Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 246/2026

Αριθμός    246/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα  2ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων κατά το Ν. 4354/2015, με την επωνυμία «…………..» [……………..] και διακριτικό τίτλο «…………...», με έδρα την Αθήνα (με αριθμό Γ.Ε.Μ.Η. …. και ΑΦΜ …… ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών), που εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσα, εν προκειμένω, δυνάμει της από 16-03-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, επ’ ονόματι και για λογαριασμό της εταιρείας «…………..», με έδρα στο …. Ιρλανδίας, η οποία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………» με αρ. ΓΕΜΗ …. και ΑΦΜ ……, με έδρα στο δήμο Αθηναίων, δυνάμει της από 16-03-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, των άρθρων 455 επ. Α.Κ και του άρθρου 61 του ν. 4548/2018, η οποία  εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της Δικηγόρο Αλεξάνδρα Συμβουλάκη [Ε. ΣΥΜΒΟΥΛΑΚΗΣ, Δ. ΤΣΑΓΚΟΥ, Α. ΣΥΜΒΟΥΛΑΚΗ, ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ](με δήλωση κατ’  άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ………. και 2) …………….., οι οποίοι αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιά τους Δικηγόρο Αικατερίνη Κοντογιάννη (με δήλωση κατ’  άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς άσκησαν α) οι εφεσίβλητοι την με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2022 ανακοπή και β) η εκκαλούσα την με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2023 πρόσθετη παρέμβαση. Επί αυτών εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 3370/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την υπό κρίση ανακοπή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η  καθ΄ ης η ανακοπή-προσθέτως παρεμβαίνουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 28.3.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ  ……../2024 -ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………../2024) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίες παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ αν ασκηθεί έφεση από το διάδικο  που δικάσθηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, ακόμη και αυτής που εκδόθηκε “σαν να ήταν παρών ο διάδικος”, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση, χωρίς δηλαδή να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης, αλλ’ αρκεί η “τυπική” παραδοχή της κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το εφετείο, που μετατρέπεται στην περίπτωση αυτή ουσιαστικά σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης γίνεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης. Επίσης, με τη διάταξη αυτή εφαρμόζεται η καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, την οποία, αρχή, ρυθμίζει ειδικά η διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ. Έτσι, στην περίπτωση που ο διάδικος, ο οποίος δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, διατυπώνει με την έφεσή του παράπονα για την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, το εφετείο, εφόσον η έφεση είναι τυπικά παραδεκτή, εξαφανίζει την απόφαση χωρίς ανάγκη να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ’ ουσίαν κάποιος λόγος της έφεσης. Όμως, η εξαφάνιση της απόφασης οριοθετείται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τα παράπονα που διατυπώνονται με την έφεση, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σχετικά με τα παράπονα της έφεσης και τα οποία (ζητήματα) κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής. Τα ανωτέρω ισχύουν και όταν πρόκειται για έφεση κατά ερήμην απόφασης, που εκδόθηκε επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως του εάν την έφεση ασκεί ο ανακόπτων ή ο καθ’ ου η ανακοπή. Ακόμη, η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ ισχύει και για τις ερήμην αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατά τις ειδικές διαδικασίες (άρθρο 591 παρ. 1 και 7 ΚΠολΔ). Μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και στην περίπτωση αυτή, αναδικάζεται η υπόθεση από το Εφετείο, το οποίο μετατρέπεται ουσιαστικά σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1290/2024, ΑΠ 229/2020,  ΑΠ 579/2018, ΑΠ 495/2017, ΑΠ 6/2017).

