Αριθμός 243/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ………………., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως Δικηγόρος (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: …………….. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δικηγόρο Ευάγγελο Τσουρούλη [ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ ΡΕΔΙΑΔΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ] (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Ο εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 2.2.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2022) αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 701/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 4.5.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………./2023-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ……………/2023) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Ο εκκαλών -παραστάς αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος-, και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσιβλήτου, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. H υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 701/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον ενάγοντα, που ηττήθηκε πρωτοδίκως. Πρέπει, επομένως, να γίνει αυτή δεκτή από τυπική άποψη και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια τακτική διαδικασία ( άρθρ. 524, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ ), δεδομένου ότι έχει καταβληθεί και το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο άσκησης της έφεσης, όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση κατάθεσης του δικογράφου αυτής (βλ. e-παράβολο ………………/2023 ποσού 100 ευρώ).-
ΙΙ. Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 02-02-2022 και αριθ. κατάθεσης …………./02-02-2012 αγωγή του κατά του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου ισχυρίστηκε ότι ο τελευταίος ήταν εφοπλιστής/συνδιαχειριστής του πλοίου «P», το οποίο βυθίστηκε στις ….. με 27 πνιγέντες στην ……. της Ρουμανίας, αποτέλεσμα δε της βύθισης αυτής ήταν η είσπραξη της ασφαλιστικής αποζημίωσης ποσού 3.500.000 δολαρίων ΗΠΑ απ’ αυτόν με την ανωτέρω ιδιότητά του. Ότι ο εναγόμενος-εφεσίβλητος κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά την από 26-9-2019 έγκλησή του, με την οποία ζητούσε να ασκηθεί σε βάρος του (ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος) ποινική δίωξη για την αναφερόμενη αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο σε βαθμό κακουργήματος. Ότι ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος στην εν λόγω έγκλησή του συμπεριέλαβε τους αναφερόμενους στο δικόγραφο αυτής (αγωγής) ψευδείς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς σε βάρος του (ενάγοντος-εκκαλούντος), εν γνώσει του ψεύδους τους. Ότι η ανωτέρω έγκληση αποτελεί μέρος μιας δικαστικής διαμάχης, που ξεκίνησε το έτος 2000, ήτοι σχεδόν είκοσι χρόνια πριν, όταν αυτός (ενάγων-εκκαλών) ως δικηγόρος άσκησε τις αναφερόμενες αγωγές ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, για λογαριασμό των συγγενών των πνιγέντων στο ναυάγιο του πλοίου «P» (………….) στην ….. της Ρουμανίας, στο οποίο ήταν συνδιαχειριστής ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος, με αίτημα την αποζημίωσή τους λόγω ψυχικής οδύνης. Ότι η έγκληση αυτή, το περιεχόμενο της οποίας κοινοποιήθηκε στα αναφερόμενα πρόσωπα, τέθηκε στο αρχείο με την αναφερόμενη εισαγγελική διάταξη. Ότι εξαιτίας της τελεσθείσας ως άνω συκοφαντικής δυσφήμησης ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά του (ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος), διαταράσσοντας την ψυχική του ηρεμία και υποβάλλοντάς τον σε δικαστικούς αγώνες. Ότι ειδικότερα με όσα ανέφερε ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος στην ως άνω έγκλησή του προσέβαλε την τιμή και την υπόληψή του, αφού τον κατέστησε ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, προκειμένου να επιτύχει (δήθεν) το μέγιστο οικονομικό όφελος και μάλιστα χωρίς να διστάζει να εξαπατήσει (δήθεν) τις δικαστικές αρχές, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως δικηγόρος. Με βάση δε τα παραπάνω ο ενάγων και ήδη εκκαλών ζήτησε, μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να αναγνωριστεί ότι είναι υποχρεωμένος ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος να του καταβάλει το ποσό των 250.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του από το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της πιο πάνω αγωγής (ένδικης) εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 701/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του, για λόγους αναγομένους σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζητεί την εξαφάνιση αυτής και την καθ’ ολοκληρίαν αποδοχή της αγωγής του.-
