Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 214/2026

Αριθμός    214/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα  2ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χρυσή Φυντριλάκη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………..,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΣΩΝ: 1) ……………. και 2) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..»  και το διακριτικό τίτλο «…………», η οποία τελεί υπό εκκαθάριση, εδρεύει  στην ….. Αττικής (οδός …………) (ΑΦΜ …..) και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιό τους δικηγόρο Σπυρίδωνα Οικονόμου (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ………….. 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………» η οποία εδρεύει στον Πειραιά (οδός ……….) (ΑΦΜ ………….) και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ………… οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιό τους δικηγόρο Γεώργιο Χριστόπουλο (με δήλωση κατ΄΄αρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).

Οι εκκαλούσες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από  21.4.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ  ………./2024) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 35/2025  απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες με την από 27.2.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …………./2025 -ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………./2025) έφεσή τους, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η  με  αριθμό κατάθεσης στην γραμματεία του  Εφετείου Πειραιώς   …………/2025  έφεση  κατά της υπ΄αριθμόν  35/2025  οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε κατά την τακτική   διαδικασία,  αντιμωλία των διαδίκων,  έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα  καθώς η εκκαλουμένη απόφαση  δημοσιεύτηκε  στις  7-1-2025 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 27-2-2025 δίχως να προηγηθεί επίδοση της εκκαλουμένης  (άρθρα  495,  511,  513,  516  παρ 1, 517 εδαφ  α,  518  παρ 1  και 147 ΚΠολΔ). Συνεπώς, πρέπει να γινει τυπικά δεκτή  και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής  κατά την  αυτή  διαδικασία  δοθέντος ότι έχει καταβληθεί και το προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 495 παρ 3 ΚΠολΔ παράβολο άσκησης έφεσης (βλ. με κωδικό  7717932895508250067/2025 e- παράβολο).

Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 εδ. α΄ και 363 εδ.α΄ του ΠΚ, όπως ίσχυαν πριν τον ν. 5090/2024, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση του γεγονότος ενώπιον τρίτου δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, καθώς και τη γνώση ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Όπως δε γινόταν δεκτό από τη νομολογία, ο ισχυρισμός για το δυσφημιστικό γεγονός μπορούσε να γίνει και με κατάθεση δικογράφου ή με επίδοση εξωδίκου μέσω δικαστικού επιμελητή, οπότε γνώση των ισχυρισμών, που περιέχονταν σ ` αυτό, λάμβαναν οι δικαστές, ο εισαγγελέας, οι υπάλληλοι της γραμματείας, ο δικαστικός επιμελητής και γενικά όλα τα πρόσωπα, τα οποία, από καθήκον, λάμβαναν γνώση του περιεχομένου του. Δηλαδή, στην έννοια του τρίτου, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, περιλαμβανόταν οποιοδήποτε, πλην του δυσφημούμενου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κ.λ.π., που έλαβαν γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αρκεί το γεγονός να ήταν επιλήψιμο γι` αυτόν, στον οποίο αποδιδόταν (Ολ. ΑΠ 3/2021, ΑΠ 174/2023, ΑΠ 1489/2022). Ήδη, δυνάμει των άρθρων 54 και 138 παρ. 1 του ν. 5090/2024, από 1-5-2024 το άρθρο 363 του ΠΚ τροποποιήθηκε ως ακολούθως:  «Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης». Με τη νέα αυτή διάταξη, πέραν της κατάργησης της απλής δυσφήμησης, ορίζεται για τη συκοφαντική δυσφήμηση ότι, από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης, εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Αυτό ισχύει για τους δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρισης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι, που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 5090/2024). Η ως άνω ρύθμιση, που αποδεσμεύει την έκφραση των απόψεων και ισχυρισμών των διάδικων μερών, ενόψει δίκης ή κατά τη διάρκεια της δίκης, γραπτώς ή προφορικώς, από το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, ασφαλώς έχει εφαρμογή και στους δικηγόρους, οι οποίοι, στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών των διαδίκων, που αφορούν είτε τις υποθέσεις, που χειρίζονται οι ίδιοι, είτε άλλες υποθέσεις, που παρακολουθούν στο ακροατήριο του δικαστηρίου, αναμένοντας την εκδίκαση των υποθέσεων, στις οποίες παρίστανται οι ίδιοι. (ΑΠ 959/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Β. Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνά με το άρθρο 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).

