κατά την οποία «η παραπάνω μεταβίβαση επέρχεται αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωση. Συμβιβασμός του δικαιούχου, παραίτηση, εκχώρηση ή με οποιοδήποτε τρόπο αλλοίωση της παραπάνω αξιώσεως του Ι.Κ.Α. είναι άκυρη κατά το μέρος που αφορά τις παραπάνω αξιώσεις του Ι.Κ.Α. από παροχές». Έτσι, καθιερώνεται η αυτόματη μεταβίβαση της απαιτήσεως αποζημιώσεως από τον παθόντα και ασφαλισμένο άμεσα ή έμμεσα στο Ι.Κ.Α., στο τελευταίο, στην έκταση που η αξίωση αυτή αποζημιώσεως ανταποκρίνεται στις ασφαλιστικές παροχές του Ι.Κ.Α.. Με την αυτοδίκαιη μεταβίβαση το τελευταίο γίνεται νέος φορέας της απαιτήσεως και ασκεί όχι ίδια δικαιώματα αλλά όσα του μεταβιβάζονται αυτοδικαίως από τον ασφαλισμένο παθόντα και δικαιούται να ασκήσει για την αποκτηθείσα αξίωση την αγωγή του ζημιωθέντος, η οποία πρέπει να περιέχει τα απαραίτητα κατά το νόμο για τη θεμελίωση της περιστατικά, σαν να την ασκούσε ο ίδιος ο ζημιωθείς (βλ. ΑΠ 232/1993 ΝοΒ 1994.406, ΑΠ 93/1988 ΕλΔ 1988.1591). Η μεταβίβαση της αξίωσης του δικαιούχου της αποζημίωσης στο Ι.Κ.Α. αφορά στο ποσό για το οποίο αυτό οφείλει ασφαλιστικές παροχές και δεν προϋποθέτει την προηγούμενη καταβολή τους. Βέβαια, αν τελικώς το Ι.Κ.Α. δεν κατέβαλε ασφαλιστικές παροχές, τότε δεν τίθεται ζήτημα υποκατάστασης. Στις περιπτώσεις αυτές, οι οποίες συνιστούν σιωπηρή παραίτηση του ασφαλισμένου από τις παροχές του Ι.Κ.Α., μόνο ο παθών νομιμοποιείται ενεργητικά να αξιώσει τα σχετικά κονδύλια από τον τρίτο υπόχρεο. Σημειωτέον ότι είναι δικαίωμα και όχι υποχρέωση του ασφαλισμένου να χρησιμοποιήσει ή όχι τα δικαιώματα που του παρέχει η κοινωνική του ασφάλιση, καθώς μάλιστα η επιλογή του αυτή δεν έχει κανενός είδους επίδραση στο ύψος της υποχρέωσης αποζημίωσης του νόμω υπόχρεου παρά μόνο στο πρόσωπο του δικαιούχου της αξίωσης. Αν, κατά τα ανωτέρω, ο παθών δεν απευθυνθεί στο Ι.Κ.Α. και δεν κάνει χρήση των δικαιούμενων από αυτόν παροχών, από τις οποίες επιτρεπτώς παραιτείται, τότε η αξίωση αποζημίωσης, η οποία κατ’ άρθρον 18 ν. 1654/1986 είχε μεταβιβαστεί στο Ι.Κ.Α κατά το χρόνο του ατυχήματος, επανακάμπτει στο δικαιούχο. Συνεπώς, η μεταβίβαση της αξιώσεως προς το Ι.Κ.Α. τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της οριστικής ματαιώσεως της υποχρέωσης προς παροχή του Ι.Κ.Α. (Α. Κρητικός, Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα, 5η έκδ., Τόμος Ι, παρ. 21, σελ. 687 αριθ. 31).  Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων δεν είναι φορέας εν όλω ή εν μέρει της αξιούμενης αποζημιώσεως γιατί τέτοιος κατέστη το Ι.Κ.Α. (και ήδη Ε.Φ.Κ.Α.) δεν αποτελεί ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος, αλλά άρνηση της βασιμότητας της αγωγής (ΑΠ 954/1997, Α. Κρητικός, ο.π., παρ. 21, σελ. 697 αριθ. 63).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με την από 20-5-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../13-1-2023) αγωγή, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά του ήδη μη διαδίκου ………. (ως προς τον οποίο πρωτοδίκως παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής) και της ήδη εφεσιβλήτου ανωνύμου εταιρίας, ισχυρίστηκε ότι στον αναφερόμενο στην αγωγή τόπο και χρόνο, ο ……….., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ……….. ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο κατά τον ανωτέρω χρόνο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες κατά την κυκλοφορία του στην εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε από αποκλειστική υπαιτιότητά του (αμέλεια) αυτοκινητικό ατύχημα, υπό τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες, με αποτέλεσμα την πρόκληση του τραυματισμού του ενάγοντος και την εξ αυτού μόνιμη αναπηρία και ανικανότητά του για εργασία εφ’ όρου ζωής.  