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι : α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), δ) επέλευση ζημίας και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Παράνομη, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ενώ ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει, είτε από δικαιοπραξία, οπότε μάλιστα μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, και που είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις-εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι : α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου, κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είναι είτε μικρότερης σπουδαιότητας , στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1404/2024, ΑΠ 1190/2022) . Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ ΑΠ 812/1980, ΑΠ 445/2023). Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914 επ., 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της υλικής ζημίας του προσβληθέντος, ενώ αδιάφορη για τον χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου (ΑΠ 43/2023, ΑΠ 1190/2022, ΑΠ 149/2020). Εξάλλου, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 361-363 ΠΚ, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον πιο κάτω κρίσιμο χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (06-03-2023), ήτοι πριν την ισχύ του ν. 5090/2024. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις αυτές εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο (άρθρο 361 ΠΚ), ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ, που ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο) και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 ΠΚ). Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης. Αντιθέτως, δεν συνιστά γεγονός η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσης ή άλλοι χαρακτηρισμοί, εκτός αν τα παραπάνω σχετίζονται και συνδέονται άμεσα με γεγονός που συνιστά το κρίσιμο του αδικήματος στοιχείο, έτσι ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητά του, πράγμα που δεν συμβαίνει, όταν εκφράζονται ή εκδηλώνονται ανεξάρτητα και άσχετα με τον τρόπο αυτό. Συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική με αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι πρόσφορο (κατάλληλο) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση κατ’ άρθρο 362 ΠΚ, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 § 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 366 παρ. 1, 3 του ΠΚ, όπως αυτές ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με τις διατάξεις του ν. 5090/2024, προκύπτει ότι, αν το δυσφημιστικό γεγονός είναι αληθές, δεν στοιχειοθετείται ούτε το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 366 παρ. 1 ΠΚ), αλλά είναι δυνατό να στοιχειοθετείται το από το άρθρο 361 ΠΚ προβλεπόμενο έγκλημα της εξύβρισης, αν ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγιναν κακόβουλα, ήτοι από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει, όταν ο συγκεκριμένος τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς εν γνώσει του επιλέχθηκε, για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου. Ειδικότερα, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης, κατ’ αρχήν, αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο νόμος εισάγει εξαιρέσεις, όσον αφορά την εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης, έστω και δυσμενούς, υπό περιστάσεις δε υπάρχει δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή άσκηση δικαιώματος σε δυσμενείς κρίσεις και εκδηλώσεις σε σχέση με δικόγραφα, ενώπιον των δικαστηρίων ή με εκδηλώσεις εξώδικες κατά τη διάρκεια της δικαστικής αντιδικίας και ενόψει αυτής, που τείνουν σε ενίσχυση των απόψεων του διαδίκου μέρους που συμμετέχει σε αυτές. Κατ’ εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν, κατ’ αντικειμενική κρίση, αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος, μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 756/2011). Όπως προαναφέρθηκε, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α΄ – δ΄ του ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις, που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ΄ και δ΄). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 367 ΠΚ), για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζεται αναλογικά και στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ (ΑΠ 343/2016, ΑΠ 271/2012). Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων [με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2], αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις, που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λ.π. και, συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση, κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 του ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση, που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 109/2012), περιστατικά που προτείνονται κατ’ αντένσταση από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγομένου από τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 1533/2022, ΑΠ 605/2021, AΠ 474/2020, ΑΠ 560/2020, ΑΠ 149/2020, AΠ 169/2019). Περαιτέρω, ενώπιον “τρίτου” τελούνται οι ανωτέρω πράξεις ακόμη και όταν ο ισχυρισμός ή η διάδοση για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων. Στην έννοια του “τρίτου”, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, όπως αυτές ίσχυαν πριν από την κατάργηση και τροποποίησή τους με τις διατάξεις του ν. 5090/2024, εφόσον δεν θεσπίζεται με αυτές οποιαδήποτε διάκριση, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημουμένου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, επομένως και τα πρόσωπα, τα οποία έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κ.λ.π., αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι’ αυτόν, στον οποίο αποδίδεται (Ολ. ΑΠ 3/2021 Ποιν, ΑΠ 1185/2024, ΑΠ 975/2024, ΑΠ 959/2024 Ποιν, ΑΠ 615/2024, ΑΠ 476/2024, ΑΠ 68/2024, ΑΠ 512/2023, ΑΠ 855/2023, ΑΠ 292/2015). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ’ έφεση δίκη νεότερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του. Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης, εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης “κατ’ ουσίαν”, υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του είτε έχει αναδρομική δύναμη, είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (Ολ ΑΠ 7/2011, Ολ ΑΠ 8/2011, Ολ ΑΠ 30/1998, Ολ ΑΠ 654/1984, ΑΠ 1133/2021, AΠ 918/2020, ΑΠ 807/2019).
ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η εδρεύουσα στη ………. της Λιβερίας εταιρεία με την επωνυμία «………» δραστηριοποιούνταν στο χώρο της ναυτιλίας και διατηρούσε γραφείο στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο ………… Αττικής, νόμιμοι δε εκπρόσωποί της ήταν ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος και ο ………….. Η εν λόγω εταιρεία είχε οριστεί αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της εταιρείας με την επωνυμία «………….», η οποία είχε έδρα στη ……. της Μάλτας και ήταν πλοιοκτήτρια του πλοίου «P». Το πλοίο αυτό βυθίστηκε στις ………. στην …………. Ρουμανίας, με αποτέλεσμα τον πνιγμό ολόκληρου του πληρώματος, αποτελούμενου από 27 ναυτικούς, γεγονός που οδήγησε σε αλλεπάλληλους δικαστικούς αγώνες στα πολιτικά δικαστήρια τις οικογένειες των θυμάτων με αίτημα την αποζημίωσή τους για την απώλεια των συγγενών τους, τις οικογένειες δε αυτών εκπροσώπησε νομικά ο ενάγων και ήδη εκκαλών δικηγόρος. Μια από τις αγωγές που άσκησε ο τελευταίος για λογαριασμό τεσσάρων Ελλήνων, μεταξύ των οποίων και ο …………, αδελφός ενός εκ των θανόντων στο ως άνω ναυάγιο, ήταν και η από 3-1-2000 και με αριθ. κατάθεσης …./2000 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία οι ενάγοντες σ’ αυτήν ζητούσαν να υποχρεωθούν ατομικά ο και ήδη εναγόμενος-εκκαλών και ο …………….. να καταβάλουν σε καθένα απ’ αυτούς το ποσόν των 20.000.000 δραχμών, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης από το θάνατο των συγγενών τους. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη με την υπ’ αριθ. 5720/2003 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. Ακολούθως, κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση, η οποία ομοίως απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 2/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, κατά της απόφασης δε αυτής ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης, η οποία επίσης απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 893/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου. Κατά την εκδίκαση της ως άνω αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου στις 27-3-2012, ο ίδιος ο ήδη ενάγων-εκκαλών δήλωσε προφορικά ότι ο ………….. απεβίωσε στις 25-5-2004, προσκομίζοντας μάλιστα την με αριθ. ……../2004 ληξιαρχική πράξη του ληξίαρχου του Δήμου ….. και τη δίκη