Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 231/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης   231/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(3ο ΤΜΗΜΑ)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Μούρτζη Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα  Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Α)Του εκκαλούντος : ………ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Βασίλειο Σαξώνη του Λάμπρου (ΑΜ ……….. Δ.Σ. Πειραιώς), βάσει δηλώσεως.

Της εφεσίβλητης : Εταιρίας επισκευής και συντήρησης πλοίων και σκαφών με την επωνυμία «………», (ΑΦΜ …..), που εδρεύει στον Πειραιά (οδός …………) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Μιχαήλ Ιωαννίδη του Νικολάου (ΑΜ  ….. Δ.Σ. Πειραιώς).

Β)Της εκκαλούσας : Εταιρίας επισκευής και συντήρησης πλοίων και σκαφών με την επωνυμία «……….», (ΑΦΜ ….), που εδρεύει στον Πειραιά (οδός …………) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Μιχαήλ Ιωαννίδη του Νικολάου (ΑΜ  … Δ.Σ. Πειραιώς).

Του εφεσίβλητου : ……….. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Βασίλειο Σαξώνη του Λάμπρου (ΑΜ …. Δ.Σ. Πειραιώς), βάσει δηλώσεως.

Ο εκκαλών (στην υπό στοιχεία Α έφεση) και εφεσίβλητος (στην υπό στοιχεία Β έφεση), με την από 12-10-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. Γ.Α.Κ. …./Α.Κ.Δ. …./12-10-2023) αγωγή, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησε να γίνει δεκτή. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 2561/5-6-2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δέχτηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή και έταξε όσα αναφέρονται σε αυτή (απόφαση). Την απόφαση αυτή, προσβάλλουν οι ανωτέρω εκκαλούντες α)ο εκκαλών (ενάγων) με την από 23-6-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …./ΑΚΕΜ …/23-6-2025) έφεσή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ …../ ΕΑΚ …/25-6-2025, προσδιορίστηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο και β)η εκκαλούσα (εναγόμενη) με την από 22-7-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …/ ΕΑΚ …./22-7-2025) έφεσή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ …../ ΕΑΚ …./25-7-2025, προσδιορίστηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος -εφεσίβλητου δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσε τις από 4-2-2026 μονομερείς δηλώσεις του, αντίστοιχα, που έγιναν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και προκατέθεσε προτάσεις, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης -εκκαλούσας παραστάθηκε στο ακροατήριο και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες εφέσεις, ήτοι α)η από 23-6-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …./ΑΚΕΜ …/23-6-2025) έφεση του ενάγοντος της από 12-10-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. Γ.Α.Κ. …/Α.Κ.Δ. …/12-10-2023) αγωγής και β)η από 22-7-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …../ ΕΑΚ …/22-7-2025) έφεση της εναγομένης της παραπάνω αγωγής,  κατά της με αριθμό 2561/5-6-2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την παραπάνω αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 παρ. 3, 621 επ. του Κ.Πολ.Δ.) και έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή, αρμοδίως εισάγονται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (βλ. ΕφΠειρ 326/2023) και έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 23-6-2025 και στις 22-7-2025, αντίστοιχα (άρθρα 19, 143, 144,  495 παρ. 1 και 2, 511, 513 παρ. 1 β΄, 516 παρ. 1 και 2, 517 εδ. α΄, 518 παρ. 1, 520 παρ. 1, 591 παρ. 1 και 7, 614 αρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα με την επιμέλεια του εκκαλούντος-εφεσίβλητου, στις 23-6-2025 (βλ. τη με αριθμ. ………./23-6-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς …………….) και οι ένδικες εφέσεις ασκήθηκαν εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου για την άσκησή τους (άρθρα 495 παρ. 3 εδ. στ, 614 αρ. 3 Κ.ΠολΔ., ΑΠ 200/2021, ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 117/2019). Επομένως, οι κρινόμενες εφέσεις, αφού συνεκδικαστούν λόγω της πρόδηλης συνάφειας μεταξύ τους (άρθρα 246, 524 παρ. 1, 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους, με την ίδια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρα 533 παρ. 1, 591 παρ. 1 και 7 του Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ.1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 589/2025, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 Εισ.Ν. Α.Κ.), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας, που είναι ο κύριος σκοπός της εργασιακής σύμβασης, και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και ν` ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζόμενου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζόμενου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της, ως άνω, εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεών του, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 747/2024, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 953/2020). Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθρο 681 Α.Κ. σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 968/2020, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 1928/2013). Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 681 Α.Κ., προκύπτει ότι κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύμβασης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, είναι ότι με αυτήν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και όχι σε αυτή καθ’ εαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση του έργου, η ολοκλήρωση και παράδοση του οποίου επιφέρει τη λύση της σύμβασης, αντικείμενο δε της σύμβασης αυτής μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια. Σε κάθε, όμως, περίπτωση τη σύμβαση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξάρτησης από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσής του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1469/2018, ΑΠ 683/2018, ΑΠ 44/2017, ΑΠ 1133/2015, ΑΠ 2186/2014, ΑΠ 542/2014, ΑΠ 2105/2013, ΑΠ 1229/2012, ΑΠ 71/2010). Ακόμη, ως προς τη διάκριση της σύμβασης έργου από την σύμβαση εργασίας, κρίσιμο κριτήριο είναι αν ο παρέχων την εργασία ανέλαβε ή όχι την ευθύνη να πετύχει ορισμένο αποτέλεσμα, δηλαδή αν την ανέλαβε είναι σύμβαση έργου, ενώ αν δεν την ανέλαβε είναι σύμβαση εργασίας. Επίσης, σημαντικό είναι και το κριτήριο του χρόνου. Δηλαδή, όταν η πάροδος του χρόνου αυξάνει την έκταση της οφειλόμενης παροχής, η παροχή είναι, κατά κανόνα, διαρκής και, συνεπώς, υπάρχει σύμβαση εργασίας. Αντιθέτως, όταν η πάροδος του χρόνου δεν επηρεάζει την έκταση της παροχής, η οποία είναι εξ αρχής καθορισμένη, τότε η παροχή είναι στιγμιαία και, επομένως, υπάρχει σύμβαση έργου. Κριτήριο, ακόμη, υπέρ της σύμβασης έργου είναι ότι ο παρέχων την εργασία δεν εντάχθηκε οργανικά στην επιχείρηση του εργοδότη (ΑΠ 1157/2006, βλ. Α. Βαλτούδης σε Α. Γεωργιάδη, Σύντομη Ερμηνεία Α.Κ., τόμ. Ι, έκδ. 2010, εισαγ. παρατ. στα άρθρα 681-702 Α.Κ., αρ. 13, σελ. 1250). Σε κάθε περίπτωση, συνεκτιμάται το περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά αποφασιστική σημασία έχουν οι συνθήκες, υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία, οι οποίες δυνατόν να αποκλίνουν από τους συνομολογημένους όρους. Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η ασφάλισή του ή μη στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ` αυτόν βεβαιώσεων παροχής μισθωτών υπηρεσιών (ΑΠ 567/2024, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 997/2017, ΑΠ 602/2017, ΑΠ 608/2014, ΑΠ 2105/2013), συνεκτιμώνται όμως ως σχετικές ενδείξεις και άλλα κατά περίπτωση στοιχεία, όπως ο τρόπος της αμοιβής, η ασφάλιση σε ασφαλιστικό οργανισμό, η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η δυνατότητα του εργαζομένου να παρέχει τις υπηρεσίες του και σε άλλον εργοδότη κλπ (ΑΠ 747/2024, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 710/2019, ΑΠ 1110/2017). Ούτε η υποχρέωση του εργαζομένου να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς, από κοινού, συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει αυτές σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, δεν καθιστά, χωρίς τίποτε άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς μπορεί αυτή να έχει τον χαρακτήρα μίσθωσης έργου ή και ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΠ 747/2024, ΑΠ 567/2024, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 522/2022, ΑΠ 1775/2017, ΑΠ 1110/2017, ΑΠ 677/2017, ΑΠ 44/2017, ΑΠ 608/2014). Εξ άλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς ν’ ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ’ αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 8/2011, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 747/2024, ΑΠ 567/2024, ΑΠ 57/2023, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 849/2020, ΑΠ 710/2019, ΑΠ 683/2018, ΑΠ 677/2017, ΑΠ 13/2017, ΑΠ 1133/2015, ΑΠ 71/2010). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 684 Α.Κ., κατά την οποία ο εργολάβος έχει δικαίωμα να υποκαταστήσει άλλον στην εκτέλεση του έργου, εκτός αν προκύπτει το αντίθετο από τη σύμβαση ή τη φύση του έργου, προκύπτει ότι, κατ’έξαίρεση του θεσπιζομένου σ’αυτήν κανόνος της αυτοπρόσωπης εκτελέσεως του έργου, επιτρέπεται η εκτέλεση του έργου με άλλον και όταν προκύπτει τέτοιο δικαίωμα του εργολάβου από τη φύση του συμφωνηθέντος έργου, που απαιτεί ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, την οποία αυτός στερείται. Όταν ο εργολάβος χρησιμοποιεί και άλλα πρόσωπα κατά την εκτέλεση του έργου, έχοντας τέτοιο δικαίωμα, τα πρόσωπα αυτά (υπεργολάβοι) είναι βοηθοί εκπληρώσεως του εργολάβου κατά τη διάταξη του άρθρου 334 Α.Κ.. Στην περίπτωση αυτή οι υπεργολάβοι έχουν τη διεύθυνση και την εποπτεία των εργασιών που τους ανατέθηκαν. Αλλά και όταν ούτε από την σύμβαση ούτε από την φύση του έργου προκύπτει δικαίωμα του εργολάβου για υποκατάσταση και πάλι έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει βοηθητικά πρόσωπα κατά την εκτέλεση του έργου, τα οποία είναι επίσης βοηθοί εκπληρώσεως κατά την διάταξη 334 Α.Κ.. Εάν δε, όταν συντρέχει η εν λόγω περίπτωση, ο εργολάβος εκτέλεσε το έργο με υπεργολάβο, ο εργοδότης έχει υποχρέωση κατ’άρθρο 681 Α.Κ. να καταβάλει την αμοιβή του υπεργολάβου στον εργολάβο, ο οποίος είναι ο μόνος υπεύθυνος έναντι αυτού, η αμοιβή δε αυτή περιλαμβάνεται στην αμοιβή που συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε στον εργολάβο και αν ο τελευταίος δεν την κατέβαλε στον υπεργολάβο, αφού υπάρχει υποχρέωση αυτού προς καταβολή της, διότι ενέχει θέση εργοδότη έναντι αυτού, ενώ ο υπεργολάβος δεν έχει ευθεία αγωγή προς πληρωμή της αμοιβής του κατά του αρχικού εργοδότη, με τον οποίο δεν συνδέεται νομικά, εκτός αν αυτός εργάζεται σωματικά, οπότε δικαιούται να ασκήσει απ’ευθείας κατ’αυτού την απαίτησή του για τον μισθό κατ’άρθρο 702 Α.Κ. (ΑΠ 1871/2009).

