Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 234/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ  234/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Αποτελούμενο από τoν Δικαστή Λάζαρο Γιαπαλάκη Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από τον Προϊστάμενο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από την Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις  ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ………… και ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Βογιατζή του Δ.Σ.Π. με Α.Μ. ……………. με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παράγραφο 2 ΚΠΟΛΔ.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ……………, εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα ΚΟΥΣΤΑ του Δ.Σ.Α. με Α.Μ. …….

Ο ανακόπτων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 2-7-2021 και με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου ………../2021 ανακοιπή του με τους από 14-3-2022 πρόσθετους λόγους αυτής με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου ……../2022 και οι οποίες συνεκδικάστηκαν κατά την δικάσιμο της 8-4-2022 κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών ΚΠΟΛΔ και εκδόθηκε η με αριθμό 3207/2022 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου.

Την παραπάνω απόφαση πρόσβαλε ο ανακόπτων ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με την από 19-7-2024 έφεση του και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου έφεσης ………../2024 ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ………../2025  ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου,  ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου να γίνει δεκτή η ένδικη ανακοπή του. Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις της και παραστάθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης παραστάθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου ως ανωτέρω και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις της.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου …………/2025 έφεση κατά της με αριθμό 3207/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων επί της από με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/2021 ανακοπή και των από με αριθμό έκθεση κατάθεση δικογράφου ……../2022 πρόσθετων λόγων ανακοπής του ανκόπτοντος και ήδη εκκαλούντος κατά της καθ’ ης η ανακοπή  και ήδη εφεσίβλητης.

Η ως άνω έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον ανακόπτοντα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495, 511, 513 § 1 β, 516 και 518 § 2 ΚΠολΔ δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 25-10-2022 ενώ η έφεση του ασκήθηκε στις 26-4-2024 (βλ την με αριθμό …………/2024 έκθεση κατάθεσης δικογράφου ένδικου μέσου της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά) καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Περαιτέρω καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολου κατ’ άρθρο 495 ΚΠΟΛΔ (βλ. το με αριθμό …………./2024 e-παράβολο. Πρέπει συνεπώς να γίνει αυτή τυπικά δεκτή (άρθρο 533 ΚΠΟΛΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων της(άρθρο 524 παρ.1 ΚΠΟΛΔ).

Με την ένδικη ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής όπως παραδεκτά περιορίστηκε-διευκρινίστηκε, ζητεί για τους τέσσερις λόγους που επικαλείται την ακύρωση των από 22-6-2021 τεσσάρων επιταγών προς πληρωμή που του επέδωσε η καθ’ ης κάτωθι των ακριβών αντιγράφων εκ των πρώτων απογράφων εκτελεστών των με αριθμών α)……/1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, β)…./2000 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ) ……/2000 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δ) ……/2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα που η