Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 230/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης  230 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(3ο ΤΜΗΜΑ)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Μούρτζη Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα  Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Των εκκαλούντων : 1) ………….. και 2)Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «………….», (ΑΦΜ …………), όπως μετονομάστηκε η αρχική διάδικος ομόρρυθμη εταιρία υπό την επωνυμία «………….» και συνακόλουθα μετονομασθείσα σε «………….», που εδρεύει στον ….. Αττικής (επί της συμβολής των οδών …………..) και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους, Δήμητρα Ζώτου του Χαριλάου (ΑΜ ……. Δ.Σ. Αθηνών).

Των εφεσίβλητων : 1) ………….. και 2) ……………, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους, Άννα Κούπα του Σπυρίδωνος (Α.Μ.  …… Δ.Σ. Πειραιώς), βάσει δηλώσεως.

Οι εφεσίβλητοι με την από 26-9-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../26-9-2024) αγωγή, την οποία άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησαν να γίνει δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 764/19-2-2025 απόφασή του έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή και έταξε όσα αναφέρονται σε αυτή (απόφαση). Ήδη οι εκκαλούντες (εναγόμενοι) με την από 23-4-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../23-4-2025) έφεσή τους, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./24-4-2025, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 2-10-2025 και γράφτηκε στο πινάκιο, προσβάλλουν την απόφαση αυτή. Κατά τη δικάσιμο εκείνη το Δικαστήριο ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης η πληρεξούσια δικηγόρος των εκκαλούντων παραστάθηκε στο ακροατήριο και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσε, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος των εφεσίβλητων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσε την από 4-11-2025 μονομερή δήλωσή της, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και προκατέθεσε προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 23-4-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./23-4-2025) έφεση των εναγομένων της από 26-9-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/26-9-2024) αγωγής – και ήδη εκκαλούντων, κατά της με αριθμό 764/19-2-2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την παραπάνω αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591, 614 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έχει ασκηθεί στις 23-4-2025, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 19, 143, 144,  495 παρ. 1 και 2, 511, 513 παρ. 1 β΄, 516 παρ. 1 και 2, 517 εδ. α΄, 518 παρ. 2, 520 παρ. 1, 591 παρ. 1 και 7, 614 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε από τα διαδικαστικά έγγραφα που περιέχονται στη δικογραφία, προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, από τη δημοσίευση της οποίας (19-2-2025) μέχρι την άσκηση (23-4-2025) της ένδικης έφεσης δεν έχει παρέλθει διετία. Επίσης, έχει κατατεθεί το απαιτούμενο παράβολο (δυνάμει του με αριθ. …………./2025 ηλεκτρονικού -e- παραβόλου), σύμφωνα με σχετική επισημείωση της Γραμματέως του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση επί του εφετηρίου, που προβλέπεται στο άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α στοιχ. β του Κ.Πολ.Δ.. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η κρινόμενη έφεση και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρα 533 παρ. 1, 591 παρ. 7 του Κ.Πολ.Δ.).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 785 Α.Κ., που ορίζει την έννοια της κοινωνίας δικαιώματος, “Αν ένα δικαίωμα ανήκει σε περισσότερους από κοινού, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, υπάρχει ανάμεσά τους κοινωνία κατ` ιδανικά μέρη. Σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ότι τα μέρη είναι ίσα”, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1113 του ιδίου κώδικα “Αν η κυριότητα του πράγματος ανήκει σε περισσότερους εξ αδιαιρέτου κατ’ ιδανικά μέρη, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την κοινωνία”. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 788 παρ. 1 Α.Κ., “η διοίκηση του κοινού ανήκει σε όλους μαζί τους κοινωνούς.”. Η διάταξη αυτή ορίζει, σχετικά με τη διοίκηση του κοινού πράγματος, την αρχή της ομοφωνίας όλων των κοινωνών (ΑΠ 1037/2013), ο δε όρος “διοίκηση” περιλαμβάνει κάθε πράξη διαχείρισης, υλική ή νομική, η οποία είναι απαραίτητη για τη συντήρηση, εκμετάλλευση, χρησιμοποίηση, κάρπωση και αύξηση της αξίας του κοινού πράγματος (ΑΠ 1373/2006). Στις εν λόγω πράξεις τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης, περιλαμβάνεται και η σύμβαση μίσθωσης του κοινού αντικειμένου, καθώς και κάθε άλλη πράξη, η οποία τείνει στη διατήρηση η άρση των συνεπειών της μισθώσεως, όπως η παράταση ή η τροποποίηση της συμβάσεως μισθώσεως ή καταγγελία αυτής (ΑΠ 1037/2013), η δε εκμίσθωση ιδανικής μερίδας του μισθίου προς τρίτο δεν είναι επιτρεπτή, συνεπεία του χαρακτήρα της χρήσεως ως αδιαιρέτου δικαιώματος (ΑΠ 59/2025, ΑΠ 164/2024, ΑΠ 1817/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 789 του Α.Κ., με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών μπορεί να καθορισθεί για το κοινό αντικείμενο ο προσήκων τρόπος τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης. Η πλειοψηφία λαμβάνεται κατά το μέγεθος των μερίδων. Στις εν λόγω πράξεις τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης περιλαμβάνεται και η σύμβαση μίσθωσης του κοινού αντικειμένου, καθώς και κάθε άλλη πράξη, η οποία τείνει στη διατήρηση ή άρση των συνεπειών της μισθώσεως όπως η παράταση, η ανανέωση – αναμίσθωση ή η τροποποίηση της συμβάσεως μισθώσεως ή καταγγελία αυτής. Η απόφαση της πλειοψηφίας που λήφθηκε μέσα στα πλαίσια του άρθρου 789 Α.