Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 257/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ                          

Αριθμός Απόφασης   257 /2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 4ο

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη, Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ε.Δ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των καλούντων-εφεσίβλητων: 1) …………2) ………….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μαρινάρο.

Της καθ΄ης κλήση-εκκαλούσας: ……………., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Βασιλική Νατσαρίδου.

Η ενάγουσα με την από  6/2/2006 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2006) αγωγή της κατά της …………….., απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3037/2009 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την υπό κρίση από 25/1/2010 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης ……/2010 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. ……./2010 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η 4/11/2010, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της διεξαγωγής των δημοτικών εκλογών, ενώ στις 24/2/2009 είχε ήδη αποβιώσει η ανωτέρω εναγομένη. Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 14/11/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……………/2024) κλήση των κληρονόμων της ανωτέρω εναγομένης, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η 2/10/2025 και μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά  τη  συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση, με την από 14/11/2024 κλήση (αριθμ. εκθ. καταθ. ………./2024), η από 25/1/2010 (αριθμ. εκθ. καταθ. …./2010) έφεση της καθ’ ης η κλήση-εκκαλούσας κατά της υπ’ αριθμ. 3037/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία απέρριψε την από 6/2/2006 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……/2006) αγωγή.

Κατά το άρθρο 62 εδαφ. α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 του ΑΚ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 313 παρ.1 εδαφ. δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι, εάν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (προτού αποπερατωθεί η δίκη αμετακλήτως), εάν μεν ο θάνατός του επήλθε μέχρι πέρατος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε τηρουμένων και των λοιπών νομίμων διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι της νόμιμης επανάληψης διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες. Αν, όμως, ο θάνατος έλαβε χώρα μετά το πέρας της συζήτησης εκείνης, τότε, εφόσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, τα ένδικα μέσα ασκούνται από τους καθολικούς διαδόχους (κληρονόμους) του αποβιώσαντος ή, αντίστοιχα, απευθύνονται κατά των καθολικών διαδόχων αυτού. Εξ όσων προεκτέθηκαν συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την έφεση ειδικότερα ορίζει το άρθρο 516 του ΚΠολΔ. Συνεπώς, η έφεση που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της (και δη κατά την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το άρθρο 495 του ΚΠολΔ), είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 45/2018, ΑΠ 672/2018, ΑΠ 1611/2011, ΑΠ 448/2011, ΑΠ 1641/2006 ΤΝΠ Nomos). Στην περίπτωση αυτή, στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του ήδη αποβιώσαντος διαδίκου, είτε αυτοβούλως με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου ότι συνεχίζουν τη δίκη, είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του ΚΠολΔ προϋποθέτουν επελθόντα θάνατο του διαδίκου μετά την άσκηση της διαδικαστικής πράξης, και νομίμως αρξαμένη εκκρεμή δίκη, και κατά συνέπεια αυτοί απαραδέκτως συμμετέχουν στη δίκη ως κληρονόμοι του προαποβιώσαντος διαδίκου (ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 1729/2019, ΑΠ 234/2018 ΤΝΠ Nomos). Περαιτέρω, η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση στον αντίδικο του λόγου της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που, μέχρι τη στιγμή του θανάτου του διαδίκου, ήταν πληρεξούσιός του. Η επανάληψη μπορεί να γίνει εκουσίως από τους κληρονόμους του θανόντος, με δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης για συζήτηση, ακόμη και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, αλλά και με την επίδοση ιδιαίτερου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, ακόμη και σιωπηρά με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 517 εδαφ. α ΚΠολΔ, η έφεση απευθύνεται κατ’ εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, σε περίπτωση θανάτου κάποιου απ’αυτούς, κατά των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο εκκαλών, πριν από την άσκηση της έφεσης, είχε λάβει, με οποιονδήποτε τρόπο, γνώση του θανάτου του (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 619/2022, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016, ΑΠ 