συνέχισαν, ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, η ………., η …………. και η …………. Μετά ταύτα όμως στις 30-12-2014 ο ήδη ενάγων-εκκαλών κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την με αριθ. κατάθεσης …./30-12-2014 αγωγή για λογαριασμό 104 εναγόντων, στους οποίους περιλαμβάνονταν με τον αριθμό 4 και ο κατά τα ως άνω ήδη αποθανών …………., και με την οποία ζητούσε, μεταξύ των άλλων, να υποχρεωθούν οι εταιρείες με την επωνυμία «…………..», καθώς και οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους, ο ήδη εναγόμενος-εκκαλών και ο ………….., να καταβάλουν στον ως άνω τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 200.000 ευρώ ως αποζημίωση διατροφής και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 551/1915. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 299/25-1-2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία αυτή απορρίφθηκε κατά το μέρος που αφορούσε τον ως άνω …………. ως απαράδεκτη, καθόσον αυτός είχε ήδη αποβιώσει πριν από την άσκηση της προαναφερόμενης αγωγής, ενώ κατά τα λοιπά διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης. Τελικά η αγωγή αυτή, η οποία θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα ως προς ορισμένους από τους ενάγοντες λόγω παραίτησης αυτών από το σχετικό δικόγραφο (της αγωγής), με την υπ’ αριθ. 4345/2018 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου απορρίφθηκε ως προς πέντε από τους ενάγοντες ως απαράδεκτη, διότι αυτοί είχαν αποβιώσει πριν από την έγερση αυτής (αγωγής), ως προς δε τους λοιπούς (ενάγοντες) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Μετά την έκδοση της πιο πάνω οριστικής απόφασης στις 26-9-2019 ο ήδη εναγόμενος-εφεσίβλητος κατέθεσε ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά τη με την ίδια ημερομηνία αναφερόμενη στην ένδικη αγωγή έγκλησή του, με την οποία ισχυριζόταν ότι ο ήδη ενάγων-εκκαλών με περισσότερες πράξεις του, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποπειράθηκε να παραπλανήσει τους δικαστές που μετείχαν στις συνθέσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά την εκδίκαση της προαναφερόμενης με αριθ. κατάθεσης …………../30-12-2014 αγωγής, που είχε ασκήσει ο ίδιος ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, τόσο κατά την αρχική δικάσιμο αυτής στις 11-6-2015, όσο και κατά την μετ’ αναβολή συζήτησή της κατά τη δικάσιμο της 13-12-2016, οπότε και κατέθεσε ο ίδιος (εγκαλούμενος) το δικόγραφο της προσθήκης-αντίκρουσης ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, με την ως άνω έγκληση καταγγελλόταν ότι ο ήδη ενάγων-εκκαλών, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως δικηγόρου, παρέστησε ψευδώς στους ως άνω δικαστές ότι είχε λάβει εντολή πληρεξουσιότητας από τον ……….., προκειμένου να τον εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον των ως άνω Δικαστηρίων, με την οποία διεκδικούσε σε βάρος του ήδη εναγομένου-εφεσιβλήτου αποζημίωση ύψους 200.000 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχε λάβει εντολή από τον ως άνω δήθεν εντολέα του, ο οποίος ήδη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής είχε αποβιώσει, γεγονός το οποίο ο εγκαλούμενος (ήδη ενάγων-εκκαλών) γνώριζε και παρόλα αυτά το παρασιώπησε, έπραξε δε τούτο με σκοπό να αποκομίσει ισόποσο με το αντικείμενο της δίκης περιουσιακό όφελος σε βάρος του και ήδη εναγομένου-εφεσιβλήτου με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του, πλην όμως δεν πέτυχε το σκοπό του αυτό, καθόσον οι δικαστές δεν παραπλανήθηκαν από τον εν λόγω ψευδή ισχυρισμό του. Μετά ταύτα η ως άνω έγκληση τέθηκε στο αρχείο, δυνάμει της υπ’ αριθ. ……./2020 εισαγγελικής διάταξης, καθόσον η αρμόδια Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Πειραιά έκρινε ότι ο εγκαλούμενος (ήδη ενάγων-εκκαλών) συμπεριέλαβε το όνομα του αποβιώσαντος στον κατάλογο (πίνακα) των εναγόντων από παραδρομή και δεν είχε σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος (ήδη εναγομένου-εφεσιβλήτου). Ο ενάγων-εκκαλών εκθέτει στην αγωγή του τριάντα εννέα (39) αναφερόμενες στην ως άνω έγκληση του εναγομένου-εφεσιβλήτου σαν συκοφαντικές και προσβλητικές φράσεις, ήτοι : 1η συκοφαντική φράση (σελ. 3, σειρά 4η) : «προκειμένου να αποκομίσει ο ίδιος και οι πελάτες του παράνομο περιουσιακό όφελος, επιδιώκοντας χωρίς νόμιμο δικαίωμα να επιδικαστούν σε βάρος μου υπέρογκες αποζημιώσεις», 2η συκοφαντική φράση (σελ. 3, σειρά 9η) «…με σκοπό να βλάψει την περιουσία μου», 3η συκοφαντική φράση (σελ. 4, σειρά 11η) : «ο εγκαλούμενος τον παρουσίαζε στην αγωγή και σε όλες τις προτάσεις