καθ’ ης είχε αιτηθεί και επιτύχει να εκδοθούν εναντίον του και να καταδικαστεί η καθ’ ης στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεκδικάζοντας την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων δέχτηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε τις από 22-6-2021 επιταγές προς πληρωμή κάτωθι των ακριβών αντιγράφων εκ των πρώτων απογράφων εκτελεστών των με αριθμών α) …../1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, β)…../2000 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ) …./2000 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δ) …../2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τα ποσά και τις αιτίες που παρατίθενται στο σκεπτικό. Κατά της απόφασης αυτής με την από με αριθμό έκθεση κατάθεση δικογράφου ……./2025 έφεση του παραπονείται ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών για τους περιεχόμενους στην ανωτέρω έφεση του λόγους οι οποίοι ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης προκειμένου να γίνει δεκτή η ένδικη ανακοπή και να ακυρωθούν οι τέσσερις από 22-6-2021 επιταγές προς εκτέλεση και η επισπευδόμενη εντεύθεν δι’ αυτών σε βάρος του ανακόπτοντος από την καθ’ ης η αναγκαστική εκτέλεση με εκτελεστούς τίτλους αντίστοιχα την α) …../1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και τις β)……/2000, γ)……./2000  και δ) ……/2001 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η εφεσίβλητη ισχυρίζεται με τις κατατεθείσες προτάσεις της ότι η παρούσα δίκη είναι άνευ αντικειμένου διότι η εφεσίβλητη κοινοποίησε στις 21-7-2025 στον ανακόπτοντα και ήδη εκκαλούντα νέες επιταγές προς πληρωμή κατά των οποίων δεν άσκησε ανακοπή και ειδικότερα α) την από 30-6-2025 επιταγή προς πληρωμή της με αριθμό ……./1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Πρωτοδικείου Πειραιά επιτάσσοντας τον όπως καταβάλει  το συνολικό ποσό των 31.848,27 ευρώ, β) την από 30-6-2025 επιταγή προς πληρωμή της με αριθμό …../2000 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιτάσσοντας τον όπως καταβάλει το συνολικό ποσό των 40.866,81 ευρώ, γ) την από 30-6-2025 επιταγή προς πληρωμή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιτάσσοντας τον όπως καταβάλει το συνολικό ποσό των 14.280,29 ευρώ και δ) την από 30-6-2025 επιταγή προς πληρωμή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιτάσσοντας τον όπως καταβάλει το συνολικό ποσό των 34.021,99 ευρώ.

Ως προς αυτόν τον ισχυρισμό της εφεσίβλητης λεκτέα είναι τα ακόλουθα:

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 262 παρ. 2 και 933 παρ. 1 ΚΠΟΛΔ συνάγεται ότι για την άσκηση ανακοπής κατά της επιταγής προς εκτέλεση απαιτείται να έχει ο ανακόπτων έννομο συμφέρον, που υπάρχει όταν με την αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται, επηρεάζεται η θέση και γενικότερα συγκεκριμένο έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος, που είναι άξιο προστασίας από το νόμο. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί υπάρξεως ή μη αυτού ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠΟΛΔ (ΑΠ 955/2019 Τ.Ν.Π. «Νόμος»). Περαιτέρω, με την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση αρχίζει, κατ’ άρθρο 924 ΚΠΟΛΔ, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η επίδοση της επιταγής αυτής, ως μη απευθυνόμενη, ούτε λαμβάνουσα χώρα ενώπιον δικαστηρίου, χαρακτηρίζεται ως εξώδικη πράξη. Συνάμα, όμως, αποτελεί και διαδικαστική πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και συνεπάγεται δικονομικές (άρθρα 924 παρ. ι, 926 παρ. 2, 932 ΚΠΟΛΔ) και ουσιαστικές (άρθρα 264 και 340 ΑΚ) συνέπειες, οι οποίες επέρχονται και στην περίπτωση επίδοσης δικονομικώς άκυρης επιταγής προς εκτέλεση και δεν αίρονται, παρά μόνον με την ακύρωσή της από το δικαστήριο ή με την παραίτηση από την επιταγή εκ μέρους του επισπεύδοντας, ρητή ή σιωπηρή (ΑΠ 792/2015 Τ.