Αριθμός 244/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα E.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «……………» (ΑΦΜ ……….), η οποία εδρεύει στην Αθήνα (οδός ………………) και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο Μαρία Βλασταρά.
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ……………… ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Δημήτριο Λυρίτση (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).
Ο εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 24.4.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2023) ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 1134/2024 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η καθ΄ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα με την από 21.5.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ……………/2024-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………/2024) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1134/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής κατ’ άρθρ. 933 ΚΠολΔ κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. του ΚΠολΔ (άρθρ. 632 παρ. 2 και 937 παρ. 3 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως από την καθ’ ης η ανακοπή, που ηττήθηκε εν μέρει πρωτοδίκως. Πρέπει, επομένως, να γίνει αυτή δεκτή από τυπική άποψη και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 533 παρ.1, 933 επ. ΚΠολΔ ), δεδομένου ότι έχει καταβληθεί και το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο άσκησης της έφεσης, όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση κατάθεσης του δικογράφου αυτής (βλ. e-παράβολο ………../2024).-
Ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος με την από 24-04-2023 και αριθ. κατάθεσης ……………/25-04-2023 ανακοπή του κατά της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας ζήτησε να ακυρωθεί για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν (ανακοπή) λόγους η από 7-3-2023 επιδοθείσα σ’ αυτόν επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθ. ……../2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα το συνολικό ποσόν των 39.858,65 ευρώ, απαίτηση της τελευταίας προερχόμενη από τη συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση δανείου. Επί της πιο πάνω ανακοπής εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. του ΚΠολΔ (άρθρ. 632 παρ. 2 και 937 παρ. 3 του ΚΠολΔ) η υπ’ αριθ. 1134/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι οι λοιποί λόγοι της ανακοπής, έγινε δεκτός ως νόμιμος και βάσιμος και κατ’ ουσίαν ο πρώτος λόγος της ανακοπής με στοιχείο Β΄ για «ακυρότητα του εκτελεστού τίτλου και επιταγής προς πληρωμή λόγω παραγραφής χρεολυσίων κατ’ άρθρο 250 ΑΚ» και ακυρώθηκε εν μέρει η ένδικη επιταγή προς εκτέλεση κατά το ποσό του επιταχθέντος κεφαλαίου και ειδικότερα κατά το ποσόν των 23.826,95 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η ως άνω καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την κρινόμενη έφεσή της, για λόγους αναγομένους σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ζητεί την εξαφάνιση αυτής και την καθ’ ολοκληρίαν απόρριψη της ανακοπής του αντιδίκου της.-
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 632 επ. και 933 επ. του ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν με τίτλο διαταγή πληρωμής άρχισε η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, με επίδοση επιταγής προς πληρωμή, ο οφειλέτης μπορεί να αμυνθεί ασκώντας, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, εκτός από την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής κατ’ άρθρ. 632 ΚΠολΔ, και την ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 ΚΠολΔ. Λόγοι της τελευταίας αυτής ανακοπής από τη διάταξη του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορούν να αποτελέσουν και αυτοί που αφορούν την απαίτηση, στην περίπτωση δε αυτή υπάγονται και οι ενστάσεις του καθ’ ου η εκτέλεση από το ουσιαστικό δίκαιο που αφορούν τη γένεση, την άσκηση ή και την απόσβεση αυτής για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και η παραγραφή. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 924 ΚΠολΔ, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση . Η επιταγή γράφεται κάτω από το αντίγραφο του απογράφου και πρέπει να ορίζει με ακρίβεια την απαίτηση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 251 του ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στη γενική δε αυτή εικοσαετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις από δάνειο (806 ΑΚ). Ωστόσο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αριθ. 15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεολύτρων είναι πενταετής και αρχίζει από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Χρεόλυτρο, κατά την έννοια του πρώτου των άρθρων τούτων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν αθροίσεως και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεόλυτρο. Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής συμβάσεως, να την καταγγείλει προώρως αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεόλυτρο ή τοκοχρεόλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές. Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Το δάνειο συνεπώς είναι τοκοχρεολυτικό, με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφλησή του δια καταβολής είτε χρεολύτρων και τόκων κεχωρισμένως, είτε ενιαίων τοκοχρεολύτρων, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων. Μόνον, όμως, όταν η αίρεση πληρωθεί και καταγγελθεί το δάνειο, δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο και η αξίωση του δανειστή προς απόδοση του δανείου υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, ενώ αν δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση των περιοδικών δόσεων, αφού αυτές διατηρούν την αυθυπαρξία τους, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή (ΑΠ 1321/2022, ΑΠ 1530/2021, ΑΠ 785/2021, ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 1073/2019, ΑΠ 1440/2017). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1 ΚΠολΔ και 249, 250 επ. και 277 του ΑΚ συνάγεται ότι, για να είναι ορισμένη η ένσταση πενταετούς παραγραφής περιοδικών παροχών που αναφέρονται σε τοκοχρεολυτικές δόσεις, πρέπει να εκτίθενται προς θεμελίωση της : α) ο χρόνος γέννησης κάθε περιοδικής παροχής β) το ύψος κάθε μιας περιοδικής παροχής ανά έτος, εφόσον οι τόκοι που συνιστούν την περιοδική παροχή δεν εξάγονται για όλη τη μελλοντική περίοδο βάσει σταθερού κεφαλαίου, διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη, γ) ο χρόνος έναρξης της παραγραφής κάθε επιμέρους παροχής για να είναι ευχερής ο προσδιορισμός του χρόνου συμπλήρωσης της πενταετούς παραγραφής για κάθε μια από αυτές και ο χρόνος επίδοσης της διαταγής πληρωμής, προκειμένου να διαπιστωθεί αν, με αφετηρία το ανωτέρω χρονικό σημείο και μέχρι της επιδόσεως της διαταγής πληρωμής, από της οποίας διακόπτεται η παραγραφή, συμπληρώθηκε ο χρόνος αυτής (ΑΠ 623/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση απ’ όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει της υπ’ αριθ. …….. σύμβασης, που καταρτίστηκε μεταξύ του εφεσιβλήτου-ανακόπτοντος και της εκκαλούσας-καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, η τελευταία χορήγησε στον πρώτο δάνειο ποσού 64.332,76 ευρώ, για την αποκατάσταση ζημιών από το σεισμό της 7-9-1999, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις της από 28-7-1978 πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, όπως κυρώθηκε, τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και επεκτάθηκε με τους νόμους 867/1979, 1048/1980, 1133/1981 και 1190/1981, τις διατάξεις της υπ’ αριθ. 5140/ΤΠ32/15-10-1999 (ΦΕΚ 1900/Β/19-10-1999) Κοινής Απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και των Υφυπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, καθώς και την υπ’ αριθ. 2/78750/0025/24-11-1999 (ΦΕΚ 2135/Β/1999) απόφαση περί εγγυήσεως του Υπουργού των Οικονομικών. Με την εν λόγω σύμβαση η συνολική διάρκεια του δανείου ορίστηκε σε δέκα πέντε (15) χρόνια, η δε εξόφλησή του θα πραγματοποιείτο με καταβολή από τον οφειλέτη στη δανείστρια (Τράπεζα) είκοσι επτά (27) συνεχών εξαμηνιαίων χρεολυτικών δόσεων. Η πρώτη δόση θα καταβαλλόταν την 10-10-2008 και οι επόμενες συνεχείς δόσεις θα καταβάλλονταν την 10η ημέρα του επόμενου εξαμήνου και εφεξής και η τελευταία την 10-10-2021. Επίσης, συμφωνήθηκε, μεταξύ των άλλων, στο άρθρο 8, ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης και γενικότερα υπερημερίας του οφειλέτη (δανειολήπτη), η δανείστρια Τράπεζα έχει δικαίωμα είτε να επιδιώξει την είσπραξη των καθυστερούμενων ποσών, είτε, αφού καταγγείλει τη σύμβαση του δανείου, να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το δάνειο και να επιδιώξει την είσπραξη όλου του ποσού του δανείου. Επομένως, κατά ρητό όρο της ένδικης σύμβασης δανείου, απαραίτητη προϋπόθεση για να επιδιώξει η Τράπεζα την πληρωμή όλου του ποσού του δανείου σε περίπτωση μερικής καθυστέρησης των