του δήθεν σαν ζωντανό, παρασιωπώντας το γνωστό σε εκείνον γεγονός του θανάτου του, διεκδικώντας σε βάρος της περιουσίας μου…», 4η συκοφαντική φράση (σελ. 5, σειρά 26η) : «τέλεσε ξανά σε βάρος μου το αδίκημα της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο», 5η συκοφαντική φράση (σελ. 6, σειρά 1η) : «γεγονός που εν γνώσει του παρασιώπησε αθεμίτως ο εγκαλούμενος στα δικόγραφα της αγωγής…διαπράττοντας σε βάρος μου το αδίκημα της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο», 6η συκοφαντική φράση (σελ. 7, σειρά 8η) : «επειδή επιδίωξε να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας μου», 7η συκοφαντική φράση (σελ. 7, σειρά 15η) : «επανέλαβε την ίδια παράνομη συμπεριφορά ενώπιον των δικαστικών αρχών», 8η συκοφαντική φράση (σελ. 7, σειρά 18η) : «με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας μου», 9η συκοφαντική φράση (σελ. 7, σειρά 31η) : «αλλά το δήλωσε σκοπίμως αορίστως…», 10η συκοφαντική φράση (σελ. 8, σειρά 19η) : «Η απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο», 11η συκοφαντική φράση (σελ. 11, σειρά 12η) : «που εν γνώσει του άσκησε παρανόμως για τον ανύπαρκτο ενάγοντα …………..», 12η συκοφαντική φράση (σελ. 11, σειρά 17η) : «εκείνος δολίως, αθεμίτως και παρανόμως το ΠΑΡΑΣΙΩΠΗΣΕ, εκδηλώνοντας έτσι απατηλή συμπεριφορά που τιμωρείται κατά το άρθρο 386 ΠΚ», 13η συκοφαντική φράση (σελ. 12, σειρά 4η) : «Ο εγκαλούμενος αθεμίτως παρασιώπησε το γεγονός του θανάτου…για να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος 200.000 ευρώ με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας μου», 14η συκοφαντική φράση (σελ. 14, σειρά 26η) : «παρανόμως παραλείφθηκε από τα ονόματα των αποβιωσάντων εναγόντων», 15η συκοφαντική φράση (σελ. 14, σειρά 28η) : «Ο εγκαλούμενος αθεμίτως παρασιώπησε το θάνατο…διεκδικώντας σε βάρος της περιουσίας μου το ποσό των 200.000 ευρώ», 16η συκοφαντική φράση (σελ. 15, σειρά 2η) : «αλλά τον παρασιώπησε αθεμίτως», 17η συκοφαντική φράση (σελ. 15, σειρά 6η) : «αλλά δολίως εξακολούθησε να τον εμφανίζει στο Δικαστήριο δήθεν σαν ζωντανό να διεκδικεί αποζημίωση 200.000 ευρώ σε βάρος εμού», 18η συκοφαντική φράση (σελ. 15, σειρά 13η) : «όπως τεχνηέντως έπραξε στην επόμενη δικάσιμο με τις 07/12/2017 προτάσεις του», 19η συκοφαντική φράση (σελ. 15, σειρά 22η) : «ο εγκαλούμενος παρασιώπησε αθεμίτως το γεγονός του θανάτου», 20ή συκοφαντική φράση (σελ. 15, σειρά 17η) : «δολίως και παρανόμως δεν δήλωσε ότι ο …………….. απεβίωσε», 21η συκοφαντική φράση (σελ. 16, σειρά 7η) : «Αντιθέτως, ΠΑΡΑΣΙΩΠΗΣΕ ΑΘΕΜΙΤΩΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ», 22η συκοφαντική φράση (σελ. 16, σειρά 22η) : «Η κατά τα ανωτέρω αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων συνιστά πράξη εξαπάτησης και τιμωρείται», 23η συκοφαντική φράση (σελ. 16, σειρά 24η) : «Αποκάλυψη της απάτης από εξωτερικά αίτια», 24η συκοφαντική φράση (σελ. 17, σειρά 30ή) : «δυνατότητα να αποτρέψει τις προηγηθείσες παράνομες ενέργειές του, να άρει τις πράξεις εξαπάτησης ενώπιον του Δικαστηρίου…συνέχισε την παράνομη συμπεριφορά του, συνέχισε να παρασιωπά τον θάνατο…σκοπίμως δεν διόρθωσε την εν γνώσει του ψευδή αρχική δήλωσή του», 25η συκοφαντική φράση (σελ. 18, σειρά 12η) : «Και ενώ είχε συντελεστεί πλήρως η πράξη εξαπάτησης, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, παρατύπως και ατάκτως – χωρίς ποτέ να το επικαλεστεί και να το προσκομίσει νόμιμα – ετέθη μέσα στη δικογραφία», 26η συκοφαντική φράση (σελ. 19, σειρά 10η) : «Καταφανώς ο εγκαλούμενος δεν θέλησε να αποκαλύψει την αλήθεια, αλλά εξαναγκάστηκε με συγκαλυμμένο τρόπο να “καλύψει” την αποκαλυφθείσα πλέον αδυναμία του», 27η συκοφαντική φράση (σελ. 21, σειρά 5η) : «λόγω της απατηλής συμπεριφοράς του εγκαλουμένου … με αποτέλεσμα η απάτη στο δικαστήριο να παραμείνει στο στάδιο της απόπειρας», 28η συκοφαντική φράση (σελ. 21, σειρά 5η) : «Ενισχυτικό στοιχείο για την απαξία της συμπεριφοράς του εγκαλουμένου», 29η συκοφαντική φράση (σελ. 21, σειρά 24η) : «Παρόλα αυτά ο εγκαλούμενος επεδίωξε να εξαπατήσει το Δικαστήριο», 30ή συκοφαντική φράση (σελ. 22, σειρά 1η) : «παράνομη συμπεριφορά του (ψευδής αγωγή)», 31η συκοφαντική φράση (σελ. 22, σειρά 3η) : «Καθίσταται, επομένως, σαφές εκ των ανωτέρω ότι ο εγκαλούμενος τέλεσε σε βάρος μου το αδίκημα της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο», 32η συκοφαντική φράση (σελ. 22, σειρά 12η) : «Από όλα τα ανωτέρω στοιχεία αποδεικνύεται περίτρανα ο άμεσος δόλος του εγκαλουμένου να παρασιωπήσει…», 33η συκοφαντική φράση (σελ. 22, σειρά 19η) : «Ο εγκαλούμενος ενήργησε