Περαιτέρω, ο Ν. 2874/2000, με τη διάταξη του άρθρου 4 αυτού κατάργησε το θεσμό της υπερεργασίας μέχρι τις 30.9.2005, οπότε η εν λόγω διάταξη αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3386/2005, που επανέφερε τον θεσμό της υπερεργασίας. Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 (ΦΕΚ Α 210/19.8.2005) με έναρξη ισχύος 1.10.2005 (άρθρο 15 Ν. 3385/2005) και όπως οι παράγραφοι 1, 3 και 5 αντικαταστάθηκαν και πάλι με την παρ. 10 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α 115/15.7.2010) με έναρξη ισχύος 15-7-2010 (άρθρο 76 ν. 3863/2010) και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο [πριν την τροποποίηση των παραγράφων 3 και 5 του ως άνω άρθρου (4) και της προσθήκης παραγράφου 6 σ’ αυτό με το άρθρο 58 του Ν. 4808/2021 (ΦΕΚ Α 101/19.6.2021)] ορίζονται τα εξής : “1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%). 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ` εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ` εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)”. Από, δε, το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, το ανώτατο νόμιμο ημερήσιο ωράριο είναι εννέα (9) ώρες και υπερεργασία θεωρείται η απασχόληση στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος, πέραν των σαράντα (40) ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα (9 ώρες ημερησίως) και απόκειται στην κρίση του εργοδότη, ενώ, δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για τις ώρες υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η), ο εργαζόμενος δικαιούται το “καταβαλλόμενο” ωρομίσθιο με προσαύξηση 20%. Υπερωρία, ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα ή πέραν των 9 ωρών την ημέρα. Για κάθε ώρα υπερωρίας, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις, ήτοι για κάθε ώρα “κατ’ εξαίρεση” υπερωρίας (παράνομης υπερωρίας), ως άνω, ο εργαζόμενος δικαιούται “αποζημίωση”, ευθέως από το νόμο (χωρίς πλέον να συνδέεται η ως άνω απαίτηση με αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως όριζε προηγουμένως η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976 (ΑΠ 746/2025, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 314/2017, ΑΠ 671/2016), ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 80% (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 822/2020) και προσαυξημένο από 19-6-2021, κατά 120%, σύμφωνα με το άρθρο 58 του N. 4808/2021 (ΦΕΚ A 101/19.6.2021), όπως το άρθρο αυτό κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 184 του Π.Δ. 80/2022 (ΦΕΚ A 222/4.12.2022).

Εξάλλου, η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο ως έκτη ή εβδόμη ημέρα υπό το σύστημα της πενθημέρου εργασίας, εφ΄ όσον δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχολήσεως, δεν αποτελεί υπερεργασία, δηλαδή δεν συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό των ωρών ιδιορρύθμου υπερωριακής απασχολήσεως ή υπερωριακής εργασίας (ΑΠ 232/2018, ΑΠ 1371/2017, ΑΠ 418/2004 ΕλλΔνη 47.146, ΑΠ 1207/2002 ΕλλΔνη 44.162, ΑΠ 1253/2002 ΕλλΔνη 44.163, ΑΠ 679/2001 ΔΕΝ 2002. 1628, ΑΠ 24/2000 ΔΕΝ 2000. 851, ΑΠ 882/1998 ΔΕΝ 2000.378, ΑΠ 119/1997 ΔΕΝ 1998.17), ενώ, δοθέντος ότι η υπερωρία κρίνεται όχι μόνο επί εβδομαδιαίας αλλά και επί ημερήσιας βάσεως, είναι δυνατόν η εν λόγω εργασία, αυτοτελώς λαμβανομένη για κάθε μία από τις υπόλοιπες δύο ημέρες της εβδομάδας (έκτη και έβδομη) να συνιστά υπερωρία, μόνο εάν υπερβαίνει για κάθε μία από αυτές το γενικό νόμιμο ωράριο εργασίας, ήτοι το οκτάωρο. Έτσι, κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από τον νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία (μη νόμιμη). Η πέραν των 8 ωρών εργασία ενός εργαζόμενου το Σάββατο ως έκτη ημέρα και της Κυριακής, κατά παράβαση του πενθημέρου, δεν συναριθμείται με την απασχόληση των εργασίμων ημερών για τον προσδιορισμό της εβδομαδιαίας απασχολήσεως του εργαζόμενου και δεν αποτελεί υπερεργασία, αλλά αποτελεί παράνομη υπερωρία κατά το μέρος που υπερβαίνει το ημερήσιο ωράριο των οκτώ ωρών (ΑΠ 232/2018, ΑΠ 1371/2017, ΑΠ 1153/2017, ΑΠ 684/2017, ΑΠ 414/2017, ΑΠ 498/2016, ΑΠ 1317/2015). Από τις διατάξεις της Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 «Περί καταβολής ηυξημένου ημερομισθίου εις εργαζομένους κατά τας μη εργασίμους ημέρας», όπως ερμηνεύτηκε με την 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών, του άρθρου 2 παρ. I του ν.δ 3755/1957 «Περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του N. 3239/1955 και άλλων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας κ.λ.π.», όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 435/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966, προκύπτει ότι αν ο εργαζόμενος απασχοληθεί, νόμιμα ή παράνομα, κατά την Κυριακή, δικαιούται, ευθέως εκ του νόμου, να λάβει για τις ώρες που απασχολήθηκε προσαύξηση 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου (ήδη άρθρο 209 παρ. 1 ΠΔ 80/2022) και, εφόσον η απασχόλησή του υπερβαίνει τις 5 ώρες, αναπληρωματική ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχόμενων ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί. Επίσης, οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, που εργάστηκαν ημέρα Κυριακής ή άλλη εξαιρέσιμη αργία δικαιούνται μόνο προσαύξηση 75% επί του 1/25 του νόμιμου μισθού τους και όχι άλλης αμοιβής, διότι η αμοιβή τους κατά την ημέρα αυτή θεωρείται ότι περιλαμβάνεται στον μηνιαίο μισθό τους (ΑΠ 163/2024, ΑΠ 662/2019, βλ. Ι. Ληξουριώτη Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις 7η έκδ. 2021, σελ. 543). Αν όμως ο εργοδότης δεν παράσχει στον εργαζόμενο συνεχή 24ωρη ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας και τον απασχολήσει όλες τις εργάσιμες ημέρες που ακολουθούν την Κυριακή, τότε η απασχόληση κατά μία ημέρα των εργάσιμων αυτών ημερών (πέντε η έξι ανάλογα) είναι παράνομη ως αντικείμενη σε δημόσιας τάξης διάταξη, και ο εργοδότης έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που αποκόμισε από την παράνομη αυτή απασχόληση, δηλαδή κάθε τι που θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο με τα προσόντα και τις ικανότητες του απασχοληθέντος, τον οποίο θα προσλάμβανε για να εργασθεί αντί εκείνου την ημέρα αυτή, χωρίς όμως για τον υπολογισμό της ωφέλειας να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του απασχοληθέντος (ΑΠ 698/2025, ΑΠ 367/2025, ΑΠ 1574/2022, ΑΠ 1317/2015, ΑΠ 66/2007). Η ωφέλεια αυτή ανέρχεται στο 1/25 του νόμιμου μισθού του παράνομα απασχοληθέντος μισθωτού και δεν πρόκειται για πρόσθετη (πέραν της προσαύξησης του 75%) αμοιβή τους για την εργασία τους κατά την ημέρα της Κυριακής, αλλά οφείλεται, κατά τα ως άνω, λόγω του ότι δεν χορηγήθηκε από τον εργοδότη αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης (ΑΠ 163/2024, ΑΠ 2116/2017, ΑΠ 1317/2015, ΑΠ 332/2008, ΑΠ 1221/2005, ΑΠ 393/2005). Για την απασχόληση του, όμως, κατά τις λοιπές ημέρες υποχρεωτικής αργίας, δεν οφείλεται αναπληρωματική ανάπαυση, καθώς η σχετική διάταξη του άρθρ. 10 παρ.1 και 5 του β.δ. 748/1966 αναφέρεται μόνο στην Κυριακή. Εξάλλου, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 18310/1946 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β15) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 28/1944, όπως αυτή συμπληρώθηκε και ερμηνεύτηκε με την υπ’ αριθμ. 25325/1951 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών (ΦΕΚ Β 86), οι μισθωτοί, οι οποίοι παρέχουν νυκτερινή εργασία, δηλαδή εργασία από τις 22.00 έως τις 06.00, είτε καθ’ όλο το διάστημα της νύκτας, είτε κατά ορισμένο τμήμα του, δικαιούνται να λαμβάνουν επιπλέον των κανονικών αποδοχών τους και προσαύξηση 25% επί του νόμιμου ωρομισθίου τους. Εάν δε η εργασία κατά τη νύκτα συνδυάζεται και με υπερωριακή απασχόληση, τότε η προσαύξηση της τελευταίας υπολογίζεται στο ωρομίσθιο που έχει προηγουμένως προσαυξηθεί με το ποσοστό 25%, λόγω της νυκτερινής εργασίας (ΑΠ 698/2025), και ήδη άρθρο 143 ΠΔ 80/2022.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 643, 649 και 653 του Α.Κ., 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3193/1955 και 1 της υπ’ αριθ. 95/1945 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας “περί προστασίας του ημερομισθίου”, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του, δηλαδή όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός), αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή, που οφείλεται ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Συγκεκριμένα, τακτικές αποδοχές θεωρούνται το σύνολο των μισθολογικών παροχών του εργοδότη σε χρήμα ή σε είδος που προβλέπονται από υποχρεωτικό κανόνα δικαίου ή από τη σύμβαση εργασίας και οι οποίες χορηγούνται τακτικά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης από το μισθωτό εργασίας (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 865/2018). Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαµβάνονται στις τακτικές αποδοχές, µεταξύ άλλων, η αµοιβή για υπερεργασία και για νόµιµη υπερωριακή απασχόληση, η κατά 75% προσαύξηση του ηµεροµισθίου ή προσαυξήσεις του 1/25 του µηνιαίου µισθού µε βάση τις 8900/1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονοµικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και από το νόµο καθιερωµένες ως µη εργάσιµες εορτές του έτους, εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και µόνιµα. Δεν περιλαµβάνονται, όµως, στις ανωτέρω αποδοχές, µεταξύ άλλων, η αµοιβή για µη νόµιµη υπερωριακή απασχόληση, διότι η αµοιβή αυτή οφείλεται κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισµό, ακόµη και όταν η υπερωριακή απασχόληση παρέχεται σταθερά και µόνιµα δεν αποτελεί τακτικό µισθό, ακριβώς διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού, η αμοιβή για την εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, έστω και αν παρέχεται σταθερά και μόνιμα δεν αποτελεί τακτικό μισθό, διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού και τα επιδόματα εορτών (Ολ.ΑΠ 5/2011, ΑΠ 191/2011). Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 653, 666, 679 Α.Κ., της 95/1949 διεθνούς σύμβασης «περί προστασίας του ημερομισθίου», που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, των άρθρων 2 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το ν. 133/1975, 3 παρ.1 και 3 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, 1 παρ.1 του ν. 435/1976, 1 παρ.2 του ν. 1082/1980 και 3 της 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου», συνάγεται ότι, ως τακτικές αποδοχές βάσει των οποίων υπολογίζονται τα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές αδείας και τα επιδόματα αδείας και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (Ολ.ΑΠ 16/2011) και ήδη άρθρο 138 παρ. 2 ΠΔ 80/2022.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 της ΚΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατόπιν εξουσιοδότησης του ν. 1082/1980, δώρα εορτών καταβάλλονται ολόκληρα εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκεσε χωρίς διακοπή καθ’ όλη τη χρονική περίοδο που ορίζεται για κάθε περίπτωση που είναι για το δώρο Πάσχα από 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου και για το δώρο Χριστουγέννων από 1η Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Περαιτέρω, το επίδομα εορτών Χριστουγέννων είναι ίσο με ένα μηνιαίο μισθό για τους αμειβόμενους με μισθό και με 25 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, ενώ το επίδομα εορτών Πάσχα είναι ίσο με μισό μηνιαίο μισθό για τους αμειβόμενους με μισθό και με 15 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, υπολογίζονται δε αμφότερα βάσει των πράγματι καταβαλλομένων μισθών ή ημερομισθίων την 10η Δεκεμβρίου και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα, αντίστοιχα (ΑΠ 1241/2007 ΔΕΕ 2008.1159). Εάν όμως διάρκεσε η εργασιακή σχέση μικρότερο χρονικό διάστημα, μέσα στα χρονικά όρια που αναφέρθηκαν, τότε καταβάλλεται σαν δώρο Χριστουγέννων ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού ή 2 ημερομίσθια ανάλογα με τον συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε 19ημερο χρονικό διάστημα διαρκείας της εργασιακής σχέσεως και σαν δώρο Πάσχα ποσό ίσο με το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού ή 1 ημερομίσθιο, ανάλογα με το συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε 8ημερο χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσεως. Για κάθε χρονικό διάστημα μικρότερο του 19ημέρου ή του 8ημέρου αντίστοιχα δικαιούνται ανάλογο κλάσμα (ήδη άρθρο 136 παρ. 3 ΠΔ 80/2022). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 3 της υπ’ αριθ. 19040/1981 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας υπολογίζονται με βάση τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου, στις οποίες περιλαμβάνονται ο νόμιμος μισθός και τα επιδόματα. Περιλαμβάνονται όμως ακόμη πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις στο μισθό, μεταξύ των οποίων και η κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού, με βάση τις υπ’ αριθ. 8900/1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και από το νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους, εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα (ΟλΑΠ 16/2011, ΑΠ 593/2021, ΑΠ 662/2019, ΑΠ 1072/2019, ΑΠ 251/2019). Δεν περιλαμβάνονται όμως η αμοιβή για την εργασία κατά Κυριακές ή Σάββατα. Και αυτό γιατί, όπως από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 του β.δ. 748/1966, 8 παρ. 1 ν. 3846/2010 και 904 του Α.Κ. προκύπτει, η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, (και) κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως λόγω εξαντλήσεως της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορευόμενη από κανόνες δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά αξίωση για απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (βλ. σχ. ΑΠ 74/2009, ΑΠ 1253/2002, ΑΠ 1331/2001). Έτσι και η αμοιβή αυτή, ακόμη και αν η εργασία κατά τις Κυριακές ή Σάββατα παρέχεται σταθερώς και μονίμως, δεν αποτελεί τακτικό μισθό, ακριβώς διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού (ΟλΑΠ 5/2011, ΟλΑΠ 39-40/2002, ΑΠ 191/2011), με εξαίρεση βέβαια την ως άνω κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού για την εργασία κατά Κυριακές και εξαιρετέες εορτές, η οποία, στην περίπτωση κατά την οποία η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα, συνυπολογίζεται, ως από το νομό απευθείας οφειλόμενη για την εξεύρεση που ύψους των παραπάνω επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχών άδειας και επιδόματος άδειας, κατά τα προαναφερόμενα (ΑΠ 1790/2023). Επίσης δεν συμπεριλαμβάνονται στις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, διότι αυτό υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας (ΑΠ 742/2021, ΑΠ 1367/2019). Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 3, σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 1 της Υ.Α. 19040/1981, η ανωτέρω αμοιβή (υπερωρίας και υπερεργασίας) υπολογίζεται βάσει του ποσού ίσου με τον μέσο όρο των αμοιβών τούτων, τις οποίες έλαβε κάθε μισθωτός κατά τις χρονικές περιόδους του άρθρου 1 της παρούσας ή μέχρι λύσεως της σχέσεως εργασίας χρονικό διάστημα (ΑΠ 1367/2019, ΑΠ 794/2017, ΑΠ 520/2017, ΑΠ 49/2017), ενώ ήδη το άρθρο 138 παρ.2 εδ. γ του π.δ. 80/2022 ορίζει ότι : «Η ανωτέρω αμοιβή (υπερωρίας και υπερεργασίας) υπολογίζεται βάσει του ποσού ίσου με τον μέσο όρο των αμοιβών τούτων, τις οποίες έλαβε κάθε εργαζόμενος κατά τις χρονικές περιόδους του άρθρου 136 ή για το μέχρι τη λύση της σχέσης εργασίας χρονικό διάστημα».

Τέλος, για το ορισμένο της αγωγής του απασχολούμενου µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου µισθωτού, με την οποία ζητείται η δεδουλευμένων αποδοχών, ή άλλων παροχών που οφείλονται από έγκυρη σύμβαση εργασίας, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους αυτού παροχή της εργασίας του, ο συμφωνηθείς (συμβατικός) ή νόμιμος οφειλόμενος μισθός, το είδος της εργασίας, οι όροι παροχής αυτής και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται οι αξιούμενες δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλες παροχές (ΑΠ 1625/2023, ΑΠ 904/2022, ΑΠ 535/2020, ΑΠ 524/2018, ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 900/2017, ΑΠ 1384/2015, ΑΠ 721/2012). Ακόμη, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητούνται διαφορές αποδοχών ο ενάγων, εκτός από τα ανωτέρω στοιχεία, αρκεί να αναφέρει στο δικόγραφό του το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές και οι προκύπτουσες από την αιτία αυτή διαφορές αποδοχών, μετ’ αφαίρεση εκείνων που κατά τον ενάγοντα ήδη καταβλήθηκαν (ΑΠ 1625/2023, ΑΠ 904/2022, ΑΠ 535/2020, ΑΠ 1842/2017, ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 900/2017, ΑΠ 1384/2015), με τον τρόπο δε αυτόν εκπληρώνει το δικονομικό βάρος επίκλησης προκειμένου να θεμελιώσει την αγωγή του στο νόμο. Επίσης, για να είναι ορισμένη, κατ’άρθρο 216 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 648, 651, 653 και 655 του Α.