Με την αγωγή επί της οποίας εξεδόθη η εκκαλουμένη απόφαση  οι  ενάγουσες  ιστορούσαν  ότι  ο πρώτος των εναγομένων  ενεργώντας το μεν ατομικά το δε ως εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης κατέθεσε το έτος 2017 σε βάρος της πρώτης ενάγουσας  στην αρμόδια Εισαγγελία  Πλημμελειοδικών  έγκληση με την οποία ισχυρίστηκε εν γνώσει του ψευδώς  ότι η πρώτη ενάγουσα   προκάλεσε την απόφαση  στον σύζυγο της πρώτης  να γράψει  επιστολή  με συκοφαντικό περιεχόμενο  για τους  δύο πρώτους εναγόμενους  και να την αποστείλει στον υπεύθυνο  δημοσίων σχέσεων του ιδρύματος «………………», ενώ γνώριζε ότι ουδεμία σχέση είχε η ίδια με την σύνταξη και την αποστολή της επιστολής αυτής. Συνεπεία δε, της ψευδούς αυτής  εγκλήσεως ασκήθηκε  ποινική δίωξη  για ηθική αυτουργία σε συκοφαντική δυσφήμηση  σε βάρος της πρώτης ενάγουσας και παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο  αποφάνθηκε περί της αθωότητας της. Ο πρώτος εναγόμενος δε, τόσο ατομικά όσο και ως εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, όπως και η τρίτη εναγόμενη η οποία, κατ΄ αίτησή του πρώτου εναγόμενου, εξετάστηκε ως μάρτυρας  στο ποινικό Δικαστήριο, επιδίωξαν την καταδίκη της  για την πράξη αυτή ισχυριζόμενοι ότι  η επιστολή αυτή απεστάλη από την ηλεκτρονική διεύθυνση της δεύτερης ενάγουσας ώστε να εδραιωθεί η πεποίθηση περί της συμμετοχής της πρώτης ενάγουσας  ως  διευθύντριας της δεύτερης ενάγουσας στην πράξη αυτή,  ενώ  γνώριζαν ότι  ούτε με την ιδιότητα αυτή συμμετείχε η πρώτη ενάγουσα στη σύνταξη και  αποστολή της επιστολής αυτής. Συνεπεία δε, της εγκλήσεως αυτής προσεβλήθη η τιμή και η υπόληψη  της πρώτης ενάγουσας καθώς και  η φήμη και η  εμπορική  πίστη   της δεύτερης ενάγουσας. Πέραν τούτου,  η πρώτη ενάγουσα υπέστη τις συνέπειες της ψευδούς καταμηνύσεως και υπεβλήθη  στην βάσανο της εμπλοκής  στα γρανάζια της   ποινικής διαδικασίας μέχρις κηρύξεώς της αθώας από το αρμόδιο Δικαστήριο.  Συνεπεία δε, της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ψευδούς καταμηνύσεως  υπέστησαν αμφότερες οι ενάγουσες  ηθική βλάβη λόγω του διασυρμού τους  ενώπιον δικαστών, εισαγγελέων, δικαστικών  υπαλλήλων, δικηγόρων κλπ για την αποκατάσταση της οποίας ζήτησαν ν΄ αναγνωρισθεί, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, ότι έκαστος των εναγομένων  οφείλει  να καταβάλλει  σε  κάθε  ενάγουσα   το ποσό των 25.000 ευρώ  με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής  μέχρις εξοφλήσεως καθώς επίσης και  να υποχρεωθεί  η  δεύτερη  εναγόμενη  εταιρεία να  αναρτήσει την αναφερόμενη στην αγωγή επανορθωτική δήλωση στην ιστοσελίδα της προς αποκατάσταση του διασυρμού τους. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ΄αριθμόν 35/2025 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου  με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ΄ουσίαν.