Ότι κατά των εναγομένων έχει ασκήσει τις με αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/27-4-2018 και ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/16-6-2020 αγωγές, επί των οποίων εκδόθηκαν αντίστοιχα η με αριθ. 84/2021 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, δυνάμει της οποίας ο πρώτος εναγόμενος κρίθηκε συνυπαίτιος του ατυχήματος σε ποσοστό 60% και του επιδικάστηκαν τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για τις εκτιθέμενες στην αγωγή θετικές ζημίες και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη και η με αριθ. 903/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία του επιδικάστηκαν τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά ως αποζημίωση κατά το άρθρο 931 Α.Κ. και λόγω ηθικής του βλάβης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε, με συνέπεια την ανικανότητά του για εργασία και την απόλυσή του στις 2-9-2019 από τη θέση μηχανικού αυτοκινήτων, με αποτέλεσμα να υποστεί αποθετική ζημία, εκ της στερήσεως των εισοδημάτων του εξαιτίας της ανικανότητάς του αυτής, τα οποία θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν δε μεσολαβούσε ο τραυματισμός του από το ένδικο ατύχημα και αφορά στο χρονικό διάστημα από 2-9-2019 μέχρι την 10-1-2041, οπότε θα συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του και θα συνταξιοδοτούνταν λόγω γήρατος, που μετά βεβαιότητας δεν θα ήταν σε θέση να εργαστεί, συνολικού ποσού 241.380 ευρώ, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο γεγονός. Ζητούσε δε με την ως άνω αγωγή, όπως το αίτημά της περιορίστηκε με τις δηλώσεις του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης που καταχωρήθηκαν στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει, εφάπαξ, το συνολικό ποσό των 241.380 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της αποθετικής αυτής ζημίας του, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, καθώς και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη, πλην του αιτήματος περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, απέρριψε ως αόριστη την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος και ως αβάσιμες τις ενστάσεις αοριστίας και έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης που προβλήθηκαν από την εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη και μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε την αγωγή ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων κατ’άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεσή του ο ενάγων και ήδη εκκαλών για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους που ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή του ως κατ΄ουσίαν βάσιμη, καθώς και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης.

Από την εκτίμηση, των με αριθμούς …./28-9-2021, …./28-9-2021 και ……/28-9-2021 ενόρκων βεβαιώσεων των ……………, που δόθηκαν με την επιμέλεια του ήδη εκκαλούντος ενώπιον της δικηγόρου Αθηνών …………. κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εφεσίβλητης που δεν παραστάθηκε κατά τη λήψη τους (βλ. τη με αριθ. …………/29-3-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………….) και επαναπροσκομίζονται νομότυπα, των εγγράφων (οι διάδικοι δεν πρότειναν την εξέταση μάρτυρα), που επαναπροσκομίζονται νομίμως μετ’επικλήσεως από τους διαδίκους, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1286/2003 ΧρΙΔ 2004.245, ΑΠ 1428/2000 ΕλλΔνη 2000.678) συμπεριλαβανομένων και των προσκομιζομένων μετ’επικλήσεως από τον εκκαλούντα ενόρκων βεβαιώσεων των ……………, που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντιδίκου του και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων καθόσον κρίνεται ότι δεν δόθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στην παρούσα δίκη (ΑΠ 1042/2020), καθώς και των εγγράφων που προσκομίζονται μετ’επικλήσεως το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και δεν συντρέχει λόγος απόκρουσης αυτών (άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ.), εκτός από το με αριθ. …………./12-12-2025 έγγραφο που προσκομίστηκε από τον εκκαλούντα μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (βλ. την από 19-12-2025 επισημείωση της Γραμματέως) και μετά την προθεσμία προς προσθήκη και αντίκρουση και του οποίου δεν γίνεται επίκληση με τις προτάσεις και δεν λαμβάνεται υπόψη, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Με τη με αριθμό 84/2021 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε, κατόπιν α)εφέσεως μεταξύ άλλων και του τότε (και νυν) ενάγοντος που απηύθυνε κατά του ……………. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη καθόσον χώρησε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) και της ήδη εφεσίβλητης και β)εφέσεως του …………. και της ήδη εφεσίβλητης, κατά της με αριθμό 4946/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επί της από 27-4-2018 και με αριθμό κατάθεσης ………./30-4-2018 προγενέστερης αγωγής του κατά της ήδη εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, κρίθηκε, με ισχύ δεδικασμένου (άρθρα 321, 322, 325, 332 ΚΠολΔ), ότι συνυπαίτιοι του τροχαίου ατυχήματος, που έλαβε χώρα την 1-6-2017 και περί ώρα 14.45 στη νέα εθνική οδό Αθηνών -Πατρών στο ύψος του 184,800 χλμ. αυτής, κατά το οποίο τραυματίσθηκε ο ενάγων και ήδη εκκαλών, οδηγός της με αριθ. κυκλοφορίας …….. δίκυκλης μοτοσικλέτας, είναι κατά ποσοστό 60% ο ………… οδηγός του με αριθμ. κυκλοφορίας …………….. αυτοκινήτου του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία και κατά ποσοστό 40% ο ήδη εκκαλών και ότι εξαιτίας της σύγκρουσης ο ήδη εκκαλών τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ αρχικά στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Αιγίου (Ανατολικής Αχαΐας), στο οποίο διασωληνώθηκε και στη συνέχεια διεκομίστηκε εκ νέου στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών, όπου χαρακτηρίστηκε πολυτραυματίας, καθώς διαγνώστηκαν αιμορραγικές θλάσεις, κάκωση θώρακος με θλάση πνεύμονος, κατάγματα στις εγκάρσιες αποφύσεις δεξιά των Α7 και Θ1 σπονδύλων με ήπια παρεκτόπιση, καθώς επίσης και συντριπτικά κατάγματα πολλαπλών πλευρών οπίσθια και ωμοπλάτης δεξιά. Ακολούθως εισήχθη στη ΜΕΘ όπου παρέμεινε διασωληνωμένος για είκοσι ημέρες και κατόπιν μεταφέρθηκε προς περαιτέρω υποστήριξη και νοσηλεία στην καρδιοθωρακοχειρουργική κλινική του ίδιου νοσοκομείου από τις 21-6-2017 έως τις 30-6-2017, οπότε νοσηλεύτηκε στην ορθοπαιδική κλινική του ίδιου νοσοκομείου και υποβλήθηκε σε διαγνωστική αρθροσκόπηση ώμου λόγω κατάγματος. Στις 7-7-2017 έλαβε εξιτήριο και στη συνέχεια υποβλήθηκε για την αποκατάστασή του σε εξήντα συνεδρίες u/s tens, κινησιομαλάξεις, κινησιοθεραπείες και ενδυνάμωση, όπως του συνεστήθη, με αρχικό σκοπό την άμεση κινητοποίησή του και την έγερσή του από το κρεβάτι μετά την παρατεταμένη παραμονή του στη μονάδα εντατικής θεραπείας και ακολούθως, τη θεραπευτική παρέμβαση στο δεξιό χειρουργημένο ώμο του. Επιπλέον κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2017 έως 24-1-2018 υποβλήθηκε σε πρόγραμμα φυσικοθεραπείας -υδροθεραπείας στο κέντρο αποκατάστασης ανοιχτής νοσηλείας «Ανάπτυξη» λόγω του πόνου στη δεξιά ωμοπλάτη και του περιορισμού των κινήσεων του δεξιού άνω άκρου, του πόνου στη θωρακική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, όπου είχε έξι κατάγματα πλευρών και του πόνου στο αριστερό γόνατο λόγω ρήξης του οπίσθιου κέρατος έσω μηνίσκου, καθώς και της εν γένει μυϊκής αδυναμίας λόγω ακινησίας, διότι οι απλές φυσικοθεραπείες στις οποίες προέβη, δεν απέδωσαν στην αποκατάστασή του. Επίσης κρίθηκε ότι εκ του τραυματισμού του αυτού κατέστη ανίκανος προς εργασία μέχρι να αποθεραπευθεί κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2017 έως τις 6-10-2017 (τότε επίδικο) ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος αυτός εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος στην ατομική επιχείρηση του …………… με μικτό μηνιαίο μισθό πλήρους απασχόλησης 810 ευρώ. Έτσι, τελικά, η άνω τελεσίδικη απόφαση, αφού προέβη σε αφαίρεση, από τις κατά τα ανωτέρω απολεσθείσες αποδοχές του ενάγοντος, ύψους 3.402 ευρώ, του συνολικού ποσού των 2.093,82 ευρώ που αυτός εισέπραξε, με αφορμή το επίδικο ατύχημα, για την ίδια αιτία, από τον ασφαλιστικό του φορέα (Ι.