Κ. δεν αφορά μόνο τις εσωτερικές σχέσεις των κοινωνών, αλλά ενέχει και εξουσία αντιπροσωπεύσεως και συνακόλουθα είναι έγκυρη και δεσμεύει όλους τους κοινωνούς, δηλαδή και εκείνους που διαφώνησαν και μειοψήφησαν (ΑΠ 413/2023, ΑΠ 1686/2022, ΑΠ 95/2020, ΑΠ 635/2018, ΑΠ 302/2014, ΑΠ 665/2008, ΑΠ 1259/2007, ΑΠ 255/2000). Κατά δε την αληθή έννοια της παραπάνω διάταξης, η απόφαση κάθε κοινωνού αφορά μόνο τη μερίδα του, η δε πλειοψηφία σχηματίζεται από το άθροισμα των επί μέρους μερίδων. Συνεπώς, αν η απόφαση των κοινωνών για την εκμετάλλευση του κοινού δεν επιδρά, ούτε επηρεάζει την τύχη της μερίδας κάποιου από αυτούς, η τελευταία δεν συνυπολογίζεται για το σχηματισμό της πλειοψηφίας. Τούτο συμβαίνει όταν η χρήση του κοινού παραχωρείται σε έναν από τους κοινωνούς, κατόπιν συμβάσεως μισθώσεως, εντολής, χρησιδανείου κλπ, οπότε η μερίδα του, εφόσον δεν επηρεάζεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προσμετράται στο σχηματισμό της (ΑΠ 1686/2022, ΑΠ 662/2018, ΑΠ 212/2003). Εξάλλου, στη μίσθωση πράγματος (άρθρο 574 Α.Κ.), αν το μίσθιο ανήκει κατά συγκυριότητα σε περισσότερα πρόσωπα, τότε για την εκμίσθωσή του σε τρίτο απαιτείται απόφαση όλων ή της πλειοψηφίας των κοινωνών, υπολογιζομένης με βάση το μέγεθος των μερίδων, ή απόφαση του δικαστηρίου ή του διορισμένου διαχειριστή (άρθρα 788-790 Α.Κ.). Αν το μίσθιο ανήκει κατά συγκυριότητα σε πλείονες, τόσο η καταγγελία της μίσθωσης, όσο και η άσκηση αγωγής απόδοσης μισθίου κατά τρίτου μη συγκυρίου, συγκαταλεγόμενες στις πράξεις διοίκησης-διαχείρισης, ασκούνται από όλους τους κοινωνούς ή από εκείνους που διαθέτουν την πλειοψηφία των μερίδων ή από τον διορισμένο διαχειριστή κ.λπ., κατά τις περί κοινωνίας διατάξεις (ΑΠ 1817/2006). Το ίδιο ισχύει και όταν από τους δύο συγκυρίους που έχουν παραδώσει τη χρήση του μισθίου σε τρίτο, ο ένας την έχει παραχωρήσει δωρεάν, κατά το ποσοστό του, ο δε έτερος έχει συνάψει μίσθωση για το δικό του, δεδομένου ότι η παραχώρηση της χρήσης είναι σε κάθε περίπτωση αδιαίρετη (ΑΠ 605/2018). ‘Όπως προαναφέρθηκε πράξεις τακτικής διοικήσεως και διαχειρίσεως του κοινού πράγματος αποτελούν, μεταξύ άλλων, η εκμίσθωση του πράγματος, η παράταση της διάρκειας λήγουσας ή λήξασας μισθώσεως και η ανανέωση αυτής ουσιώδες δε στοιχείο κατά νόμο της συμβάσεως μισθώσεως εκτός από τη χρήση και τη διάρκεια είναι και ο καθορισμός μισθώματος. Επομένως αποτελεί πράξη τακτικής διοικήσεως και διαχειρίσεως τόσο η αρχική σύναψη της μισθώσεως όσο και η παράταση ή ανανέωση αυτής που περιλαμβάνει και καθορισμό μισθώματος, ίσου ή μικρότερου ή υψηλότερου, σε σχέση με το προηγουμένως καταβαλλόμενο που καταρτίζεται εγκύρως στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 789 του Α.Κ. από την πλειοψηφία των συνεκμισθωτών όχι μόνο για νέα χρονική διάρκεια της μισθώσεως, αλλά και για το καταβλητέο μίσθωμα (μικρότερο ή υψηλότερο σε σχέση με το προηγουμένως καταβαλλόμενο). Δηλαδή η πράξη διοικήσεως – διαχειρίσεως, για την οποία απαιτείται πλειοψηφία των συνεκμισθωτών, περιλαμβάνει τόσο τη νέα διάρκεια της μισθώσεως όσο και το νέο μίσθωμα. Επομένως η νέα μίσθωση, με την έννοια της αναμισθώσεως στο πλαίσιο εφαρμογής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρα 436, 361 Α.Κ.) εφόσον επιτρεπτώς συνάπτεται από την πλειοψηφία των συνεκμισθωτών, δεσμεύει τη μειοψηφία τόσο ως προς τη διάρκεια όσο και ως προς το ύψος του μισθώματος και όχι μόνο ως προς το πρώτο υπό την έννοια ότι η μειοψηφία των μισθωτών δεν θα δικαιούται να αξιώσει για τη μερίδα της το τυχόν αυξημένο μίσθωμα που καταβαλλόταν πριν από την παράταση ή την ανανέωση της μισθώσεως. Εξάλλου, το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι διαπλαστικής φύσεως, παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσεως της μισθώσεως, μεταβαλλόμενης ως προς το ύψος του μισθώματος από της ασκήσεως της αγωγής. Όμως, το δικαίωμα τούτο δεν είναι αδιαίρετο κατά την κτήση ή την άσκησή του, αφού μάλιστα η χρηματική παροχή του μισθώματος έχει διαιρετό αντικείμενο. Συνεπώς, κατά την κρατήσασα στη νομολογία άποψη σε περίπτωση υπάρξεως περισσότερων εκμισθωτών, καθένας, από αυτούς, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 480 Α.Κ., δικαιούται να ζητήσει την αναπροσαρμογή του μισθώματος, στο ποσοστό που αντιστοιχεί στην ιδανική του μερίδα επί του κοινού μίσθιου πράγματος (ΑΠ 95/2020, ΑΠ 635/2018, ΑΠ 302/2014, ΑΠ 1746/2006, ΑΠ 871/2003, ΑΠ 588/1995, αντιθ. ΑΠ 1020/2003) και σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας για τον καθορισμό του μισθώματος μεταξύ του μισθωτή και της πλειοψηφίας των εκμισθωτών, η τελευταία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκπροσωπεί και τον εκμισθωτή που δεν συμμετείχε στη συμφωνία. Τα προαναφερθέντα όμως ισχύουν κατά την εξέλιξη και λειτουργία της συμβάσεως μισθώσεως μέσα στα νόμιμα όρια που ορίζονται από το π.δ. 34/1995 για τις εμπορικές μισθώσεις αναγκαστικά, και με την προϋπόθεση αναπροσαρμογής στο ίδιο χρονικό διάστημα που ορίζονται από την ίδια ειδική νομοθεσία αλλά και τον Α.Κ. (288, 388 Α.Κ.), και δεν αφορούν την κατάρτιση νέας συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως με την έννοια και της αναμισθώσεως ή ανανεώσεως, η οποία κατά τα προαναφερθέντα αποτελεί πράξη τακτικής διαχειρίσεως καταρτιζόμενη εγκύρως επί κοινωνίας συνεκμισθωτών από την πλειοψηφία τους, η οποία δεσμεύει και τους μειοψηφίσαντες, χωρίς η νέα αυτή συμφωνία σε σχέση με τον καθορισμό του μισθώματος για τη λειτουργία και εξέλιξή της στο μέλλον να ενέχει την έννοια της αναπροσαρμογής μεμονωμένα του μισθώματος που ίσχυε μέχρι τη λήξη της χρονικής διάρκειας της προηγούμενης μίσθωσης (ΑΠ 302/2014).