΄Ηδη, κατά της απόφασης αυτής βάλλουν  οι ενάγουσες παραπονούμενες για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την παραδοχή της αγωγής τους.  Ωστόσο, η αγωγή  ως προς την   συκοφαντική δυσφήμηση είναι  μη νόμιμη καθόσον στην έννοια του τρίτου με τη νέα διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ (άρθρα 54 και 138 παρ 1 του ν 5090/2024) δεν περιλαμβάνονται  πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση  του δυσφημιστικού  ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως  δικαστές,  εισαγγελείς,  δικαστικοί υπάλληλοι, αλλά και  δικηγόροι,  οι οποίοι στο πλαίσιο των καθηκόντων τους λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών των διαδίκων που αφορούν είτε τις υποθέσεις που χειρίζονται οι ίδιοι, είτε άλλες υποθέσεις που παρακολουθούν στο ακροατήριο του δικαστηρίου αναμένοντας την εκδίκαση των υποθέσεων στις οποίες παρίστανται οι ίδιοι, κατά τα αναφερόμενα στην προεκτιθέμενη μείζονα σκέψη. Ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται στην προκειμένη περίπτωση συκοφαντική δυσφήμηση εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή  ο επικαλούμενος διασυρμός των εναγουσών έλαβε χώρα ενώπιον δικαστών, εισαγγελέων, δικαστικών υπαλλήλων και δικηγόρων. Πρέπει δε, να σημειωθει ότι δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς  η πράξη  τελέστηκε προ της  αντικαταστάσεως  του άρθρου 363 ΠΚ με το άρθρο 54 του ν.5090/2024, ήτοι προ της εξαιρέσεως των προσώπων αυτών από την έννοια του αποδέκτη της διάδοσης του άρθρου 363 ΠΚ  για  το  λόγο ότι  εφόσον  η έννομη τάξη αναγνώρισε ως μη αξιόποινη  την  πράξη της συκοφαντικής  δυσφήμησης που τελείται ενώπιον των συγκεκριμένων προσώπων, αναγνώρισε, δηλαδή, ότι οι συκοφαντικές εκφράσεις στερούνται προσβλητικού φορτίου όταν αποδέκτες αυτών είναι τα ανωτέρω πρόσωπα, προβαίνοντας σε εξειδίκευση του όρου «ενώπιον τρίτου»  που χρησιμοποιείται  στην  διάταξη του  ισχύοντος άρθρου 363 ΠΚ με αντανάκλαση  στον αυτό όρο που  χρησιμοποιούνταν  στην διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ προ της καταργήσεως της και αντικαταστάσεώς της   από την διάταξη του άρθρου 54 του ν 5090/2024, δεν νοείται ούτε καταδίκη σε καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης  αφού τα ψευδή γεγονότα των οποίων αποδέκτες  ήταν τα ανωτέρω πρόσωπα στερούνταν προσβλητικής  δύναμης,  ενώ δεν  συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διάταξεων  των άρθρων 2ΑΚ και  24 ΕισΝΑΚ καθώς δεν πρόκειται για κατάργηση ή τροποποίηση νόμου που προσπόριζε δικαιώματα, αλλά  για εξειδίκευση  όρου κατά τρόπο συμβατό  με  άποψη μερίδας της νομολογίας  και  θεωρητικών. Υπό  αντίθετη εκδοχή  θα διατηρούνταν με σχετική νομοθετική πρόβλεψη οι αστικές  αξιώσεις των προσβληθέντων.