H υπό κρίση έφεση της καθ’ η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ’ αριθ. 3370/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε ερήμην της επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής κατ’ άρθρ. 632 επ. ΚΠολΔ και κατά της εκτέλεσης κατ’ άρθρ. 933 επ. ΚΠολΔ κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. του ΚΠολΔ (άρθρ. 632 παρ. 2 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως απ’ αυτήν (καθ’ ης η ανακοπή), που ηττήθηκε πρωτοδίκως (άρθρ. 495, 511 επ. ΚΠολΔ). Αρμοδίως δε φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και έχει καταβληθεί το απαιτούμενο για το παραδεκτό της συζήτησης παράβολο των 100 ευρώ κατ’ άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ (βλ. e-παράβολο με αριθμό ……………./2024). Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή από τυπική άποψη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της (συμπεριλαμβανομένης αυτής περί επιβολή δικαστικών εξόδων), χωρίς έρευνα των λόγων έφεσης, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεν απαιτείται να περιέχεται συγκεκριμένος λόγος έφεσης, αφού η εκκαλουμένη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της καθ’ ης η ανακοπή-εκκαλούσας στον πρώτο βαθμό και στηρίχθηκε στην ερημοδικία της, ενώ αυτή με την έφεσή της πλήττει την απόφαση στο σύνολό της, επικαλούμενη γενικότερα έλλειψη βασιμότητας της ανακοπής ως προς όλους τους λόγους της και προβάλλοντας εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την αποδοχή του αναφερομένου σε αυτήν λόγου. Ακολούθως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν αρμόδιο Δικαστήριο (άρθρ. 19 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί η ανακοπή, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της ( άρθρ. 533 παρ.1, 535 παρ. 1, 632 επ.  ΚΠολΔ ).-

ΙΙ. Οι ανακόπτοντες με την από 23-09-2022 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ……………./28-09-2022 ανακοπή τους ζητούν για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. …../2022 διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε από την Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και με την οποία υποχρεώθηκαν, εκτός της άλλης, και αυτοί (ανακόπτοντες), εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στην καθ’ ης η ανακοπή (αιτούσα την έκδοση διαταγής πληρωμής), ενεργούσα επ’ ονόματι και για λογαριασμό της εταιρείας «……………», το ποσό των 121.313,45 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, ως μέρος της μεγαλύτερης συνολικής οφειλής τους, καθώς επίσης (ζητούν) να ακυρωθεί και η επιδοθείσα σ’ αυτούς από 01-09-2022 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής. Με το ανωτέρω περιεχόμενο η ανακοπή αυτή αρμόδια και παραδεκτά εισήχθη για να δικαστεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά), το οποίο ήταν καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (632 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ). Επίσης, παραδεκτά σωρεύονται στο αυτό δικόγραφο (άρθρ. 218 ΚΠολΔ) η ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ και η ανακοπή του άρθρου 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον αυτές δικάζονται κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του ίδιου Δικαστηρίου, η μεν ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ λόγω της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς (άρθρο 14 ΚΠολΔ), η δε ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ στο κατά την ίδια διάταξη αρμόδιο δικαστήριο (μονομελές πρωτοδικείο), ενώ η σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επιφέρει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σύγχυση. Επομένως, η ως άνω ένδικη ανακοπή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.-