με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος 200.000 ευρώ», 34η συκοφαντική φράση (σελ. 22, σειρά 26η) : «Την ίδια ακριβώς παράνομη συμπεριφορά είχε επιδείξει σε βάρος μου ο εγκαλούμενος…», 35η συκοφαντική φράση (σελ. 23, σειρά 13η) : «διεκδικώντας σε βάρος της περιουσίας μου για ανύπαρκτο ενάγοντα», 36η συκοφαντική φράση (σελ. 23, σειρά 20ή) : «Οι ομοιότητες στην εγκληματική συμπεριφορά του εγκαλουμένου σε βάρος μου», 37η συκοφαντική φράση (σελ. 24, σειρά 27η) : «Έτσι, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, κατά του εγκαλουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο, κατ’ εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια», 38η συκοφαντική φράση (σελ. 25, σειρά 30ή) : «η ουσιαστική αλήθεια για την εγκληματική συμπεριφορά του εγκαλουμένου σε βάρος μου παραμένει αναλλοίωτη και αποδεικνύεται περίτρανα ότι ο εγκαλούμενος με τις ίδιες μεθοδεύσεις και τα ίδια τεχνάσματα έχει επιδιώξει επανειλημμένως να εξαπατήσει τις δικαστικές αρχές διεκδικώντας παράνομες αξιώσεις για ανύπαρκτα πρόσωπα, επιδιώκοντας παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας μου» Και 39η συκοφαντική φράση (σελ. 28, σειρά 30ή) : «ο εγκαλούμενος διέπραξε σε βάρος μου το αδίκημα της απόπειρας απάτης με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος 200.000 ευρώ». Από την προσήκουσα εκτίμηση του συνόλου των επικαλουμένων και προσκομιζομένων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι τα ως άνω αναφερόμενα στην έγκληση του ήδη εναγομένου-εφεσιβλήτου περί γνώσεως εκ μέρους του ήδη ενάγοντος-εκκαλούντος του γεγονότος του θανάτου του ως άνω …………. κατά τον ως άνω χρόνο των συζητήσεων της προαναφερόμενης αγωγής δεν ήταν αληθή. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος-εφεσίβλητος δεν γνώριζε την κατά τα ως άνω έλλειψη δόλου του ενάγοντος-εκκαλούντος, ότι δηλαδή αυτός από παραδρομή περιέλαβε το όνομα του ως άνω αποβιώσαντος ενάγοντος ………. στη συγκεκριμένη αγωγή. Αντίθετα αυτός είχε βάσιμες υποψίες ότι ο ενάγων-εκκαλών σκοπίμως συμπεριέλαβε τον ανωτέρω αποβιώσαντα στο ως άνω δικόγραφο της αναφερόμενης αγωγής ως ενάγοντα για τους εξής λόγους : Α) Ενώ ο ενάγων-εκκαλών γνώριζε την ημερομηνία θανάτου του ως άνω ……………….. τουλάχιστον από το έτος 2012, οπότε έκανε ο ίδιος σχετική δήλωση στις 27-3-2012 ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης που είχε ασκήσει (βλ. απόφαση ΑΠ ……….), ο ίδιος (ενάγων-εκκαλών) αναγράφει το όνομα αυτού (……….) όχι μόνο στο εισαγωγικό μέρος της με αριθ. κατάθεσης ………/2014 μεταγενέστερης αγωγής του, αλλά και επίσης εκθέτει στο περιεχόμενο αυτής αναλυτικά όσα πραγματικά περιστατικά απαιτούνται για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσης του αγωγικού του αιτήματος. Β) Στις 11-6-2015, που έλαβε χώραν η αρχική συζήτηση της παραπάνω αγωγής, ο ενάγων-εκκαλών δεν δήλωσε έστω προφορικά τον θάνατο του ……………, Γ) Στη μετ’ αναβολή συζήτηση της παραπάνω αγωγής στις 13-12-2016 ο ενάγων-εκκαλών δήλωσε προφορικώς και εγγράφως τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω του θανάτου άλλων εναγόντων-απλών ομοδίκων του …………. και τη συνέχιση αυτής από τους κληρονόμους τους, ενώ συγχρόνως παραιτήθηκε για άλλους ενάγοντες από το δικόγραφο της αγωγής, πλην όμως ουδέν ανέφερε και πάλι για το θάνατο του …………. Μετά ταύτα ο πληρεξούσιος δικηγόρος του και ήδη εναγομένου-εφεσιβλήτου πρόβαλε την έλλειψη πληρεξουσιότητας του ενάγοντος-εκκαλούντος, επικαλέστηκε δε με την προσθήκη-αντίκρουσή του το πιστοποιητικό θανάτου του ως άνω …….., με αποτέλεσμα το ως άνω Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή ως προς το συγκεκριμένο αποβιώσαντα για το λόγο αυτόν. Δ) Κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης έγκλησης είχε ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του ήδη ενάγοντος-εκκαλούντος για παρόμοια περίπτωση, ήτοι για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο κατ’ εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία άνω των 73.000 ευρώ (ΑΒΜ ………. ποινική δικογραφία) και διενεργούνταν κυρία ανάκριση, ενώ είχαν επιβληθεί σ’ αυτόν περιοριστικοί όροι. Συγκεκριμένα, ο ήδη ενάγων-εκκαλών διώκονταν για το ότι στις 13-1-2003 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και στις 7-12-2006 ενώπιον του Εφετείου Πειραιά αποπειράθηκε να παραπλανήσει τους δικαστές που μετείχαν στη σύνθεση των παραπάνω Δικαστηρίων, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, καθόσον, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως δικηγόρου, παρέστησε ψευδώς στους δικαστές ότι δήθεν