Κ., αλλά και τις προαναφερόμενες διατάξεις, η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση, μεταξύ άλλων, επιδομάτων εορτών και αδείας, ως και των αποδοχών και αποζημίωσης για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, αρκεί να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων και οι όροι της, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους του παροχή της εργασίας του, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες αποδοχές, οι νόμιμες ή καταβαλλόμενες αποδοχές του, βάσει των οποίων θα υπολογισθεί το ωρομίσθιο για την υπερεργασία και την υπερωριακή απασχόληση (ΑΠ 698/2025, ΑΠ 1410/2024, ΑΠ 274/2023, ΑΠ 33/2022, ΑΠ 1003/2018), η διάρκεια της εβδομαδιαίας και ημερήσιας απασχόλησης, προκειμένου να είναι δυνατόν να διακριβωθεί ποια περίπτωση υπέρβασης του νομίμου ωραρίου συντρέχει, δηλαδή υπερεργασία, νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, ή κατ’ εξαίρεση υπερωρία, ενόψει και του διαφορετικού τρόπου αμοιβής των μορφών αυτών υπέρβασης του νομίμου ωραρίου (ΑΠ 698/2025, ΑΠ 1410/2024,  ΑΠ 274/2023, ΑΠ 33/2022, ΑΠ 684/2017), καθώς και τα αξιούμενα για κάθε αιτία ποσά (ΑΠ 746/2025, ΑΠ 1790/2023, ΑΠ 1242/2020, ΑΠ 525/2018), ενώ είναι δυνατόν να προσδιορίζονται αυτές και κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα (ΑΠ 902/2020, ΑΠ 1223/2013), και δεν απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρεται ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης, ούτε αποτελεί στοιχείο της αγωγής ότι ο ενάγων εργαζόμενος υποχρεώθηκε να παράσχει υπερεργασία και υπερωριακή εργασία από τον εργοδότη, ο τελευταίος δε δικαιούται να προτείνει κατ’ένσταση ότι ο εργαζόμενος αυτοβούλως παρέσχε την εργασία αυτή, οπότε και στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος θα δικαιούται αποζημίωση την ωφέλεια του εργοδότη κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1977/2013, Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Ε΄ έκδοση, παρ. 23 αριθ. 147-149). Αν ζητείται η καταβολή προσαυξήσεων για εργασία που παρασχέθηκε νομίμως τις Κυριακές και αργίες καθώς και για νυχτερινή απασχόληση, αρκεί να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής που απαιτούνται για την εξεύρεση του ωρομισθίου, η παροχή εργασίας κατά Κυριακές και μη εργάσιμες ημέρες, ο αριθμός αυτών και των ωρών εργασίας, καθώς και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός τους με ακριβείς χρονολογίες, αφού οι μεν Κυριακές προκύπτουν από το ημερολόγιο, οι δε μη εργάσιμες εορτές καθορίζονται από το νόμο (ΑΠ 525/2018, ΑΠ 520/2015, ΑΠ 984/2013, ΑΠ 1261/2009, ΑΠ 1108/2009, ΑΠ 2168/2007), ενώ δεν απαιτείται ειδικός προσδιορισμός καθ’ημέρα ή εβδομάδα της νυκτερινής εργασίας, αλλά αρκεί αναφορά των ωρών αυτής σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (από ώρες 22.00 μ.μ. έως 06.00 π.μ), (ΑΠ 698/2025, ΑΠ 1410/2024, ΑΠ 667/2019, ΑΠ 520/2015, ΑΠ 1261/2009, ΑΠ 184/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση με την από 12-10-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. Γ.Α.Κ. ……../Α.Κ.Δ. …./12-10-2023) αγωγή, ο ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος, ισχυρίστηκε ότι με την από 22-8-2022 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα προκειμένου να εργαστεί ως τεχνίτης-λεβητοποιός με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης (από Δευτέρα έως Παρασκευή) και με ωράριο οκτώ (8) ωρών ημερησίως, από ώρα 7.00 έως ώρα 15.00, παρέχοντας την εργασία του, εκτός Ελλάδος εν πλω, στο συνεργείο που η εναγόμενη είχε συγκροτήσει για την επισκευή δύο λεβήτων στο πλοίο «C», αντί συμφωνηθέντος ημερομισθίου 200 ευρώ. Ότι από την έναρξη της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και μέχρι τη λύση της με την ολοκλήρωση του έργου στις 18-10-2022, παρείχε τη συμφωνημένη εργασία του χωρίς να του καταβληθούν οι διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και αποζημίωση για την εκτός έδρας εργασία, και ότι καθ’ όλο το ως άνω χρονικό διάστημα παρείχε την εργασία του πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως και των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, τις ειδικά αναφερόμενες ώρες που προσδιορίζονται ημερησίως και εβδομαδιαίως, πραγματοποιώντας την εκτιθέμενη στο δικόγραφο υπερεργασία, κατ’ εξαίρεση υπερωρία, καθώς και νυχτερινή απασχόληση, συμπεριλαμβανομένων Σαββάτων και Κυριακών, χωρίς να του καταβληθεί η νόμιμη αμοιβή και προσαύξηση και χωρίς να λάβει τα ανάλογα επιδόματα Χριστουγέννων και άδειας ούτε την προβλεπόμενη αποζημίωση άδειας, και για τις αιτίες αυτές, με βάση το προκύπτον, από τις αντίστοιχες καταβαλλόμενες αποδοχές του, ωρομίσθιό του, δικαιούται 1) για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών των καθημερινών το ποσό των 2.400 ευρώ, 2) για αποζημίωση για την εκτός έδρας εργασία του το ποσό των 2.100 ευρώ, 3) για την πέραν των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως υπερεργασία και την κατ’ εξαίρεση υπερωρία, καθώς και για την προσαύξηση νυχτερινής απασχόλησης, το χρηματικό ποσό των 15.101,25 ευρώ, 4) για την πέραν του οκταώρου εργασία του [υπερεργασία μέχρι τις σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως] κατά τις καθημερινές ημέρες και για την προσαύξηση της νυκτερινής εργασίας, το χρηματικό ποσό των 330 ευρώ, 5) για την οκτάωρη εργασία του κατά τα Σάββατα και για την πέραν του οκταώρου εργασία του κατά τις ημέρες Σαββάτου το χρηματικό ποσό των 6.981 ευρώ, 6) για την οκτάωρη εργασία του κατά τις Κυριακές και για την πέραν του οκταώρου εργασία του κατά τις Κυριακές το χρηματικό ποσό των 10.135,78 ευρώ, 7) για επίδομα εορτών Χριστουγέννων το χρηματικό ποσό των 2.787,74 ευρώ, 8) για αποζημίωση άδειας το χρηματικό ποσό των 1.763,69 ευρώ και 9) για επίδομα αδείας το χρηματικό ποσό των 1.763,69 ευρώ και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες του οφείλεται, το ποσό των 43.363,15 ευρώ, όπως αναλυτικά εκτίθενται στην αγωγή τα επιμέρους ποσά. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων, ζήτησε, μετά από παραδεκτό μερικό περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει, το συνολικό ποσό των 19.516,78 ευρώ (2.400+ 6.981+ 10.135,78), που αφορά το υπόλοιπο των δεδουλευμένων αποδοχών του, την εργασία του τα Σάββατα και τις Κυριακές (αγωγικά κονδύλια υπό στοιχεία 1, 5 και 6) και να αναγνωριστεί ότι του οφείλει, το υπόλοιπο ποσό των 23.846,37 ευρώ,  που αφορά αποζημίωση για την εκτός έδρας εργασία, υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή εργασία και προσαύξηση νυκτερινής εργασίας, για παράνομη υπερωριακή εργασία κατά της καθημερινές, για επίδομα Χριστουγέννων, για αποζημίωση αδείας, για επίδομα αδείας (2.100 + 15.101,25 + 330 + 2.787,74 + 1.763,69 + 1.763,69), νομιμοτόκως από την 18-10-2022 άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, καθώς και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη, πλην του κονδυλίου ποσού 2.100 ευρώ που αφορά την αποζημίωση για την εκτός έδρας εργασία του, το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο και κατά τούτο δεν εκκαλείται με τους λόγους των εφέσεων, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή ως κατ΄ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 9.257,74 ευρώ (800 ευρώ για αμοιβή ημερομισθίων, 4.274,40 ευρώ για εργασία κατά τα Σάββατα και 4.183,34 ευρώ για εργασία κατά τις Κυριακές), με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της εκκαλουμένης διακρίσεις μέχρι την πλήρη εξόφληση και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 13.759,79 ευρώ (1.188 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας, 8.844 ευρώ για αμοιβή κατ’εξαίρεση υπερωρίας, 624,69 ευρώ για αμοιβή κατ’εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τη νύκτα, 1.401 ευρώ για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2022, 851,05 ευρώ για αποδοχές αδείας και 851,05 ευρώ για επίδομα αδείας), με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της εκκαλουμένης διακρίσεις μέχρι την πλήρη εξόφληση και επέβαλε σε βάρος της εναγομένης μέρος των δικαστικών  εξόδων του ενάγοντος τα οποία όρισε στο ποσό των 700 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται με τις κρινόμενες εφέσεις οι εκκαλούντες για τους αναφερόμενους σε κάθε έφεση λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν ο μεν εκκαλών της από 23-6-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …./ΑΚΕΜ ……/23-6-2025) έφεσης να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τα προσβαλλόμενα με την έφεση κεφάλαια ώστε να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή του ως ουσία βάσιμη, η δε εκκαλούσα της από 22-7-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …./ ΕΑΚ …./22-7-2025) έφεσης να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη η αγωγή, καθώς και να καταδικαστούν οι εφεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων κάθε έφεσης αντίστοιχα, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Με τον πρώτο λόγο της από 22-7-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …./ ΕΑΚ ……/22-7-2025) έφεσης (υπό στοιχεία Β έφεση) η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου λόγω αοριστίας της αγωγής, καθόσον δεν προσδιορίζονται στο αγωγικό δικόγραφο οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή οι διαιτητικές αποφάσεις από τις οποίες προκύπτει ο νόμιμος μισθός, δεν περιγράφονται επαρκώς τα καθήκοντα και οι ανάγκες που δικαιολογούν την υπερωριακή απασχόληση και δεν προσδιορίζονται με ακρίβεια οι ημέρες και ώρες υπερωριακής απασχόλησης, ενώ δεν αναλύεται ο τρόπος υπολογισμού των επιμέρους κονδυλίων που συνθέτουν το συνολικά αιτούμενο ποσό. Ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι με το ως άνω περιεχόμενο η αγωγή και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ήταν επαρκώς ορισμένη. Ειδικότερα ως προς τα ανωτέρω κονδύλια αναφέρονται η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων και οι όροι της, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους του παροχή της εργασίας του, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες αποδοχές, οι καταβαλλόμενες αποδοχές του ως συμφωνήθηκαν στην ατομική σύμβαση εργασίας για τη συμφωνηθείσα εργασία, έτι περαιτέρω αναφορικά με την ένδικη αξίωση αμοιβής και αποζημίωσης για την υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος το επίδικο διάστημα, σαφώς εκτίθεται στην αγωγή, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, οι όροι της, οι καταβαλλόμενες αποδοχές του ενάγοντος, η ειδικότητά του, με τις γενόμενες διακρίσεις για τα επιμέρους χρονικά διαστήματα για τον υπολογισμό του ωρομισθίου του και η διάρκεια της ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησής του και μάλιστα με αναφορά ημερολογιακά των ημερών και εβδομάδων των επιμέρους διαστημάτων και των συγκεκριμένων ωρών εργασίας κατά ημέρα και κατά εβδομάδα, ακόμη και με αναφορά του χρόνου έναρξης και λήξης ανά ημέρα εργασίας πέραν και του νόμιμου ωραρίου, αξιώνεται δε αμοιβή και αποζημίωση διακριτώς για την υπερεργασία και την υπερωριακή απασχόληση, όπως και τα λοιπά επιμέρους αγωγικά κονδύλια αξιώνονται διακριτώς και δεν απαιτούνταν περαιτέρω εξειδίκευση με τα πρόσθετα στοιχεία που αξιώνει η εναγόμενη, ενώ οι λόγοι για τους οποίους ήταν απαραίτητη η υπερωριακή του απασχόληση και η εργασία του κατά τις Κυριακές δεν αποτελούν στοιχεία του ορισμένου της αγωγής, αλλά συνέχονται με την ουσιαστική βασιμότητα των αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος. Η προαναφερόμενη στο αγωγικό δικόγραφο σαφής αναφορά των αναγκαίων προσδιοριστικών στοιχείων και των ανωτέρω επιμέρους ένδικων αξιώσεων, ανταποκρίνεται στην απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ “σαφή έκθεση των γεγονότων που…δικαιολογούν την άσκηση της αγωγής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου” και “ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς” και με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις προαναφερόμενες διατάξεις σκοπός, της παροχής δυνατότητας στο δικαστήριο της νομικής θεμελίωσης της αγωγής και στην εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα της ικανοποιητικής άμυνας. Κατόπιν των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έστω και χωρίς αιτιολογία, που συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας (άρθρ. 534 Κ.Πολ.Δ.), έκρινε την αγωγή επαρκώς ορισμένη δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα, με τον πρώτο λόγο της (υπό στοιχεία Β) έφεσής της, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω, το ιδιωτικό έγγραφο, για να έχει αποδεικτική δύναμη, δηλαδή, για να μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης, πρέπει να φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη του (άρθρο 443 Κ.Πολ.Δ.), ενώ δεν αποδεικνύει, κατ’ αρχάς, υπέρ αυτού (του εκδότη κατά το άρθρο 447 Κ.Πολ.Δ).. Πλέον αυτού τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με τα δημόσια έγγραφα (άρθρο 455 Κ.Πολ.Δ.), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή ιδιωτικού εγγράφου, προς το σκοπό απόδειξης ουσιώδους ισχυρισμού, εμπεριέχει, ταυτόχρονα, τον ισχυρισμό του διαδίκου που το προσκομίζει, περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος αυτού έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας και ο προηγούμενος το αντίστοιχο βάρος της απόδειξής της, εφόσον αμφισβητηθεί. Για την απόδειξη αυτή μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα απόδειξης, ιδίως αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη και μάρτυρες. Και αν μεν αποδειχθεί, κατά τη διαδικασία κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσάγονται τα έγγραφα, η μη γνησιότητα του περιεχομένου τους, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, ενώ, αν προκύπτει, ότι αυτά είναι γνήσια, τότε πρέπει να ληφθούν υπόψη. Η άρνηση της γνησιότητας των ιδιωτικών εγγράφων πρέπει να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις και να γίνει, κατά την ίδια συζήτηση, κατά την οποία προσκομίζονται, εάν, δε, αυτό δεν γίνει, θεωρείται, ότι αναγνωρίστηκε, σιωπηρώς, η γνησιότητά τους και τυχόν αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτών σε μεταγενέστερη συζήτηση είναι απαράδεκτη (βλ. ΑΠ 110/2020, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 1304/2013, ΑΠ 200/2001). Εάν αμφισβητηθεί και δεν αποδειχθεί η γνησιότητα ιδιωτικού εγγράφου, το έγγραφο αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 457, 336 παρ. 3, 339, 340 και 395 Κ.Πολ.Δ., δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή ως αποδεικτικό μέσο, που δεν πληροί τους όρους του νόμου, εφόσον, προϋπόθεση αυτού, είναι το βέβαιο και αναμφισβήτητο του γεγονότος, το οποίο αποτελεί τη βάση του τεκμηρίου. Επομένως αν το Δικαστήριο, στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει την άρνηση της γνησιότητας του περιεχομένου του, λάβει ή δεν λάβει υπόψη το ως άνω έγγραφο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 279/2011 ΝοΒ 2011.1255, ΑΠ 72/2008). Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων με την προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αμφισβήτησε ρητά και κατηγορηματικά τη φερόμενη ως υπογραφή του στις αποδείξεις πληρωμής που προσκόμισε η εναγόμενη προκειμένου να ανταποδείξει την αβασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών, ενώ την ίδια αμφισβήτηση επαναλαμβάνει και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επομένως, η εναγόμενη επωμίστηκε με το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας των άνω εγγράφων, αφού ο ισχυρισμός του αντιδίκου της, προβληθείς νομότυπα, συνιστά άρνηση. Η τελευταία ωστόσο, η οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε τα ανωτέρω ιδιωτικά έγγραφα, στα οποία από απλή επισκόπηση διαφέρουν οι υπογραφές μεταξύ τους, δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος να αποδείξει την αμφισβητηθείσα γνησιότητά τους, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτιμώντας την αντίδραση του ενάγοντος ως άρνηση της γνησιότητας αυτών, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, δεν τα έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης και κατά συνέπεια όσα υποστηρίζει με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της (υπό στοιχεία Β έφεση) η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Από την εκτίμηση των με αριθ. …. και …../8-1-2025 ενόρκων βεβαιώσεων των …………. και ……….., που δόθηκαν ενώπιον της Συμ/φου Πειραιά ………….., με την επιμέλεια του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος -εφεσίβλητου κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλήτευσης της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης-εκκαλούσας που δεν παραστάθηκε κατά τη λήψη τους (βλ. τη με αριθ. ……/2-1-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς …………), των με αριθ. πρωτ. ΔΣΠ-ΕΒ-….-2023 και ΔΣΠ-ΕΒ-…..-2023/23-11-2023 ενόρκων βεβαιώσεων των ……….. και …………, που δόθηκαν ενώπιον του δικηγόρου Πειραιά ……….., με την επιμέλεια της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης-εκκαλούσας κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλήτευσης του ενάγοντος που δεν παραστάθηκε κατά τη λήψη τους (βλ. τη με αριθ. …../20-11-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …………), καθώς και της με αριθ. πρωτ. ΔΣΠ-ΕΒ-…………/4-2-2026 ένορκης βεβαίωσης του …………., που δόθηκε ενώπιον του δικηγόρου Πειραιά …………., με την επιμέλεια της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης-εκκαλούσας κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλήτευσης του ενάγοντος που δεν παραστάθηκε κατά τη λήψη της (βλ. τη με αριθ. …../30-1-2026 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …………..) και προσκομίζεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, λαμβάνεται δε υπόψη ως νέο αποδεικτικό μέσο στο Εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 529 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. καθόσον δεν συντρέχει λόγος απόκρουσης αυτού (ΑΠ 365/2021, ΑΠ 179/2021, ΑΠ 338/2019), καθώς και όλων των εγγράφων (οι διάδικοι δεν πρότειναν την εξέταση μάρτυρα στο ακροατήριο) που οι διάδικοι επικαλούνται και επαναπροσκομίζουν νόμιμα και εκτιμώνται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός από τις από 29-12-2022, 13-1-2023, 20-1-2023, 27-1-2023 και 3-2-2023 αποδείξεις πληρωμής της εναγομένης που δεν λαμβάνονται υπόψη για τους λόγους που ήδη εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, καθώς και από τις από 19-1-2026  και 29-1-2026 δηλώσεις τρίτων (………. και ……………), που προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από την εφεσίβλητη-εκκαλούσα, οι οποίες δεν λαμβάνονται υπόψη καθόσον έγιναν σκοπίμως, προκειμένου να χρησιμεύσουν προς απόδειξη σε πολιτική δίκη, αποτελούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσον και δεν δύναται να χρησιμεύσουν ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 143/2020, ΑΠ 241/2019), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη -εκκαλούσα εταιρία (ΕΠΕ), η οποία δραστηριοποιείται στον τοµέα γενικών επισκευών και συντήρησης πλοίων και σκαφών και εδρεύει στον Πειραιά, τον Αύγουστο του έτους 2022 ανέλαβε εργολαβικά την επισκευή δύο λεβήτων στο πλοίο «C», το οποίο βρισκόταν εκτός Ελλάδος. Στα πλαίσια εκτέλεσης του ως άνω έργου η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη -εκκαλούσα, συγκρότησε συνεργείο, μέλος του οποίου ήταν, μεταξύ άλλων, ο ενάγων και ήδη εκκαλών -εφεσίβλητος. Ειδικότερα, δυνάμει της από 22-8-2022 προφορικής σύμβασης ορισμένου