Πρέπει, επίσης,  να σημειωθεί ότι παρέλκει, η έρευνα της αοριστίας της αγωγής ως προς την δεύτερη ενάγουσα  συνιστάμενη στην παράλειψη  αναφοράς στην αγωγή  συγκεκριμένης υλικής ζημίας που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων  ενόψει του ότι για την  αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υφίστανται τα νομικά πρόσωπα σε  περίπτωση προσβολης της εμπορικής πίστης, της  επαγγελματικής υπόληψης και γενικά του εμπορικού μέλλοντός τους  απαιτείται σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ να γίνεται αναφορά σε  υλική ζημία αφού  η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο αίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση.  Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε την αγωγή νόμιμη ως προς την συκοφαντική δυσφήμηση και απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ΄ουσίαν  εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο. Πρέπει, συνακόλουθα, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς το σκέλος της συκοφαντικής δυσφήμησης, να κρατηθεί η υπόθεση από  το  παρόν  Δικαστήριο  και  ν΄απορριφθεί  η  αγωγή ως  προς  αυτό ως μη νόμιμη  δοθέντος ότι  το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη νομική βασιμότητα  της αγωγής  στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτής,  κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Β μείζονα σκέψη. Κατά τα λοιπά η αγωγή είναι νόμιμη και θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914, 932, 346 ΑΚ, 224,229 ΠΚ και 70,176 ΚΠολΔ. Ως προς την δεύτερη ενάγουσα, όμως,  η αγωγή, μετά την απόρριψη του σκέλους της συκοφαντικής δυσφήμησης, είναι απαράδεκτη  ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως καθόσον  εκ των εκτεθέντων στην αγωγή δεν προκύπτει  σύνδεσμος ανάμεσα στην περιγραφόμενη  ψευδή καταμήνυση που αποδίδεται στους  δύο πρώτους των εναγομένων   και  στην  δεύτερη ενάγουσα.

