Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 233/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ    233/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Αποτελούμενο από τoν Δικαστή Λάζαρο Γιαπαλάκη Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από τον Προϊστάμενο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από την Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) ΤΗΣ εταιρίας με την επωνυμία ………………. η οποία εδρεύει στην ………….. Αττικής , στην οδό ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ΤΟΥ ……………, 3) …………, 4) ……………., αμφότεροι κάτοικοι ….. οδός ……………. και οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Νικλέτα ΒΑΚΟΥΡΟΥ του Δ.Σ.Α. με Α.Μ. ……………

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: 1)ΤΗΣ ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ……………… (…………) και τον διακριτικό τίτλο ………….(πρώην ………………… (……………) που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …………… εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) ΤΗΣ ανώνυμης εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία ……………… με το διακριτικό τίτλο …………., όπως μετονομάστηκε από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία …………… ( …………………….. και τον διακριτικό τίτλο …………………….), που εδρεύει στο ………… Αττικής, στην οδό ……………. με Α.Φ.Μ. ………… της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά, ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία  …………… που εδρεύει στο ……… Ιρλανδίας, οδός ……….. με αριθμό καταχώρισης στα μητρώα εταιριών ……….., εκπροσωπείται νόμιμα η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ……………. και τον διακριτικό τίτλο ………………, που εδρεύει στην Αθήνα στην οδό …… Α.Φ.Μ. …….. της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ και η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Πατριαρχέα(Δ.Ε. ΧΑΡΑΚΤΙΝΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ) του Δ.Σ.Π. με Α.Μ. ………..

Οι εκκαλούντες, άσκησαν κατά των εφεσίβλητων την από με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου ……………/2024 ανακοπή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, επί της οποίας, αφού εκδικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η 3443/2024 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), που απέρριψε αυτήν.

Επικυρωμένο αντίγραφο της εφέσεως κατατέθηκε αυθημερόν στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιά με Γ.Α.Κ …./2024 και Ε.Α.Κ……./2024 και δικάσιμος ορίστηκε μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής από τον Εφέτη Πρόεδρο Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιά η 3-4-2025 και μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο. Στο ίδιο δικόγραφο οι εκκαλούντες σώρευσαν αίτηση αναστολής εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής και αναστολής της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης με αίτημα χορήγησης σημειώματος- προσωρινής διαταγής.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου ως ανωτέρω και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι δεν έχει επιδοθεί κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας στην πρώτη εφεσίβλητη. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς αυτή.

Η από 1-11-2024 και με αριθμό έκθεσης δικογράφου …………../2024 έφεση προς εξαφάνιση της 3443/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), το οποίο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου …………../2024 ανακοπή που άσκησαν οι εκκαλούντες κατά των εφεσίβλητων, απέρριψε αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠΟΛΔ κι εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 518 παρ.2 του ίδιου Κώδικα και πριν παρέλθουν δύο έτη από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης, καθώς αυτή δημοσιεύτηκε στις 23.10-2024 και η έφεση ασκήθηκε στις 5-11-2024 (βλ. την με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου …………./2024). Επομένως, η ως άνω έφεση στο δικόγραφο της οποίας παραδεκτά σωρεύεται αίτηση αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 παρ.2 ΚΠΟΛΔ, όπως εισάγεται ενώπιον του αρμόδιου κατ’ άρθρο 19 περ. α’ ΚΠΟΛΔ παρόντος Δικαστηρίου που δικάζει με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠΟΛΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ` άρθρο 533 παρ.1 ΚΠΟΛΔ. Σημειώνεται ότι για το παραδεκτό του ένδικου μέσου έχει κατατεθεί από τους εκκαλούντες το προβλεπόμενο κατ’ άρθρο 495 παρ.3Α στοιχ.β’ ……………../2024 e-παράβολο ποσού 100 ευρώ.