Περαιτέρω, η γενική ρήτρα του άρθρου 288 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή. Αντίθετα έτσι με τη ρήτρα του άρθρου 200 Α.Κ., που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βουλήσεως, δηλαδή τον καθορισμό της ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρυθμίσεως, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρου 288 Α.Κ. έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όταν κατά τα παραπάνω χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού. Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως κατά το χρόνο της εκπληρώσεώς τους (Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 710/2022, ΑΠ 298/2018, ΑΠ 63/2000, ΑΠ 756/2003, ΑΠ 398/2008). Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπληρώσεως των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ’ αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί όμως παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται άνευ άλλου τινός στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του. Όμως και στην περίπτωση αυτή που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους, η ρήτρα του άρθρου 288 Α.Κ. επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη απ’ αυτή παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας, στην περίπτωση αυτή, η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές (ΑΠ 710/2022, ΑΠ 494/2021, ΑΠ 670/2019, ΑΠ 292/2019). Σε κάθε περίπτωση, όμως, η διορθωτική επέμβαση στην ενοχή με βάση την ΑΚ 288 θα πρέπει να γίνεται μόνο όταν υπάρχει ιδιαίτερος σοβαρός λόγος και οπωσδήποτε να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, αντλημένα από την ίδια την έννομη τάξη και τις κρατούσες αντιλήψεις, καθόσον κανόνας παραμένει ότι η καλή πίστη απαιτεί την τήρηση των συμπεφωνημένων, όπως αυτά συμπληρώνονται από τις ειδικές διατάξεις του νόμου (ΑΠ 710/2022, ΑΠ 1231/2020). Συνεπώς, η ρήτρα του άρθρ. 288 Α.Κ., που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 44 του π.δ/τος 34/1995 και στις εμπορικές μισθώσεις (Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 765/2020, ΑΠ 762/2015, ΑΠ 1325/2013), εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του αρθρ. 388 Α.Κ. με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί (ΑΠ 710/2022, ΑΠ 495/2021, ΑΠ 946/2019, ΑΠ 660/2019, ΑΠ 1287/2015, ΑΠ 334/2015). Δηλαδή, το άρθρο 288 Α.Κ. εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθρου 388 Α.Κ. (ΑΠ 1271/2012), που απαιτεί η εκ των υστέρων μεταβολή των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, στις οποίες κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη από κοινού τα μέρη στήριξαν τη σύναψή της (ΑΠ 1038/1998), να οφείλεται σε λόγους έκτακτους, αλλά και απρόβλεπτους, χωρίς όμως υπαιτιότητα των μερών, προκειμένου η σύμβαση να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί ή να λυθεί εξ ολοκλήρου από το δικαστήριο κατά το μέρος που δεν εκτελέσθηκε ακόμη, εφόσον από την παραπάνω μεταβολή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής (ΑΠ 710/2022, ΑΠ 946/2019, ΑΠ 1088/2017, ΑΠ 398/2008, ΑΠ 1290/2011). Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 7 του ΠΔ 34/1995 “Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων”, προκύπτει εκτός άλλων, ότι επί εμπορικών μισθώσεων και γενικά των προστατευομένων από το διάταγμα αυτό, το μίσθωμα καθορίζεται ελεύθερα κατά τη σύναψη της μίσθωσης από τους συμβαλλομένους, αναπροσαρμόζεται δε κατά τα χρονικά διαστήματα που προβλέπονται στη σύμβαση. Με την παράγραφο 4 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι “σε κάθε περίπτωση μπορεί να ζητηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με τη συνδρομή του άρθρου 388 ΑΚ”. Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 388 Α.Κ., που προβλέπει την υποχώρηση της αρχής του απαραβίαστου των συμβάσεων (pacta sunt servanda) και εφαρμόζεται, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 ΠΔ 34/1995, και στις εμπορικές μισθώσεις, οι προϋποθέσεις, με τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλομένους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμα εκτελεστεί, είναι : α) να πρόκειται για αμφοτεροβαρή σύμβαση, η οποία δεν έχει εκτελεστεί πλήρως, β) η μεταβολή να αφορά περιστατικά στα οποία τα συμβαλλόμενα μέρη από κοινού στήριξαν κυρίως τη σύναψη της συμβάσεως εν όψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δηλαδή αμφότερα τα μέρη πρέπει να έθεσαν τα νομικά ή πραγματικά γεγονότα που αποτέλεσαν το θεμέλιο της συμβάσεως ως όρο της ισχύος της, υπό την έννοια ότι δεν θα προέβαιναν στην κατάρτισή της εάν γνώριζαν τη μεταβολή που επρόκειτο να επέλθει, γ) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη της συνάψεως της συμβάσεως και να οφείλεται σε λόγους έκτακτους που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και δ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής, να έγινε υπέρμετρα επαχθής, αυτό δε συμβαίνει, όταν συνεπεία έκτακτων γεγονότων, επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και μάλιστα σε τέτοια έκταση, ώστε ο μεν οφειλέτης εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα, από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί (ΑΠ 710/2022, ΑΠ 1377/2018, ΑΠ 298/2018, ΑΠ 1225/2015). Έκτακτα και απρόβλεπτα περιστατικά, κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου, είναι αυτά που δεν επέρχονται κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κ.