ΙΙΙ. Οι λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (άρθο 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ) μπορεί να είναι είτε ουσιαστικοί, να αφορούν δηλαδή την απαίτηση του δανειστή για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, είτε τυπικοί, δικονομικοί ή μη, να αφορούν δηλαδή την έλλειψη των υπό των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προβλεπομένων  προϋποθέσεων για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε την αναρμοδιότητα του εκδίδοντος αυτήν δικαστή. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 625 ΚΠολΔ ρυθμίζεται το ζήτημα της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του δικαστή προς έκδοση της διαταγής πληρωμής. Η κατά τόπον όμως αρμοδιότητα του δικαστή για έκδοση διαταγής πληρωμής δεν προσδιορίζεται από κάποια άλλη ειδική διάταξη. Επομένως, για την τοπική αρμοδιότητα έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις των άρθρων 22 επ. του ΚΠολΔ. Αρμόδιος συνεπώς είναι ο Δικαστής του Δικαστηρίου της γενικής δωσιδικίας του καθ’ ου η αίτηση ή άλλου ειδικής δωσιδικίας Δικαστηρίου, σύμφωνα με σχετική διάταξη του ΚΠολΔ. Εάν οι οφειλέτες εναντίον των οποίων ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής  είναι περισσότεροι, ο δανειστής έχει δικαίωμα επιλογής ανάμεσα στους τόπους της γενικής δωσιδικίας των περισσότερων οφειλετών. Συνεπώς, το κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο για την έκδοση της διαταγής πληρωμής προσδιορίζεται τελικά από τον δανειστή, ο οποίος επιλέγει ανάμεσα σε πολλά (ενδεχομένως) τοπικώς αρμόδια Δικαστήρια, όταν υποβάλλει (σε κάποιο απ’ αυτά) την αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής  και το οποίο καθίσταται ως εκ τούτου και αποκλειστικά κατά τόπο αρμόδιο και για την εκδίκαση της κατ’ αυτής ανακοπής του  άρθρου 632 του ΚΠολΔ, διότι ο αιτών την έκδοση διαταγής πληρωμής, με την υποβολή της αίτησης σε έναν από τους περισσότερους αρμοδίους κατά τόπον Δικαστές, ασκεί συγχρόνως και το δικαίωμα επιλογής, που έχει ως ενάγων δανειστής, για την τυχόν μετέπειτα διαδικασία επί της ανακοπής, κατά την οποία οι διάδικοι έχουν την ιδία δικονομική θέση, δηλαδή ο μεν καθ’ ου η ανακοπή τη θέση του ενάγοντος, ο δε ανακόπτων την θέση εναγόμενου. Για τους ως άνω λόγους, η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο ανήκει ο Δικαστής, που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής, αν, όμως, ο Δικαστής που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής ήταν αναρμόδιος κατά τόπον, μπορεί για το λόγο αυτό ο καθ’ ου η διαταγή πληρωμής να ζητήσει με ανακοπή την ακύρωση της διαταγής πληρωμής και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν τα στοιχεία από τα οποία ήδη προκύπτει η αρμοδιότητα, είχαν τεθεί από τον αιτούντα υπόψη του δικαστή που εξέδωσε την διαταγή και  ανεξαρτήτως της επίκλησης δικονομικής βλάβης από τον ανακόπτοντα, δεδομένου ότι η έκδοσή της από αναρμόδιο δικαστή συνιστά παραβίαση διαδικαστικής προϋπόθεσης έκδοσής της (ΑΠ 497/1993). Συνεπώς, η προς έκδοση διαταγής πληρωμής κατά τόπον αρμοδιότητα ρυθμίζεται κατά τις γενικές διατάξεις, ενώ  εφαρμογή μπορεί να έχει και ο θεσμός της  παρέκτασης αρμοδιότητας, η εκ της οποίας δωσιδικία, κατά τον κανόνα του άρθρου 44 ΚΠολΔ, είναι αποκλειστική. Συγκεκριμένα από τις διατάξεις των άρθρων 42, 43, 44 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι επί διαφορών, ακόμη και μελλοντικών, που έχουν περιουσιακό αντικείμενο, τακτικό δικαστήριο, που δεν είναι αρμόδιο, είναι δυνατόν να καταστεί αρμόδιο, εάν υπάρχει έγγραφη συμφωνία των διαδίκων και αναφέρεται σε ορισμένη έννομη σχέση από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές. Η περί παρέκτασης συμφωνία είναι δυνατό να διατυπώνεται στο αποδεικτικό της απαίτησης έγγραφο ή στο σώμα του αξιογράφου βάσει του οποίου εκδίδεται η διαταγή πληρωμής, χωρίς να αποκλείεται η συμφωνία παρέκτασης να αποδεικνύεται από άλλο συνυποβαλλόμενο στο Δικαστή έγγραφο, διότι η δικονομική αυτή σύμβαση δεν περιλαμβάνεται στα δικαιώματα που πηγάζουν εκ του τίτλου, αλλά είναι πρόσθετη.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους οι ανακόπτοντες ισχυρίστηκαν ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής πρέπει να ακυρωθεί, καθόσον εκδόθηκε από αναρμόδιο κατά τόπον Δικαστή και συγκεκριμένα αυτόν του Πρωτοδικείου Πειραιά, ενώ οι ίδιοι είναι κάτοικοι ….. Αττικής, που υπάγεται στην τοπική αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου Αθηνών και επίσης ουδεμία σχέση έχουν με την αναγραφόμενη στη διαταγή πληρωμής διεύθυνση στο ……. Αττικής (οδός …………), που υπάγεται στην τοπική αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου Πειραιά. Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω ισχυρισμός των ανακοπτόντων-εφεσιβλήτων και ο σχετικός πρώτος λόγος της ανακοπής τους είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις ως άνω διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.-