Κ.Α.-ΕΤΑΜ), επιδίκασε σε αυτόν, μεταξύ άλλων, αποζημίωση για απολεσθέντα εισοδήματα για το ανωτέρω χρονικό διάστημα (από 1-6-2017 έως τις 6-10-2017) ποσό 1.308,18 ευρώ, το οποίο περιόρισε κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του (40%). Επομένως κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου α) οι συνθήκες του ατυχήματος, η συνυπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και ήδη εφεσίβλητη και του ενάγοντος-ήδη εκκαλούντος, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά ο καθένας, β) ότι ο εκκαλών τραυματίστηκε, υποστάς αιμορραγικές θλάσεις, κάκωση θώρακος με θλάση πνεύμονος, κατάγματα στις εγκάρσιες αποφύσεις δεξιά των Α7 και Θ1 σπονδύλων με ήπια παρεκτόπιση, καθώς επίσης και συντριπτικά κατάγματα πολλαπλών πλευρών οπίσθια και ωμοπλάτης δεξιά και γ) ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο εκκαλών εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος στην επιχείρηση του ……….. αντί μηνιαίου μισθού 810 ευρώ την οποία υποχρεώθηκε να σταματήσει μέχρι να αποθεραπευθεί για το διάστημα από 1-6-2017 έως 6-10-2017 και επομένως απώλεσε τα αντίστοιχα εισοδήματα. Στη συνέχεια ο ήδη εκκαλών, άσκησε την από 20-5-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ ΕΑΚ ………../16-6-2020) αγωγή, επικαλούμενος ότι μετά την άσκηση της προηγηθείσας αγωγής, η κατάσταση της υγείας του δεν αποκαταστάθηκε αλλά διαγνώστηκε με ποσοστό μόνιμης αναπηρίας 20% και ήδη 30%, επί της οποίας (αγωγής), κατόπιν εφέσεώς του κατά της με αριθμό 903/2022 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδόθηκε η με αριθμό 495/2023 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση και κρίθηκε ότι η κατάσταση της υγείας του ήδη εκκαλούντος επιδεινώθηκε, αφού από το έτος 2019 διαγνώστηκε από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή του ΕΦΚΑ με μετατραυματική δυσκαμψία αριστερού ώμου επί χειρουργηθέντος κατάγματος ωμογλήνης, καθώς και ελαφρού βαθμού περιορισμό κινητικότητας αυχένα και οσφύος μετατραυματικής αιτιολογίας, χωρίς νευρολογικά συμπτώματα, με αποτέλεσμα το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του να ανέρχεται σε 20%, το οποίο αυξήθηκε σε ποσοστό 30%, καθώς διαγνώστηκε με μετατραυματική αρθρίτιδα αγκώνος με δυσκαμψία και ήπιες λειτουργικές επιπτώσεις της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και επιδίκασε σε αυτόν ιδιαίτερη χρηματική παροχή κατ’άρθρο 931 Α.Κ., πρόσθετη αποζημίωση για θετική ζημία (ιατρική δαπάνη) και πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Περαιτέρω, όσον αφορά το αγωγικό αίτημα περί αποζημιώσεως του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος για απολεσθέντα εισοδήματα που αφορούν το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι από την 2-9-2019 μέχρι την 10-1-2041, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο κρίσης της ανωτέρω με αριθ. 84/2021  τελεσίδικης απόφασης και, συνεπώς, δεν καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο αυτής, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών, συνεπεία του τραυματισμού του κατά το επίδικο ατύχημα παρουσιάζει αναπηρία σε ποσοστό 30% κατά ιατρική πρόβλεψη από 3-11-2021 έως 30-11-2023, γεγονός που κρίθηκε με τη με ……………./16-12-2021 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΚΕ.Π.Α., σύμφωνα με την  οποία ο εκκαλών πάσχει από μετατραυματική αρθρίτιδα ώμου επί χειρουργηθέντος κατάγματος ωμοπλάτης, μετατραυματική αρθρίτιδα αγκώνος με δυσκαμψία, ήπιες λειτουργικές επιπτώσεις της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (ΑΜΣΣ). Προηγουμένως, για το χρονικό διάστημα από 31-1-2019 έως 31-12-2019 κρίθηκε, κατόπιν προσφυγής του, από τη Δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕ.Π.Α. το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του σε 20%, πάσχων από μετατραυματική δυσκαμψία αριστερού ώμου επί χειρουργηθέντος κατάγματος ωμογλήνης ελαφρού βαθμού περιορισμός κινητικότητας αυχένα και οσφύος μετατραυματικής αιτιολογίας χωρίς νευρολογικά συμπτώματα. Ήδη το προαναφερόμενο ποσοστό κρίθηκε ότι ανέρχεται σε 35% κατά ιατρική πρόβλεψη για χρονικό διάστημα από 10-6-2024 έως 31-12-2025, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (μετ’επικλήσεως στην έφεση και στις προτάσεις), με αριθ. ………/10-12-2024 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας, λόγω της δυσκαμψίας άρθρωσης συνεπεία του ατυχήματος, που δεν χαρακτηρίζεται, σύμφωνα με την ως άνω γνωμάτευση, μη αναστρέψιμη και στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι η πάθηση δεν επιδεινώθηκε. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών, γεννηθείς στις 10-1-1976, πτυχιούχος από 21-6-1993 τεχνικής επαγγελματικής σχολής («……..») στην ειδικότητα μηχανών αυτοκινήτων, κατά το χρόνο του ατυχήματος (1-6-2017) ήταν ηλικίας 41 ετών και εργαζόταν ως υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, στην ατομική επιχείρηση του ……………, που έχει ως αντικείμενο τη συντήρηση και επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων και εμπόριο μερών και εξαρτημάτων μηχανοκίνητων οχημάτων, αντί μηνιαίων αποδοχών εκ ποσού 810 ευρώ, που διήρκησε μέχρι την 2-9-2019, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση από τον εργοδότη, έχοντας εργασιακή εμπειρία στο αντικείμενο εργασίας του τουλάχιστον από το 2015, ενώ στην ανωτέρω επιχείρηση ο εκκαλών είναι και ομόρρυθμος εταίρος και επίσης είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ (ήδη ΕΦΚΑ). Ο εκκαλών με την αγωγή ισχυρίζεται ότι μετά το πέρας της χορηγηθείσας αναρρωτικής άδειας από 1-6-2017 έως 7-10-2017 επανήλθε στην εργασία του στην οποία δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί και ότι λόγω του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα αδυνατεί να ασκήσει την εργασία που προηγουμένως ασκούσε και μετά βεβαιότητας επιδεινώνεται καθιστώντας τον ανίκανο προς την εργασία αυτή και στο μέλλον. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύεται ότι η μερική προσωρινή αναπηρία του ανερχόμενη στο ως άνω ποσοστό, τον καθιστά ανίκανο να ασκήσει το επάγγελμά του, δεδομένου ότι, πέραν από τις ως άνω πιστοποιήσεις ποσοστού αναπηρίας που διαγνώστηκε με ισχύ πιστοποίησης διαδοχικά μέχρι 31-12-2025, δεν προσκομίζεται κανένα αποδεικτικό στοιχείο (ιατρική γνωμάτευση, συστάσεις θεραπόντων ιατρών κλπ) από το οποίο να βεβαιώνεται η αδυναμία του, ολική ή μερική, προς άσκηση του επαγγέλματός του, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα συνεπεία του τραυματισμού του. Αντίθετα από την πρόσφατη από 10-12-2024 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας προκύπτει ότι η μερική αναπηρία του εκκαλούντος, συνιστάμενη στη διαπιστωθείσα δυσκαμψία άρθρωσης συνεπεία του ατυχήματος με ισχύ κατά ιατρική πρόβλεψη μέχρι την 31-12-2025, δεν χαρακτηρίζεται ως μη αναστρέψιμη, ούτε επιδεινωθείσα. Σημειώνεται δε ότι οι ιατρικές γνωματεύσεις -βεβαιώσεις-σημειώματα που προσκομίζει ο εκκαλών ανάγονται στο έτος 2017, πλην της βεβαίωσης από το κέντρο αποκατάστασης ανοικτής νοσηλείας που αφορά το χρονικό διάστημα από 1-8-2017 μέχρι 24-1-2018. Επιπλέον το ανωτέρω ποσοστό αναπηρίας δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό, δεν χαρακτηρίζεται μόνιμο και μη αναστρέψιμο και ενόψει της ηλικίας του εκκαλούντος, της εργασιακής του εμπειρίας, του είδους των σωματικών βλαβών που υπέστη από το ένδικο ατύχημα και των συνεπειών αυτών, όπως εκτίθενται στις ως άνω πιστοποιήσεις αναπηρίας, κατά το χρονικό διάστημα από 2-9-2019 και εντεύθεν, δεν καθιστούν απαγορευτική την άσκηση του