λπ. (ΑΠ 710/2022, ΑΠ 298/2018, ΑΠ 8000/2020, ΑΠ 946/2019, ΑΠ 1171/2004). Η γενική οικονομική κρίση, η επιβολή μέτρων λιτότητας και γενικά, δημοσιονομικών και φορολογικών μέτρων, που συνεπάγονται μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών και συνακόλουθα, της εμπορικής κίνησης των καταστημάτων δεν αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα, ιδίως στην ελληνική οικονομία, στην οποία είναι από μακράν συνεχείς οι διακυμάνσεις της σταθερότητας, ιδίως κάτω από τις κρατούσες συνθήκες ρευστότητας και της διεθνούς οικονομίας (ΑΠ 298/2018, ΑΠ 1171/2004). Εξάλλου, έκτακτα και απρόοπτα γεγονότα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν εκείνα, που συμβαίνουν συνήθως, όπως η αυξομείωση της οικονομικής κατάστασης του μισθωτή, η αύξηση/ μείωση της αξίας του ακινήτου και η παρεπόμενη αντίστοιχη μεταβολή της μισθωτικής του αξίας η οποία μπορεί να οφείλεται π.χ. στην αύξηση/μείωση της ζήτησης για μίσθωση ανάλογων ακινήτων (ΑΠ 298/2018, ΑΠ 328/2004, ΑΠ 1171/2004). Εφόσον από τις ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 Α.Κ., δεν συντρέχει εκείνη της απρόοπτης και ανυπαίτιας μεταβολής των συνθηκών, τότε είναι επιτρεπτή η εφαρμογή του άρθρου 288 Α.Κ., ενόψει και του άρθρου 44 του ως άνω ΠΔ/τος που ορίζει ότι οι μισθώσεις του εν λόγω διατάγματος, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο σ’ αυτό, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, και μπορεί να ζητηθεί, με βάση το άρθρο αυτό (288 Α.Κ.), η αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή μισθώματος, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων επήλθε, μεταγενέστερα, δυσβάστακτη για τον οφειλέτη μεταβολή των συνθηκών. Τέτοια μεταβολή μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση/μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, η εξ αιτίας διαφόρων λόγων αυξομείωση της ζήτησης των ακινήτων, εις τρόπον ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή στην καταβολή του συμφωνηθέντος μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 1526/2021, ΑΠ 495/2021, ΑΠ 800/2020, ΑΠ 765/2020, ΑΠ 298/2018, ΑΠ 762/2015, ΑΠ 304/2014, ΑΠ 1325/2013, ΑΠ 508/2010). Κατά συνέπεια, για την αναπροσαρμογή του μισθώματος κατ’ άρθρο 288 Α.Κ. απαιτείται και, συνακόλουθα, αρκεί : α) Μόνιμη μεταβολή των συνθηκών, κατά το διάστημα από τη σύναψη της επαγγελματικής μίσθωσης και τον αρχικό συμβατικό προσδιορισμό του μισθώματος και της αναπροσαρμογής του ή από το χρόνο της μεταγενέστερης (συμβατικής ή νόμιμης) αναπροσαρμογής μέχρι το χρόνο συζήτησης της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και το απρόβλεπτο των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή, β) ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση), κατά τον ως άνω μεταγενέστερο χρόνο, ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός, και στο αρχικά συνομολογημένο ή το μετ’ αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση του τελευταίου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο με τον αρχικό ή μετά από αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος, και γ) αιτιώδης σύνδεσμος (συνάφεια) ανάμεσα στη μεταβολή των συνθηκών και την ουσιώδη απόκλιση του μισθώματος, ώστε η αναπροσαρμογή να αποκλείεται αν η απόκλιση θα επερχόταν και χωρίς μεταβολή των συνθηκών (Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 298/2018, ΑΠ 850/2010). Περαιτέρω, η διεργασία του δικαστηρίου για να αποφασίσει την αναπροσαρμογή είτε με βάση το άρθρο 388 Α.Κ. είτε με βάση το άρθρο 288 του ίδιου Κώδικα συνίσταται στη σύγκριση των δύο σκελών της αναπροσαρμογής, δηλαδή του καταβαλλόμενου μισθώματος και του “ελεύθερου” -για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας- το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσης του μισθίου και το οποίο, ευρισκόμενο με βάση τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση. Αν μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχει διαφορά, αυτή δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει παραπέρα το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστης να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη δε αναπροσαρμογής συντρέχει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, όταν λόγω ουσιώδους αύξησης της μισθωτικής αξίας του μισθίου επέρχεται ζημία στον εκμισθωτή, με τη μορφή απώλειας κέρδους, η οποία υπερβαίνει, κατά τα συναλλακτικά ήθη, τον κίνδυνο που αναλαμβάνει αυτός καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημία του με τη δικαστική αύξηση του μισθώματος, επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση που επέρχεται ζημία στο μισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη μείωση του μισθώματος. Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτεθείσα έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η προκύπτουσα διαφορά, αλλά θα ορισθεί το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 3/2014, ΑΠ 800/2020, ΑΠ 765/2020, ΑΠ 1145/2019, ΑΠ 62/2019, ΑΠ 983/2018, ΑΠ 298/2018, ΑΠ 55/2018). Το δικαίωμα αναπροσαρμογής κατά τη διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ. είναι διαπλαστικό και κατά συνέπεια τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αν λοιπόν πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, του λοιπού ο περί του μισθώματος συμβατικός όρος (ήτοι η συμφωνία περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος) καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον, αφού κρίνεται ότι είναι απρόσφορος πλέον να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος. Εξάλλου, με τη δικαστική απόφαση αναπροσαρμογής μεταβάλλονται τα περιστατικά, πάνω στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη συμφωνία για σταδιακή αναπροσαρμογή και έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για τήρηση των συμφωνηθέντων. Αυτή δε η ίδια η προσφυγή στο δικαστήριο εκ μέρους του ενός των συμβληθέντων μερών (ή και