Από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Μετά από αίτηση της καθ’ ης η ανακοπή-εκκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία «…………….» εκδόθηκε η υπ’ αριθ. ……./2022 διαταγή πληρωμής από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία υποχρεώθηκαν, εκτός της άλλης καθής η διαταγή πληρωμής, και οι ανακόπτοντες-εφεσίβλητοι να καταβάλουν στην πρώτη το ποσό των 121.313,45 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, ως μέρος της μεγαλύτερης συνολικής οφειλής τους. Η εν λόγω καθ’ ης η ανακοπή-εκκαλούσα εταιρεία ενεργούσε στην προκείμενη περίπτωση, δυνάμει σχετικής σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας «…………………..», η οποία είχε καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………..», η οποία δυνάμει σχετικής σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης  απαιτήσεων είχε καταστεί ειδική διάδοχος, ως προς την έννομη σχέση στην οποία αφορά η παρούσα, της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «………….», όπως μετονομάστηκε η Τράπεζα με την επωνυμία «……………….», καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», καθολική διάδοχος  της τράπεζας με την επωνυμία «………..», συνεπεία συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών  με την επωνυμία «………………» και «……………», με απορρόφηση της δεύτερης και τρίτης εταιρείας από την πρώτη, η οποία μετονομάστηκε σε «………….». Η εν λόγω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση την υπ’ αριθ. ………/5-2-2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 220.000 ευρώ μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας «………….» και, εκτός της εγγυήτριας (…… .), και των ανακοπτόντων-εφεσιβλήτων ως πιστούχων, για την οποία (σύμβαση) τηρήθηκαν οι αναφερόμενοι λογαριασμοί. Στην εν λόγω σύμβαση οι τελευταίοι φέρονται ως κάτοικοι Κερατσινίου Αττικής, που υπάγεται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου Πειραιά. Ήδη όμως από το έτος 2012 η ως άνω δικαιοπάροχος της καθ’ ης η ανακοπή-εκκαλούσας (……………) Κυπριακή Δημόσια Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «…………….» γνώριζε ότι ανακόπτοντες-εφεσίβλητοι είχαν μετοικήσει από την κατοικία τους επί της οδού ………… στο …………… Αττικής. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τις επικαλούμενες και νομίμως προσκομιζόμενες από την καθ’ ης η ανακοπή-εκκαλούσα υπ’ αριθ. …. Γ και ….. Γ/6-12-2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……….., σύμφωνα με τις οποίες η επίδοση προς τους ανακόποντες-εφεσιβλήτους, μετά από εντολή της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «…………..», της καταγγελίας της παραπάνω σύμβασης δανείου, έγινε με θυροκόλληση στην αναφερόμενη διεύθυνση αυτών επί της οδού …………… στο …… Αττικής. Επιπλέον, στην από 07-12-2012 βεβαίωση ματαιωθείσας επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών …………, η οποία, ύστερα από την έγγραφη παραγγελία της ως άνω αναφερόμενης Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας, μετέβη στις 03-12-2012 για να επιδώσει στην πρώτη των ανακοπτόντων-εφεσιβλήτων (…….) στην οικία της στη διεύθυνση ………… στον Πειραιά την από 23-11-2012 εξώδικη όχληση-καταγγελία και πρόσκληση, βεβαιώνεται ότι, όπως η ίδια (δικαστική επιμελήτρια) διεπίστωσε, η ανωτέρω (………..) είχε μετοικίσει από την ως άνω διεύθυνση. Εξάλλου, από τις υπ’ αριθ. ….. και …………/09-09-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ……….. προκύπτει ότι, μετά από εντολή της ήδη καθ’ ης η ανακοπή-εκκαλούσας, επιδόθηκε στις 09-09-2022 (ήτοι λίγο χρόνο μετά την κατάθεση της αίτησης και την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής) στους ανακόπτοντες-εφεσιβλήτους ακριβές επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο από το πρώτο (α΄) εκτελεστό απόγραφο της ως άνω υπ’ αριθ. …./20-07-2002 διαταγής πληρωμής στην οικία των παραπάνω στο ……….. Αττικής. Επομένως, οι ανακόπτοντες-εφεσίβλητοι-καθ’ ων η διαταγή πληρωμής κατά το χρόνο κατάθεσης της σχετικής αίτησης και έκδοσης της ένδικης διαταγής πληρωμής δεν είχαν την κατοικία τους στο …………… Αττικής, αλλά στο ……….. Αττικής, που υπάγεται στην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου Αθηνών και όχι αυτού του Πειραιά. Περαιτέρω, όσον αφορά την επικαλούμενη από την καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητη συμφωνία περί παρέκτασης της κατά τόπον αρμοδιότητας, αποδεικνύεται ότι πράγματι στην ως άνω ένδικη σύμβαση δανείου περιλαμβάνεται και ο όρος 16.03, σύμφωνα με τον οποίον «Για τη σύσταση Εξασφαλίσεων  καθώς και για κάθε αγωγή ή αμφισβήτηση σχετική με την παρούσα Σύμβαση αρμόδια θα είναι κατά πρώτο λόγο τα δικαστήρια της πόλης όπου υπογράφεται η παρούσα, στη συντρέχουσα δικαιοδοσία των οποίων υποβάλλονται με την παρούσα τα μέρη, χωρίς να αποκλείεται η υπαγωγή των διαφορών σε άλλα κατά νόμο αρμόδια δικαστήρια». Πλην όμως στο συνημμένο στην εν λόγω σύμβαση παράρτημα αναφέρεται ρητά ότι «ΣΕ ΑΠΟΔΕΙΞΗ συντάχθηκε και υπογράφεται η παρούσα στην πόλη της Αθήνας σήμερα, 5/2/2007», χωρίς να ασκεί στο ζήτημα αυτό ουδεμία επιρροή το ότι το δανείζον κατάστημα της παραπάνω Τράπεζας στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν αυτό της Νίκαιας Πειραιά. Επομένως, με βάση την ως άνω ρήτρα περί παρέκτασης της αρμοδιότητας στην επίδικη σύμβαση δανείου δεν καθιερώνεται έστω και συντρέχουσα κατά τόπον αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου Πειραιά, ενόψει του ότι αυτή (σύμβαση) δανείου υπογράφηκε στην πόλη της Αθήνας και όχι στη Νίκαια του Πειραιά, όπου  βρσκόταν ευρίσκετο απλώς το δανείζον Κατάστημα της Τράπεζας. Κατά συνέπεια τούτων και λαμβανομένου υπόψη ότι η κατοικία των ανακοπτόντων-εφεσιβλήτων κατά το χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής βρισκόταν  στην ……. Αττικής, που υπάγεται στην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εξέδωσε την ως άνω προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, δεν ήταν κατά τόπον αρμόδιος προς τούτο  και ως εκ τούτου η εν λόγω διαταγή πληρωμής είναι άκυρη και μάλιστα ανεξαρτήτως της επίκλησης δικονομικής βλάβης από τους ανακόπτοντες-εφεσιβλήτους, δεδομένου ότι η έκδοσή της από αναρμόδιο δικαστή συνιστά παραβίαση της σχετικής διαδικαστικής προϋπόθεσης έκδοσής της. Με τα δεδομένα αυτά ο ως άνω πρώτος λόγος της ανακοπής των ανακοπτόντων-εφεσιβλήτων είναι βάσιμος και κατ’ ουσίαν και πρέπει να γίνει δεκτός.-