638/2016, ΑΠ 826/2015, ΑΠ 1258/2015, ΕΑ 426/2022, ΕφΠειρ 348/2021, ΕφΠειρ 56/2016, ΕφΠειρ 206/2016 όλες σε ΤΝΠ Nomos, ΕφΠατρ 910/2006 ΑχΝομ 2077.388). Διαφορετικά, η έφεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς, δηλαδή, ο εκκαλών να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτησή της με τους καθολικούς διαδόχους (κληρονόμους) του θανόντος, οι οποίοι καλούνται ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση για την ουσία της υπόθεσης. Αν, όμως, ο θάνατος του διαδίκου είχε γνωστοποιηθεί στον εκκαλούντα πριν από την άσκηση της έφεσης με οποιονδήποτε τρόπο και, παρόλα αυτά, η έφεση ασκήθηκε κατά του θανόντος, τότε είναι άκυρη, αφού στρέφεται κατά ανύπαρκτου, σύμφωνα με το άρθρο 35 του ΑΚ, προσώπου, και απορρίπτεται ως απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του δικογράφου της. Η ακυρότητα, για τις παραπάνω αιτίες, επειδή ανάγεται στην έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος (άρθρο 62 του ΚΠολΔ), εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρα 73, 517, 524 του ΚΠολΔ), εφόσον από τα στοιχεία που προσκομίζονται από τους διαδίκους προκύπτουν οι σχετικές προϋποθέσεις, ήτοι να προηγήθηκε της άσκησης της έφεσης ο θάνατος του εφεσιβλήτου και ο εκκαλών, κατά την άσκηση της έφεσης, να γνώριζε το γεγονός τούτο, ενώ, προκειμένου να ασκηθεί έγκυρα η έφεση κατά του αντιδίκου του εκκαλούντος, δεν απαιτείται να γνωρίζει ο εκκαλών ότι ο αντίδικός του αυτός βρίσκεται, κατά την άσκηση της έφεσης, στη ζωή, αφού, αντίθετα, ο νόμος απαιτεί τη γνώση του θανάτου του, ως προϋπόθεση ακυρότητας της έφεσης, όταν αυτή ασκείται, παρά το θάνατό του, εναντίον του (ΑΠ 715/2020, ΑΠ 304/2018, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 584/2019, ΑΠ 1124/2019, ΑΠ 1257/2019, ΑΠ 1338/2019, ΑΠ 45/2018, ΑΠ 204/2018, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016 ΤΝΠ Nomos).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η εναγομένη και εφεσίβλητη, …………, το γένος ……….. απεβίωσε στις 24/2/2009 (όπως προκύπτει από το αντίγραφο της υπ’ αριθμ. …………/2009 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου Δραπετσώνας), ήτοι προ της εκδόσεως της εκκαλουμένης υπ’ αριθμ. 3037/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και μετά από την προφορική συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (στις 27/9/2007), ύστερα από την οποία εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη οριστική απόφαση, ενώ η εκκαλούσα στις 28/1/2010 άσκησε την υπό κρίση έφεση, της οποίας ορίσθηκε αρχική δικάσιμος η 4η/11/2010, κατά την οποία η συζήτηση της έφεσης ματαιώθηκε, λόγω της διενέργειας των δημοτικών εκλογών. Οι εκ διαθήκης κληρονόμοι της ανωτέρω εναγομένης με την από 14/11/2024 (αριθ. εκθ. κατ. ………./2024) κλήση τους, επανέφεραν προς συζήτηση την έφεση μετά τη ματαίωση της συζήτησής της, δηλώνοντας ότι ως καθολικοί διάδοχοι της εναγομένης υπεισέρχονται στη θέση της (σχετ. το επικυρωμένο αντίγραφο της υπ’ αριθμ. ……../2009 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου Δήμου Δραπετσώνας, επικυρωμένο αντίγραφο της υπ’ αριθμ. …………/2008 δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Νίκαιας ………., τα υπ’ αριθμ. 889/2009 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς περί δημοσίευσης της ανωτέρω διαθήκης, το υπ’ αριθμ. πρωτ. ………/18-12-2009 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Δραπετσώνας, τα υπ’ αριθμ. πρωτ. …./2026 και …../2026 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά και το υπ’ αριθμ. πρωτ. ……./2026 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών), ενώ την κληρονομική ιδιότητα αυτών δεν αμφισβήτησε η εκκαλούσα. Συνεπώς, η δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους  ανωτέρω κληρονόμους της εφεσίβλητης, ενώ από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους, ενόψει και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των παρισταμένων εφεσίβλητων για γνωστοποίηση στην εκκαλούσα του θανάτου τούτου κατά το προ της ασκήσεως της έφεσης χρονικό διάστημα, συνάγεται απόδειξη ότι η εκκαλούσα δεν είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του εν λόγω θανάτου προ της ασκήσεως της έφεσης (ΑΠ 619/2022, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 913/2009). Και τούτο διότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι η εκκαλούσα, κατά την άσκηση της έφεσης, γνώριζε το θάνατο της εφεσίβλητης, οι δε κληρονόμοι της παρίστανται νομίμως στη θέση της κληρονομηθείσης διαδίκου και δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη. Επομένως, η έφεση είναι έγκυρη, κατά το μέρος που στρέφεται κατά προσώπου που είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της και μπορεί να χωρήσει νομίμως η συζήτηση επί της έφεσης, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας.

Κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 3994/2011, που ισχύει από 25/7/2011, στην αρμοδιότητα των μονομελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων και στην αρμοδιότητα των τριμελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 72 παρ. 4 του ιδίου νόμου, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση. Ρητώς δε ορίζεται στο άρθρο 72 παρ. 13 του ιδίου ως άνω νόμου, ότι στην αρμοδιότητα των μονομελών δικαστηρίων του άρθρου 19 του ΚΠολΔ υπάγονται εφέσεις που ασκούνται μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι η έφεση που ασκήθηκε με δικόγραφο, που κατατέθηκε στο πρωτότυπο στην γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 495 ΚΠολΔ), πριν από την ισχύ του ως άνω νόμου (25/7/2011), υπάγεται στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου, κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ του προγενέστερου δικαίου, κατά το οποίο στην αρμοδιότητα των εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των πολυμελών και μονομελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους (ΑΠ 457/2017, ΕφΑιγ 64/2019, Εφ Πατρ 171/2019, Εφ Πατρ 220/2018 ΤΝΠ Nomos).

Η  υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 3037/2022 οριστικής αποφάσεως (άρθρο 513 παρ. 1 β ΚΠολΔ) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, ως ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης απόφασης, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 παρ.2, σε συνδ. με 72 παρ.13 του Ν.3994/2011, ΦΕΚ Α 165/25-7-2011), σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην παραπάνω νομική σκέψη, καθώς η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε στις 28/1/2010. Περαιτέρω, η έφεση έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, προ πάσης επιδόσεως (καθώς από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης), κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 10/6/2009, η δε κατ’ αυτής έφεση ασκήθηκε πριν την πάροδο τριετίας από την ως άνω δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφαση (άρθρο 518 ΚΠολΔ, ως ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης, άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ), στις 28/1/2010. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ανωτέρω διαδικασία (άρθρα 522, 524 παρ.1, 2, 533 παρ.1), με την επισήμανση ότι κατά τον χρόνο κατάθεσης της κρινόμενης έφεσης δεν απαιτούνταν η καταβολή παράβολου (όπως ορίζεται από την παράγραφο 4 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 του Ν.4055/6-7-2012, με έναρξη ισχύος από 2/4/2012).