αμφοτέρων) υποδηλώνει με σαφήνεια τη θέληση του ενός (ή και αμφοτέρων) για μη τήρηση των συμφωνηθέντων. Τελικά, με την αναπροσαρμογή του μισθώματος από το δικαστήριο και τη συνακόλουθη κατάργηση της συμφωνίας σταδιακής αναπροσαρμογής, επιτυγχάνεται η σε βάθος χρόνου ομαλοποίηση της διαταραχθείσας συμβατικής σχέσης και ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μελλοντικών δικαστικών διενέξεων από την ίδια συμβατική σχέση και για την ίδια αιτία (ΟλΑΠ 3/2014, ΑΠ 73/2020, ΑΠ 983/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση με την από 26-9-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./26-9-2024) αγωγή, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, ισχυρίστηκαν ότι ως ομόρρυθμοι εταίροι με τον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο εκκαλούντα, σύστησαν το έτος 1976 την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «……………» καθολική διάδοχος της οποίας είναι η δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη εκκαλούσα μετά από τροποποίησή της σε ετερόρρυθμη εταιρία. Ότι δυνάμει προφορικής σύμβασης μίσθωσης που καταρτίστηκε το έτος 2004, ως συγκύριοι του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, εκμίσθωσαν αυτό στην εναγόμενη εταιρία, αντί μηνιαίου μισθώματος 300 ευρώ πλέον χαρτοσήμου, για χρονική διάρκεια είκοσι ετών, προκειμένου  να το χρησιμοποιήσει ως αποθηκευτικό χώρο των εμπορευμάτων της. Ότι οι ενάγοντες αποχώρησαν από την εναγόμενη εταιρία, ο μεν πρώτος το έτος 2018, ο δε δεύτερος το έτος 2020, ενώ η ανωτέρω μίσθωση ανανεώθηκε με το από 29-9-2020 ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο συμβλήθηκαν ο δεύτερος ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος ως εκμισθωτές, η δε δεύτερη εναγόμενη ως μισθώτρια, αντί μισθώματος 300 ευρώ και διάρκεια είκοσι ετών. Ότι η ανωτέρω μίσθωση είναι άκυρη ως καταπλεονεκτική, λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη, καθόσον αποτελεί προϊόν εξαναγκασμού και εκμετάλλευσης της ανάγκης και τους κουφότητας των εναγόντων, οι οποίοι ήθελαν να αποχωρήσουν από την εταιρία, τόσο ως προς το μίσθωμα που είναι χαμηλό, όσο και ως προς τη διάρκεια που είναι ιδιαίτερα μεγάλη, ενώ η δεύτερη εναγόμενη κάνει χρήση ολόκληρου του ακινήτου και όχι μόνο του μισθωμένου χώρου. Ζητούσαν δε, ως συγκύριοι του πλειοψηφούντος ποσοστού των 2/3 εξ αδιαιρέτου , μετά την παραδεκτή τροπή των καταψηφιστικών αιτημάτων σε αναγνωριστικά, με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, α)να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της μίσθωσης ως καταπλεονεκτικής και αντίθεσής της στα χρηστά ήθη, 2) να αποβληθεί η δεύτερη εναγόμενη και κάθε τρίτος που έλκει δικαιώματα από την ένδικη μίσθωση λόγω της καταγγελίας αυτής με την παρούσα αγωγή λόγω της ακυρότητας αυτής ως καταπλεονεκτικής, αλλά και λόγω της καταπάτησης του συνόλου του ακινήτου από την εναγόμενη, 3) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης να καταβάλει ως αποζημίωση αποκλειστικής χρήσης μετά της αποθετικής ζημίας α)το ποσό των 64.472,34 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα κατά το ποσοστό της αναλογίας του επί του μισθίου ακινήτου και β) το ποσό των 64.472,34 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα κατά το ποσοστό της αναλογίας του επί του μισθίου ακινήτου, για την περίοδο Οκτωβρίου του 2020 έως Οκτωβρίου του 2024, άλλως επικουρικώς να διαταχθεί η αναπροσαρμογή του μισθώματος για το μέλλον, ήτοι από την 1-10-2024 και για μία τριετία έως 30-9-2027, ίση προς 6,25 ευρώ το τ.μ. και κατόπιν στρογγυλοποίησης στο ποσό των 4.770 μηνιαίως, εκ του οποίου οι ενάγοντες και ο πρώτος εναγόμενος θα λαμβάνουν το ποσό των 1.590 ευρώ, ο καθένας και 4) να αναγνωριστεί η εις ολόκληρον υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στους ενάγοντες το ποσό των 20.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, καθώς και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη, πλην του αιτήματος αποβολής της εναγομένης μισθώτριας εταιρίας και κάθε τρίτου που έλκει δικαιώματα το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο (κατά το κεφάλαιο αυτό δεν εκκαλείται) και, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή ως κατ΄ουσίαν βάσιμη κατά την επικουρική βάση αυτής και διέταξε την αναπροσαρμογή του μισθώματος στο ποσό των 2.172 ευρώ ώστε ο κάθε συνεκμισθωτής να λαμβάνει το ποσό των 724 ευρώ κατά το λόγο της μερίδας του επί του επίκοινου μισθίου, για χρονικό διάστημα από το χρόνο της επίδοσης της αγωγής 11-10-2024 και επί τρία έτη, δηλαδή έως 30-9-2027 και καταδίκασε τους εναγομένους εις ολόκληρον τον καθένα σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων, την οποία όρισε στο ποσό των 150 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται με την κρινόμενη έφεση οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούν δε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή και να επιβληθούν σε βάρος των εφεσίβλητων τα δικαστικά τους έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα που εξετάστηκε με την επιμέλεια των εναγομένων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού (οι ενάγοντες δεν πρότειναν την εξέταση μάρτυρα), καθώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και επαναπροσκομίζουν νόμιμα, συμπεριλαβανομένων μεταξύ αυτών και της με αριθ. ………./10-4-2024 ένορκης βεβαίωσης, που λήφθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ του πρώτου εκκαλούντος και του πρώτου εφεσίβλητου κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου του και λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων καθόσον κρίνεται ότι δεν δόθηκε για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη (ΑΠ 1042/2020), των φωτογραφιών που προσκομίζονται από τους διαδίκους και η γνησιότητά τους δεν αμφισβητείται, καθώς και των εγγράφων που προσκομίζονται μετ’επιλήσεως το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και δεν συντρέχει λόγος απόκρουσης αυτών (άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ.) και εκτιμώνται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και της από 27-3-2025 έκθεσης εκτίμησης της ……………. Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ Πιστοποιημένης Εκτιμήτριας που προσκομίζεται από τους εκκαλούντες το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου καθώς και της από 27-10-2025 έκθεσης εκτίμησης της ………….. Πιστοποιημένης Εκτιμήτριας που προσκομίζεται από τους εφεσίβλητους το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, και οι ανωτέρω εκθέσεις λαμβάνονται υπόψη καθόσον κρίνεται ότι δεν συντρέχει λόγος απόκρουσης αυτών (άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ.) και εκτιμώνται ελεύθερα (άρθρο 390 ΚΠολΔ, ΑΠ 1945/2025, ΑΠ 1099/2019), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι και ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος εκκαλών είναι αδέλφια και συγκύριοι σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός κοινού, αυτοτελούς και ενιαίου επαγγελματικού ακινήτου και συγκεκριμένα ενός εξαώροφου επαγγελματικού ακινήτου συνολικής επιφάνειας 1.500 τ.μ., στο οποίο δεν έχει συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία και βρίσκεται εντός οικοπέδου 340 τ.μ. στα …… Πειραιά Αττικής, επί της οδού …………., υπό ΚΑΕΚ …………../0/0. Το έτος 1977 ο δεύτερος εφεσίβλητος μετά του πρώτου εκκαλούντος συνέστησαν τη δεύτερη εκκαλούσα, αρχικά ως ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «…………», στην οποία από το έτος 1982 συμμετείχε και ο πρώτος εφεσίβλητος και η οποία στη συνέχεια το έτος 2020 κατόπιν τροποποίησης μετατράπηκε σε ετερόρρυθμη εταιρία με εταίρους τον πρώτο εκκαλούντα και τα δύο τέκνα του, με έδρα το επί της οδού ……….. κατάστημα στα ………. και με αντικείμενο την κατασκευή και εμπορία μεταλλικών επίπλων. Δυνάμει προφορικής σύμβασης μίσθωσης που καταρτίστηκε στον Πειραιά το έτος 2004, οι εφεσίβλητοι και ο πρώτος εκκαλών εκμίσθωσαν κατόπιν κοινής απόφασης, στη δεύτερη εκκαλούσα εταιρία τον υπόγειο και ισόγειο χώρο του ανωτέρω ακινήτου επί της οδού ………… και συγκεκριμένα έκταση 543 τ.μ., προκειμένου να αποθηκεύει τα εμπορεύματά της. Λόγω της αποχώρησης του πρώτου εφεσίβλητου από την εταιρία το έτος 2018 συνεπεία διατάραξης των σχέσεων μεταξύ των εταίρων, προέκυψε η ανάγκη ανανέωσης της υφιστάμενης μίσθωσης προκειμένου να παραταθεί η διάρκειά της και να εξασφαλιστεί η σταθερότητα καταβολής του μισθώματος χωρίς τη συμβολή του αποχωρήσαντος μέλους. Για τους λόγους αυτούς υπογράφηκε το από 29-9-2020 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, μεταξύ του δεύτερου εφεσίβλητου και του πρώτου εκκαλούντος ως εκμισθωτών που έχουν τα 2/3 εξ αδιαιρέτου του επίκοινου μισθίου, δηλαδή την πλειοψηφία των μεριδίων των κοινωνών και της δεύτερης εκκαλούσας ως μισθώτριας. Η ανωτέρω μίσθωση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, επιτρεπτώς συνάπτεται από την πλειοψηφία των συνεκμισθωτών, που έχουν τα 2/3 εξ αδιαιρέτου του μισθίου, δεσμεύει την μειοψηφία, ήτοι τον πρώτο εφεσίβλητο -συγκύριο κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου του μισθίου, τόσο ως προς τη διάρκεια όσο και ως προς το ύψος του μισθώματος, αν και δεν συμβλήθηκε στη σύμβαση μίσθωσης. Με το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό τα συμβαλλόμενα μέρη έχοντας την πλειοψηφία των μεριδίων των κοινωνών επί του επίκοινου μισθίου και εκπροσωπώντας όλους τους κοινωνούς (άρθρο 789 Α.Κ.), αποφάσισαν να συνεχίσουν τη μίσθωση του επίδικου ακινήτου έκτασης 543 τ.μ. στη δεύτερη εκκαλούσα εταιρία, αντί μηνιαίου μισθώματος 300 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου (3,6%), ήτοι 7,20 ευρώ, από το οποίο κάθε εκμισθωτής θα λαμβάνει 103,60 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο μετά την πρώτη πενταετία (από 1-10-2025) κατά τα ειδικότερα συμφωνηθέντα, ενώ η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για χρονικό διάστημα είκοσι ετών (ήτοι από 1-10-2020 έως 30-9-2040), με δυνατότητα παράτασης για δέκα ακόμη έτη με μονομερή δήλωση της μισθώτριας, έχοντας τη συναίνεση και του πρώτου εφεσίβλητου, ο οποίος αποδέχτηκε τη μίσθωση με δήλωσή του στην πλατφόρμα της ΑΑΔΕ. Επομένως, τόσο κατά το χρόνο σύναψης της αρχικής μίσθωσης, όσο και κατά το χρόνο σύναψης του από 29-9-2020 ιδιωτικού συμφωνητικού, η απόφαση της εκμίσθωσης που αποτελεί πράξη τακτικής διοικήσεως και διαχειρίσεως του κοινού ακινήτου, λήφθηκε από όλους τους κοινωνούς αλλά και από την πλειοψηφία αυτών με συναίνεση του πρώτου εφεσίβλητου. Το μίσθιο ήταν προορισμένο να εξυπηρετεί τις ανάγκες της μισθώτριας εταιρίας ως αποθηκευτικός χώρος για την αποθήκευση των εμπορευμάτων της και οι ειδικές αυτές συνθήκες επέβαλαν την ανάγκη για τη μακροχρόνια διάρκεια της μίσθωσης, επειδή το μίσθιο θα συνέχιζε να λειτουργεί ως αποθηκευτικός χώρος όσο συνεχίζει να λειτουργεί η εταιρία, ενώ δεν αποδείχτηκε ότι η τελευταία προτίθετο να προβεί σε αλλαγή της χρήσης του μισθίου, ώστε να συμφωνηθεί μικρότερη διάρκεια αυτής. Επομένως η απόφαση των εκμισθωτών -κοινωνών περί μακροχρόνιας διάρκειας της μίσθωσης, δεν συνιστά παραβίαση του πλαισίου που θέτουν τα άρθρα 179 και 281 Α.Κ. λόγω παραβίασης της καλής πίστης και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος, αλλά υπαγορευόταν από την ανάγκη ύπαρξης και μακρόχρονης λειτουργίας της οικογενειακής εταιρίας των διαδίκων εταίρων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το αγωγικό αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της μίσθωσης ως καταπλεονεκτικής και αντίθετης στα χρηστά ήθη και κατά το κεφάλαιο αυτό δεν εκκαλείται με την έφεση (ΚΠολΔ 522, ΑΠ 62/2019). Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος αποχώρησε από τη δεύτερη εκκαλούσα εταιρία το έτος 2020 και έλαβε δυνάμει του από 29-9-2020 ιδιωτικού συμφωνητικού, ως αξία της εταιρικής του συμμετοχής ένα ακίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου εκκαλούντος που βρίσκεται στην περιφερειακή ενότητα …….., αξίας 85.730,96 ευρώ, επιταγές ύψους 20.000 ευρώ, με την περαιτέρω συμφωνία να του καταβάλλεται όσο ζει το ποσό των 295 ευρώ μηνιαίως από τη δεύτερη εκκαλούσα, με αποτέλεσμα να μην τεθεί ποτέ ζήτημα διαπραγμάτευσης του ύψους του μισθώματος που θα λάμβανε από την εκκαλούσα εταιρία και γι’αυτό και συνυπέγραψε το ανωτέρω μισθωτήριο, αφού οι όροι εξόδου του από την εταιρία ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκοί για εκείνον. Επίσης, λαμβανομένου υπόψη ότι η ανεύρεση νέου μισθωτή, που να εξασφαλίζει συνεχή παραμονή του στο μίσθιο και καταβολή ικανοποιητικού μισθώματος ήταν ιδιαίτερα δυσχερής για το συγκεκριμένο ακίνητο, το οποίο έχει μεγάλη επιφάνεια και είναι ημιτελές (στερείται παραθύρων, μπαλκονόπορτας) και δεν ηλεκτροδοτείται, ήταν δε προσαρμοσμένο από κατασκευής να εξυπηρετεί τις ανάγκες της συγκεκριμένης επιχείρησης ως αποθηκευτικός χώρος και γι’αυτό δεν τέθηκε υπό διαπραγμάτευση το ύψος του μισθώματος, καθώς και για τον επιπρόσθετο λόγο επειδή αφορούσε μίσθωση μεταξύ εταίρων μελών της μισθώτριας ομόρρυθμης εταιρίας που εκ της φύσεώς της ενέχει έντονο προσωπικό χαρακτήρα. Έτι περαιτέρω τη χρονική περίοδο του έτους 2020 και συγκεκριμένα από τον Οκτώβριο έως Δεκέμβριο του 2020 η χώρα τελούσε υπό τους περιορισμούς των προστατευτικών μέτρων για την αντιμετώπιση του κινδύνου της διασποράς του κορονοϊού (COVID -19), που είχαν αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομική δραστηριότητα, λόγω κυρίως της πλήρους αναστολής της λειτουργίας όλων των εμπορικών καταστημάτων της χώρας (lockdown), με διαδοχικές κυβερνητικές αποφάσεις, με συνέπεια η προοπτική ανεύρεσης μισθωτή και η επίτευξη μεγαλύτερου μισθώματος να καθίσταται ακόμη πιο δυσχερής. Η παραπάνω πρωτοφανής και απρόβλεπτη κατάσταση είχε σαφές αρνητικό αντίκτυπο στο σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας, η οποία μόλις είχε αρχίσει να ανακάμπτει από την προηγηθείσα πολυετή και βαθιά ύφεση, λόγω της δημοσιονομικής κρίσης. Επικράτησε έντονο κλίμα αβεβαιότητας με ιδιαίτερα μεγάλες οικονομικές ζημίες σε όλους τους τομείς της οικονομίας και της επιχειρηματικής δραστηριότητας και σημειώθηκε επιβράδυνση της αναπτυξιακής πορείας. Επομένως λόγω των ανωτέρω στην ένδικη μίσθωση δεν θα μπορούσε να συμφωνηθεί μεγαλύτερο μίσθωμα, όπως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτομένων των περί αντιθέτου ισχυρισμών των εκκαλούντων που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο της έφεσης ότι το ύψος και η διάρκεια της μίσθωσης αποτέλεσαν ουσιώδη όρο για τη διαπραγμάτευση, λαμβανομένου επίσης υπόψη ότι υφίσταται άλλο μίσθιο ακίνητο και στην οδό …………. (εκμετάλλευσης του πρώτου εκκαλούντος και του πρώτου εφεσίβλητου) που αναφέρεται στο επικαλούμενο και ενσωματωμένο στην έφεση από 29-90-2020 ιδιωτικό συμφωνητικό (που αφορά την αποχώρηση του δεύτερου εφεσίβλητου από την εταιρία), καθώς και το ότι ακόμη και στο προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης προβλέφθηκε όρος αναπροσαρμογής του μισθώματος μετά την παρέλευση πενταετίας. Περαιτέρω με την εκκαλουμένη απόφαση κρίθηκε ότι δεν αποδείχτηκε ότι η εναγόμενη εταιρία και ήδη δεύτερη εκκαλούσα κάνει αυθαίρετη χρήση όλου του ακινήτου έκτασης 1.500 τ.μ. αντί του μισθωμένου χώρου έκτασης 543 τ.μ. και ότι η επίδικη μίσθωση συνήφθη σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς να μεσολαβήσει καμία παράνομη ενέργεια των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων και απέρριψε τις αξιώσεις τους περί αποζημίωσης για αποκλειστική χρήση μετά αποθετικής ζημίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ως ουσία αβάσιμες. Κατά τις ως άνω παραδοχές δεν εκκαλείται η απόφαση με τους λόγους της έφεσης (ΚΠολΔ 522, ΑΠ 62/2019). Περαιτέρω η άρση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης (βλ. Κ.Υ.Α. ΔΙα/ΓΠ.οικ. 24.991/29-4- 2023, Φ.Ε.Κ. β’ Τ. 2.883/29-4-2023, με έναρξη ισχύος την 1-5-2023, διατηρούμενοι περιορισμοί μόνο σε δομές υγείας και κλειστές δομές κοινωνικής φροντίδας), είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες ρευστότητας, αύξηση της εμπορικής κίνησης των καταστημάτων και να διαμορφωθούν νέες, αυξημένες μισθωτικές αξίες των ακινήτων, με στοιχεία μονιμότητας και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητείται η αναπροσαρμογή του μισθώματος, το εν γένει οικονομικό κλίμα έχει διαφοροποιηθεί ουσιωδώς και είναι σαφώς βελτιωμένο. Επίσης η περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο μίσθιο αποτελείται από οικιστικά και επαγγελματικά κτίρια, γειτνιάζει με το λιμάνι του Πειραιά, παρουσιάζει σταθερή άνοδο τιμών στην κτηματαγορά και ζήτηση ιδίως για τα επαγγελματικά ακίνητα και αποθηκευτικούς χώρους, λόγω του επενδυτικού ενδιαφέροντος και της ολοένα αυξανόμενης εμπορικής κίνησης του λιμένα και της ευρύτερης περιοχής. Αναφορικά με το επίδικο μίσθιο ακίνητο, αποδείχτηκε ότι από το χρόνο σύναψης του από 29-9-2020 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης και μέχρι την άσκηση της αγωγής αλλά και μέχρι το χρόνο συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (8-1-2025), επήλθε ουσιώδης αύξηση της μισθωτικής αξίας του