είχε λάβει εντολή πληρεξουσιότητας από τον ………………., κάτοικο Φιλιππίνων, προκειμένου να τον εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση άλλης αγωγής (της από 4-1-2000 και με αριθ. κατάθ. ……./2000) και της έφεσης κατά της εκδοθείσας απόφασης αντίστοιχα ενώπιον των προαναφερομένων Δικαστηρίων, με την οποία διεκδικούσε σε βάρος των εκεί εναγομένων (του …….. και του ήδη εναγομένου-εφεσιβλήτου) αποζημίωση ύψους 93.910 ευρώ πλέον τόκων, ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε είχε λάβει εντολή από τον αναφερόμενο σαν εντολέα του, ο οποίος μάλιστα κατά τον χρόνο άσκησης και συζήτησης της ως άνω αγωγής και της σχετικής έφεσης ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο, αφού είχε ήδη αποβιώσει από τις 8-5-1995 και μάλιστα πριν τη γέννηση της επίδικης αξίωσης, γεγονός το οποίο ο τότε κατηγορούμενος και ήδη ενάγων-εκκαλών γνώριζε και παρά ταύτα παρασιώπησε, έπραξε δε ταύτα με σκοπό να αποκομίσει ισόποσο με το ανωτέρω αντικείμενο της δίκης περιουσιακό όφελος σε βάρος των ως άνω εναγομένων, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας τους, πλην όμως δεν πέτυχε το σκοπό του, καθόσον οι δικαστές δεν παραπλανήθηκαν και με τις δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν, απορρίφθηκαν τόσο η αγωγή όσο και η έφεση. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο ήδη ενάγων-εκκαλών δεν παραπέμφθηκε στο ακροατήριο για να δικαστεί για την ως άνω κατηγορία, καθόσον μετά την εφαρμογή του ν. 4619/2019 (σύμφωνα με την οποία η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος όταν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των 120.000 ευρώ), η πράξη για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη τιμωρούνταν πλέον ως πλημμέλημα και είχε υποπέσει σε παραγραφή. Περαιτέρω, με βάση τα παραπάνω και από την προσήκουσα εκτίμηση του συνόλου των επικαλουμένων και προσκομιζομένων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων αποδεικνύεται ότι η ο εναγόμενος-εφεσίβλητος δεν γνώριζε την αναλήθεια των ως άνω ισχυρισμών του, που περιέλαβε στην επίδικη έγκλησή του, των οποίων έλαβαν γνώση δικαστές, γραμματείς και άλλα δικαστικά πρόσωπα, τα παραπάνω δε αναφερόμενα ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος-εκκαλούντος. Αντίθετα αποδεικνύεται ότι αυτός ήταν πεπεισμένος για την αλήθεια των ισχυρισμών του αυτών, δεδομένου ότι είχε την πεποίθηση ότι ο ενάγων-εκκαλών γνώριζε ότι ο αναφερόμενος εντολέας του ……… είχε αποβιώσει περίπου δέκα έτη προτού ο ίδιος (ήδη ενάγων-εκκαλών), με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, καταθέσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την με αριθ. κατάθεσης …./2014 αγωγή, στην οποία περιλαμβάνονταν στους ενάγοντες και ο ως άνω αποβιώσας ………….., με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση δεν στοιχειοθετείται η τέλεση από τον εναγόμενο-εφεσίβλητο της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, αλλά θα πρέπει να ερευνηθεί αν τέλεσε την αξιόποινη πράξη της δυσφήμησης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος-εφεσίβλητος υπέβαλε την παραπάνω έγκλησή του κατά του ενάγοντος-εκκαλούντος ενεργώντας από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματός του και των συμφερόντων του, αιτούμενος δικαστική προστασία, προκειμένου να γίνει σχετική δικαστική διερεύνηση των καταγγελλομένων και να αξιολογηθούν αυτά ποινικά από τους αρμόδιους εισαγγελείς και δικαστές, ώστε να μη στερηθεί δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο της υφιστάμενης μακροχρόνιας αντιδικίας με τον ενάγοντα-εκκαλούντα. Επομένως, η παραδεκτά προταθείσα από τον εναγόμενο-εφεσίβλητο καταλυτική της αγωγής ένσταση περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης της απλής δυσφήμησης του ενάγοντος-εκκαλούντος απ’ αυτόν κατ’ άρθρο 367 παρ. 1 στοιχ. γ΄ του ΠΚ είναι βάσιμη και κατ’ ουσίαν. Εξάλλου, από τον τρόπο εκδήλωσης, το ανωτέρω περιεχόμενο του συνόλου της επίδικης έγκλησης που προσιδιάζει σε εγκλήσεις με παρόμοιο ιστορικό και αίτημα, καθώς και τις προαναφερόμενες περιστάσεις της παρούσας περίπτωσης, προκύπτει ότι η διατύπωση αυτής δεν υπερβαίνει το αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση και προστασία των παραπάνω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και δικαιώματος (συμφέροντος) του εναγομένου-εφεσιβλήτου και ως εκ τούτου δεν συντρέχει σκοπός αυτού προς εξύβριση του ενάγοντος και συνεπώς υφίσταται πεδίο εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 στοιχ. γ΄ του ΠΚ, απορριπτομένης ως αβάσιμης κατ’ ουσίαν της