Ν.Π. «Νόμος» και ΜΕφΘεσ 1169/2017 ΕλλΔνη 2019. 1404). Η κατά τα ανωτέρω παραίτηση απ’ αυτήν μπορεί να λάβει χώρα (άρθρα 294, 299 του ΚΠΟΛΔ) με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά (κατά τη συζήτηση της κατ’ αυτής ασκηθείσας ανακοπής) ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του επιτάσσοντος (άρθρο 297 του ΚΠΟΛ), η δε παραίτηση από την επιταγή προς εκτέλεση έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται πως δεν ασκήθηκε η επιταγή (δεν πραγματοποιήθηκε η επίδοση αυτής) και να στερείται εντεύθεν αντικειμένου η κατ’ αυτής ασκηθείσα ανακοπή (ΑΠ 80/2004 ΕλλΔνη 45. 745, ΑΠ 614/2001 ΕλλΔνη 43. 120, ΕφΑΘ 8180/2004 Τ.Ν.Π. ΔΣΑ), αφού η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠΟΛΔ προϋποθέτει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης που έχει ήδη αρχίσει και μπορεί να έχει αίτημα μόνο την ακύρωση πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας και όχι πράξεων προπαρασκευαστικών αυτής όπως πχ. η έκδοση απογράφου η τυχόν ακυρότητα της οποίας αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της ανακοπής (Μπρίνιας, Αναγκ. Εκτέλεση, άρθρο 933, § 152, σ. 403). Η παραίτηση δε αυτή από την επιταγή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, όμως μόνη η επίδοση νέας επιταγής δεν υποδηλώνει παραίτηση από την προηγούμενη (ΕφΑΘ 8058/2007 ΕλλΔνη 49. 1099). Έτσι ο ανακόπτων, σε περίπτωση που η ανακοπή του ασκήθηκε πριν την επίδοση του δικογράφου παραιτήσεως από την επιταγή σ’ αυτόν από τον επιτάσσοντα, στερείται πλέον εννόμου συμφέροντος για την εκδίκαση της ανακοπής του και την έκδοση αποφάσεως επί αυτής (ΕφΑΘ 4340/1993 ΕλλΔνη 37. 398). Περαιτέρω αν ο οφειλέτης έχει ασκήσει ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠΟΛΔ κατά της αρχικής επιταγής και ακολουθήσει παραίτηση του δανειστή από αυτήν ο οφειλέτης δικαιολογεί την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος να εκδικαστεί η ήδη ασκηθείσα πριν την παραίτηση ανακοπή του (ΑΠ 955/2029, ΕΦ ΠΕΙΡ. 431/2021 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Επομένως σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα η εφεσίβλητη εκθέτει ότι έχει επιδώσει τις προαναφερόμενες επιταγές προς εκτέλεση χωρίς να επικαλείται ότι παράλληλα παραιτείται σύμφωνα με τους παραπάνω εκτεθέντες τρόπους από τις προσβαλλόμενες με την ένδικη ανακοπή από 22-6-2021 επιταγές με εκτελεστό τίτλο σε αμφότερες τις επιταγές προς εκτέλεση τις αυτές διαταγές πληρωμής. Περαιτέρω ο εκκαλών με τις προτάσεις του ισχυρίζεται ότι έχει έννομο συμφέρον προς ακύρωση των αρχικών επιταγών προς εκτέλεση με την ένδικη ανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη και επί της οποίας ασκήθηκε η ένδικη έφεση. Συνεπώς ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι η παρούσα δίκη είναι άνευ αντικειμένου για τους ανωτέρω εκτεθέντες λόγους πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Με τον μοναδικό λόγο έφεσης του ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που πρότεινε.  Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι αυτός διατηρούσε ασφαλιστικό γραφείο με εξωτερικούς συνεργάτες οι οποίοι δεν του απέδιδαν τα ποσά των ασφαλίστρων που εισέπρατταν από τους πελάτες τα οποία ο ίδιος έπρεπε να αποδίδει στην καθ’ ης με βάση την σύμβαση που τον συνέδεε με την καθ’ ης και για τον λόγο αυτό αποδέχθηκε τις συναλλαγματικές βάση των οποίων εκδόθηκαν οι διαταγές πληρωμής εναντίον του και ότι η καθ’ ης τον είχε διαβεβαιώσει ότι θα επιδιώξει την είσπραξη των ποσών από τους συνεργάτες χωρίς να προβεί σε κάποια ενέργεια προς τούτο με αποτέλεσμα να του δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να επισπεύσει εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση δεδομένου ότι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας από την έκδοση των διαταγών πληρωμής ότι η καθ’ ης εξέδωσε εναντίον του τέσσερις διαταγές πληρωμής και του επέδωσε αντίστοιχα τέσσερις επιταγές προς πληρωμή (μία για κάθε διαταγή πληρωμής) διογκώνοντας χωρίς λόγο τα έξοδα που καλείται να πληρώσει αυτός επιβαρύνοντας τον με αποτέλεσμα να δημιουργούνται αδικαιολόγητα επαχθείς συνέπειες. Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος του ανακόπτοντος ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όλων των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η καθ’ ης είναι ασφαλιστική εταιρία και ο ανακόπτων ασφαλιστικός της πράκτορας. Αυτός μεσολαβούσε για λογαριασμό της εταιρίας στην σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων αντί συμφωνηθείσας προμήθειας ανά κλάδο ασφαλιζόμενου κινδύνου εισπράττοντας ασφάλιστρα τα οποία έπρεπε να αποδίδει στην καθ’ ης το αργότερο εντός δέκα ημερών από την είσπραξη τους. Όπως διαπιστώθηκε κατόπιν σχετικού διαχειριστικού ελέγχου ο ανακόπτων εισέπραξε ασφάλιστρα από πελάτες διαφόρων κλάδων της εταιρίας σε διάφορα χρονικά διαστήματα τα οποία παρακράτησε και δεν απέδωσε χωρίς να τα δικαιούται.  Πιο συγκεκριμένα κατόπιν διαχειριστικού ελέγχου διαπιστώθηκε ότι ο ανακόπτων είχε εισπράξει ασφάλιστρα συνολικού ποσού 24.657.913 δραχμών από πελάτες διαφόρων κλάδων ασφάλισης και δεν τα απέδωσε χωρίς να τα δικαιούται χρέος που αναγνώρισε ρητά με το από 5-5-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης και αναδοχής χρέους που υπογράφτηκε μεταξύ της εταιρίας και του ιδίου. Σύμφωνα με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό ο ανακόπτων ανέλαβε την εξόφληση του παραπάνω ποσού σε 18 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλητικές δόσεις σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που περιλαμβάνονται στο ιδιωτικό συμφωνητικό της εκάστοτε δόσης καταβλητέας την 30 ην ημέρα κάθε μήνα, αρχομένων των καταβολών από την 30-5-1998. Καθόσον ο ανακόπτων δεν υπήρξε συνεπής στην καταβολή των δόσεων προς την καθ’ ης η καθ’ ης εξέδωσε σε βάρος του τις παρακάτω διαταγές πληρωμής: α) Την με αριθμό ……/1999 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς για ποσό κεφαλαίου 6.914.314 δρχ. πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, β) ……/2000 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για ποσό κεφαλαίου 8.856.409 δρχ. πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, γ) ……/2000 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για ποσό κεφαλαίου 7.369.761 δρχ. πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, δ) …./2001 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για ποσό κεφαλαίου 2.955.062 δρχ. πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων επί τη βάση συναλλαγματικών που η καθ’ ης είχε εκδώσει και ο ανακόπτων είχε αποδεχθεί σε εκτέλεση σύμβασης ρύθμισης χρέους του προς την καθ’ ης, προερχόμενο από την μη καταβολή ασφαλίστρων. Αντίγραφα εκ των πρώτων απογράφων εκτελεστών των ως άνω διαταγών πληρωμής με επιταγές προς πληρωμή, η καθ’ ης επέδωσε στον ανακόπτοντα για πρώτη φορά στις 4-5-1999, στις 24-2-2000, στις 4-9-2000, στις 24-11-2009 και στις 12-7-2001 αντίστοιχα και για δεύτερη φορά στις 25-5-2001, στις 24-11-2009, στις 6-12-2000 και στις 24-11-2009 αντίστοιχα. Ο ανακόπτων δεν άσκησε ανακοπές εναντίον τους. Κατά συνέπεια οι διαταγές πληρωμής απέκτησαν ισχύ δεδικασμένου. Στις 30-11-2009 η καθ’ ης ανήγγειλε τις απαιτήσεις εκ των παραπάνω διαταγών πληρωμής σε πλειστηριασμό που είχε διενεργηθεί σε βάρος του ακινήτου του ανακόπτοντα  στις 25-11-2009. Μετά ταύτα και καθώς δεν