στη συγκεκριμένη περιοχή, με αποτέλεσμα να επέρχεται ζημία στους εκμισθωτές, με τη μορφή της απώλειας κέρδους, η οποία υπερβαίνει κατά τα συναλλακτικά ήθη τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα. Επομένως δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής του μισθώματος των 300 ευρώ, προκειμένου να περιοριστεί η ζημία των εκμισθωτών με την αύξηση του μισθώματος, ώστε να ανταποκριθεί στην αξία της χρήσης του μισθίου. Το επίδικο μίσθιο ανεγέρθηκε κατόπιν της με αριθ. ……./17-6-2005 οικοδομικής άδειας, σε πολυώροφη οικοδομή γωνιακή, με πρόσοψη επί της οδού ….. και επί της οδού …, βρίσκεται σε απόσταση περί το ένα χιλιόμετρο από το λιμάνι του Πειραιά και το σταθμό του μετρό και σε απόσταση 500 μέτρων περίπου από τη στάση τραμ και λόγω της θέσης του είναι κατάλληλο κυρίως για επαγγελματική, βιοτεχνική, αποθηκευτική χρήση. Είναι ημιτελές (δεν διαθέτει παράθυρα και μπαλκονόπορτες), αποτελείται από ενιαίους χώρους (υπόγειο και ισόγειο με πατάρι), χωρίς εσωτερικές πόρτες και εσωτερικές διαρρυθμίσεις, έχει κλιμακοστάσιο και ανελκυστήρες οχημάτων-φορτίων (στο υπόγειο και στο ισόγειο) και ανελκυστήρα ατόμων (στο ισόγειο), τα δάπεδα δεν φέρουν επικαλύψεις, το ισόγειο, τα παράθυρα του οποίου προστατεύονται με σιδερένια κάγκελα, έχει 1 W.C., ράμπα εισόδου και κεντρική είσοδο από την οδό ……. και είναι μη ηλεκτροδοτούμενο και μη υδροδοτούμενο. Οι διάδικοι ως συγκριτικά στοιχεία της μισθωτικής αξίας του ακινήτου προσκομίζουν α)τις προαναφερόμενες εκθέσεις εκτίμησης στις οποίες ενσωματώνονται, μεταξύ άλλων, φωτογραφίες του επιδίκου και πίνακες συγκριτικών στοιχείων και από αγγελίες μισθώσεων όμοιας χρήσης με το επίδικο στην ευρύτερη περιοχή και επίσης στο πόρισμα των ανωτέρω εκθέσεων η μισθωτική αξία του επίδικου ακινήτου προσδιορίζεται στη μεν πρώτη που προσκομίζουν οι εκκαλούντες στο ποσό των 5.400 ευρώ κατ’έτος (ήτοι σε 450 ευρώ μηνιαίως) υπολογίζοντας συνολικό εμβαδόν 1.206,49 τ.μ., στη δε δεύτερη που προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι στο ποσό των 4,6 ευρώ ανά τ.μ. για το επίδικο μίσθιο (υπόγειο -ισόγειο συνολικού εμβαδού 470,64 τ.μ.), β)οι εκκαλούντες προσκομίζουν αγγελία μίσθωσης από μεσιτικό γραφείο ακινήτου εμβαδού 155 τ.μ. έτους κατασκευής 1975, γ)οι εφεσίβλητοι επίσης προσκομίζουν ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης παρακείμενου μικρότερης έκτασης ακινήτου (80 τ.μ.) ως χώρου αποθήκευσης και αγγελία μίσθωσης ακινήτου εμβαδού 300 τ.μ. έτους κατασκευής 2009 και ανακαινισμένο το έτος 2025 από μεσιτικό γραφείο. Ενόψει των προαναφερομένων, της θέσης, αλλά και της κατάστασης του μισθίου (ημιτελές, χωρίς εσωτερικές πόρτες και μη ηλεκτροδοτούμενο), συγκρινόμενου με τις αντίστοιχες μέσες τιμές μισθωτικής αξίας αντίστοιχων ακινήτων της περιοχής των Καμινίων για επαγγελματικές μισθώσεις αποθηκευτικών χώρων, κρίνεται ότι η μέση τιμή ενοικίασης ανά τετραγωνικό μέτρο, ανέρχεται στο ποσό τεσσάρων (4) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο. Επιβάλλεται, συνεπώς, προς περιορισμό της ζημίας των εκμισθωτών, να αυξηθεί, κατ’ απόκλιση από τα συμφωνημένα, το καταβαλλόμενο μίσθωμα στο ποσό των 2.172 ευρώ (ήτοι 543 τ.μ. Χ 4 ευρώ ανά τ.μ.), από το οποίο κάθε εκμισθωτής θα λαμβάνει ποσοστό 1/3, ήτοι 724 ευρώ, αρχής γενομένης από την άσκηση της αγωγής, ήτοι από την 11-10-2024 και επί τρία έτη, ήτοι έως 30-9-2027. Δεν έσφαλε επομένως η εκκαλουμένη που με συνοπτικότερη αιτιολόγηση, που πρέπει να συμπληρωθεί όπως πιο πάνω (534 ΚΠολΔ), έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη την αγωγή κατά την επικουρική βάση αυτής και καθόρισε το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα στο ανωτέρω ποσό για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούντες εναγόμενοι υποστηρίζουν τα αντίθετα. Μετά ταύτα, απορριπτέο κρίνεται το αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης (άρθρο 368 Κ.Πολ.Δ.) που υπέβαλαν οι εκκαλούντες με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προκειμένου για τη μισθωτική αξία του επίδικου μισθίου, καθόσον από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία (ιδ. εκθέσεις εκτίμησης, συγκριτικά στοιχεία, φωτογραφικές απεικονίσεις του μισθίου), δημιουργείται εντελής δικανική πεποίθηση για το ζήτημα για το οποίο ζητείται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προσέτι δε κρίνεται ότι το ζήτημα αυτό δεν απαιτεί ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης και ενόψει των προεκτεθέντων δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και συνεπώς το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.

Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι της έφεσης προς έρευνα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια σε σχέση με τα ανωτέρω και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή κατά την επικουρική της βάση ως κατ΄ουσίαν βάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι της έφεσης, καθώς και η έφεση στο σύνολό της ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας τους (άρθρα 183,176, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, λόγω της απόρριψης της έφεσης και της ήττας των εκκαλούντων, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από  23-4-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./23-4-2025) έφεση κατά της με αριθμό 764/19-2-2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία).

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους εκκαλούντες κατά την άσκηση της ως άνω έφεσης και αναφερόμενου στο σκεπτικό της παρούσας, παραβόλου.

Επιβάλλει σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις 9  Απριλίου 2026 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