Αριθμός 250/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
Α) ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά ΤΖΑΝΕΙΟ» με ΑΦΜ …………….. και έδρα τον Πειραιά, νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Δικηγόρο Ελένη Ποτήρη.
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρείας με την επωνυμία «………………..», που εδρεύει στο ……., έχουσα υποκατάστημα στην Ελλάδα, με έδρα το …………… Αττικής, ως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Δικηγόρο Αλέξιο Φωσκίνη (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) [Ρόκας Δικηγορική Εταιρεία].
Β) ΑΝΤΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….» (πρώην «…………..»), η οποία έχει συσταθεί, υφίσταται και λειτουργεί νόμιμα υπό την ιταλική νομοθεσία, με έδρα στο ……….., με Α.Φ.Μ. ΙΤ ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, έχουσα υποκατάστημα στην Ελλάδα με έδρα στο ………… Αττικής και ελληνικό Α.Φ.Μ. ………………, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Δικηγόρο Αλέξιο Φωσκίνη (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) [Ρόκας Δικηγορική Εταιρεία].
ΑΝΤΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Γενικό Νοσοκομείο Πειραιώς ‘Τζάνειο’», το οποίο εδρεύει στον Πειραιά, με Α.Φ.Μ. ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Δικηγόρο Ελένη Ποτήρη.
Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………..» άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 15.5.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./2021) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 2743/2022 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου α) το υπό στοιχ Α ήδη εκκαλούν (εναγόμενο) με την από 8.11.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …………../2022-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………./2023) έφεσή του και β) η υπό στοιχ Β ήδη αντεκκαλούσα με την από 27.7.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………./2023) αντέφεση. Δικάσιμος αυτών ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Η πληρεξούσια δικηγορος του υπό στοιχ Α εκκαλούντος-Β αντεφεσιβλήτου, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της υπό στοιχ Α εφεσίβλητης-Β αντεκκαλούσας, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Eνώπιον του Δικαστηρίου τούτου εισάγονται προς συζήτηση : Α) η από 08-11-2022 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ………./11-11-2022 έφεση του εν μέρει ηττηθέντος εναγομένου στην ένδικη αγωγή κατά της ενάγουσας σ’ αυτήν και Β) η από 27-07-2023 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ενώπιον του Εφετείου Πειραιά ……………./28-07-2023 αντέφεση της εν μέρει ηττηθείσας ενάγουσας στην ένδικη αγωγή κατά του εναγομένου και της υπ’ αριθ. 2743/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που έχει εκδοθεί κατά την τακτική διαδικασία. Οι πιο πάνω έφεση και αντέφεση πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και διότι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρ. 31 παρ. 1, 246 ΚΠολΔ ).
ΙΙ. Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, η οποία έχει συσταθεί, υφίσταται και λειτουργεί νόμιμα σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία, με έδρα το ………, με την ένδικη αγωγή της ισχυρίστηκε ότι δυνάμει συμβάσεων πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, τις οποίες συνήψε με τις αναφερόμενες ανώνυμες εταιρείες, εκχωρήθηκαν σ’ αυτήν (ενάγουσα) απαιτήσεις των τελευταίων έναντι του εναγομένου ΝΠΔΔ. Ότι οι εν λόγω απαιτήσεις είχαν προκύψει δυνάμει συμβάσεων πωλήσεως ιατρικών ειδών προς το εναγόμενο. Ότι η αναγγελία των ως άνω εκχωρήσεων με αναλυτικό κατάλογο των γεγεννημένων απαιτήσεων κοινοποιήθηκε νόμιμα στο εναγόμενο και τους αρμόδιους φορείς. Ότι οι ως άνω συμβάσεις πώλησης καταρτίστηκαν μεταξύ του εναγομένου ΝΠΔΔ και των ανωτέρω εταιρειών, χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία των δημοσίων συμβάσεων, αλλά και χωρίς να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος. Ότι τα εν λόγω εμπορεύματα παρέδωσαν οι ως άνω εταιρείες στην έδρα του εναγομένου, εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής και ειδικότερα τα αναφερόμενα στην αγωγή τριάντα ένα (31) τιμολόγια-δελτία αποστολής, τα οποία το εναγόμενο όφειλε να εξοφλήσει μετά την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την έκδοση αυτών, συμφωνημένης κατ’ αυτόν τον τρόπο δήλης ημέρας. Ότι, αν και το εναγόμενο παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα εμπορεύματα, δεν έχει αποπληρώσει το τίμημα από τις ανωτέρω αιτίες, που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 55.890,15 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α.. Με βάση δε τα παραπάνω η ενάγουσα ζήτησε, μετά την παραίτηση και τον παραδεκτά γενόμενο με τις προτάσεις περιορισμό του αιτήματος της αγωγής ως προς το ποσόν των 33.610,04 ευρώ, που αφορά τα υπ’ αριθ. ……/11-01-2010, ………/05-03-2010, ………/09-03-2010, ………/26-09-2010, ……/06-07-2010, …………./13-07-2010, ………/05-08-2010 και ……./…..-2010 τιμολόγια της εταιρείας με την επωνυμία «………..», να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ, κυρίως με βάση τη σύμβαση και επικουρικά, σε περίπτωση ακυρότητας για οποιονδήποτε λόγο της σύμβασης, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να της καταβάλει α) το ποσό των 22.280,11 ευρώ για το κεφάλαιο των αναφερόμενων ανεξόφλητων τιμολογίων, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε τιμολόγιο κατέστη ληξιπρόθεσμo και απαιτητό, ήτοι μετά την παρέλευση 60 ημερών από την έκδοση, άλλως από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών, άλλως από την επίδοση της από 14-01-2021 αγωγής της και μέχρι την εξόφληση και β) το ποσό των 828,80 ευρώ ως νόμιμη κατ’ αποκοπή αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης, δυνάμει της υποπαραγράφου Ζ.7 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 της Οδηγίας 2011/7/ΕΕ. Επί της πιο πάνω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2743/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα : α) το ποσό των 12.585,12 ευρώ ως προς την κύρια βάση της όσον αφορά τις έγκυρες συμβάσεις για τις οποίες εκδόθηκαν τα αναφερόμενα δέκα έξι (16) τιμολόγια, με το νόμιμο τόκο σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του π.δ. 166/2003, μετά την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία παράδοσης των πωληθέντων, με το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο αυτό πλέον του τόκου επιδικίας από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, β) το ποσό των 7.572 ευρώ, ως προς την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω της ακυρότητας των συμβάσεων για τα αναφερόμενα δύο τιμολόγια, με το νόμιμο τόκο (6% ετησίως) από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974) και μέχρι την εξόφληση και γ) το ποσό των 40 ευρώ ως πάγια αποζημίωση, με βάση το ν. 4152/2013, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται : Α) Το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την ως άνω έφεσή του, για λόγους αναγομένους σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζητεί την εξαφάνιση αυτής και την καθ’ ολοκληρίαν απόρριψη της αγωγής της αντιδίκου του και Β) Η ενάγουσα στην ως άνω αγωγή με την παραπάνω αντέφεσή της, για λόγους αναγομένους σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζητεί την εξαφάνιση αυτής και την καθ’ ολοκληρίαν αποδοχή της αγωγής της ως προς το κεφάλαιο αυτής ύψους 663,04 ευρώ (16 κριθέντα ως ανεξόφλητα χρεωστικά τιμολόγια Χ 41,44 ευρώ) ευρώ ως πάγια (κατ’ αποκοπήν) αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης με βάση το Ν. 4152/2013. Οι πιο πάνω έφεση και αντέφεση ασκήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως από τους ως άνω διαδίκους που ηττήθηκαν εν μέρει πρωτοδίκως. Πρέπει, επομένως, αυτές να γίνουν δεκτές από τυπική άποψη και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατά την ίδια τακτική διαδικασία (άρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι έχει καταβληθεί για την αντέφεση το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο άσκησης αυτής (αντέφεσης), όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση κατάθεσης του δικογράφου αυτής (βλ. e-παράβολο ………………). ΄Οσον αφορά δε την ως άνω έφεση, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν απαιτείται η κατάθεση εκ μέρους του εκκαλούντος ΝΠΔΔ του παραβόλου, που ορίζεται στο άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι αυτό (εκκαλούν) ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου απαλλάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998 κάθε δικαστικού τέλους σε κάθε δίκη του, όπως και το Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 κ.δ. από 26-6/10-07-1944 «Περί κώδικος νόμων περί δικών του Δημοσίου» και την αναλογικά εφαρμοζόμενη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, διάταξη του άρθρου 30 ν.δ. 22-04-16-05-1926 «Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 9 του ν. 1902/1990 (ΑΠ 1779/2025, ΑΠ 321/2025, ΑΠ 1554/2023, ΑΠ 775/2018).
ΙΙΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 94 § 1 του Συντάγματος, στο Συμβούλιο της Επικράτειας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Σε εκτέλεση της ως άνω συνταγματικής διατάξεως εκδόθηκε ο νόμος 1406/1983. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 § 2 περ. Γ του ως άνω νόμου, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται οι διοικητικές διαφορές ουσίας, τέτοιες δε θεωρούνται και οι διαφορές, οι οποίες αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά στις διοικητικές συμβάσεις, δηλαδή εκείνες τις διαφορές, οι οποίες ανακύπτουν από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οιανδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση. Εξάλλου, για το χαρακτηρισμό μιας συμβάσεως ως διοικητικής απαιτείται : α) ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη να είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, το οποίο να ασκεί δημόσια εξουσία, β) το αντικείμενο της συμβάσεως να έχει σχέση με την άσκηση δημοσίας υπηρεσίας ή να εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και γ) η κατάρτιση και η εκτέλεση της συμβάσεως να διέπονται, εν μέρει τουλάχιστον, από κανόνες διοικητικού δικαίου, κατά τις διατάξεις του ν. 2256/1995, όπως ήδη αντικαταστάθηκε από το ν. 4412/2016 ή η σύμβαση να περιέχει όρους που να δημιουργούν υπέρ του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ, εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς. Τα ανωτέρω στοιχεία πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά, ήτοι κατ’ αρχήν πρέπει οπωσδήποτε το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη να είναι είτε το σε στενή έννοια Δημόσιο, είτε ΝΠΔΔ και δεν αρκεί να είναι ΝΠΙΔ που ανήκει στο Δημόσιο ή δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, ούτε έχει σημασία το ότι η σύμβαση διέπεται από τη νομοθεσία περί δημοσίων έργων (ΑΠ 1649/2007). Επίσης, ακόμη και όταν η σύμβαση συνάπτεται από το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, θα πρέπει, επιπλέον, αφενός μεν να επιδιώκεται με αυτήν η ικανοποίηση σκοπού που εξυπηρετεί το δημόσιο όφελος και όχι απλώς τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης του συμβαλλομένου Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, αφετέρου δε να δημιουργείται, υπέρ των τελευταίων και χάριν του επιδιωκόμενου ανωτέρω σκοπού, εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς αποκλίνον από το κοινό δίκαιο και μη προσιδιάζον στο συμβατικό δεσμό που συνάπτεται κατά τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, είτε μέσω συμβατικών ρητρών, είτε δυνάμει του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει εν γένει τη σύμβαση, με τη μορφή ιδίως της δυνατότητας μονομερούς επεμβάσεως στην εξέλιξη της συμβάσεως και της επιβολής κυρώσεων (ΑΕΔ 11, 12/2013, ΑΕΔ 3/2012, ΑΕΔ 14/2007, ΑΠ 1135/2025, ΑΠ 1523 και 1524/2013, ΑΠ 1671/2008). Συμβάσεις, που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 3/2012, ΑΠ 1260/2018, ΑΠ 891/2018, Ολ ΑΠ 7/2001) Ειδικότερα, μάλιστα, για τη νόμιμη σύναψη διοικητικής σύμβασης, αναγκαίο στοιχείο αποτελεί ο έγγραφος τύπος αυτής. Στην περίπτωση, δηλαδή, σύναψης διοικητικής σύμβασης, απαραίτητη προϋπόθεση για την έγκυρη κατάρτιση της σύμβασης, αλλά και για τη διαπίστωση του διοικητικού της χαρακτήρα, είναι η σύνταξη και η υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη του εγγράφου της σύμβασης. Και τούτο διότι, αν δεν έχει συνταχθεί και δεν έχει υπογραφεί σύμβαση, δεν μπορεί να διαπιστωθεί εάν αυτή διέπεται από κανονιστικό καθεστώς ή εάν περιλαμβάνει εξαιρετικώς, ρήτρες, που παρεκκλίνουν από το κοινό δίκαιο και δημιουργούν υπέρ του αντισυμβαλλομένου Δημοσίου ή ΝΠΔΔ τη δυνατότητα να επεμβαίνει μονομερώς στη σύμβαση, έτσι ώστε να βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση απέναντι στον προμηθευτή, δηλαδή σε θέση, μη προσιδιάζουσα στο, δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό, προϋπόθεση από την οποία, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, εξαρτάται, κυρίως, ο χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως διοικητικής (ΑΠ 2009/2025, ΑΠ 919/2023, ΑΠ475/2019, ΑΠ 820/2012, ΑΠ 1462/2012). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του ν. 2286/1995 οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως, η δε διαδικασία τους ρυθμίζεται ήδη από το π.δ. 118/2007, που αντικατέστησε το π.δ. 394/1996. Από τη ρύθμιση αυτή δεν εξαιρούνται τα νοσοκομεία, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. ι΄ του ανωτέρω νόμου, από τις σχετικές διατάξεις εξαιρούνται, εκτός των άλλων, οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης, τέτοιοι δε οργανισμοί δεν είναι τα νοσοκομεία. Εξάλλου, στο άρθρο 41 του ν.δ. 496/1974 «Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου», ορίζεται ότι “Πάσα σύμβασις διά λογαριασμόν του νομικού προσώπου, έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δραχμών ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου. Το ποσόν τούτο δύναται να αυξομειούται δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δι’ ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης, αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως”. Το παραπάνω ποσό των 10.000 δραχμών αυξήθηκε σε 150.000 δραχμές από τις 9-7-1992 με την 2054839/452/0026/3/9-7-1992 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και σε 2.500 ευρώ από τις 7-8-2002 με τη 2142053/0094/7-8-2002 απόφαση του ίδιου υπουργού. Eπίσης, κατά μεν το άρθρο 158 ΑΚ η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 159 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, αντίστοιχων εκείνης του άρθρου 80 του ν. 2362/1995 «περί κώδικος δημοσίου λογιστικού», που αντικατέστησε το ν.δ. 321/1969 «περί κώδικος δημοσίου λογιστικού», οι οποίες αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος και συνεπώς δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε προς αυτές του άρθρου 1 παρ. 1 του από 20.3.1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1372/2012), συνάγεται, ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ. ως άνω συμβάσεις, το αντικείμενο των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι’ αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση. Η ακυρότητα της συμβάσεως από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση (ΑΠ 369/2025, ΑΠ 1252/2023, ΑΠ 431/2018, ΑΠ 430/2015, ΑΠ 1213/2015). Έτσι, η ακυρότητα αίρεται σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (Ολ ΑΠ 862/1984). Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, για μεν τις συμβάσεις προμήθειας που έχουν αντικείμενο μέχρι το ποσό των 2.500 ευρώ, δεν απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου, για δε τις συμβάσεις μεγαλύτερου ποσού απαιτείται η κατάρτισή τους να γίνει εγγράφως. Αν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος, η σύμβαση είναι άκυρη και στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου είναι υποχρεωμένο να αποδώσει στον πωλητή, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), την ωφέλεια την οποία αποκόμισε από τα αγαθά που αγόρασε, η οποία συνίσταται στο ποσό που θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο για την αγορά των ίδιων αγαθών (ΑΠ 431/2018, ΑΠ 430/2015, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1372/2012, ΑΠ 1057/2011). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Επίσης, κατά το άρθρο 908 εδ. α΄ ΑΚ, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ’ αυτό. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης, είναι η ύπαρξη του πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου (ΑΠ 1879/2022, ΑΠ 702/2020). Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ’ εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ’ αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1466/2024, ΑΠ 39/2022, ΑΠ 1351/2011, ΑΠ 1627/2010). Συνεπώς αξίωση κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής, που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης, μπορεί να ασκηθεί μόνο αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιονδήποτε λόγο (ΑΠ 1879/2022, ΑΠ 702/2020, ΑΠ 2072/2017). Πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη, η οποία μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του είτε, αντιστρόφως, ως αποφυγή αύξησης του παθητικού της ή μείωσης του ενεργητικού της (Ολ ΑΠ 6/1994, ΑΠ 1879/2022). Εφόσον η περιουσιακή μετακίνηση είχε το αποτέλεσμα τούτο, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου προήλθε, εφόσον η διατήρησή της δεν δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία. Αντίθετα, η ζημία εκείνου, από την περιουσία του οποίου προήλθε η ωφέλεια του λήπτη, δεν ερευνάται, καθόσον στόχος της αγωγής από το άρθρο 904 ΑΚ δεν είναι η αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος, αλλά η απόδοση του πλουτισμού του εναγομένου, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ, πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής. Από το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο νόμος αρκείται μόνο στο στοιχείο της αδικαιολόγητης περιουσιακής μετακίνησης για τη θεμελίωση της ευθύνης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση της σχετικής αξίωσης τη ζημία του δότη αλλά ούτε και την υπαιτιότητα του λήπτη, διαφαίνεται καθαρά, ότι ο θεσμός αυτός αποβλέπει στην αποκατάσταση της χωρίς νόμιμη αιτία περιουσιακής μετακίνησης (ΑΠ 469/2025, ΑΠ 1387/2024, ΑΠ 1879/2022). Η ωφέλεια του λήπτη είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση με τις ειδικές συνθήκες της και όχι αφηρημένα με βάση γενικά αντικειμενικά κριτήρια (Ολ ΑΠ 4/2021, ΑΠ 1879/2022). Αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγόμενου, εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 α΄ του ΚΠολΔ : α) η περιουσιακή μετακίνηση από τη μία περιουσία στην άλλη, β) η συγκεκριμένη αιτία της μετακίνησης αυτής και γ) η ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ 84/2025, ΑΠ 1879/2022, ΑΠ 989/2021, ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 338/2016). Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των άρθρων 904 και 908 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση άκυρης σύμβασης, δυνάμει της οποίας πωλούνται κινητά πράγματα ή παρέχονται υπηρεσίες, ο αντισυμβαλλόμενος του παρέχοντος που παραλαμβάνει τα πωληθέντα ή δέχεται τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της ληφθείσας χωρίς νόμιμη αιτία παροχής, στη χρηματική αξία των πωληθέντων ή στη χρηματική αποτίμηση της παρασχεθείσας υπηρεσίας και στην αντίστοιχη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν αγόραζε τα ίδια πωληθέντα με έγκυρη σύμβαση ή την εκτέλεση των ίδιων υπηρεσιών ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω, η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, από άποψη ουσιαστικού δικαίου είναι επιβοηθητική, ασκούμενη όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, αφού σε αντίθετη περίπτωση δεν δύναται να γίνει λόγος για έλλειψη νόμιμης αιτίας. Με άλλα λόγια, ασκείται πάντα επικουρικά -υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης- και μόνον εφόσον θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα που στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. Η ευθεία άσκηση της αγωγής εκ της ΑΚ 904 συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά αβάσιμης (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1315/2022, ΑΠ 1480/2018). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 455, 458, 460, 461, 462 και 463 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση εκχωρήσεως έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαιτήσεως από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, ο οποίος γίνεται, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη και ότι ο τελευταίος μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις που του ανήκουν από την απαίτηση κατά του εκχωρητή, εφόσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωποπαγείς) και εφόσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας (ΑΠ 252/2016). Η εκχώρηση είναι σύμβαση αναιτιώδης και άτυπη, συνέπεια δε του αναιτιώδους χαρακτήρα της είναι ότι δεν απαιτείται τήρηση τύπου και όταν η αποτελούσα την αιτία της εκχώρησης βασική σύμβαση είναι τυπική δικαιοπραξία. Μετά την αναγγελία, όμως, της εκχωρηθείσας απαίτησης αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του εκχωρηθέντος οφειλέτη προς τον εκχωρητή και η εκχωρηθείσα απαίτηση αποκτάται από τον αναγγείλαντα εκδοχέα, ο οποίος καθίσταται αποκλειστικός δικαιούχος της εκχωρηθείσας απαίτησης, δικαιούμενος να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη αυτής από τον εκχωρηθέντα οφειλέτη, ο οποίος υποχρεούται να καταβάλει τα οφειλόμενα μόνον στον εκδοχέα ως αποκλειστικό δικαιούχο και όχι στον εκχωρητή. Το δικαίωμα αυτό του εκδοχέα προς είσπραξη της απαίτησης δεν επηρεάζεται καθόλου από την τυχόν καταβολή της εκχωρηθείσας απαίτησης από τον εκχωρηθέντα οφειλέτη στον εκχωρητή ή τρίτο δανειστή αυτού, αφού, μετά την αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη, η απαίτηση αποκτάται από τον εκδοχέα, στον οποίο μεταβιβάζονται όλα τα δικαιώματα, κύρια και παρεπόμενα, σχετικά με την εκχωρηθείσα απαίτηση και μόνον αυτός έκτοτε νομιμοποιείται να επιδιώξει την είσπραξή της από την εκχώρησή της (ΑΠ 2048/2014, ΑΠ 528/2014, ΑΠ 1147/2011, ΑΠ 2185/2007). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παράγραφοι 1 και 2, 2 παράγραφοι 1 και 2, 3 παράγραφοι 1 και 3 και 4 παρ. 1 του ν. 1905/1990, όπως ο νόμος αυτός αντικαταστάθηκε και τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2367/1995, προκύπτει ότι σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων είναι η σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων (πράκτορας ή factor), που μπορεί να είναι είτε τράπεζα είτε ειδική ανώνυμη εταιρία και μίας επιχείρησης εμπορικής εταιρίας ή φυσικού προσώπου που ασχολείται κατ’ επάγγελμα με την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών ή εκτέλεση έργων (προμηθευτής). Περιεχόμενο της σύμβασης είναι ότι η εταιρεία αναλαμβάνει να παρέχει στην επιχείρηση του πελάτη της, για το διάστημα που συμφωνείται, έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την προεξόφληση, την λογιστική και τη νομική παρακολούθηση, καθώς και την είσπραξη των χρηματικών απαιτήσεων κατά των πελατών της. Πρόκειται για νέο χρηματοδοτικό μηχανισμό με τον οποίο επιδιώκεται σκοπός χρηματοδοτικός ή διαχειριστικός ή ασφαλιστικός (εγγυητικός), σωρευτικά ή διαζευκτικά, με αντίστοιχες λειτουργίες. Αν με την σύμβαση επιδιώκεται και χρηματοδοτικός σκοπός, ο προμηθευτής μεταβιβάζει στον πράκτορα τις εκκρεμείς (ήδη γεννημένες ή μέλλουσες να γεννηθούν) απαιτήσεις του από τη διάθεση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών και ο πράκτορας καταβάλλει αμέσως το σύνολο ή μέρος των απαιτήσεων, αφού παρακρατήσει ένα ποσοστό που αντιστοιχεί στον προεξοφλητικό τόκο. Επίσης, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 455, 456, 460 και 461 ΑΚ προκύπτει, ότι η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων πραγματοποιείται με τη μεταβίβαση από τον προμηθευτή προς τον πράκτορα των εκκρεμών (ήδη γεννημένων ή μελλουσών να γεννηθούν) απαιτήσεών του από τη διάθεση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών, με σκοπό, ανάλογα με το περιεχόμενο της σύμβασης, την είσπραξή τους, την χρηματοδότηση του προμηθευτή με προεξόφληση των απαιτήσεων, την λογιστική ή νομική παρακολούθηση των απαιτήσεων και διαχείρισή τους, καθώς και την ολική ή μερική κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου του προμηθευτή. Η κατά τα άνω μεταβίβαση συντελείται με συνεχείς εκχωρήσεις των απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα και την πίστωση από τον τελευταίο του λογαριασμού του πρώτου με τα αντίστοιχα ποσά, η δε πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων αναγγέλλεται εγγράφως, από τον πράκτορα ή τον προμηθευτή, στον οφειλέτη κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 του ανωτέρω νόμου, από την οποία -αναγγελία- αποκόπτεται κάθε δεσμός του τελευταίου προς τον εκχωρητή (ΑΠ 1233/2012) και η εκχωρηθεισα απαίτηση αποκτάται από τον πράκτορα-εκδοχέα, που δικαιούται έκτοτε μόνος αυτός να επιδιώξει δικαστικώς την είσπραξή της. Ειδικότερα, στο άρθρο 2 παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 του ανωτέρω ν. 1905/1990 ορίζονται τα εξής: «Η κατά το προηγούμενο άρθρο, πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων αναγγέλλεται εγγράφως από τον πράκτορα ή τον προμηθευτή στον οφειλέτη. Με την αναγγελία πρέπει να προσδιορίζονται επαρκώς οι απαιτήσεις, στις οποίες η πρακτορεία αφορά και η ταυτότητα του πράκτορα» [παρ. 1], «Αναγγελία θεωρείται και η έγγραφη γνωστοποίηση στον οφειλέτη της ύπαρξης της σύμβασης μεταξύ του πράκτορα και του προμηθευτή, καθώς και η αναγραφή στα προς εξόφληση παραστατικά της ταυτότητας του πράκτορα» [παρ. 2], « Η αναγγελία του άρθρου αυτού μπορεί, επίσης, να γίνει με οποιονδήποτε πρόσφορο, κατά τις συναλλαγές, έγγραφο τρόπο, αρκεί να αποδεικνύεται παραχρήμα» [παρ. 3], «Ο πράκτορας δεν αποκτά τα συμφωνηθέντα δικαιώματα απέναντι στον οφειλέτη και τους τρίτους πριν από την, κατά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, αναγγελία…» [παρ. 4]. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρ. 7 § 2 του ν.δ/τος 496/1974, που είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (Ολ ΑΠ 3/2006, ΑΠ 1917/2007), ορίζει ότι ο νόμιμος και ο τόκος υπερημερίας για κάθε οφειλή Ν.Π.Δ.Δ. είναι 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, αρχίζει δε από την επίδοση σχετικής αγωγής. Με ειδικό νόμο και συγκεκριμένα με το π.δ/γμα 166/2003, με το οποίο ενσωματώθηκε από 5.6.2003 στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2000/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29.6.2000, ορίστηκε διαφορετικά ο τόκος για οφειλές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή, δηλαδή συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής (άρθρ. 1 – 3 π.δ/τος 166/2003). Ειδικότερα, στις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 4 του ως άνω π.δ. 166/2003, που ήδη έχει καταργηθεί με την υποπαράγραφο Ζ.14 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, αλλά εξακολουθεί να διέπει τις συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν από την ισχύ του τελευταίου νόμου στις 16-3-2013, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη της υποπαραγράφου Ζ14 (άρθρα 12 παρ. 4 και 13 της νέας Οδηγίας 2011/7 ΕΚ) του ίδιου νόμου, ορίζονταν τα εξής : Άρθρο 2 “Οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται στις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή”. ΄Αρθρο 3 ” Κατά την έννοια του διατάγματος αυτού : 1. “Εμπορική συναλλαγή” είναι κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής, α. “Δημόσια αρχή” είναι κάθε αναθέτουσα αρχή ή φορέας, όπως ορίζεται στα προεδρικά διατάγματα για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών (Π.Δ. 370/1995, ΦΕΚ Α΄ 199), υπηρεσιών (Π.Δ. 346/1998, ΦΕΚ Α΄ 230), εξαιρούμενων τομέων (Π.Δ. 57/2000, ΦΕΚ Α΄ 45) και Δημοσίων έργων (Π.Δ. 334/2000, ΦΕΚ Α΄279), όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, β. “Επιχείρηση” είναι κάθε οργάνωση, η οποία ενεργεί στα πλαίσια ανεξάρτητης οικονομικής ή επαγγελματικής της δραστηριότητας, ακόμη και αν η δραστηριότητα αυτή ασκείται από ένα και μόνο πρόσωπο. 2. “Καθυστέρηση πληρωμής” είναι η μη τήρηση της συμβατικής ή νόμιμης προθεσμίας πληρωμής. 3. “Επιτόκιο που ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις βασικές πράξεις της αναχρηματοδότησης είναι το επιτόκιο που ισχύει για τέτοιες πράξεις στις προσφορές με σταθερό επιτόκιο”. ΄Αρθρο 4 ” Τόκος σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής. 1. Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. 2. Εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος, χωρίς να απαιτείται όχληση, και οφείλει τόκους : α. Εάν παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή αν δεν παρέλαβε ή δεν είναι βέβαιο πότε παρέλαβε τέτοιο έγγραφο, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών, β. Εάν από το νόμο ή τη σύμβαση προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση της αντιστοιχίας συμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας, γ. Εάν η παραλαβή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου έχει προηγηθεί, μόλις περάσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου, δ. Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών της παραγράφου 1 α΄ του άρθρου 3 του παρόντος, η προθεσμία καταβολής τόκων σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις, ορίζεται αποκλειστικώς σε 60 ημέρες. 3. Ο δανειστής δικαιούται τόκους, εφόσον α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός, εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση. 4. Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου (“επιτόκιο αναφοράς”) προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες (“περιθώριο”), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση. Το επιτόκιο αναφοράς, το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες. 5. Ο δανειστής, εκτός από τους τόκους, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον υπερήμερο οφειλέτη και εύλογη αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης της οφειλόμενης αμοιβής. Τα έξοδα αυτά υπόκεινται σε σχέση με την οφειλόμενη αμοιβή στις αρχές της διαφάνειας και της αναλογικότητας”. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής του π.δ. 166/2003 οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 παρ.1 αυτού και εκτείνεται σε κάθε εμπορική συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιας αρχής και ως μόνες προϋποθέσεις τίθενται : α) η εγκυρότητα της σύμβασης, β) η εκτέλεση αυτής από την επιχείρηση και γ) η υπερημερία του οφειλέτη ως προς την πληρωμή της αμοιβής, ενώ δεν τίθεται από το νόμο ως προϋπόθεση η σύναψη της σύμβασης κατά τη διαδικασία και διατυπώσεις του π.δ. 370/1995 που διέπει τις δημόσιες προμήθειες. Η παραπομπή με το άρθρο 3 παρ.1α΄ του ίδιου διατάγματος στις διατάξεις του π.δ. 370/1995 περί δημοσίων προμηθειών (ήδη π.δ. 60/2007) έγινε για τον προσδιορισμό και μόνο της έννοιας της δημόσιας αρχής, ως αντισυμβαλλομένης της δανείστριας επιχείρησης, δεδομένου ότι επιλέγεται το λεγόμενο λειτουργικό κριτήριο και προσδίδεται στη “δημόσια αρχή” έννοια ευρύτερη εκείνης που ακολουθεί ο εθνικός νομοθέτης με βάση το οργανικό κριτήριο. Αν ο νομοθέτης ήθελε να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής του π.δ. 166/2003 μόνο στις δημόσιες συμβάσεις προμήθειας, δηλαδή εκείνες που υπάγονται στην υποχρεωτική ρύθμιση και εφαρμογή του π.δ. 370/1995, θα το όριζε ρητά, πέραν του ότι μια τέτοια διαφορετική αντιμετώπιση δεν προβλέπεται στην Οδηγία 35/2000 και δεν δικαιολογείται από τον επιδιωκόμενο σκοπό της, που είναι η αντιμετώπιση της καθυστέρησης των πληρωμών κάθε εμπορικής συναλλαγής. Επομένως, στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 166/2003 εμπίπτουν και οι συμβάσεις προμήθειας που καταρτίσθηκαν μεταξύ επιχείρησης και δημόσιας αρχής, απ’ ευθείας, χωρίς δηλαδή τις διατυπώσεις και τη διαδικασία του π.δ. 370/1995, οι οποίες διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο. Τέτοιες συμβάσεις είναι και εκείνες που συνάπτει δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα (ν.π.δ.δ.), το οποίο συγκαταλέγεται στις αναθέτουσες αρχές του π.δ. 370/1995 (άρθρο 2), εφόσον πληρούν κατά τα λοιπά τις προϋποθέσεις εγκυρότητάς τους. Και επί των συμβάσεων αυτών το ύψος του οφειλόμενου επιτοκίου ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 4 του π. δ. 166/2003, η οποία, ως νεότερη, ειδικότερη και εδραζόμενη σε Κοινοτική Οδηγία (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διάταξη, υπερισχύει της διάταξης του άρθρου 7 του ν. δ. 495/1976 (ΑΠ 1212/2020, ΑΠ 323/2014, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 430/2015, ΑΠ 1213/2015, ΑΠ 1492/2017, ΑΠ 1382/2017). Περαιτέρω, στην παράγραφο Ζ΄ του παρόμοιου με τον προηγούμενο νόμο (π.δ. 166/2003) περιεχομένου άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2011/7 ΤΗΣ 16ης ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011 ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΣΤΙΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ), που εφαρμόζεται στις συμβάσεις που υπογράφονται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (16-3-2013), ορίζονται τα εξής : «ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.1. : … ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.2. : ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ (Άρθρο 1 παράγραφοι 2 και 3 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ) Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών…. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.3. : ΟΡΙΣΜΟΙ (Άρθρο 2 Οδηγίας 2011/7). Κατά την έννοια του νόμου αυτού : 1) «Εμπορική συναλλαγή» : κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής….4) «Καθυστέρηση πληρωμής» : η μη πραγματοποίηση πληρωμής εντός της συμβατικής ή της νόμιμης προθεσμίας, εφόσον πληρούνται οι όροι της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Ζ.4 ή της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Ζ.5….6) «Νόμιμος τόκος υπερημερίας» : ο απλός τόκος για την καθυστερημένη πληρωμή σε επιτόκιο το οποίο είναι ίσο προς το σύνολο του επιτοκίου αναφοράς συν οκτώ επιπλέον ποσοστιαίες μονάδες. 7) «Επιτόκιο αναφοράς» : το επιτόκιο που ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις πλέον πρόσφατες βασικές της πράξεις αναχρηματοδότησης. 8) «Οφειλόμενο ποσό» : το κυρίως ποσό που θα έπρεπε να έχει καταβληθεί μέσα στη συμβατική ή τη νόμιμη προθεσμία πληρωμής, συμπεριλαμβανομένων των επιβαλλόμενων φόρων, δασμών, τελών ή επιβαρύνσεων που καθορίζονται στο τιμολόγιο ή σε άλλο ισοδύναμο για την πληρωμή έγγραφο. 9) ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.4. … : ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.5. : ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΑΡΧΩΝ (Άρθρο 4 Οδηγίας 2011/7) 1. Κατά τις εμπορικές συναλλαγές στις οποίες ο οφειλέτης είναι δημόσια αρχή, ο δανειστής δικαιούται, κατά την εκπνοή της προθεσμίας που ορίζουν οι περιπτώσεις 3, 4 ή 6, νόμιμο τόκο υπερημερίας, χωρίς να απαιτείται όχληση, εφόσον έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νομικές του υποχρεώσεις και δεν έχει λάβει το οφειλόμενο ποσό εμπρόθεσμα, εκτός εάν ο οφειλέτης δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση. 2. 3. Στις εμπορικές συναλλαγές, στις οποίες ο οφειλέτης είναι δημόσια αρχή, η προθεσμία πληρωμής δεν υπερβαίνει κανένα από τα ακόλουθα όρια : α) τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής από τον οφειλέτη του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου, β) εφόσον η ημερομηνία παραλαβής του τιμολογίου ή ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου δεν είναι βέβαιη, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή παροχής των υπηρεσιών, γ) εφόσον ο οφειλέτης παραλάβει το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο πριν από τα αγαθά ή τις υπηρεσίες, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών, δ) εφόσον προβλέπεται από το νόμο ή τη σύμβαση διαδικασία αποδοχής ή επαλήθευσης, με την οποία διαπιστώνεται η αντιστοιχία των παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών με τα οριζόμενα στη σύμβαση, και εάν ο οφειλέτης παραλάβει το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο νωρίτερα από την ημερομηνία ή την ίδια ημερομηνία κατά την οποία συντελείται η αποδοχή ή η επαλήθευση, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία αυτή. 4. Οι προθεσμίες της περίπτωσης 3 υποπερίπτωση α΄ της παρούσας υποπαραγράφου ορίζονται σε εξήντα (60) ημερολογιακές ημέρες, για : α) κάθε δημόσια αρχή που ασκεί οικονομική δραστηριότητα βιομηχανικής ή εμπορικής φύσης, με την προσφορά αγαθών και υπηρεσιών στην αγορά, β) Νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α΄ 247), που προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (Α΄141), όπως ισχύει, που παρέχουν υγειονομική μέριμνα και είναι κατάλληλα αναγνωρισμένα για το σκοπό αυτόν, καθώς και ο ΕΟΠΥΥ (άρθρο 18 του ν. 3918/2011). 5. … 6. Η προθεσμία πληρωμής που ορίζεται στη σύμβαση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από τα χρονικά όρια που προβλέπονται στην περίπτωση 3, εκτός εάν ρητά συμφωνήθηκε διαφορετικά στο κείμενο της σύμβασης και με την προϋπόθεση ότι τούτο δικαιολογείται αντικειμενικά από την ιδιαίτερη φύση ή τα χαρακτηριστικά της σύμβασης. Σε κάθε περίπτωση η προθεσμία δεν υπερβαίνει τις εξήντα (60) ημερολογιακές ημέρες. 7. Η ημερομηνία παραλαβής του τιμολογίου δεν αποτελεί αντικείμενο συμβατικής συμφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και του δανειστή. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.6 : … ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.12. : ΕΥΝΟΪΚΟΤΕΡΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ (Άρθρο 12 παρ. 3 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ). Σε περιπτώσεις που οι κείμενες διατάξεις είναι, σε σύγκριση με τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, ευνοϊκότερες για τον δανειστή, εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις.». Επίσης, σύμφωνα με την ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟ Ζ.7. : ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΕΞΟΔΑ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ (Άρθρο 6 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ) του ίδιου Άρθρου πρώτου ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ΄ του Ν. 4152/2013, ορίζονται τα εξής : «1. Ο δανειστής δικαιούται να λάβει αποζημίωση από τον οφειλέτη το κατ’ αποκοπήν ποσό των σαράντα (40) ευρώ, εφόσον καθίσταται απαιτητός τόκος υπερημερίας σε εμπορικές συναλλαγές, σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.4. ή την υποπαράγραφο Ζ.5. . 2. Το κατά την περίπτωση 1 κατ’ αποκοπήν ποσό είναι απαιτητό χωρίς να απαιτείται όχληση και καταβάλλεται ως αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης του δανειστή….». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το ως άνω αναφερόμενο σ’ αυτήν κατ’ αποκοπή ποσόν αποζημίωσης για τα έξοδα είσπραξης προβλέπεται για κάθε περίπτωση συναλλαγής (σύμβασης) μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, για την οποία εκδίδεται σχετικό παραστατικό (τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής).
ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ’ αριθ. …./24-11-2012, …../29-09-2021, ……./05-10-2021 και ……./29-09-2021 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ……………. αντίστοιχα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών …………, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα και λήφθηκαν μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου της, καθώς και απ’ όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, που καταρτίστηκαν προφορικά μεταξύ αφ’ ενός των νομίμων εκπροσώπων των εταιρειών …………………………… οι οποίες δραστηριοποιούνται στο χώρο της εμπορίας ιατρικών ειδών και παροχής υπηρεσιών και αφ’ ετέρου των νομίμων εκπροσώπων του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος-αντεφεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ ΤΖΑΝΕΙΟ», οι πρώτες πώλησαν και παρέδωσαν στο τελευταίο ιατρικά είδη, εκδόθηκαν δε προς τούτο τα πιο κάτω τιμολόγια : Α) Από την «…………..» : 1) το υπ’ αριθ. …/26-02-2020 τιμολόγιο ποσού 979,57 ευρώ, 2) το υπ’ αριθ. …../10-03-2020 τιμολόγιο ποσού 129,36 ευρώ, 3) το υπ’ αριθ. …./17-03-2020 τιμολόγιο ποσού 928,59 ευρώ, 4) το υπ’ αριθ. ……./17-032020 τιμολόγιο ποσού 84,61 ευρώ. Β) Από την «………….» : 1) το υπ’ αριθ. …/20-12-2019 τιμολόγιο ποσού 945,30 ευρώ, 2) το υπ’ αριθ. …/20-12-2019 τιμολόγιο ποσού 1.607,82 ευρώ, 3) το υπ’ αριθ. …/20-12-2019 τιμολόγιο ποσού 1.234,30 ευρώ, 4) το υπ’ αριθ. …/20-12-2019 τιμολόγιο ποσού 1.134,28 ευρώ, 5) το υπ’ αριθ. …./20-12-2019 τιμολόγιο ποσού 3.167,96 ευρώ, 6) το υπ’ αριθ. …../20-12-2019 τιμολόγιο ποσού 90,94 ευρώ, 7) το υπ’ αριθ. …../20-12-2019 τιμολόγιο ποσού 1.762,97 ευρώ, 8) το υπ’ αριθ. …../2-12-2020 τιμολόγιο ποσού 638,45 ευρώ, 9) το υπ’ αριθ. …./20-12-2019 τιμολόγιο ποσού 788,06 ευρώ, 10) το υπ’ αριθ. …/20-12-2019 τιμολόγιο ποσού 859,32 ευρώ, 11) το υπ’ αριθ. …/20-12-2019 τιμολόγιο ποσού 4.404,20 ευρώ. Γ) Από την «…………….» : 1) το υπ’ αριθ. …../08-03-2018 τιμολόγιο ποσού 2.092,14 ευρώ, 2) το υπ’ αριθ. ….