Από την υπ΄αριθμόν …………/2023 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, ……… που δόθηκε επιμελεία των εναγουσών μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγομένων (βλ υπ΄αριθμούς ………/2023, ………./2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας  ……. και υπ΄αριθμόν ……/2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας ………..) και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 21-12-2017, ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος τυγχάνει επαγγελματίας χορογράφος και καθηγητής χορού καθώς και ιδρυτής της  Επαγγελματικής Σχολής Xορού «…………….», ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης,  ενεργώντας το μεν ατομικά, το δε ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, κατέθεσε  κατά της πρώτης ενάγουσας  και του συζύγου της, …………., στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιώς  έγκληση η οποία έλαβε …….. και κατόπιν διαβίβασης στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών ……./12628,  με την οποία  κατήγγειλε  ότι ο πρώτος  τέλεσε  σε βάρος του ιδίου  και σε βάρος της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης θίγοντας το όνομα, την προσωπικότητα, την προσωπική και επαγγελματική τιμή και υπόληψη  του πρώτου εναγόμενου καθώς  και την επαγγελματική τιμή και υπόληψη  της δεύτερης εναγομένης  εταιρείας  θέτοντας σε κίνδυνο την επαγγελματική πίστη  αλλά  και το επιχειρηματικό μέλλον αυτής. Ειδικότερα,  κατήγγειλε ότι στις 26-9-2017 ο …………… συνέταξε επιστολή την οποία απηύθυνε  προς τον υπεύθυνο δημοσίων σχέσεων του ……………..  στην οποία αναφερόμενος  στον ίδιο (…………)  και  στην ανωτέρω Σχολή Χορού «………..» περιέλαβε τα  παρακάτω ψευδή γεγονότα και εξυβριστικούς ισχυρισμούς: α)  ότι  ο ……….  ισχυρίζεται ότι η Σχολή αυτή   τελεί  υπό την αιγίδα  του …………,  β) ότι  δεν έχει χορευτές  διότι ιδρύθηκε πολύ πρόσφατα  χωρίς ντοκουμέντα ή περγαμηνές, γ) ότι  πραγματοποιεί ακροάσεις για υποτροφίες χωρίς να προβλέπεται από το νόμο, δ) ότι οι φοιτητές θα δελεασθούν  από τον επαμφοτερίζοντα ιδιοκτήτη  με τους θολούς τίτλους, ε) ότι ο ίδιος ο εγκαλών  διαδίδει ότι ο προσωπικός  χορηγός των υποτροφιών  της Σχολής του είναι μέλος της οικογένειας …………, στ) ότι υπάρχει το ενδεχόμενο να υποκρύπτεται  από τον εγκαλούντα φοροδιαφυγή  ή ξέπλυμα  χρήματος και  ζ) ότι ο εγκαλών είναι ημιμαθής  ιδιοκτήτης  της Σχολής αυτής  με πρόθεση αθέμιτης  και παράνομης ανταγωνιστικής εξόντωσης με εμπορικές και κερδοσκοπικές  επιδιώξεις. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι η ………… (πρώτη ενάγουσα)  ως διευθύντρια της «….. ….» (δεύτερη ενάγουσα)  έχοντας σκοπό  την προσωπική και επαγγελματική  βλάβη  και εξόντωσή του ιδίου και της  εταιρείας που είχε ιδρύσει, προκάλεσε  με πειθώ και φορτικότητα  στον ανωτέρω σύζυγό της   την απόφαση να συντάξει και να αποστείλει  σε πλήθος σχολών χορού την επιστολή αυτή και ως εκ τούτου ενέχεται ως ηθικός αυτουργός στην πράξη αυτή του συζύγου της. Συνεπεία της εγκλήσεως αυτής ασκήθηκε ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του συντάξαντος  την επιστολή   και για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή (άρθρα  46 παρ 1 και 363-362 ΠΚ) σε βάρος της  πρώτης ενάγουσας  η οποία  παραπέμφθηκε ενώπιον του Θ΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών να δικαστεί  με το υπ΄αριθμόν Αρ. Β. Κλ Θεσπ…../2020 ΑΒΜ ……., ………..  κλητήριο  θέσπισμα  με το οποίο αποδόθηκε σ΄αυτήν  ότι με πειθώ, φορτικότητα και συμβουλές έπεισε τον ανωτέρω σύζυγό της να αποστείλει στον υπεύθυνο των δημοσίων σχέσεων του Ιδρύματος ……….. την προαναφερόμενη από 26-9-2017 επιστολή. Η υπόθεση εκδικάστηκε στις 30-3-2022 και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών επειτα από ακροαματική διαδικασία αποφάνθηκε  με  την υπ΄αριθμόν …/2022 …./2022 απόφασή περί της αθωότητας της δεχόμενο  ότι  ο σύζυγός της ενήργησε με δική του πρωτοβουλία και δική του απόφαση  χωρίς καν γνώση  της ιδίας.  Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα ουδεμία συμμετοχή είχε στην επιστολή που συνέταξε και απέστειλε ο σύζυγός της στον υπεύθυνο δημοσίων σχέσεων του Ιδρύματος ……  Αποτέλεσε δε απόφαση και  επιλογή του ιδίου και μόνο χωρίς καμία ανάμειξη της πρώτης ενάγουσας. Εξάλλου, ο σύζυγός της ως συνταξιούχος δικηγόρος δεν θα μπορούσε ενόψει της πολύχρονης επαγγελματικής εμπειρίας του και των συσσωρευμένων γνώσεών του  να  πειστεί από  άλλον έστω και αν ήταν η σύζυγός του, να προβεί σε μία τέτοια ενέργεια αν προηγουμένως ο ίδιος  δεν είχε αποφασίσει να το πράξει.   Ο πρώτος εναγόμενος, ωστόσο, ενεργώντας το μεν ατομικά, το δε ως εκπρόσωπος της δεύτερης εναγόμενης  υπέβαλε σε βάρος της πρώτης ενάγουσας έγκληση καταγγέλλοντας ότι προκάλεσε με πειθώ και φορτικότητα την απόφαση στο σύζυγό της να προβεί στην ανωτέρω πράξη δίχως, όμως,  η καταγγελία αυτή να βρίσκει έρεισμα σε οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο με συνέπεια  να τυγχάνει  εντελώς  αδικαιολόγητη  και αυθαίρετη.  Ενόψει δε και της τοποθέτησης της πρώτης ενάγουσας  επί της συγκεκριμένης επιστολής κατά την διερεύνηση από μέρους του πρώτου εναγόμενου της ταυτότητας του συντάκτη αυτής κατά την οποία (τοποθέτηση)  δήλωσε «…… δεν γνωρίζουμε τον συντάξαντα και δεν απεστάλη από εμάς…», ενώ ο σύζυγός της επί του σχετικού ερωτήματος  αποδέχτηκε ότι ο ίδιος συνέταξε και απέστειλε την επιστολή αυτή,  κρίνεται ότι  ο πρώτος εναγόμενος υπό την διττή ιδιότητα του εν γνώσει του κατεμήνυσε ψευδώς  την πρώτη ενάγουσα η οποία συνεπεία της εγκλήσεως αυτής ενεπλάκη στα γρανάζια της ποινικής διαδικασίας επί μακρόν μέχρις αποδείξεως της αθωότητας της. Ειδικότερα, έλαβε  ιδιότητα του κατηγορούμενου, απολογήθηκε ενώπιον των προανακριτικών οργάνων και παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών όπου υπέστη την βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου υπέστη ηθική βλάβη καθώς  αγχώθηκε, στεναχωρέθηκε και  βίωσε φόβο και ταραχή   καθ΄ολο το χρονικό διάστημα από της αποδόσεως σ΄αυτήν της ιδιότητας του κατηγορούμενου με την υποβληθείσα έγκληση μέχρις εκδόσεως  της  αθωωτικής απόφασης, ενώ υπεβλήθη και σε επίμονο  αγώνα για την απόδειξη της αθωότητας της ευρισκόμενη σε κατάσταση διαρκούς ανησυχίας καθώς ως κατ΄επάγγελμα  χορεύτρια  αγνοούσε τον κόσμο των  δικαστηρίων  και των  ποινικών  διαδικασιών. Προς αποκατάσταση δε, αυτής πρέπει να επιδικαστεί σ΄αυτήν χρηματική ικανοποίηση η οποία λαμβανομένου υπόψη α) του είδους της προσβολής που δέχτηκε, β) της έκτασης και των συνεπειών αυτής, γ) των ειδικών περιστάσεων, δ) του βαθμού πταίσματος των δύο πρώτων εναγομένων και  ε) της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών  καθώς η μεν ενάγουσα υπήρξε χορεύτρια με μεταπτυχιακά στις κλασσικές χορογραφίες στο Παρίσι, με συμμετοχή σε διαγωνισμούς στο εξωτερικό  ούσα  καλλιτεχνική  διευθύντρια της  δεύτερης  ενάγουσας  ετερόρρυθμης  εταιρείας, ενώ  ο πρώτος εναγόμενος είναι  καθηγητής  χορού και ιδιοκτήτης επαγγελματικής και ερασιτεχνικής σχολής χορού, η δε  δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία   αντικείμενο  έχει μεταξύ άλλων και την ίδρυση και εκμετάλλευση σχολών χορού κλασικού και μοντέρνου, πρέπει να οριστεί βάσει της αρχής της αναλογικότητας, η οποία επιβάλλεται να τηρείται κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού ως γενική νομική αρχή  και  δη  αυξημένης  τυπικής  ισχύος (ΟλΑΠ 9/2015) στο  ποσό   των 3.000 ευρώ για καθένα των δύο πρώτων των εναγομένων. Συνεπώς, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή  ως προς τους δύο πρώτους εναγόμενους ως βάσιμη και κατ΄ουσίαν. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους ως αβάσιμη κατ΄ουσίαν εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κατά παραδοχή σχετικού λόγου της έφεσης ως βάσιμου και κατ΄ουσίαν.