δόσεων αυτού, είναι η καταγγελία της σύμβασης του δανείου. Ακόμη συμφωνήθηκε ότι το δάνειο θα εκτοκίζεται με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου δωδεκάμηνης διάρκειας της τελευταίας έκδοσης πριν από την έναρξη κάθε περιόδου εκτοκισμού, προσαυξημένο κατά ποσοστό δύο και δύο δέκατα της εκατοστιαίας μονάδας (2,2%). Επιπλέον, συμφωνήθηκε ρητά ότι σε περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησης οποιασδήποτε οφειλής του δανείου, ο οφειλέτης θα χρεώνεται αυτοδικαίως για τα καθυστερούμενα ποσά, από την ημέρα της καθυστέρησης και χωρίς όχληση, με τόκους υπερημερίας, οι οποίοι θα υπολογίζονται με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο του δανείου, προσαυξημένο κατά δυόμισι εκατοστιαίες μονάδες (2,5%), ενώ οι καθυστερούμενες δόσεις θα βεβαιώνονται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. μετά παρέλευση τριών (3) μηνών από τη λήξη εκάστης. Το ποσό του χορηγηθέντος δανείου εκταμιεύθηκε εφάπαξ και λήφθηκε από τον ανακόπτοντα-εφεσίβλητο στις 16-11-2006, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα κίνησης του τηρηθέντος για την εξυπηρέτηση της ένδικης σύμβασης με αριθμό ….. λογαριασμού της καθ’ ης η ανακοπή-εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο οφειλέτης-ανακόπτων-εφεσίβλητος δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές του υποχρεώσεις και η καθ’ ης η ανακοπή-εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ’ αριθ. ……../2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία ο πρώτος υποχρεώθηκε να καταβάλει σ’ αυτήν το συνολικό ποσόν των 39.858,65 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Ακολούθως, στις 13.03.2024 η καθ’ ης η ανακοπή-εκκαλούσα επέδωσε στον ανακόπτοντα-εφεσίβλητο ακριβές αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής με την κάτω απ’ αυτήν από 07.03.2023 επιταγή προς πληρωμή του ως άνω ποσού. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η ως άνω σύμβαση δανείου, που είχε διάρκεια 15 έτη, έληξε το έτος 2021, οπότε κατέστη ληξιπρόθεσμο όλο το ποσό του δανείου, που ανήλθε στο προαναφερόμενο ύψος, ενώ δεν έλαβε χώραν καταγγελία της ως άνω σύμβασης δανείου εκ μέρους της καθ’ ης ανακοπή-εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, ούτε άλλωστε προσκομίζεται σχετικό έγγραφο. Επίσης, κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος-εφεσιβλήτου και από τις εγγραφές του αποσπάσματος της κίνησης του σχετικού λογαριασμού της ένδικης σύμβασης, ο ίδιος κατέστη υπερήμερος από το έτος 2011 και από τότε άρχισε η παραγραφή των ως άνω ληξιπρόθεσμων δόσεων, με αποτέλεσμα να έχουν υποπέσει σε παραγραφή λόγω παρέλευσης της προβλεπόμενης στο άρθρο 250 περ. 15 ΑΚ πενταετίας οι πιο κάτω αναφερόμενες δόσεις του δανείου (χρεολύσια), συνολικού ποσού 23.826,95 ευρώ, για τα έτη 2012, 2013, 2014, 2015 και 2016, ενόψει του ότι δεν είχε λάβει χώρα καταγγελία της επίδικης σύμβασης δανείου μέχρι την έκδοση και την επίδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής και ως εκ τούτου κατά το εν λόγω ποσόν το κονδύλιο του κεφαλαίου που επιδικάστηκε με την ως άνω διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέο, κατά παραδοχή της ορισμένης, εφόσον περιέχει όλα τα ως άνω απαιτούμενα στοιχεία για τη θεμελίωσή της, ένστασης του ανακόπτοντος-εφεσιβλήτου από τις διατάξεις των άρθρων 250 αριθ. 15 και 253 ΑΚ περί μερικής παραγραφής της ένδικης αξίωσης της καθ’ ης η ανακοπή εκκαλούσας Τράπεζας ως και ουσιαστικά βάσιμης. Ειδικότερα, η καθ’ ης η ανακοπή-εκκαλούσα με την προαναφερόμενη επιταγή προς πληρωμή αξιώνει από τον ανακόπτοντα-εφεσίβλητο χρεολύσια συνολικού ύψους 39.858,65 ευρώ, από τα οποία όμως έχουν υποπέσει στην ως άνω πενταετή παραγραφή τα παρακάτω : 1) Για το έτος 2012 το χρεολύσιο-πρώτη δόση του έτους 2012 ύψους 2.382,70 ευρώ, που ήταν καταβλητέα στις 10-4-2012 και το χρεολύσιο-δεύτερη δόση του έτους 2012 ύψους 2.382,69 ευρώ, που ήταν καταβλητέα στις 10-10-2012. 2) Για το έτος 2013 το χρεολύσιο-πρώτη δόση του έτους 2012 ύψους 2.382,70 ευρώ, που ήταν καταβλητέα στις 10-4-2013 και το χρεολύσιο-δεύτερη δόση του έτους 2013 ύψους 2.382,69 ευρώ, που ήταν καταβλητέα στις 10-10-2013. 3) Για το έτος 2014 το χρεολύσιο-πρώτη δόση του έτους 2014 ύψους 2.382,70 ευρώ, που ήταν καταβλητέα στις 10-4-2014 και το χρεολύσιο-δεύτερη δόση του έτους 2014 ύψους 2.382,69 ευρώ, που ήταν καταβλητέα στις 10-10-2014. 