Η ενάγουσα με την από 6/2/2006 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……/2006) αγωγή της, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε, εκθέτει ότι ο …….., κάτοικος όσο ζούσε Δραπετσώνας, κατά τον χρόνο του θανάτου του είχε στην κυριότητα και νομή του ποσοστό 1/2, εξ αδιαιρέτου, επί οικοπέδου επιφάνειας 120 τ.μ. στη Δραπετσώνα με διώροφη οικοδομή, που περιήλθε σε αυτόν με αγορά το 1972. Ότι, ο ανωτέρω, που ήταν πατέρας της και πρώην σύζυγος της μητέρας της, απεβίωσε το έτος 2004, δυνάμει δε της από 10/9/2002 ιδιόγραφης διαθήκης του, η οποία δημοσιεύτηκε με τα υπ’ αριθ. …../2004 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατέλιπε ολόκληρο το ποσοστό του εξ αδιαιρέτου, επί του προαναφερθέντος ακινήτου, στη σύζυγό του, εναγομένη, ενώ στο τέκνο του (ενάγουσα) από προηγούμενο γάμο του, δεν κατέλιπε τίποτα και την αποκλήρωσε με την έκφραση «…Στην κόρη μου που είχα από την πρώτη μου γυναίκα δεν αφήνω τίποτα, επειδή έχουμε να συναντηθούμε 40 χρόνια». Ότι έκτοτε η εναγομένη κατέχει την καταληφθείσα σε αυτήν κληρονομιά, ως κληρονόμος, αρνούμενη να αναγνωρίσει και να αποδώσει σε αυτήν (ενάγουσα), το μισό, της εξ αδιαθέτου μερίδας της επί της κληρονομιάς, που συνιστά την νόμιμη μοίρα της, και αντιστοιχεί σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου 3/8. Ότι αποδέχθηκε την παραπάνω κληρονομιά και μετέγραψε αρμοδίως την γενομένη αποδοχή. Ότι, τέλος, κατά τον χρόνο θανάτου του πατέρα της, η (αγοραία) αξία του όλου κλήρου (ήτοι του ½ του ανωτέρω ακινήτου) ανερχόταν στο ποσό των 56.000 ευρώ και η αξία της νόμιμης μοίρας της στο ποσό των 21.000 ευρώ. Ενόψει δε όλων αυτών ζητεί: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της περί αποκληρώσεώς της διατάξεως της από 10/9/2002 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος το 2004 πατρός της, β) να αναγνωριστεί νόμιμος μεριδούχος, κατά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου, επιπρόσθετα δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της το αποδώσει με αποβολή της από το ακίνητο, γ) επικουρικά δε, σε περίπτωση αδυναμίας  αυτούσιας απόδοσης, να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 21.000 ευρώ, δ) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, πλην του ανωτέρω επικουρικού αιτήματος, περί καταβολής της αγοραίας αξία του ακινήτου που περιγράφεται στην αγωγή, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της προσβάλλει την απόφαση αυτή και παραπονείται για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η απόφαση ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή της και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη (στη θέση της οποίας έχουν υπεισέλθει πλέον οι κληρονόμοι της, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω) στα δικαστικά της έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1839 και 1843 ΑΚ προκύπτει ότι ο δικαιούμενος νόμιμη μοίρα τη λαμβάνει και εναντίον της θέλησης του διαθέτη, αλλά ο τελευταίος, με διάταξη τελευταίας βούλησης, μπορεί να στερήσει το δικαιούχο της νόμιμης μοίρας του και μόνο για ορισμένους λόγους, οι οποίοι περιοριστικά αναφέρονται στον νόμο και ειδικότερα στο άρθρο 1840 ΑΚ (αποκλήρωση υπό στενή έννοια) και οι οποίοι πρέπει να υπάρχουν κατά το χρόνο που συντάσσεται η διαθήκη (ΑΠ 22/2019, ΑΠ 5/2019, ΑΠ 146/2009, Εφ.