Περαιτέρω,  αποδείχθηκε ότι  η τρίτη εναγόμενη  κατέθεσε  στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου  Αθηνών  στις  30-3-2022 κατά την εκδίκαση των κατηγοριών της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή ότι η  νύφη της, η οποία είχε ήδη αποβιώσει, της είχε αναφέρει  ότι  η επίδικη επιστολή είχε αποσταλεί από το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της  δεύτερης ενάγουσας. Ωστόσο από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι προέβη στην κατάθεση αυτή ψευδώς προκειμένου  να στοιχειοθετηθεί  η κατηγορία της ηθικής αυτουργίας σε συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος της πρώτης ενάγουσας καθώς είναι δυνατόν πράγματι η νύφη της να ανέφερε σ΄αυτήν όσα  προαναφέρθηκαν ακόμη και αν δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Ως εκ τούτου δεν  επέδειξε αδικοπρακτική συμπεριφορά έναντι της πρώτης ενάγουσας και συνεπώς, πρέπει ν΄απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ΄ουσίαν ως προς αυτήν. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη  απέρριψε την αγωγή ως προς την τρίτη εναγομένη, έστω με διαφορετικές αιτιολογίες  ορθά κατ΄αποτέλεσμα έκρινε. Πρέπει, επομένως, ν΄αντικατασταθούν οι αιτιολογίες  με την αιτιολογία της απόφασης  αυτής και ν΄απορριφθεί η έφεση ως προς αυτήν  (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Κατ΄ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως προς την  τρίτη εφεσίβλητη  και να γίνει δεκτή ως προς τους λοιπούς διαδίκους ως βάσιμη και κατ΄ουσίαν. Περαιτέρω, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς αυτούς, να κρατηθεί  η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να  δικαστεί κατ΄ουσίαν. Ακολούθως, πρέπει ν΄απορριφθεί η αγωγή ως προς την δεύτερη ενάγουσα και να γίνει εν μέρει δεκτή  κατά το μέρος που θεμελιώνεται στις διατάξεις περί ψευδούς καταμηνύσεως ως προς τους λοιπούς διαδίκους  και να υποχρεωθεί καθένας των δύο πρώτων των εναγομένων  να καταβάλει στην πρώτη  ενάγουσα το ποσό των  τεσσάρων χιλιαδων (4000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Μέρος των  δικαστικών  έξοδων  αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας της πρώτης ενάγουσας πρέπει να επιβληθεί  σε βάρος των δύο πρώτων εναγομένων  λόγω της μερικής  ήττας αυτών (άρθρα 178, 183, 191 παρ 2  ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τα δικαστικά έξοδα  του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας  της τρίτης εφεσίβλητης  πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων λόγω ευλόγου αμφιβολίας  ως προς την έκβαση της δίκης (άρθρα 183,179 ΚΠολΔ). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί και η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου άσκησης έφεσης στις εκκαλούσες  λόγω της παραδοχής της εφέσεως (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ  αντιμωλια των διαδίκων