ΙV. Κατ’ ακολουθίαν τούτων και εφόσον γίνεται δεκτός ο πρώτος λόγος της ανακοπής, αυτή πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……./2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, καθώς και η από 01-09-2022 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, καθόσον η κατά τα ως άνω ακυρούμενη διαταγή πληρωμής αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για την εγκυρότητα της με βάση αυτήν επιταγής προς πληρωμή ως πρώτης διαδικαστικής πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ μετά ταύτα παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της ανακοπής, οι οποίοι καθίστανται άνευ αντικειμένου. Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί η καθ’ ης η ανακοπή-εκκαλούσα, ως ηττώμενη διάδικος, στα δικαστικά έξοδα των ανακοπτόντων-εφεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Επιπλέον, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου άσκησης της έφεσης στην καταθέσασα αυτό εκκαλούσα  (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Γ Ι Α  Τ Ο Υ Σ  Λ Ο Γ Ο Υ Σ  Α Υ Τ Ο Υ Σ

-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.-

-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 3370/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.-

-ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 23-09-2022 και υπ’ αριθ. κατάθεσης …./28-09-2022 ανακοπή.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ αυτήν.-

-ΑΚΥΡΩΝΕΙ α) την υπ’ αριθ. ……./2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και β) την από 01-09-2022 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής.-Και

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ’ ης η ανακοπή-εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων-ανακοπτόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, που ορίζει σε εννιακόσια (900) ευρώ.-

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην εκκαλούσα του υπ’ αριθ. …………………/2024 παραβόλου που αυτή κατέθεσε.-

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις    21 Απριλίου 2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