επαγγέλματος του μηχανικού αυτοκινήτου ως και συναφείς με αυτό εργασίες. Επίσης, όπως ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή, επανήλθε στην εργασία του για το χρονικό διάστημα από 7-10-2017 μέχρι 2-9-2019, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση από τον εργοδότη και αποδεικνύεται συνεπώς ότι η μερική αναπηρία του δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει την άσκηση του επαγγέλματός του, ενώ έκτοτε δεν αποδείχτηκε τυχόν επιδείνωση της υγείας του που να τον καθιστά ανίκανο για την άσκηση του επαγγέλματός του, γεγονός που βεβαιώνεται και στην πρόσφατη ιατρική πιστοποίηση, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί αντιθέτου ισχυρισμών του εκκαλούντος που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο της έφεσης. Μόνη δε η κατάσταση ανεργίας του μέχρι τη συζήτηση της αγωγής δεν αρκεί για τη θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος, απορριπτομένου του δεύτερου λόγου της έφεσης ως αβάσιμου καθώς και του συναφούς τέταρτου λόγου της έφεσης κατά το οικείο σκέλος αυτού. Σημειώνεται δε ότι το σχετικό αίτημα της εφεσίβλητης για να προσκομιστεί από τον εκκαλούντα σχετική βεβαίωση από τον ΟΑΕΔ σχετικά με το εάν παραμένει άνεργος, κρίνεται απορριπτέο ως αλυσιτελές, καθόσον προσκομίζεται από τον εκκαλούντα το με αριθμό αναφοράς ………….. έγγραφο -αποδεικτικό ανανέωσης του ΟΑΕΔ, από το οποίο προκύπτει ότι το δελτίο ανεργίας είναι ενεργό έως και την 8-12-2025. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται ούτε από τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν από τον εκκαλούντα, καθόσον οι ενόρκως βεβαιούντες, εκ των οποίων η πρώτη είναι σύζυγός του και λοιποί συνδέονται με φιλική σχέση με τον εκκαλούντα, δεν έχουν ειδικές γνώσεις για την κατάσταση της σωματικής υγείας του εκκαλούντος, ούτε εισέφεραν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά για τις συνθήκες εργασίας του. Από το ποσοστό δε της αναπηρίας του κατά τον χρόνο της θεμελιώσεως της ένδικης αξιώσεώς του για μελλοντική απώλεια εισοδημάτων λόγω ανικανότητας για εργασία και της επικαλούμενης εικοσαετούς εργασιακής εμπειρίας, τις συνθήκες της αγοράς εργασίας καθώς και τον επαγγελματικών προσόντων του εκκαλούντος δεν αποδεικνύεται ότι θα ήταν προσδοκώμενο με πιθανότητα, και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ότι αν δεν είχε μεσολαβήσει το ζημιογόνο γεγονός ο εκκαλών δεν θα συνέχιζε να απασχολείται ως μηχανικός έως το έτος 2041 εξαιτίας του τραυματισμού του. Αλλά, και στην περίπτωση που ο εκκαλών συνέχιζε την εργασία του στον ως άνω τομέα και μετά την 2-9-2019, δεν αποδεικνύεται ότι η μερική αναπηρία του τον καθιστά ανίκανο να ασκήσει το επάγγελμά του, καθόσον, η εργασία εν γένει των μηχανικών αυτοκινήτων, δε συνίσταται αποκλειστικά σε δραστηριότητες βαρειάς πολύωρης χειρωνακτικής εργασίας, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, αλλά πρόκειται για εργασία συνδυαστική που προβλέπει είτε εκτίμηση ζημιών, τεχνικούς -μηχανολογικούς ελέγχους, είτε εργασίες αφαίρεσης και επισκευής ή τοποθέτησης ανταλλακτικών, ακόμη και επίβλεψη εργασιών ή εμπορία ανταλλακτικών, συνδυασμός με τον οποίο μπορεί να αποφεύγονται εργασίες που απαιτούν άρση ή ώθηση βαρέων αντικειμένων ή πολύωρη καταπόνηση της άρθρωσης, απορριπτομένου του τρίτου λόγου της έφεσης ως αβάσιμου. Συνακόλουθα, το δικαστήριο κρίνει ότι ο εκκαλών δεν έχει καταστεί ανίκανος προς εργασία ως μηχανικός αυτοκινήτων και θα πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί αντιθέτου ισχυρισμών του εκκαλούντος. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της έφεσης ο εκκαλών προσάπτει στην εκκαλουμένη απόφαση την πλημμέλεια περί παράλειψης συμπλήρωσης των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης είτε με την προσκόμιση νέων επικαιροποιημένων γνωματεύσεων του ΚΕ.