4) Για το έτος 2015 το χρεολύσιο-πρώτη δόση του έτους 2015 ύψους 2.382,70 ευρώ, που ήταν καταβλητέα στις 10-4-2015 και το χρεολύσιο-δεύτερη δόση του έτους 2015 ύψους 2.382,69 ευρώ, που ήταν καταβλητέα στις 10-10-2015. Και 5) Για το έτος 2016 το χρεολύσιο-πρώτη δόση του έτους 2016 ύψους 2.382,70 ευρώ, που ήταν καταβλητέα στις 10-4-2016 και το χρεολύσιο-δεύτερη δόση του έτους 2016 ύψους 2.382,69 ευρώ, που ήταν καταβλητέα στις 10-10-2016. Οι ως άνω δόσεις-χρεολύσια των ετών 2012, 2013 και 2014 υπέπεσαν σε παραγραφή αντίστοιχα στο τέλος των ετών 2017, 2018 και 2019. Ειδικότερα, όσον αφορά τα χρεολύσια-δόσεις των ετών 2015 και 2016, αυτές έχουν υποπέσει σε παραγραφή στις 23-6-2021 και 15-8-2021, λόγω αναστολής, για τα χρονικά διαστήματα από 13-3-2020 έως και 3-5-2020 και από 7-11-2020 έως 5-4-2021, όλων των νόμιμων προθεσμιών, συμπεριλαμβανομένης και της παραγραφής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 της από 13-3-2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020, και τις σε εφαρμογή της ως άνω διάταξης εκδοθείσες κοινές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας, Δικαιοσύνης και Εθνικής Άμυνας, με τις οποίες ορίστηκε προσωρινή αναστολή λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων και των νομίμων και δικαστικών προθεσμιών για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των υπηρεσιών των δικαστηρίων, καθώς και της παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Επομένως, στις 13-3-2023, οπότε επιδόθηκε στον ανακόπτοντα-εφεσίβλητο (οφειλέτη) η ως άνω υπ’ αριθ. ……./2023 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία επιτάσσεται να καταβάλει το συνολικό ποσόν των 39.858,65 ευρώ, μαζί με την από 7-3-2023 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, είχαν υποπέσει στην προαναφερόμενη πενταετή παραγραφή οι παραπάνω αναφερόμενες χρεολυτικές δόσεις του δανείου συνολικού ύψους 23.826,95 ευρώ, που περιλαμβάνονται : α) στο επικυρωμένο αντίγραφο του αποσπάσματος του υπ’ αριθμό …….. λογαριασμού που τηρήθηκε σε εξυπηρέτηση της ανωτέρω σύμβασης δανείου, εξηγμένο με εκτύπωση από τα επίσημα εμπορικά βιβλία της Τράπεζας που τηρούνται μηχανογραφικά και αποτελούν, βάσει ρητού όρου της σύμβασης (άρθρο 9), πλήρη απόδειξη της οφειλής και γενικά των χρεώσεων και πιστώσεων των δανειακών λογαριασμών και β) επικυρωμένο αντίγραφο του αποσπάσματος του υπ’ αριθ. …………….. λογαριασμού παρακολούθησης των απαιτήσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της κατάπτωσης της εγγύησής του, επίσης εξηγμένο με εκτύπωση από τα επίσημα εμπορικά βιβλία της Τράπεζας, που τηρούνται μηχανογραφικά και στον οποίο (λογαριασμό) αναφέρονται οι χρεώσεις των βεβαιωμένων οφειλών και αποτελούν, σε συνδυασμό με τον δανειακό λογαριασμό, βάσει ρητού όρου της σύμβασης (άρθρο 9), πλήρη απόδειξη της απαίτησης της Τράπεζας. Με τα δεδομένα αυτά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι μέρος των ως άνω χρεολυσίων ύψους 23.826,95 ευρώ έχουν υποπέσει την παραπάνω πενταετή παραγραφή, καθόσον κατά το ως άνω χρονικό διάστημα δεν χώρησε λόγος διακοπής αυτής, ούτε η καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα επικαλέστηκε τέτοιο λόγο και ακολούθως κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της ανακοπής (πρώτου με στοιχείο Β΄) ακύρωσε εν μέρει την ένδικη επιταγή προς εκτέλεση κατά το ποσό του επιταχθέντος κεφαλαίου και ειδικότερα κατά το ποσόν των 23.826,95 ευρώ, δεν έσφαλε, αλλά ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, και ως εκ τούτου οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εκκαλούσας-καθ’ ης η ανακοπή πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και να καταδικαστεί η εκκαλούσα, ως ηττώμενη διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 183, 176, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Επίσης, πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλε η εκκαλούσα-καθ’ ης η ανακοπή, λόγω της ήττας της.
Γ Ι Α Τ Ο Υ Σ Λ Ο Γ Ο Υ Σ Α Υ Τ Ο Υ Σ
– ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.-
-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 21-05-2024 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ……./24-05-2024 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1134/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.-
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.-
-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου άσκησης της έφεσης με αριθ. ……………/2024 στο Δημόσιο Ταμείο.-
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 21 Απριλίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