-05-2018 τιμολόγιο ποσού 56,79 ευρώ, 3) το υπ’ αριθ. …./24-12-2018 τιμολόγιο ποσού 688,36 ευρώ, 4) το υπ’ αριθ. …../19-06-2019 τιμολόγιο ποσού -18,60 ευρώ, 5) το υπ’ αριθ. …./23-10-2019 τιμολόγιο ποσού 678 ευρώ, 6) το υπ’ αριθ. …./22-11-2019 τιμολόγιο ποσού -53,49 ευρώ. Δ) Από την «………………» : 1) το υπ’ αριθ. …./06-09-2017 τιμολόγιο ποσού 266,68 ευρώ, 2) το υπ’ αριθ. …./23-10-2017 τιμολόγιο ποσού 185,50 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α. σε όλα τα ανωτέρω τιμολόγια. Τα αναφερόμενα στα εν λόγω τιμολόγια εμπορεύματα, συνολικής αξίας 22.280,11 ευρώ, παραλήφθηκαν από το εναγόμενο Νοσοκομείο, όφειλε δε αυτό να τα εξοφλήσει μετά την πάροδο 60 ημερών από την έκδοσή τους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα τιμολόγια αυτά εκδίδονταν είτε κατά την ημέρα παράδοσης των πωλουμένων εμπορευμάτων, είτε περιοδικά, μετά από συνεχόμενες επιβεβαιωμένες παραδόσεις προϊόντων και έκδοση σχετικών δελτίων αποστολής και ως εκ τούτου το εναγόμενο είχε τη δυνατότητα να ελέγξει και να επιβεβαιώσει με τις αρμόδιες υπηρεσίες και υπαλλήλους του την ακριβή και ορθή παραλαβή των προϊόντων και τη λήψη των υπηρεσιών. Εξάλλου, για τις συμβάσεις πώλησης, για τις οποίες εκδόθηκαν τα υπ’ αριθ. …../20-12-2019 και ……/20-12-2019 τιμολόγια ποσού 3.167,96 ευρώ και 4.404,20 ευρώ αντίστοιχα, δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, καθόσον δεν προσκομίστηκαν έγγραφες συμβάσεις, ούτε έγγραφη πρόταση της πωλήτριας εταιρείας και συνεπώς οι εν λόγω συμβάσεις τυγχάνουν άκυρες, αφού το ποσό της καθεμίας απ’ αυτές υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ και για την έγκυρη σύναψή τους απαιτούνταν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, έγγραφη κατάρτισή τους. Για όλες δε τις υπόλοιπες συμβάσεις, για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προαναφερόμενα τιμολόγια, η αξία των οποίων για καθένα απ’ αυτά δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ, οι συμβάσεις πώλησης είναι έγκυρες, παρά την έλλειψη έγγραφου τύπου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει των από 05-05-2020, 27-07-2018, 11-06-2019 και 24-11-2017 συμβάσεων πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, οι ως άνω πωλήτριες εταιρείες εκχώρησαν προς την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα όλες τις χρηματικές απαιτήσεις τους από την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας κατά όλων των οφειλετών τους, που εδρεύουν ή κατοικούν στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, οι οποίες προέρχονται από συμβάσεις πώλησης αγαθών, παροχής υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργων, είτε υπήρχαν ήδη κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της σύμβασης είτε θα γεννιούνταν στο μέλλον κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης αυτής, όπως προκύπτει από το παράρτημα Α αυτών. Με την εν λόγω εκχώρηση μεταβιβάστηκαν και όλα ανεξαιρέτως τα παρεπόμενα δικαιώματα, τα οποία είτε συνόδευαν, είτε εξασφάλιζαν τις απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των πάσης φύσεως τόκων, καθυστερούμενων και μη. Ειδικότερα, η ως άνω σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων της εταιρείας «…………..» προς την ενάγουσα, επιδόθηκε νόμιμα : 1) Στον Διοικητή του εναγομένου ΝΠΔΔ , στην αρμόδια για την πληρωμή της δαπάνης Υπηρεσία του εναγομένου, Διεύθυνση Διοικητικού-Υποδιεύθυνση Οικονομικού-Προϊστάμενο Οικονομικής Υπηρεσίας-Γραφείο Χρηματικού-Λογιστήριο-Ταμειακή Υπηρεσία, στη Διοίκηση της 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου και στην Υπηρεσία Επιτρόπου της 1ης Υπηρεσίας Ελέγχου του Τομέα Υγείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. …/18-05-2020, …./18-05-2020, …../18-05-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ………… και από την υπ’ αριθ. ……./18-05-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ……………….. Επίσης, η αναγγελία εκχώρησης των απαιτήσεων της εταιρείας «………………..» επιδόθηκε νόμιμα στους ανωτέρω, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. ……/14-08-2018, …../14-08-2018, …../14-08-2018 ……/14-08-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ……………… Επιπλέον, η αναγγελία της σύμβασης εκχώρησης των απαιτήσεων της εταιρείας «……………………..» επιδόθηκε νόμιμα στους ανωτέρω, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. ……/26-06-2019, …../26-06-2019 και …………/26-06-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών …………….. και την υπ’ αριθ. …../26-06-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ……………. Εξάλλου, η αναγγελία εκχώρησης των απαιτήσεων της εταιρείας «………………………..» επιδόθηκε νόμιμα στους ανωτέρω, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. …./19-12-2017, …../19-12-2017, …./19-12-2017, …./19-12-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ………… Με τις ως άνω αναγγελίες συγκοινοποιήθηκε προς το εναγόμενο ΝΠΔΔ και εντολή καταβολής των ληξιπρόθεσμων οφειλών και αναλυτικός κατάλογος των ήδη γεγενημένων, κατά την υπογραφή των συμβάσεων, απαιτήσεων, οι οποίες αποτυπώνονται στα εκδοθέντα από τις ως άνω εκχωρήτριες εταιρείες τιμολόγια, τα οποία είχε παραλάβει το εναγόμενο ανεπιφύλακτα και μάλιστα είχαν υπογράψει οι αρμόδιοι υπάλληλοι αυτού. Μετά δε τις ανωτέρω νόμιμες αναγγελίες προς το εναγόμενο των συμβάσεων εκχώρησης των απαιτήσεων από τα ως άνω τιμολόγια πώλησης, αποκόπηκε κάθε δεσμός του τελευταίου με τις προμηθεύτριες (εκχωρήτριες) εταιρείες, ενώ η ενάγουσα κατέστη μοναδική δικαιούχος των απαιτήσεων που απορρέουν από τα επίδικα τιμολόγια, ως εκδοχέας αυτών, δυνάμενη να επιδιώξει δικαστικώς την καταβολή των οφειλομένων, νομιμοποιούμενη δε προς τούτο και σύμφωνα με ρητό όρο των προαναφερόμενων συμβάσεων εκχώρησης (παράρτημα Α). Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος-αντεφεσιβλήτου ότι η επίδικη απαίτηση δεν υφίσταται, καθόσον τα τιμολόγια των εταιρειών «……………….» και «………………….» δεν είναι καταχωρημένα στο μηχανογραφικό σύστημα του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος-αντεφεσιβλήτου είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι η καταχώριση στο μηχανογραφικό σύστημα είναι μια εσωτερική διαδικασία, η οποία από μόνη της δεν ασκεί επιρροή στην απόδειξη ύπαρξης της απαίτησης, αφού σχετίζεται αποκλειστικά με την εσωτερική λειτουργία του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος-αντεφεσιβλήτου. Περαιτέρω, το τελευταίο ισχυρίζεται ότι έχει προβεί στην καταβολή και πλήρη εξόφληση την 19-05-2020 των ένδικων τιμολογίων της εταιρείας «…………….», προσκομίζει δε προς τούτο το υπ’ αριθ. ……../13-05-2020 χρηματικό ένταλμα καθώς και το από 19-05-2020 αποδεικτικό μεταφοράς χρημάτων προς την ως άνω εταιρεία. Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, στις 18-05-2020 επιδόθηκε στο εναγόμενο ΝΠΔΔ η από 08-05-2020 αναγγελία εκχώρησης απαιτήσεων της ανωτέρω εταιρείας προς την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα. Επομένως, εφόσον το ως άνω χρηματικό ένταλμα πληρωμής εκδόθηκε πριν την αναγγελία εκχώρησης της απαίτησης, νομίμως το εναγόμενο ΝΠΔΔ προέβη στην καταβολή προς την ως άνω εταιρεία και ως εκ τούτου, λόγω μη μεταβίβασης των συγκεκριμένων απαιτήσεων προς την ενάγουσα, δεν θεμελιώνεται και δεν υφίσταται η επικαλούμενη με την ένδικη αγωγή σχετική απαίτηση αυτής κατά του πρώτου (εναγομένου). Επίσης, το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι έχει προβεί στην καταβολή και εξόφληση του υπ’ αριθ. ……./06-09-2017 τιμολογίου της εταιρείας «…….», ποσού 266,68 ευρώ, στις 29-12-2017 και προσκομίζει προς τούτο το υπ’ αριθ. ……./20-12-2017 χρηματικό ένταλμα και την από 28-12-2017 αίτηση για μεταφορά πίστωσης-έμβασμα. Το εν λόγω τιμολόγιο όμως περιλαμβάνεται στα αναγγελθέντα με την ως άνω από 19-12-2017 αναγγελία εκχώρησης απαιτήσεων, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο ΝΠΔΔ στις 19-12-2017, ήτοι πριν την έκδοση του αντίστοιχου χρηματικού εντάλματος (20-12-2017), με αποτέλεσμα το εναγόμενο να έχει λάβει γνώση της αναγγελίας εκχώρησης της απαίτησης και να έχουν επέλθει τα αποτελέσματα της εκχώρησης αυτής. Επομένως, η ενάγουσα είχε καταστεί η αποκλειστική δικαιούχος της εν λόγω απαίτησης και προς αυτήν έπρεπε να γίνει η σχετική καταβολή, η ίδια δε έχει αξίωση κατά του εναγομένου προς εξόφλησή της. Περαιτέρω, ενόψει της ως άνω ακυρότητας των συμβάσεων καθόσον αφορά τα τιμολόγια υπ’ αριθ. ……./20-12-2019 ποσού 3.167,96 ευρώ και ……/20-12-2019 ποσού 4.404,20 ευρώ, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ πλούτισε αδικαιολόγητα με ζημία της ενάγουσας, καθόσον έλαβε, δυνάμει άκυρων συμβάσεων πώλησης, εμπορεύματα αξίας 7.572 ευρώ, χωρίς να καταβάλει το αντάλλαγμα για την απόκτησή τους, εξοικονομώντας έτσι την αντίστοιχης αξίας δαπάνη για την απόκτησή τους δυνάμει έγκυρων συμβάσεων πώλησης. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα καθόσον αφορά τις ως άνω έγκυρες συμβάσεις πώλησης έχει δικαίωμα να λάβει από το εναγόμενο για καθεμία απ’ αυτές και καθένα από τα εκδοθέντα με βάση αυτές συνολικά 16 τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παράγραφος Ζ υποπαράγραφος Ζ5 του ν. 4152/2013, το ποσό των 40 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου σε ποσοστό 3,6%, σύμφωνα με το π.δ. 28 της 28.07.1931 «Περί Κώδικος των νόμων περί τελών χαρτοσήμου» (Κ.Ν.Τ.Χ.) και συνολικά ποσό 663,04 (41,44 Χ 16 συμβάσεις-τιμολόγια) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο τιμολόγιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ήτοι μετά παρέλευση εξήντα (60) ημερών από την έκδοση-παραλαβή των τιμολογίων από τις ως άνω εκχωρήτριες, με το προβλεπόμενο στο ν. 4152/2013 επιτόκιο. Επίσης, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι ως άνω επίδικες συμβάσεις καταρτίστηκαν χωρίς τη διαδικασία δημοσίων προμηθειών κατόπιν παραγγελιών του εναγομένου ΝΠΔΔ και δεν περιέχουν ρήτρες που προβλέπονται κανονιστικά και παρεκκλίνουν από το κοινό δίκαιο και δημιουργούν υπέρ του εν λόγω ΝΠΔΔ τη δυνατότητα να επεμβαίνει μονομερώς στη σύμβαση, έτσι ώστε να βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση απέναντι στην αντισυμβαλλόμενη του εταιρεία, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στο δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό, προϋπόθεση από την οποία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, εξαρτάται ο χαρακτηρισμός μίας σύμβασης ως διοικητικής. Επομένως, η ένδικη αγωγή για πληρωμή του τιμήματος των ως άνω συναφθεισών συμβάσεων πωλήσεως ιατρικών ειδών δεν δημιουργεί διοικητική διαφορά ουσίας, καθόσον δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, η οποία να συνδέει τους διαδίκους, αλλά κοινή σύμβαση πώλησης που διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο και δεν είναι διοικητική σύμβαση κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 1406/1983, η διαφορά δε που απορρέει απ’ αυτή (σύμβαση) αποτελεί ιδιωτική διαφορά που υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος-αντεφεσιβλήτου ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του, η ένδικη αξίωση ως απορρέουσα από διοικητική σύμβαση δημιουργεί διοικητική διαφορά ουσίας υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Εξάλλου, η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, περέχουσα όλα τα αναγκαία από τις ως άνω διατάξεις στοιχεία για τη θεμελίωση των αξιούμενων με αυτή απαιτήσεων, χωρίς να ανακύπτει ζήτημα αοριστίας αυτής από τη μη αναφορά του χρόνου της εκχώρησης στην ενάγουσα των επιδίκων απαιτήσεων και των σχετικών κοινοποιήσεων, καθώς και του χρόνου και των προσώπων στα οποία παραδόθηκαν τα πωληθέντα εμπορεύματα, στοιχεία που μπορούσαν να προκύψουν και προέκυψαν πράγματι από την αποδεικτική διαδικασία και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος-αντεφεσιβλήτου. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι τα ως άνω αναφερόμενα πωληθέντα προϊόντα παραλήφθηκαν από τους νομίμους εκπροσώπους (υπαλλήλους) του εναγομένου ΝΠΔΔ, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή στο γεγονός αυτό το ότι αυτά δεν καταχωρήθηκαν στο μηχανογραφικό σύστημα του Νοσοκομείου, ενώ επίσης ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτά έχουν εξοφληθεί και συνεπώς είναι αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος-αντεφεσιβλήτου. Επίσης, με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα ουδόλως αποδείχθηκε και είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος-αντεφεσιβλήτου περί καταχρηστικότητας άσκησης της ένδικης αγωγής εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης-αντενάγουσας με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση των νομίμων διαδικασιών, ενώ γνώριζε, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι δεν παραδόθηκαν τα επίδικα προϊόντα, τα οποία δεν είχαν καταχωρηθεί στο μηχανογραφικό του σύστημα, αλλά και ότι τα λοιπά εξοφλήθηκαν πριν την αναγγελία της απαίτησης. Περαιτέρω, όσον αφορά τους οφειλόμενους τόκους : α) για την ως άνω απαίτηση της ενάγουσας ύψους 12.585,12 ευρώ από τις αναφερόμενες έγκυρες συμβάσεις, για τις οποίες εκδόθηκαν τα προαναφερόμενα τιμολόγια, αυτοί (τόκοι) καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο πρώτο του ν. 4152/2013 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ΄: ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2011/7 ΤΗΣ 16ης ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011 ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΣΤΙΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ – ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.5 : ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΑΡΧΩΝ (Άρθρο 4 Οδηγίας 2011/7), μετά την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία παράδοσης των πωληθέντων πραγμάτων με το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο αυτό, πλέον του τόκου επιδικίας κατ’ άρθρο 346 ΑΚ και β) για την ως άνω απαίτηση της ενάγουσας ύψους 7.572 ευρώ από τις αναφερόμενες άκυρες συμβάσεις, για τις οποίες εκδόθηκαν τα προαναφερόμενα τιμολόγια, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αυτοί (τόκοι) καθορίζονται σε ποσοστό 6% ετησίως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, κατ’ άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 και μέχρι την εξόφληση. Ο ισχυρισμός του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος-αντεφεσιβλήτου ΝΠΔΔ ότι ο ως άνω νόμιμος τόκος υπερημερίας για την πιο πάνω αξίωση της ενάγουσας (από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) σε βάρος του πρέπει να προσδιοριστεί σε ποσοστό 3% ετησίως, καθόσον συντρέχει προφανής λόγος δημοσίου συμφέροντος για την προνομιακή μεταχείριση αυτού έναντι των ιδιωτών αντιδίκων του είναι αβάσιμος, καθόσον δεν αποδείχθηκε η συνδρομή στην παρούσα περίπτωση και υπόθεση λόγων δημοσίου συμφέροντος για την προνομιακή μεταχείριση τούτου (εναγομένου ΝΠΔΔ). Με βάση τα παραπάνω είναι και κατ’ ουσίαν βάσιμη η ένδικη αγωγή ως προς την κύρια βάση της και καθ’ όσον αφορά τις έγκυρες συμβάσεις, για τις οποίες εκδόθηκαν τα εξής τιμολόγια των παραπάνω εταιρειών, ήτοι : 1) …./20-12-2019 ποσού 945,30 ευρώ, 2) …./20-12-2019 ποσού 1.607,82 ευρώ, 3) …/20-12-2019 ποσού 1.234,30 ευρώ, 4) ……/20-12-2019 ποσού 1.134,28 ευρώ, 5) …/20-12-2019 ποσού 90,94 ευρώ, 6) …/20-12-2019 ποσού 1.762,97 ευρώ, 7) …/20-12-2019 ποσού 638,45 ευρώ, 8) …/20-12-2019 ποσού 788,06 ευρώ, 9) …/20-12-2019 ποσού 859,32 ευρώ, 10) …/08-03-2018 ποσού 2.092,14 ευρώ, 11) …/21-05-2018 ποσού 56,79 ευρώ, 12) …/24-12-2018 ποσού 688,36 ευρώ, 13) …/19-06-2019 ποσού -18,60 ευρώ, 14) …./23-10-2019 ποσού 678 ευρώ, 15) …/22-11-2019 ποσού -53,49 ευρώ, 16) …./06-09-2017 ποσού 266,68 ευρώ και 17) …/23-10-2017 ποσού -185,50 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. σε όλα τα ανωτέρω τιμολόγια. Έτσι, είναι υποχρεωμένο το εναγόμενο ΝΠΔΔ να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 12.585,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο Παράγραφος Ζ Υποπαράγραφος Ζ5 του ν. 4152/2013, μετά την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία παράδοσης των πωληθέντων με το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο αυτό, πλέον του τόκου επιδικίας κατ’ άρθρο 346 ΑΚ. Επίσης, ενόψει της ως άνω ακυρότητας των συμβάσεων καθόσον αφορά τα τιμολόγια υπ’ αριθ. ……./20-12-2019 ποσού 3.167,96 ευρώ και …./20-12-2019 ποσού 4.404,20 ευρώ και του προαναφερόμενου αδικαιολόγητου πλουτισμού του εναγομένου ΝΠΔΔ σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, η κρινόμενη αγωγή είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμη ως προς την κύρια βάση της για τις συμβάσεις αυτές, ως προς την επικουρική της βάση όμως του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως προς τις εν λόγω συμβάσεις, αυτή (αγωγή) είναι βάσιμη και κατ’ ουσίαν και είναι υποχρεωμένο το εναγόμενο ΝΠΔΔ να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσόν των 7.572 ευρώ, με το νόμιμο τόκο (6% ετησίως) από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974) και μέχρι την εξόφληση.