Με την από με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου ……………./2024 ανακοπή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά οι ανακόπτοντες ζητούν για τους λόγους που αναφέρουν σ’ αυτήν να εφαρμοστεί η με αριθμό 399/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά που εξαφάνισε την με αριθμό ………../2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά μετά της συνημμένης επιταγής προς πληρωμή με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν εις ολόκληρον στην πρώτη καθ’ ης το ποσό των 293.958,55 ευρώ για απαίτηση της πρώτης καθ’ ης που απορρέει από σύμβαση πίστωσης και το με αριθμό ………./2013 πρώτο απόγραφο της ανωτέρω διαταγής πληρωμής καθώς επίσης ακύρωσε την με αριθμό ……../2013 κατασχετήρια έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …………….  με βάση την οποία επισπεύστηκε πλειστηριασμός στην ακίνητη περιουσία του δεύτερου και τέταρτου των ανακόπτοντων. Περαιτέρω ζητούν την καταδίκη της καθ’ ης στην δικαστική τους δαπάνη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση εκδικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την παραπάνω ανακοπή κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών απέρριψε αυτή. Ήδη με την υπό κρίση έφεσή τους, οι εκκαλούντες παραπονούνται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων κατά την απόρριψη των λόγων της ανακοπής τους, αιτούμενοι να εξαφανιστεί η αμέσως παραπάνω απόφαση, να γίνουν δεκτοί στο σύνολό τους οι λόγοι που περιέχονται στην ανακοπή τους, να ακυρωθούν αυτοτελώς και για τους λόγους που αναλυτικά αναφέρονται στο εφετήριο, η υπ’ αριθ. ………………/2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ………. με την οποία επισπεύδεται στις 27-11-2024 αναγκαστικός πλειστηριασμός σε βάρος της ιδιοκτησίας τους.  Σημειώνεται ότι στις 19-11-2024 έγινε δεκτό από τον Εφέτη Πρόεδρο Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιά, το αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης που σωρεύθηκε στο ίδιο δικόγραφο της έφεσης, κατόπιν πιθανολόγησης ευδοκίμησης των λόγων της έφεσης οπότε διατάχθηκε η αναστολή του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού που είχε προγραμματιστεί για τις 27-11-2024 μέχρι την έκδοση απόφασης επί της εφέσεως.

Με τον κύριο λόγο έφεσης τους οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι δυνάμει της με αριθμό 399/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά εξαφανίστηκε η με αριθμό 1694/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία είχε γίνει δεκτή η με αριθμό …/7-6-2013 ανακοπή τους και ακυρώθηκε η με αριθμό …../2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και η με αριθμό …/2013 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……………. Ως εκ τούτου η επισπευδόμενη σε βάρος τους εκτέλεση που στηρίζεται στην με αριθμό …../2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η οποία έχει ακυρωθεί αμετάκλητα δεν στηρίζεται σε έγκυρο τίτλο.