σχετικής από την ως άνω διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 του ΠΚ αντένστασης του ενάγοντος-εκκαλούντος. Με τα δεδομένα αυτά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, κρίνοντας ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν την καταλυτική της αγωγής ένσταση του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης της ως άνω απλής δυσφήμησης σε βάρος του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος απ’ αυτόν κατ’ άρθρ. 367 παρ. 1 στοιχ. γ΄ του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 136 του Ν. 5090/2024, για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος και δικαιολογημένο ενδιαφέρον αυτού και επίσης κρίνοντας ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 αντένσταση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, καθόσον από το περιεχόμενο της επίδικης έγκλησης και τις προαναφερόμενες περιστάσεις προκύπτει ότι η διατύπωση αυτής δεν υπερβαίνει το αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του πιο πάνω δικαιώματος και δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του εναγομένου-εφεσιβλήτου και ως εκ τούτου δεν συντρέχει σκοπός αυτού προς εξύβριση του ενάγοντος-εκκαλούντος, δηλαδή σκοπός που να κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του ενάγοντος-εκκαλούντος, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνησης αυτού. Κατά συνέπεια τούτων ο πρώτος (εναγόμενος-εφεσίβλητος) δεν προσέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο παράνομα και υπαίτια την τιμή και την προσωπικότητα του τελευταίου (ενάγοντος-εκκαλούντος), ούτε τέλεσε σε βάρος του οποιαδήποτε αδικοπραξία. Επομένως, κρίνοντας ως ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται και συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε, αλλά ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος-ενάγοντος, που περιλαμβάνονται στους δέκα πέντε πρώτους λόγους της έφεσης, καθώς και οι λόγοι αυτοί, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
V. Kατά τη διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα. Θεωρείται ότι νικήθηκε και εκείνος, του οποίου απορρίφθηκε η αίτηση, ως προς το μέρος που ο αντίδικος δεν είχε ομολογήσει ή αναγνωρίσει. Η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει η ως άνω διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ, ενώ η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου κατά το άρθρο 178 παρ.1 ΚΠολΔ ή ο συμψηφισμός τους, εν όλω ή εν μέρει, κατά το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου, που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν ελέγχεται συνεπώς αναιρετικά (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), εφόσον στην απόφαση βεβαιώνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων (ΑΠ 1706/2025, ΑΠ 1737/2024, ΑΠ 1180/2023, ΑΠ 1950/2022, ΑΠ 2139/2009, 819/2011). Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδίδεται με τον δέκατο έκτο λόγο της έφεσης η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα επέβαλε σ’ αυτόν (ενάγοντα-εκκαλούντα) τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου-εφεσιβλήτου, ανερχόμενα στο τεράστιο ποσό των 3.750 ευρώ, ενώ έπρεπε να συμψηφίσει το εν λόγω ποσό λόγω της ιδιαζούσης δυσχερείας που εμφάνιζε το θέμα της ένδικης αγωγής. Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, λαμβάνοντας υπόψη την καθιερούμενη με την ως άνω διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ αρχή της ήττας, καθώς και το αντικείμενο (ύψος του αιτούμενου ποσού) της αγωγής και κρίνοντας από την εκτίμηση του συνόλου των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης ότι δεν συντρέχει περίπτωση συμψηφισμού αυτών (εξόδων), ορθά επέβαλε αυτά στον ηττηθέντα ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα.
VI. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και να καταδικαστεί ο εκκαλών, ως ηττώμενος διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 183, 176, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Επίσης, πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλε ο εκκαλών-ενάγων, λόγω της ήττας του.
Γ Ι Α Τ Ο Υ Σ Λ Ο Γ Ο Υ Σ Α Υ Τ Ο Υ Σ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 04-05-2023 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά …………../04-05-2023 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 701/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου άσκησης της έφεσης με αριθ. ……./2023 στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 21 Απριλίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