Περαιτέρω, ενόψει των προεκτεθέντων είναι εν μέρει και κατ’ ουσίαν βάσιμη η ένδικη αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά την κατ’ αποκοπή αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης με βάση το ν. 4152/2013 και για το ποσό των 40 ευρώ για καθένα από τα συνολικά 16 τιμολόγια, πλέον τέλους χαρτοσήμου σε ποσοστό 3,6%, και συνολικά για το ποσό 663,04 (41,44 ευρώ Χ 16 συμβάσεις-τιμολόγια) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο τιμολόγιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ήτοι μετά παρέλευση εξήντα (60) ημερών από την έκδοση-παραλαβή των τιμολογίων από τις ως άνω εκχωρήτριες, με το προβλεπόμενο στο ν. 4152/2013 επιτόκιο.
V. Με βάση τα παραπάνω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε, όπως ήδη εκτέθηκε, σχετικά με την ένδικη αγωγή και καθόσον αφορά τα κεφάλαια αυτής που αναφέρονται στις ως άνω έγκυρες συμβάσεις με βάση τα προαναφερόμενα τιμολόγια καθώς και τις ως άνω άκυρες συμβάσεις με βάση τα προαναφερόμενα τιμολόγια και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα τα ποσά των 12.585,12 και 7.572 ευρώ αντίστοιχα, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται και συμπληρώνονται με την παρούσα, και ως εκ τούτου είναι αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της ως άνω από 08-11-2022 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ……………./11-11-2022 έφεσης του εν μέρει ηττηθέντος εναγομένου. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.
Περαιτέρω, ως προς το κεφάλαιο της ένδικης αγωγής που αφορά την πάγια αποζημίωση με βάση το ν. 4152/2013, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις και δέχθηκε ότι ο ενάγων έχει δικαίωμα να λάβει πάγια αποζημίωση με βάση το ν. 4152/2013 ύψους 40 ευρώ για το σύνολο των ως άνω συμβάσεων, που έχουν καταρτιστεί μεταξύ των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας και του εναγομένου ΝΠΔΔ, ενώ αυτή έχει δικαίωμα να λάβει το ως άνω ποσό των 40 ευρώ για καθένα από τα συνολικά αναφερόμενα 16 τιμολόγια, πλέον τέλους χαρτοσήμου σε ποσοστό 3,6%, και συνολικά το ποσό των 663,04 (41,44 Χ 16 συμβάσεις-τιμολόγια) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο τιμολόγιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ήτοι μετά παρέλευση εξήντα (60) ημερών από την έκδοση-παραλαβή των τιμολογίων από τις ως άνω εκχωρήτριες, με το προβλεπόμενο στο ν. 4152/2013 επιτόκιο. Επομένως, είναι βάσιμοι οι λόγοι της πιο πάνω αντέφεσης της ενάγουσας και πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και κατ’ ουσίαν, να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην αντεκκαλούσα (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, προκειμένου για το ενιαίο του εκτελεστού τίτλου να εκδοθεί μία απόφαση που θα περιλαμβάνει και τα μη μεταρρυθμιζόμενα κεφάλαια, αναγκαίως δε θα εξαφανιστεί και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων, τα οποία θα καθοριστούν εξ αρχής (ΑΠ 216/2023, ΑΠ 192/1998). Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο Δικαστήριο αυτό, πρέπει η από 15-05-2021 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ……../31-05-2021 αγωγή, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων που αναφέρθηκαν παραπάνω, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 361, 513 επ. 341, 345, 455 επ του ΑΚ, Ν. 3867/2010, 66 παρ. 28 του Ν. 3984/2011, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί το εναγόμενο (εκκαλούν-αντεφεσίβλητο) να καταβάλει στην ενάγουσα (εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα) : α) το ποσό των δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και δώδεκα λεπτών (12.585,12), με το νόμιμο τόκο σύμφωνα με το άρθρο πρώτο Παράγραφος Ζ του ν. 4152/2013, μετά την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία παράδοσης των πωληθέντων, με το επιτόκιο που ορίζεται στο νόμο αυτό, πλέον του τόκου επιδικίας από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, β) το ποσόν των επτά χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα δύο (7.572) ευρώ, με το νόμιμο τόκο (6% ετησίως) από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και γ) το ποσό των εξακοσίων εξήντα τριών ευρώ και τεσσάρων λεπτών (663,04), με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο τιμολόγιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ήτοι μετά παρέλευση εξήντα (60) ημερών από την έκδοση-παραλαβή των τιμολογίων από τις ως άνω εκχωρήτριες, με το προβλεπόμενο στο ν. 4152/2013 επιτόκιο και μέχρι την εξόφληση. Εξάλλου, πρέπει να καταδικαστεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ-εκκαλούν-αντεφεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας-εφεσίβλητης-αντεκκαλούσας για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας, δεδομένου ότι η αγωγή της έγινε εν μέρει δεκτή (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το εναγόμενο-εκκαλούν-αντεφεσίβλητο ναι μεν αποτελεί ΝΠΔΔ και έχει τα προνόμια ατελειών και απαλλαγών του Δημοσίου (άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το ΝΣΚ, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 830/2025, ΑΠ 960/2024, ΑΠ 1166/2923, ΑΠ 431/2018, ΑΠ 1492/2017).
Γ Ι Α Τ Ο Υ Σ Λ Ο Γ Ο Υ Σ Α Υ Τ Ο Υ Σ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων : Α) την από 08-11-2022 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ……/11-11-2022 έφεση και Β) την από 27-07-2023 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ενώπιον του Εφετείου Πειραιά ……/28-07-2023 αντέφεση κατά της υπ’ αριθ. 2743/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 08-11-2022 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά …………../11-11-2022 έφεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 27-07-2023 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ενώπιον του Εφετείου Πειραιά …………/28-07-2023 αντέφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθ. 2743/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 15-05-2021 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ………../31-05-2021 αγωγή.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το εναγόμενο (εκκαλούν-αντεφεσίβλητο) να καταβάλει στην ενάγουσα (εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα) : α) το ποσό των δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και δώδεκα λεπτών (12.585,12), με το νόμιμο τόκο σύμφωνα με το με το άρθρο πρώτο Παράγραφος Ζ του ν. 4152/2013, μετά την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία παράδοσης των πωληθέντων, με το επιτόκιο που ορίζεται στο νόμο αυτό, πλέον του τόκου επιδικίας από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, β) το ποσόν των επτά χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα δύο (7.572) ευρώ, με το νόμιμο τόκο (6% ετησίως) από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και γ) το ποσό των εξακοσίων εξήντα τριών ευρώ και τεσσάρων λεπτών (663,04), με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο τιμολόγιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ήτοι μετά παρέλευση εξήντα (60) ημερών από την έκδοση-παραλαβή των τιμολογίων από τις ως άνω εκχωρήτριες, με το προβλεπόμενο στο ν. 4152/2013 επιτόκιο και μέχρι την εξόφληση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το εναγόμενο-εκκαλούν-αντεφεσίβλητο ΝΠΔΔ σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας-εφεσίβλητης-αντεκκαλούσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, που ορίζει σε οκτακόσια ( 800 ) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αντεκκαλούσα του κατατεθέντος ηλεκτρονικού παραβόλου άσκησης της αντέφεσης με αριθ. ……………………..
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 21Απριλίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