χρόνου, η εφεσίβλητη-εκκαλούσα, προσέλαβε τον εκκαλούντα -εφεσίβλητο, προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα του τεχνίτη-λεβητοποιού, ως μέλος του συγκροτηθέντος επισκευαστικού συνεργείου της, υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας (από Δευτέρα έως Παρασκευή) και με ωράριο οκτώ (8) ωρών ημερησίως, από ώρα 7.00 έως ώρα 15.00, μέχρι την ολοκλήρωση του ως άνω έργου, έναντι συμφωνηθέντος ημερομισθίου εκ ποσού 200 ευρώ. Ο εκκαλών -εφεσίβλητος, απασχολήθηκε στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα από τις 22-8-2022 μέχρι τις 18-10-2022, οπότε έληξε η σύμβαση εργασίας του λόγω της ολοκλήρωσης των εργασιών που είχε αναλάβει εργολαβικά η εφεσίβλητη-εκκαλούσα. Ειδικότερα, η εκτέλεση των εργασιών αυτών, για τις οποίες δεν είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένη προθεσμία ολοκλήρωσής τους, γινόταν στον εκ των πραγμάτων ορισμένο τόπο (ήτοι στον τόπο όπου βρισκόταν το πλοίο) και σε χρόνο προκαθορισμένο σύμφωνα με όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων για συγκεκριμένο ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η δε πραγμάτωση του έργου επί του πλοίου συμφωνήθηκε ότι θα επιφέρει και πράγματι επέφερε τη λύση της σύμβασης καθόσον ο εκκαλών -εφεσίβλητος προσλήφθηκε για το συγκεκριμένο έργο ακόμη και αν κατά την κατάρτιση της σύμβασης δεν μπορούσε να γίνει πρόβλεψη για το πότε θα επιτευχθεί ο σκοπός. Η διάρκεια συνάγεται αντικειμενικά από το σκοπό της εργασίας για την εκτέλεση συγκεκριμένου τεχνικού έργου, οπότε η περάτωση του έργου επιφέρει αυτόματα τη λύση της σύμβασης ανεξάρτητα αν η διάρκεια του έργου μπορεί να υπολογιστεί ή όχι εκ των προτέρων. Με τα δεδομένα αυτά, η επίδικη σύμβαση, που συνέδεε τους συμβληθέντες διαδίκους, έφερε, τόσο κατά τη σύναψη όσο και κατά τη λειτουργία της, τον χαρακτήρα και τα στοιχεία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι της συμβάσεως έργου (υπεργολαβίας), όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη -εκκαλούσα. Ειδικότερα η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα υποστήριξε πρωτοδίκως, και επαναλαμβάνει τους σχετικούς ισχυρισμούς της με τους δεύτερο, τρίτο και πέμπτο των λόγων της (υπό στοιχείο Β) έφεσής της, κατά το οικείο σκέλος αυτών, ότι, η επίδικη σύμβαση δεν ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά επρόκειτο για σύμβαση έργου (υπεργολαβία). Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί και συνεπώς και οι ως άνω λόγοι της έφεσης δεν ελέγχονται ως βάσιμοι. Ειδικότερα, η επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης-εκκαλούσας συνίσταται ακριβώς στην επισκευή και συντήρηση πλοίων, εργασίες για τις οποίες συγκροτεί τα απαιτούμενα κάθε φορά συνεργεία, αποτελούμενα από εργαζόμενους – εργατοτεχνίτες, τους οποίους η ίδια καθοδηγεί ως προς τον τόπο, τον τρόπο και χρόνο εργασίας τους, καθώς επίσης τους καταβάλλει την αμοιβή – αποδοχές τους, ανάλογα με τις ανάγκες του έργου που έχει αναλάβει. Σύμφωνα δε με τα διδάγµατα της κοινής πείρας, επιχειρήσεις που έχουν συναφή, με αυτή της εφεσίβλητης-εκκαλούσας, δραστηριότητα, δεν προτείνουν απλώς τεχνίτες στη διαχειρίστρια ενός πλοίου, ώστε αυτοί να προσληφθούν άµεσα από την τελευταία, αλλά συνάπτεται σύµβαση έργου, µε την οποία η ίδια (εργολήπτρια) αναλαµβάνει την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών (βλ. Εφ Πειρ 681/2022, ΕφΠειρ 4/2014). Και στην ένδικη περίπτωση, ο τόπος, ο χρόνος και ο τρόπος παροχής των υπηρεσιών του εκκαλούντος -εφεσίβλητου (ενάγοντος) για τη διεκπεραίωση του έργου, που είχε αναλάβει η εφεσίβλητη-εκκαλούσα (εναγόμενη), καθορίζονταν από αυτή, η οποία, άλλωστε ήταν εκείνη που του κατέβαλε τις αποδοχές του. Ο εκκαλών -εφεσίβλητος είχε ενταχθεί στο επισκευαστικό συνεργείο της εφεσίβλητης -εκκαλούσας και τηρούσε συγκεκριμένο ωράριο απασχόλησης, όπως αποδεικνύεται και από τις προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα-εφεσίβλητο δύο καταστάσεις εργασίας, εκ των οποίων η μεν πρώτη, που αφορά το χρονικό διάστημα μέχρι 18-7-2022, έχει συνταχθεί σε έντυπα με το λογότυπο της εφεσίβλητης -εκκαλούσας και προσυπογράφεται από τον Α μηχανικό του πλοίου και από τον πλοίαρχο, η δε δεύτερη που αφορά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα έχει υπογραφεί από τον Α μηχανικό, και σημειώνονται σε αυτές οι ημέρες και οι ώρες εργασίας που πραγματοποιούσε μεταξύ άλλων και ο εκκαλών -εφεσίβλητος, επιβεβαιώνονται δε και από τους ενόρκως βεβαιούντες ………….. και ………………., οι οποίοι έχουν άμεση αντίληψη για τις συνθήκες εργασίας του εκκαλούντος-εφεσίβλητου στο επίδικο έργο, καθόσον ήταν και οι ίδιοι μέλη του συνεργείου της εφεσίβλητης-εκκαλούσας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (ο μεν πρώτος από 26-9-2022 έως 18-10-2022, ο δε δεύτερος από 26-8-2022 έως 25-9-2022). Από τα ίδια δε ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αναιρείται ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης -εκκαλούσας, τον οποίο επιχειρούν να ενισχύσουν οι ενόρκως βεβαιούντες, …………., εκ των οποίων οι δύο πρώτοι εργάζονταν σε αυτήν (η πρώτη ως γραμματέας-βοηθός λογιστή από 1975-2011, ο δεύτερος ως υπάλληλος γραμματείας τα έτη 2020-2023), ο δε τρίτος είναι συνταξιούχος τεχνίτης λεβητοποιός, ότι η ίδια του ανέθετε την εκτέλεση του έργου υπεργολαβικά και ότι τις εργασίες επισκευής εκτελούσαν υπό την επίβλεψή του τεχνίτες της δικής του επιλογής, έναντι αμοιβής 12.000 ευρώ και ότι εξοφλήθηκαν από την πλοιοκτήτρια. Τα όσα δε κατέθεσαν σχετικά οι ανωτέρω ενόρκως βεβαιούντες δεν κρίνονται πειστικά, καθόσον αφενός δεν έχουν ιδία αντίληψη για τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, αφετέρου δε ως προς την αναφερόμενη ως συνήθη συνεργασία μεταξύ των διαδίκων συνιστάμενη στην σχέση υπεργολαβίας και όχι αυτή της εξαρτημένης εργασίας, αναιρείται ενόψει και της βεβαίωσης προϋπηρεσίας από τον ΕΦΚΑ, που προσκομίζει ο εκκαλών-εφεσίβλητος, από την οποία αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος απασχολήθηκε ως μισθωτός στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα στο παρελθόν, κατά τα έτη 2002-2008 και 2015-2016, αλλά και από τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει ο εκκαλών -εφεσίβλητος, από τις οποίες προκύπτει ότι η πρόσληψή τους και η αμοιβή τους για το επίδικο έργο έγιναν από την εφεσίβλητη-εκκαλούσα και όχι από τον εκκαλούντα -εφεσίβλητο. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από τα σκαριφήματα και την προσφορά που προσκομίζει η εφεσίβλητη-εκκαλούσα, καθόσον έχουν συνταχθεί σε έντυπα με το λογότυπο και τα στοιχεία της τελευταίας και δεν γίνεται σε αυτά αναφορά για την ύπαρξη υπεργολαβίας. Σημειώνεται επίσης ότι οι προαναφερόμενες καταστάσεις εργασίας φέρουν ενδείξεις και στην αγγλική γλώσσα (ονοματεπώνυμα εργαζομένων και τις ενδείξεις στη στήλη έναρξης και λήξης ωραρίου και στη στήλη του αριθμού των ωρών εργασίας), ημεροχρονολογίες και αριθμούς (ωράρια και αριθμός ωρών απασχόλησης) ώστε να μη δημιουργείται σύγχυση για το περιεχόμενο αυτών, απορριπτομένων των περί αντιθέτου ισχυρισμών της εφεσίβλητης -εκκαλούσας που περιέχονται στον τρίτο και στον πέμπτο των λόγων της έφεσής της κατά το οικείο σκέλος αυτών. Επίσης, ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης-εκκαλούσας ότι ο εκκαλών -εφεσίβλητος ήταν εργολάβος με δική του επιχείρηση λεβήτων, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να συναφθεί και από ανεξάρτητο επαγγελματία, καθώς δεν απαιτείται να παρέχεται αυτή κατά κύριο επάγγελμα. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο εκκαλών -εφεσίβλητος πριν την ανάληψη του έργου, μετέβη στο πλοίο προκειμένου να διαπιστωθεί η κατάσταση των λεβήτων και τα υλικά που θα απαιτούνταν για την επισκευή τους, δεν αρκεί για να αποβάλει η ένδικη σύμβαση εργασίας το χαρακτήρα της, καθώς οι ενέργειες αυτές ήταν ενδεδειγμένες από το είδος και τη φύση των εργασιών καθώς και του τόπου που πραγματοποιούνταν (σε πλοίο εκτός της έδρας της εφεσίβλητης-εκκαλούσας), σε συνδυασμό με τις γνώσεις και την εμπειρία του εκκαλούντος -εφεσίβλητου ως τεχνίτη. Ακόμη ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης-εκκαλούσας που προβάλλεται με τον πέμπτο λόγο της (υπό στοιχεία Β) έφεσής της, κατά το οικείο σκέλος αυτού, ότι ο εκκαλών -εφεσίβλητος λόγω της ηλικίας του αδυνατούσε να παρέχει εργασία υπό τις συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών εντός μηχανοστασίου, τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον ο εκκαλών -εφεσίβλητος είναι έμπειρος τεχνίτης στο αντικείμενο εργασίας, από τους ενόρκως δε βεβαιούντες που ήταν μέλη του ίδιου συνεργείου σε συνδυασμό και με τις προαναφερόμενες καταστάσεις εργασίας αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών -εφεσίβλητος παρέσχε την εργασία του.  Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών -εφεσίβλητος παρείχε την εργασία του στην εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα, επί τριάντα τέσσερις (34) ημέρες (καθημερινές), όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από τον τελευταίο καταστάσεις εργασίας. Για την απασχόλησή του αυτή δικαιούται να λάβει το συνολικό ποσό των 6.800 ευρώ (ήτοι 200 ευρώ συμφωνηθέν ημερομίσθιο Χ 34 ημέρες απασχόλησης), από το οποίο έχει λάβει το ποσό των 6.000 ευρώ, όπως ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή, και επομένως δικαιούται ακόμη το ποσό των 800 ευρώ. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένου ως αβάσιμου του πρώτου λόγου της (υπό στοιχεία Α) έφεσης του εκκαλούντος-εφεσίβλητου με τον οποίο ισχυρίζεται ότι εργάστηκε επί 42 ημέρες, ισχυριζόμενος επιπροσθέτως, με τον ίδιο λόγο της έφεσης, ότι τις ημέρες που δεν απασχολήθηκε αλλά βρισκόταν επί του πλοίου οφείλεται σε υπαιτιότητα της εφεσίβλητης-εκκαλούσας και επομένως του οφείλει τις αποδοχές του, ισχυρισμοί όμως που δεν προβλήθηκαν με την αγωγή (πρβλ. ΑΠ 698/2025, ΑΠ 9/2023), ούτε αποδεικνύονται βάσιμοι. Επίσης, αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών-εφεσίβλητος εργάστηκε για τις ανάγκες του έργου και πλέον του νομίμου ωραρίου του (οκτάωρο), πραγματοποιώντας υπερεργασία, για κάθε ώρα της οποίας δικαιούται το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο με προσαύξηση 20% και κατ’εξαίρεση υπερωρία, καθώς για την πραγματοποίηση αυτής δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από το νόμο νόμιμες διατυπώσεις, για κάθε ώρα της οποίας δικαιούται το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο με προσαύξηση 120%. Ειδικότερα ο εκκαλών -εφεσίβλητος εργάστηκε 1) στις 24-8-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες,  2) στις 25-8-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες, 3) στις 26-8-2022 επί επτά (7) επιπλέον ώρες, 4)  στις 29-8-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες, 5) στις 30-8-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες, 6) στις 31-8-2022 επί επτά (7) επιπλέον ώρες, 7) στις 1-9-2022 επί επτά (7) επιπλέον ώρες, 8) στις 2-9-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες, 9) στις 5-9-2022 επί επτά (7) επιπλέον ώρες, 10) στις 6-9-2022 επί επτά (7) επιπλέον ώρες, 11) στις 7-9-2022 επί εννέα (9) επιπλέον ώρες, εκ των οποίων οι δύο ώρες ήταν νυκτερινή εργασία, 12) στις 8-9-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες, 13) στις 9-9-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες, 14) στις 12-9-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες, 15) στις 13-9-2022 επί οκτώ (8) επιπλέον ώρες, εκ των οποίων η μία ώρα ήταν νυκτερινή εργασία, 16) στις 14-9-2022 επί εννέα (9) επιπλέον ώρες, εκ των οποίων οι δύο ώρες ήταν νυκτερινή εργασία, 17) στις 15-9-2022 επί οκτώ (8) επιπλέον ώρες, εκ των οποίων οι τέσσερις ώρες ήταν νυκτερινή εργασία, 18) στις 26-9-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες, 19) στις 27-9-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες, 20) στις 28-9-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες, 21) στις 29-9-2022 επί έξι (6) επιπλέον ώρες, 22) στις 30-9-2022 επί πέντε (5) επιπλέον ώρες, 23) στις 3-10-2022 επί επτά (7) επιπλέον ώρες, 24) στις 4-10-2022 επί επτά (7) επιπλέον ώρες, 25) στις 5-10-2022 επί έξι (6) επιπλέον ώρες, 26) στις 6-10-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες, 27) στις 7-10-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες, 28) στις 10-10-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες, 29) στις 11-10-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες, 30) στις 12-10-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες, 31) στις 13-10-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες, 32) στις 14-10-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες, 33) στις 17-10-2022 επί τέσσερις (4) επιπλέον ώρες. Επομένως ο εκκαλών -εφεσίβλητος πραγματοποίησε τριάντα τρεις (33) ώρες υπερεργασίας κατά τη διάρκεια του πενθημέρου (από Δευτέρα έως Παρασκευή), για τις οποίες δικαιούται αμοιβή ποσού 1.188 ευρώ [(200 ευρώ Χ 6/40 -30 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + προσαύξηση 20% ποσού 6 ευρώ =) 36 ευρώ το ωρομίσθιο υπερεργασίας Χ 33 ώρες]. Επιπλέον πραγματοποίησε εκατόν σαράντα τρεις (143) ώρες κατ’εξαίρεση υπερωρίας, από τις οποίες οι εννέα (9) ώρες ήταν νυκτερινή εργασία. Επομένως δικαιούται για τις εκατόν τριάντα τέσσερις (134) ώρες κατ’εξαίρεση υπερωρίας το ποσό των 8.844 ευρώ [(30 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + προσαύξηση 120% ποσού 36 ευρώ=) 66 ευρώ το ωρομίσθιο κατ’εξαίρεση υπερωρίας Χ 134 ώρες]. Επίσης το νόμιμο ημερομίσθιο εργατοτεχνίτη με προϋπηρεσία άνω των 18 ετών (συμπληρωμένη μέχρι 14-2-2012) διαμορφώθηκε για το χρονικό διάστημα από 1-5-2022 έως 31-3-2023 σε 41,41 ευρώ [Υπουργική απόφαση 38866 (ΦΕΚ Β 2030/21-4-2022)] και το αντίστοιχο ημερομίσθιο σε 6,21 ευρώ (41,41 ευρώ Χ 6/40). Επομένως ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται για τις εννέα (9) ώρες κατ’εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τη νύκτα το ποσό των 624,69 ευρώ [(30 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο + προσαύξηση 25% -η οποία υπολογίζεται επί του νόμιμου ωρομισθίου που ανέρχεται σε 6,21 ευρώ-ποσού 1,55 ευρώ + προσαύξηση 120% -η οποία υπολογίζεται επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου που ανέρχεται σε 30 ευρώ, αφού προστεθεί και η προσαύξηση 25%, η οποία ανέρχεται σε 1,55 ευρώ -ποσού 37,86 ευρώ=) 69,41 ευρώ Χ 9 ώρες]. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από τις καταστάσεις εργασίας που προσκομίζει ο εκκαλών -εφεσίβλητος, ενώ ως προς την προϋπηρεσία του συνομολογείται από την εφεσίβλητη εκκαλούσα (με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) και απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος τυγχάνει ο δεύτερος λόγος της υπό στοιχ. Α’ έφεσης του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος -εφεσίβλητου, με τον οποίο υποστηρίζει ότι πραγματοποίησε υπερεργασία 40 ωρών και κατ’εξαίρεση εργασία 160 ωρών. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών -εφεσίβλητος, για τις ανάγκες του έργου, εργάστηκε κατά παράβαση του συστήματος της πενθήμερης εργασίας τις εξής ημέρες Σαββάτου 1) στις 27-8-2022 επί δεκαπέντε (15) ώρες, 2) στις 3-9-2022 επί δώδεκα (12) ώρες, 3) στις 10-9-2022 επί δώδεκα (12) ώρες, 4) στις 1-10-2022 επί δεκατρείς (13) ώρες, 5) στις 8-10-2022 επί δώδεκα (12) ώρες και 6) στις 15-10-2022 επί δώδεκα (12) ώρες και συνολικά εργάστηκε επί έξι (6) Σάββατα επί εβδομήντα έξι (76) ώρες, εκ των οποίων οι σαράντα οκτώ (48) ώρες ήταν εντός του κανονικού ωραρίου και οι είκοσι οκτώ (28) ώρες ήταν κατ’εξαίρεση υπερωρία. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από τις καταστάσεις εργασίας που προσκομίζει ο εκκαλών -εφεσίβλητος, απορριπτομένου ως αβάσιμου του τρίτου λόγου (της υπό στοιχεία Α) έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζει ότι έπρεπε να συνυπολογιστεί ακόμη μία ημέρα Σαββάτου. Επομένως ο εκκαλών για την εργασία του τις ημέρες του Σαββάτου δικαιούται για τις σαράντα οκτώ (48) ώρες που πραγματοποιήθηκαν εντός του οκταώρου, το ποσό των 1.872 ευρώ [(30 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + προσαύξηση 30% ποσού 9 ευρώ =) 39 ευρώ Χ 48 ώρες] και για τις είκοσι οκτώ (28) ώρες κατ’εξαίρεση υπερωρίας το ποσό των 2.402,40 ευρώ [(39 ευρώ το ωρομίσθιο Σαββάτου + προσαύξηση 120% ποσού 46,80 ευρώ=) 85,80 ευρώ        Χ 28 ώρες] και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες δικαιούται το ποσό των 4.274,40 ευρώ. Επιπλέον ο εκκαλών -εφεσίβλητος για τις ανάγκες του έργου απασχολήθηκε επί έξι (6) Κυριακές επί ογδόντα μία (81) ώρες, εκ των οποίων οι σαράντα οκτώ (48) ώρες ήταν εντός κανονικού ωραρίου (οκταώρου), οι τριάντα δύο (32) ώρες ήταν κατ’εξαίρεση υπερωρία και η μία (1) ώρα ήταν κατ’εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση κατά τη νύκτα. Ειδικότερα απασχολήθηκε τις εξής Κυριακές 1) στις 28-8-2022 επί δεκατέσσερις (14) ώρες,  2) στις 4-9-2022 επί δεκαέξι (16) ώρες, εκ των οποίων η μία (1) ώρα ήταν νυκτερινή εργασία, 3) στις 11-9-2022 επί δεκαπέντε (15) ώρες, 4) στις 2-10-2022 επί δώδεκα (12) ώρες, 5) στις 9-10-2022 επί δώδεκα (12) ώρες και 6)  στις 16-10-2022 επί δώδεκα (12) ώρες. Επομένως για την εργασία την Κυριακή ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται α)για τις σαράντα οκτώ (48) ώρες εντός του κανονικού ωραρίου (οκταώρου) το ποσό των 1.663,68 ευρώ [(30 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + προσαύξηση 75%-η οποία υπολογίζεται επί του νόμιμου ωρομισθίου που ανέρχεται σε 6,21 ευρώ -ποσού 4,66 ευρώ=) 34,66 ευρώ Χ 48 ώρες], β) για τις τριάντα δύο (32) ώρες κατ’εξαίρεση υπερωρίας το ποσό των 2.440 ευρώ [(34,66 ευρώ το ωρομίσθιο Κυριακής + προσαύξηση 120% ποσού 41,59 ευρώ =)76,25 ευρώ Χ 32 ώρες] και γ) για τη μία (1) ώρα κατ’εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τη νύκτα το ποσό των 79,66 ευρώ [(30 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + προσαύξηση 75% -η οποία υπολογίζεται επί του νόμιμου ωρομισθίου που ανέρχεται σε 6,21 ευρώ-ποσού 4,66 ευρώ + προσαύξηση 25% -η οποία υπολογίζεται επί του νόμιμου ωρομισθίου που ανέρχεται σε 6,21 ευρώ-ποσού 1,55 ευρώ + προσαύξηση 120% -η οποία υπολογίζεται επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, το οποίο ανέρχεται σε 30 ευρώ, αφού προστεθούν και οι προσαυξήσεις 75% και 25% οι οποίες ανέρχονται σε 4,66 ευρώ και 1,55 ευρώ αντίστοιχα -ποσού 43,45 ευρώ=) 79,66 ευρώ Χ 1 ώρα] και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται το ποσό των 4.183,34 ευρώ. Τα ανωτέρω κρίθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση και ως προς τις ανωτέρω παραδοχές δεν εκκαλείται με τους λόγους των εφέσεων. Περαιτέρω ο εκκαλών -εφεσίβλητος για την αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2022 έπρεπε να λάβει το ποσό των 1.401 ευρώ [(200 ευρώ συμφωνηθέν ημερομίσθιο +20,48 ευρώ αναλογία υπερεργασίας (δεν συνυπολογίζεται η αμοιβή για εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές)=220,48 ευρώ Χ 1,04166 συνυπολογισμός επιδόματος αδείας =) 229,67 ευρώ Χ 6,10 ημερομίσθια (58 ημέρες εργασίας από 1-5-2022 έως 31-12-2022 : 19 Χ2)]. Επίσης ο εκκαλών -εφεσίβλητος δικαιούται για αποδοχές αδείας δύο ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης, ήτοι το ποσό των 851,05 ευρώ [3,86 ημερομίσθια (2Χ 1,93 μήνες) Χ 220,48 ευρώ το ημερομίσθιο υπολογισθέν ως ανωτέρω και για επίδομα αδείας το ποσό των 851,05 ευρώ υπολογισθέν ως ανωτέρω. Για τους υπολογισμούς των επιδομάτων εορτών και αδείας, στις τακτικές αποδοχές, δεν περιλαμβάνονται οι αναλογίες της εργασίας κατά τις Κυριακές ή Σάββατα, όπως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθόσον, σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν αποτελεί τακτικό μισθό, ακριβώς διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών -εφεσίβλητος (ενάγων) στον τέταρτο λόγο της έφεσής του, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε τα ανωτέρω ποσά α) για τα οφειλόμενα ημερομίσθια εκάστου μηνός και αμοιβή υπερεργασίας από το τέλος του μήνα κατά τον οποίο ο ενάγων παρείχε την εργασία του, β) για αμοιβή εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και αμοιβή κατ’εξαίρεση υπερωρίας και νυκτερινής εργασίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, γ) για την αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2022, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας από την επομένη της λύσης της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Με τον πέμπτο λόγο της (υπό στοιχεία Α) έφεσής του ο εκκαλών -εφεσίβλητος (ενάγων) ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ’εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου επιδίκασε για αμοιβή εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και αμοιβή κατ’εξαίρεση υπερωρίας και νυκτερινής εργασίας νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ενώ η καταβολή των υπερωριών των καθημερινών και της εργασίας του κατά τα Σαββατοκύριακα είχε συμφωνηθεί να γίνεται κάθε εβδομάδα. Ο υπό κρίση λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ’ορθή εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, επιδίκασε με το νόμιμο τόκο για τα κονδύλια της εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και αμοιβή κατ’εξαίρεση υπερωρίας και νυκτερινής εργασίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (ΑΠ 493/2019, ΑΠ 1391/2018, ΑΠ 58/2015, ΑΠ 233/2004, ΑΠ 1244/2001), καθώς δεν ορίζεται γι’αυτά από τον νόμο δήλη ημέρα καταβολής, με αποτέλεσμα οι τόκοι για τις αντίστοιχες απαιτήσεις να αρχίζουν από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής (άρθ. 346 Α.Κ.), και όχι από το τέλος κάθε εβδομάδας κατά την οποία κάθε επιμέρους ως άνω απαίτηση του ενάγοντος αφορά, όπως όψιμα επικαλείται με την έφεση, ούτε δε και από το χρόνο απολύσεως του τελευταίου, εφόσον ο ίδιος ουδόλως επικαλείται, στην αγωγή, κατά τον ανωτέρω χρόνο, όχληση, εκ μέρους του, προς την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα, για την καταβολή τους. Περαιτέρω με την εκκαλουμένη απόφαση επιβλήθηκε σε βάρος της εναγομένης λόγω της ήττας της, μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, την οποία καθόρισε στο ποσό των 700 ευρώ. Ήδη με τον έκτο λόγο της υπό στοιχεία Β έφεσης, η εκκαλούσα (εναγόμενη) προσάπτει στην εκκαλουμένη απόφαση την πλημμέλεια περί εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 176 και 178 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος του εφεσίβλητου. Από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 178 του Κ.Πολ.Δ. με τις διατάξεις των άρθρων 176, 189, 190 παρ. 3, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε περίπτωση που ηττάται ο διάδικος, καταδικάζεται στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αντιδίκου του, μετά την υποβολή από τον τελευταίο σχετικού αιτήματος, ακόμη και όταν δεν έχει υποβληθεί κατάλογος εξόδων. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που ηττήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας της πιο πάνω διάταξης (ΑΠ 405/2022, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 859/2002 ΕλλΔνη 44.1290), ούτε έχει ανάγκη αιτιολόγησης η σχετική δικανική κρίση (ΑΠ 295/2025, ΑΠ 613/2010, ΑΠ 214/2010), ενώ σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το Δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός (άρθρο 178 του Κ.Πολ.Δ.). Στην περίπτωση εφαρμογής της τελευταίας διατάξεως το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να προσδιορίσει τα υπέρ του διαδίκου, που εν μέρει νικά και συνακόλουθα εν μέρει ηττάται, δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Δικηγορικού Κώδικα, ακόμη και αν έχει υποβληθεί ο κατά το άρθρο 178 του Κ.Πολ.Δ., κατάλογος δαπανών και εξόδων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 193 του Κ.Πολ.Δ., εφόσον ο διάδικος προσβάλλει με ένδικο μέσο την απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης, μπορεί να την προσβάλλει και ως προς τη διάταξή της σχετικά με τα δικαστικά έξοδα. Η διάταξη του άρθρου 193 του Κ.Πολ.Δ., απαιτεί μεν ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και για την ουσία της υπόθεσης, πλην όμως, ο ανωτέρω λόγος δεν ακολουθεί αναγκαίως το αποτέλεσμα του λόγου που αφορά στην ουσία και μπορεί να είναι αβάσιμος ο λόγος που αφορά στην ουσία και βάσιμος ο λόγος που αφορά στα έξοδα. Η άποψη ότι ο τελευταίος ακολουθεί αναγκαίως την τύχη του πρώτου και δεν εξετάζεται στην περίπτωση που είναι αβάσιμος ο λόγος για την ουσία, δεν είναι ορθή, διότι εάν ο λόγος που αφορά στην ουσία της υπόθεσης κριθεί βάσιμος και αλλάξει το αποτέλεσμα της δίκης, αναγκαίως μεταβάλλεται και η επιβολή των δικαστικών εξόδων, χωρίς να χρειάζεται να προβληθεί λόγος εφέσεως για τα έξοδα. Επομένως, η προβολή λόγου εφέσεως ως προς τα έξοδα αποκτά νόημα αν κριθεί αβάσιμος ο λόγος για την ουσία της υπόθεσης και γι΄ αυτό κρίνεται αυτοτελώς (πρβλ. ΑΠ 1306/1990, ΑΠ 13/1987). Ενόψει των ανωτέρω, ο ανωτέρω λόγος της έφεσης είναι παραδεκτός, εφόσον προσβάλλεται συγχρόνως και η ουσία της υπόθεσης (άρθρο 193 του Κ.Πολ.Δ.), πλην όμως, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη δέχτηκε εν μέρει την αγωγή του ανωτέρω εκκαλούντος-εφεσίβλητου ως ουσία βάσιμη και βεβαιώνει στην απόφαση ότι συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 178 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, κατένειμε τα δικαστικά έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός και επιδίκασε κατ΄εφαρμογή του άρθρου 178 του Κ.Πολ.Δ. μέρος της δικαστικής δαπάνης αυτού σε βάρος της ανωτέρω εφεσίβλητης-εκκαλούσας, η οποία ηττήθηκε εν μέρει, το ύψος της οποίας ορθώς όρισε στο ποσό των 700 ευρώ και επομένως, ο έκτος λόγος της υπό στοιχεία Β έφεσης, στερείται βασιμότητας και πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.

Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι των εφέσεων προς έρευνα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ΄ουσίαν βάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι των εφέσεων που υποστηρίζουν τα αντίθετα, καθώς και οι εφέσεις στο σύνολό τους ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες εφέσεις ως κατ΄ουσίαν αβάσιμες και τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας σε κάθε έφεση, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων κάθε έφεσης αντίστοιχα, λόγω της ήττας τους (άρθρα 191 παρ. 2, 183, 176 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις από α) 23-6-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …./ΑΚΕΜ …/23-6-2025)  και β) 22-7-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …./ ΕΑΚ …../22-7-2025) εφέσεις, κατά της με αριθμό 2561/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία).

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν τις εφέσεις.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας ως ακολούθως : 1) στην από 23-6-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …/ΑΚΕΜ …/23-6-2025)   έφεση, υπέρ της εφεσίβλητης και σε βάρος του εκκαλούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ και 2) στην από 22-7-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …/ ΕΑΚ …./22-7-2025) έφεση, υπέρ του εφεσίβλητου και σε βάρος της εκκαλούσας, τα οποία ορίζει στο ποσό εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις 9 Απριλίου 2026 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