ΠΑ.. Κατά τη διάταξη του άρθρου 338 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του (ΑΠ 1209/2022, ΑΠ 903/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1484/2018, ΑΠ 148/2016). Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να επέλθει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με την περί αποδείξεως απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας (ΑΠ 1209/2022). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει με απόφασή του την επανάληψη της συζήτησης για συμπλήρωση των αποδείξεων ή παροχή επεξηγήσεων (ΑΠ 104/2012, ΑΠ 1612/2006, ΑΠ 714/1986), κατά δε το άρθρο 368 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο έχει την ευχέρεια να διορίσει πραγματογνώμονα, όταν οι κρίσεις επί των προς απόδειξη ζητημάτων απαιτούν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ενώ είναι υποχρεωμένο να το πράξει, όταν ζητείται από κάποιο διάδικο και απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δηλαδή όταν το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης είναι τόσο εξειδικευμένο ώστε μόνο από κάποιον ειδικό να μπορεί να εξεταστεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, περαιτέρω δε από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία (δικαστικές αποφάσεις, ιατρικές βεβαιώσεις -γνωματεύσεις, γνωματεύσεις της Υγειονομικής Επιτροπής του ΚΕ.Π.Α.), δημιουργείται εντελής δικανική πεποίθηση για τον επελθόντα τραυματισμό, το είδος και την έκταση αυτού, καθώς και για την συνεπεία αυτού κατάσταση της υγείας του εκκαλούντος και την επίδρασή του στην άσκηση του επαγγέλματός του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και δεν αναιρούνται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρήζουν διευκρίνησης και ενόψει των προεκτεθέντων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δεν έκρινε αναγκαία τη συμπλήρωση των αποδείξεων και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 254, 338, 340 και 368 Κ.Πολ.Δ. και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε και συνεπώς ενόψει των προεκτεθέντων και του ότι δεν κρίνεται αναγκαία η διεξαγωγή συμπληρωματικών αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ο τέταρτος λόγος της έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ενόψει δε των προεκτεθέντων παρέλκει η εξέταση των ισχυρισμών της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης, η οποία επαναφέρει με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της για την αντίκρουση της έφεσης τις προβληθείσες και πρωτοδίκως ενστάσεις συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος ως προς τον περιορισμό της ζημίας του σε ποσοστό 90% λόγω παράλειψης αλλαγής επαγγέλματος και έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης για το ποσό που έλαβε από τον ασφαλιστικό του φορέα επικουρικά από τον ΟΑΕΔ, καθώς και το αίτημα εξαίρεσής της από τους τόκους επιδικίας.

Κατ΄ακολουθίαν των  ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως σε σχέση με τα ανωτέρω και απέρριψε την αγωγή, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι της έφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα, καθώς και η έφεση στο σύνολό της ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, που υπέβαλε νομότυπα με τις προτάσεις της σχετικό αίτημα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 178, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, λόγω της απόρριψης της έφεσης και της ήττας του εκκαλούντος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 28-7-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../31-7-2025) έφεση, κατά της με αριθμό 3931/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία).

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον εκκαλούντα κατά την άσκηση της ως άνω έφεσης και αναφερόμενου στο σκεπτικό της παρούσας, παραβόλου.

Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις 9  Απριλίου 2026 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