Από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας αποδεικνύεται ότι δυνάμει της με αριθμό 399/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς εξαφανίστηκε η με αριθμό 1694/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ακυρώθηκε η με αριθμό …/2013 κατασχετήρια έκθεση της δικαστικής επιμελήτρια στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………….. Περαιτέρω με την με αριθμό 442/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η με αριθμό 399/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά ως προς τον δεύτερο εκκαλούντα και δη ως προς την επίσπευση της εκτελεστικής διαδικασίας σε βάρος του καθόσον  ακυρώθηκε η προαναφερόμενη έκθεση κατάσχεσης. Όμως ο Άρειος Πάγος δεν έκρινε την νομιμότητα του εκτελεστού τίτλου δυνάμει του οποίου επισπεύσθηκε η παραπάνω αναγκαστική εκτέλεση διότι δεν ακυρώθηκε η με αριθμό …/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η οποία μέχρι σήμερα παραμένει έγκυρη και ισχυρή αλλά ακυρώθηκε μόνο η με αριθμό ……./2013 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της προαναφερόμενης δικαστικής επιμελήτριας. Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 933 § 4 ΚΠΟΛΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο, σύμφωνα με τα άρθρα 330 και 633 § 2 εδ. γ` αντίστοιχα. Κατά την έννοια δε των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠΟΛΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το κριθέν δικαίωμα και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση. Με τελεσίδικη απόφαση ισοδυναμεί κατά την ως άνω διάταξη και η διαταγή πληρωμής, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής, ή σε περίπτωση μη ασκήσεως ανακοπής, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας ασκήσεως της ανακοπής του άρθρου 633 § 3 ΚΠΟΛΔ (ΑΠ 977/2015, 1881/2014, 133/2003). Η διαταγή πληρωμής που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, προσομοιάζει κατά τα αποτελέσματά της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια ότι δεν δύναται πλέον να αμφισβητηθεί ούτε και με ανακοπή από το άρθρο 933 ΚΠΟΛΔ, η δι` αυτής βεβαιουμένη απαίτηση, εφ` όσον έκτοτε αποτελεί, κατά ρητή διάταξη του άνω άρθρου 633 § 2 εδ. τελευταίο, δεδικασμένο, που κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 330 και 935 ιδίου κώδικα καθιστά απαράδεκτη την προβολή σε μεταγενέστερη δίκη, αφορώσα στο κύρος της εκτελέσεως, λόγων ανακοπής, που αν και ήταν γεννημένοι και ηδύναντο να προταθούν, δεν προτάθηκαν με μία από τις ανωτέρω ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής (Ολ ΑΠ 30/1987, ΑΠ 1881/2014). Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται κατά νόμο να παραγάγει δεδικασμένο, υπό τη θετική και την αρνητική λειτουργία του, εφ` όσον το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισμα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά έννομη συνέπεια αυτών, την οποία προσδίδει διάταξη νόμου (ΑΠ 856/2014, ΑΠ 53/2004 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Με σχετικό λόγο έφεσης ζητείται η ακύρωση της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής για τον λόγο ότι η ένδικη απαίτηση είναι ανεκκαθάριστη διότι αυτή περιέχει  υπέρμετρους και παράνομους τόκους μεταξύ των οποίων και οι τόκοι επί της εισφοράς του ν. 128/75 με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί το ύψος της οφειλής, ότι έχει γίνει καταβολή στην καθ’ ης ποσοστό 30% επί του δανείου καταβάλλοντας οι ανακόπτοντες ποσό 140.000 ευρώ, ότι περιέχει καταχρηστικούς προδιατυπωμένους όρους που αναφέρονται σε αυτή.

Οι παραπάνω λόγοι έφεσης που προσβάλλουν το κύρος της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής και αφορούν την απαίτηση καλύπτονται από το δεδικασμένο από το οποίο έχει εξοπλιστεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως μη νόμιμοι. Αυτό διότι κατά της  προσβαλλόμενης με αριθμό …./2013 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ασκήθηκε η με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου …………./7-6-2013 ανακοπή επί της οποία εκδόθηκε η με αριθμό 1694/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που απέρριψε αυτή. Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκε η με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου ………../2018 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 399/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά που απέρριψε τον λόγο έφεσης που αφορούσε το κύρος της αναφερόμενης διαταγής πληρωμής και έκανε δεκτό τον λόγο έφεσης που αφορούσε το κύρος της διενεργηθείσας εκτελεστικής διαδικασίας και ακύρωσε την με αριθμό …./2013 κατασχετήρια έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …………. Περαιτέρω όπως προαναφέρθηκε κα ανωτέρω με την με αριθμό 442/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η με αριθμό 399/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά ως προς τον δεύτερο εκκαλούντα και δη ως προς την επίσπευση της εκτελεστικής διαδικασίας σε βάρος του καθόσον  ακυρώθηκε η έκθεση κατάσχεσης και όχι της με αριθμό …………./2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η οποία μέχρι σήμερα παραμένει έγκυρη και ισχυρή. Συνεπώς η με αριθμό 399/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς είναι τελεσίδικη ως προς την εγκυρότητα της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής και παράγει δεδικασμένο σχετικά με την ύπαρξη της απαίτησης που ενσωματώνει η ανωτέρω διαταγή πληρωμής. Επομένως απαραδέκτως προτείνονται ως λόγοι ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης οι λόγοι που αφορούν την απαίτηση. Αυτό διότι από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά επίδοσης προκύπτει ότι η επίδοση της διαταγής πληρωμής στον δεύτερο και τέταρτο των εκκαλούντων έγινε στις 9-4-2024, περαιτέρω προκύπτει δε ότι η ένδικη ανακοπή κατατέθηκε στην γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά στις 18-4-2024 πλην όμως δεν προσκομίζονται τα σχετικά αποδεικτικά επίδοσης προς τις εφεσίβλητες (καθ’ ων η ανακοπή) προκειμένου να διαπιστωθεί αν η ένδικη ανακοπή ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους εκκαλούντες πλην όμως αναγράφεται στην εκκαλούμενη ότι η ένδικη ανακοπή ασκήθηκε στις 21-5-2024 και συνεπώς εκπρόθεσμα. Συνεπώς ως προελέχθη και ανωτέρω οι ανωτέρω λόγοι έφεσης που αφορούν την απαίτηση καλύπτονται από το δεδικασμένο που παράγει η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής και πρέπει να απορριφθούν ως μη νόμιμοι.