ΔΕΧΕΤΑΙ   τυπικά  και  ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ΄ουσιαν  την έφεση  ως προς την τρίτη εφεσίβλητη

ΔΕΧΕΤΑΙ  την έφεση  ως προς τους λοιπούς διαδίκους

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ  την υπ΄αριθμόν 35/2025 απόφαση του  Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (τακτική διαδικασία)

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ  την με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2023 αγωγή που ασκήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιώς

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ  την αγωγή ως προς την δεύτερη ενάγουσαΔΕΧΕΤΑΙ  εν μέρει την αγωγή ως προς  τους δύο πρώτους εναγόμενους

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ  καθένα των δύο πρώτων των εναγομένων  να καταβάλει  στην πρώτη  ενάγουσα το ποσό των τεσσάρων  χιλιάδων  (4.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ  τους δύο πρώτους των εφεσιβλήτων – εναγομένων  σε μέρος των δικαστικών εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας  της πρώτης εκκαλούσας  – πρώτης ενάγουσας,    το οποίο καθορίζει στο ποσό των  οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ  τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας  της τρίτης εφεσίβλητης  μεταξύ των διαδίκων

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ  την  επιστροφή του  κατατεθέντος παραβόλου άσκησης έφεσης   στις   εκκαλούσες.Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 2 Απριλίου 2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