ικανοποιήθηκαν οι απαιτήσεις της, η καθ’ ης στις 25-6-2021 επέδωσε στον ανακόπτοντα τις από 22-6-2021 ένδικες επιταγές προς πληρωμή των απαιτήσεων των ανωτέρω διαταγών πληρωμής. Σε αυτές όμως συμπεριελήφθησαν ποσά τόκων επί των ποσών κεφαλαίου και των εξόδων που αφορούσαν το χρονικό διάστημα μέχρι τις 31-12-2015 και είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 παρ.15 ΑΚ καθώς δεν είχε μεσολαβήσει κάποιο διακοπτικό αυτής γεγονός. Ως προς τις από 22-6-2021 επιταγές προς πληρωμή κάτωθι των ακριβών αντιγράφων εκ των πρώτων απογράφων εκτελεστών των προαναφερόμενων διαταγών πληρωμής αυτές έχουν ακυρωθεί ως προς τα ποσά και τις αιτίες που αναφέρονται στο σκεπτικό της εκκαλουμένης. Όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχτηκε ότι η καθ’ ης δεν δημιούργησε στον ανακόπτοντα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα στραφεί εναντίον του για την είσπραξη των απαιτήσεων της διότι δεν αποδείχτηκε ότι σύνηψε τέτοιου είδους σύμβαση μαζί του, ούτε άλλωστε και προέβη σε σχετική δήλωση προς αυτόν, καθόσον από το από 5-5-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης και αναδοχής χρέους που υπογράφτηκε μεταξύ της εταιρίας και του ιδίου δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι η καθ’ ης τον είχε διαβεβαιώσει ότι θα επιδιώξει την είσπραξη των οφειλόμενων ποσών όχι από τον ίδιο αλλά από τους συνεργάτες του, άλλωστε δε από το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό αυτός παρουσιάζεται ως οφειλέτης και όχι οι συνεργάτες του, ούτε άλλωστε προσκομίστηκε κάποιο σχετικό ιδιωτικό έγγραφο που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του. Ακόμη αποδείχτηκε ότι η καθ’ ης επιδίωξε σταδιακά και συστηματικά την είσπραξη των απαιτήσεων της με την έκδοση και επίδοση των διαταγών πληρωμής με επιταγές προς πληρωμή, μία προς μία όπως απαιτούνταν τόσο κατά τον χρόνο έκδοσης των διαταγών πληρωμής όσο και μεταγενέστερα το έτος 2009 που ανήγγειλε τις απαιτήσεις της στον διενεργηθέντα πλειστηριασμό σε βάρος του ακινήτου του ανακόπτοντος οι οποίες όμως δεν ικανοποιήθηκαν και για τον λόγο αυτό προέβη στην σύνταξη και επίδοση των ένδικων επιταγών προς πληρωμή. Σε κάθε δε περίπτωση μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος του επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος (ΑΠ 178/2020, ΟΛ ΑΠ 7/2002 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).  Επομένως ο ανωτέρω λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.

Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον μοναδικό λόγο έφεσης του εκκαλούντος και δη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της εναγόμενης ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και δέχτηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Συνεπώς με βάση τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη έφεση στο σύνολο της. Ακόμη πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του με αριθμό ………./2024 e-παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο άρθρο (495 παρ.3 ΚΠΟΛΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο εκκαλών, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος της τελευταίας (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από με αριθμό έκθεση κατάθεση δικογράφου ……………./2025 έφεση.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ` ουσίαν την με αριθμό ………./2025 έφεση κατά της με αριθμό 3207/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς(ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών).

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του με αριθμό ………………./2024 e-παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του στον Πειραιά στις  17.4.2026 απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