Επί των λόγων έφεσης που αφορούν την καταχρηστικότητα στην επίσπευση πλειστηριασμών σε βάρος του ακίνητου των εκκαλούντων που εκτιμώνται ως ένας λόγος έφεσης λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Ο ανωτέρω λόγος έφεσης είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί διότι τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν αρκούν να καταστήσουν την συμπεριφορά της καθ’ ης καταχρηστική και ειδικότερα την επίσπευση πλειστηριασμού σε βάρος της περιουσίας των ανακόπτοντων. Δεν εκθέτουν οι ανακόπτοντες ότι η καθ’ ης δεν είχε συμφέρον την δεδομένη χρονική στιγμή στην είσπραξη της απαίτησης της, παρότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας ο οποίος συνίσταται στην υπερημερία του τελευταίου στην εξόφληση της οφειλής του η οποία συνεπάγεται κίνδυνο μη ικανοποίησης της απαίτησης της καθ’ ης και εύλογα θεμελιώνει το δικαίωμα της να καταγγείλει την σύμβαση πίστωσης και να απαιτήσει την καταβολή του συνόλου του οφειλόμενου ποσού. Αυτό διότι ο πιστωτής έχει δικαίωμα από την σύμβαση να αποφασίσει την είσπραξη της απαίτησης του και την διαχείριση της περιουσίας του, εκτός αν ο λογαριασμός κινείται κανονικά, το κλείσιμο του γίνεται χωρίς ιδιαίτερο συμφέρον της τράπεζας και η επερχόμενη ζημιά στον πιστούχο είναι ιδιαίτερα σημαντική (ΑΠ 1472/2004, ΕΕΝ 2005,284). Απλή επίκληση ότι η καθ’ ης προέβη στο κλείσιμο του λογαριασμού και έθεσε σε κίνδυνο τα συμφέροντα του δεν αρκεί να θεμελιώσει καταχρηστική συμπεριφορά αυτής δεδομένου ότι η επίδικη οφειλή ανέρχεται από το έτος 2013 χωρίς να ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες ότι προέβησαν σε αξιόλογες καταβολές ή προσπάθειες ρύθμισης της οφειλής τους και παρόλα αυτά η τράπεζα προέβη σε κατάσχεση της περιουσίας τους ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί η καταχρηστική άσκηση της εκτέλεσης με την έννοια της κακοβουλίας.

Σχετικά με τον λόγο έφεσης που αφορά το παράνομο της απόδειξης της απαίτησης της τράπεζας από τα λογιστικά της βιβλία που τηρούνται σε μηχανογραφημένο σύστημα και την ακυρότητα της σύμβασης λόγω πλάνης και την δυνατότητα της τράπεζας να κλείνει οριστικά την σύμβαση, να αναστέλλει ή να περιορίζει την χρήση της πίστωσης λεκτέα είναι τα ακόλουθα:

Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη και δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη (ΑΠ 1886/2014 ΕΕμπΔ 2015,328, ΑΠ 1421/2013 ΝοΒ 2014,341, ΑΠ 330/2012 Αρμ 2012,1431, ΑΠ 35/2011 ΕφΑΔ 2011,455, ΑΠ 27/2010 ΝΟΜΟΣ, ΕφΟεσ 1109/2015 Αρμ 2015,2085, ΕφΠειρ 401/2015 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3104/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3632/2013 ΔΕΕ 2013,1045, ΕφΑθ 3670/2012 ΔΕΕ 2012,1039, ΕφΘεσ 780/2009 ΔΕΕ 2010,332, ΕφΘεσ 3791/2008 ΕφΑΔ 2009,216). Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου και συνεπώς μπορεί, σε συνδυασμό με την έγγραφη σύμβαση της πίστωσης, να στηρίξει κατά νόμο την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του πιστούχου, ο οποίος μπορεί απλώς να αμφισβητήσει το ύψος των περιεχομένων στο απόσπασμα κατ’ ιδίαν κονδυλίων πιστοχρεώσεων (ΑΠ 1658/2008, ΑΠ 589/2008, ΑΠ 441/2007, ΑΠ 902/2006, ΑΠ 1094/2006 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 358/2009 ΔΕΕ 2009,471). Βάσει της συμφωνίας αυτής τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, που διαφορετικά δεν θα είχαν αποδεικτική δύναμη (ΕφΑΘ 91/2004 ΕΕμπΔ 2005,104), αποτελούν primafacie αποδεικτικό μέσο (έγγραφο), με βάση το οποίο μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής (ΕφΘεσ 509/2005 ΔΕΕ 2005,977), ειδικότερα δε, στην περίπτωση των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τον υπάλληλο της τράπεζας που την ενήργησε, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο, που έχει εις χείρας της η τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της δίχως να απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από την αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο (ΑΠ 589/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 441/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 578/2005 ΔΕΕ 2006,62, ΕφΑΘ 3670/2012 ΔΕΕ 2012,1039), το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβειά του βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρ. 449 παρ. 1 ΚΠΟΛΔ, 52 Ν.Δ. 3026/1954, 14 Ν. 1599/1986) και ειδικότερα εφόσον στο φωτοτυπούμενο έγγραφο (απόσπασμα των βιβλίων), που έχει εξαχθεί με εκτύπωση από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αποτυπώνεται η βεβαίωση του υπαλλήλου της τράπεζας, που πραγματοποίησε την εκτύπωση για τη γνησιότητα της εκτύπωσης καθώς και βεβαίωση, προερχόμενη από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, ότι αυτή (φωτοτυπία) είναι ακριβής (ΑΠ 84/2014, ΑΠ 1421/2013, ΑΠ 330/2012, ΑΠ 1389/2011, ΕφΘεσ 2256/2018 ΝΟΜΟΣ). Το παραπάνω απόσπασμα μπορεί σε συνδυασμό με την έγγραφη σύμβαση της πίστωσης να στηρίξει κατά νόμο την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του πιστούχου ο οποίος μπορεί απλά να αμφισβητήσει το ύψος των περιεχομένων στο απόσπασμα κατ’ ιδίαν κονδυλίων πιστοχρεώσεων(ΑΠ 1658/2008, ΑΠ589/2008, ΑΠ 441/2007, ΑΠ 902/2006, ΑΠ 1094/2006 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Έτσι ο σχετικός όρος σε συμβάσεις παροχής πίστωσης δεν είναι καταχρηστικός εάν όμως η παραπάνω συμφωνία συνοδεύεται και από τον επιπρόσθετο όρο ότι ο πιστούχος δεν μπορεί να αμφισβητήσει το περιεχόμενο των αποσπασμάτων το σκέλος αυτό της συμφωνίας είναι σε κάθε περίπτωση άκυρο κατά το άρθρο 372 ΑΚ, διότι ενέχει υπέρμετρη δέσμευση της βούλησης και συνεπώς προσκρούει στην δημόσια τάξη(ΑΠ 589/2008 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1022/2003 ΕΛΛ.Δ/ΝΗ 2004,90, ΑΠ 916/2002 ΕΛΛΔΝΗ 2003,1297).

Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ο σχετικός όρος της σύμβασης ότι τα αποσπάσματα από τα βιβλία της τράπεζας που τηρούνται εν προτοτύπω με μηχανογραφικό σύστημα στην μνήμη του υπολογιστή της τράπεζας και εμφανίζουν την κίνηση του λογαριασμού της πίστωσης από την έναρξη του  αποτελούν πλήρη απόδειξη των απαιτήσεων της καθ’ ης είναι άκυρος ως καταχρηστικός. Ωστόσο σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη ο παραπάνω όρος δεν συνοδεύεται από τον πρόσθετο όρο περί μη αμφισβήτησης των κονδυλίων από τον πιστούχο ώστε να μην θεωρείται νόμιμος ως καταχρηστικός. Πρέπει επομένως να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Επιπρόσθετα οι εκκαλούντες με σχετικό λόγο έφεσης τους ισχυρίζονται ότι η ένδικη σύμβαση βάση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση είναι άκυρη λόγω πλάνης. Όμως και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως αόριστος διότι δεν επικαλούνται σε τι συνίσταται η πλάνη, αν είναι ουσιώδης και πως ενήργησε στην διαμόρφωση της βούλησης τους κατά την υπογραφή της σύμβασης. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ.2 του ν.δ. 17.7/13/8/1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών που εφαρμόζεται και επί πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, η πιστώτρια τράπεζα έχει το δικαίωμα να κλείνει τον λογαριασμό οποτεδήποτε, καθένα από τα μέρη οποτεδήποτε με καταγγελία του να θεωρήσει ότι ο λογαριασμός έκλεισε οριστικά οπότε ο δικαιούχος του κατάλοιπου έχει δικαίωμα να το απαιτήσει αμέσως. Η τυχόν υπάρχουσα συμφωνία περί μονομερούς κλεισίματος του λογαριασμού δεν είναι συμφωνία περί αναθέσεως του προσδιορισμού της παροχής στην απόλυτη κρίση του ενός εκ των συμβαλλόμενων η οποία θα ήταν άκυρη κατ’ άρθρο 372 ΑΚ, γιατί την επιτρέπει ρητά ο νόμος, αφού παρέχει στην πιστώτρια την ευχέρεια να κλείνει οποτεδήποτε θελήσει τον λογαριασμό και χωρίς να υπάρχει σχετική συμφωνία με τον πιστούχο. Έτσι δεν είναι αντίθετη προς την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η επιδίωξη είσπραξης του υπόλοιπου από την Τράπεζα με καταγγελία του λογαριασμού, κλείσιμο αυτού και μεταφορά του υπολοίπου σε οριστική καθυστέρηση αφού πρόδηλα κείται εντός των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη να επιστρέφονται τα δανειοδοτούμενα κεφάλαια εγκαίρως, ώστε να μη στερούνται οι τράπεζες ρευστών (ΕΦ ΔΥΤ. ΜΑΚ. 26/2007, ΑΡΜ. 2008,583, ΕΦΑΘ. 1646/2006, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΕΦΠΑΤΡ. 712/2005, ΔΕΕ 2006, 497). Σε κάθε δε περίπτωση ο τρόπος που θα διεκδικήσει την απαίτηση της η Τράπεζα εναπόκειται σε αυτή. Επομένως και ο σχετικός λόγος έφεσης των εκκαλούντων που αφορά το δικαίωμα της τράπεζας να κλείνει την πίστωση ανά πάσα στιγμή και κατά την απόλυτη κρίση της πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος.

Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τους λόγους έφεσης των εκκαλούντων και απέρριψε την ένδικη ανακοπή ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε τον νόμο. Συνεπώς με βάση τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη έφεση στο σύνολο της. Κατόπιν αυτού, η σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο της κριθείσας έφεσης αίτηση αναστολής καθίσταται άνευ αντικειμένου και πρέπει να απορριφθεί. (άρθρο 191 ΚΠΟΛΔ). Ακόμη πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του με αριθμό …………………/2024 e-παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο άρθρο (495 παρ.3 ΚΠΟΛΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι εκκαλούντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος της τελευταίας (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από με αριθμό έκθεση κατάθεση δικογράφου …………./2024 έφεση και την σωρρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αίτηση αναστολής της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 παράγραφο 2 ΚΠΟΛΔ.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την συζήτηση της ένδικης έφεσης σχετικά με την πρώτη εφεσίβλητη.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ` ουσίαν την με αριθμό …………/2024 έφεση κατά της με αριθμό 3443/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς(ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών) και την σωρρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αίτηση αναστολής της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 παράγραφο 2 ΚΠΟΛΔ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του με αριθμό ……………/2024 e-παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του στον Πειραιά στις  17.4.2026 απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