Αθ. 1223/2024 ΤΝΠ Nomos). Ειδικότερα, στο ως άνω άρθρο (1840 ΑΚ) ορίζεται ότι: «Ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει τον κατιόντα αν: 1. Επιβουλεύθηκε τη ζωή του διαθέτη, του συζύγου ή άλλου κατιόντος του διαθέτη, 2. Προκάλεσε με πρόθεση σωματικές κακώσεις στον διαθέτη ή στον σύζυγό του, από τον οποίο κατάγεται ο κατιών, 3. Έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση, κατά του διαθέτη ή του συζύγου του, 4. Αθέτησε κακόβουλα την  υποχρέωση που είχε από τον νόμο να διατρέφει τον διαθέτη, 5. Ζει βίο άτιμο ή ανήθικο, παρά τη θέληση του διαθέτη. Η αποκλήρωση για τον λόγο αυτό είναι άκυρη, αν ο κατιών κατά τον θάνατο του διαθέτη έχει οριστικά εγκαταλείψει τον άτιμο ή ανήθικο βίο». Όσον αφορά δε την αναφορά του λόγου της αποκλήρωσης στη διαθήκη, γίνεται δεκτό ότι η σχετική μνεία μπορεί να γίνει είτε με τη χρησιμοποίηση των λεκτικών εκφράσεων του νόμου ή και με τη χρησιμοποίηση λεκτικών όρων ταυτόσημων κατά την έννοια προς τους όρους του νόμου, το οποίο συμβαίνει, όταν οι όροι που χρησιμοποιούνται στη διαθήκη έχουν σαφώς καθορισμένη και κοινώς ή ευρέως παραδεδεγμένη σημασία, ταυτιζόμενη προς εκείνη των όρων του νόμου, είτε και με την επίκληση στη διαθήκη ορισμένων πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν ανενδοίαστα σε κάποια από τις νόμιμες περιπτώσεις αποκλήρωσης (ΑΠ 1420/1981 ΕΕΝ 1982.822, Εφ.Αθ. 1223/2024 ΤΝΠ Nomos). Για να είναι έγκυρη η αποκλήρωση με την στενή έννοια, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) να γίνει με διάταξη τελευταίας βούλησης (διαθήκη), β) να υπάρχει βούληση του διαθέτη να στερήσει τον κατιόντα του από τη νόμιμη μοίρα του, η οποία μπορεί να έχει διατυπωθεί ρητά (με τον όρο «αποκληρώνω» ή άλλη παρεμφερή έκφραση, όπως π.χ. «στερώ από τη νόμιμη μοίρα») ενδέχεται, όμως, και να προκύπτει ερμηνευτικά από το περιεχόμενο της διαθήκης, γ) να συντρέχει λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 ΑΚ, των οποίων αποκλείεται η διεύρυνση ή η αναλογική εφαρμογή και σε άλλες περιπτώσεις αποδοκιμαστέας συμπεριφοράς του κατιόντος προς τον διαθέτη και την οικογένειά του, δ) να αναφέρεται ο λόγος αποκλήρωσης στη διαθήκη, έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου, ως προς το ποιον από τους προβλεπόμενους λόγους αποκλήρωσης εννοεί ο διαθέτης, ε) να υφίσταται ο λόγος αποκλήρωσης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι το θάνατο του διαθέτη και στ) να μην έχει δοθεί συγγνώμη εκ μέρους του τελευταίου (ΑΠ 5/2019 ό.π., ΕφΑθ 1223/2024 ό.π., ΕφΑθ 4000/2008 ΕλλΔνη 2008.1515, ΕφΑθ. 4632/2007 ΕλλΔνη 2008.281). Αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, όπως συμβαίνει, όταν η αποκλήρωση έγινε χωρίς νόμιμο λόγο ή όταν ο λόγος της αποκλήρωσης που αναφέρεται στη διαθήκη δεν είναι αληθινός ή έγινε για λόγο, για τον οποίο έχει δοθεί συγγνώμη, η αποκλήρωση είναι άκυρη και ισχύει ως αποκλεισμός του μεριδούχου από την εξ αδιαθέτου διαδοχή. Στην περίπτωση αυτή ο αποκληρωθείς λαμβάνει τη νόμιμη μοίρα του, που είναι το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας του, αλλά όχι πλέον αυτής, διότι κατά το επιπλέον διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις της διαθήκης, εφόσον δεν γίνεται επίκληση και δεν αποδεικνύεται νόμιμος λόγος ακυρότητας ή ακυρώσιμου της διαθήκης (ΑΠ 5/2019 ό.π., ΑΠ 1349/2005 ΤΝΠ Nomos, ΕφΑθ 1223/2024 ό.π.). Σε περίπτωση αποκλήρωσης, ο αποκληρωθείς μπορεί να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση της αβασιμότητας – αναλήθειας και ανυπαρξίας των αναφερομένων στη διαθήκη λόγων αποκλήρωσης και επομένως ακυρότητας της αποκλήρωσής του από τη νόμιμη μοίρα λόγω μη συνδρομής των παραπάνω επικληθέντων λόγων, με σκοπό την αναγνώριση περαιτέρω του κληρονομικού του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας (ΑΠ 5/2019 ό.π., ΑΠ 1708/2018 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 766/2004 ΕλλΔνη 46.454, Εφ.Αθ. 1223/2024 ό.π.). Αίτημα, επομένως, της αγωγής η οποία ερείδεται στο άρθρο 1840 ΑΚ είναι η αναγνώριση της ακυρότητας της αποκλήρωσης, εφόσον δε αναγνωρισθεί τελεσιδίκως η ακυρότητα αυτή, ο μεριδούχος λαμβάνει αυτοδικαίως το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του επί της κληρονομίας του διαθέτη ή το ελλείπον και όχι την εξ αδιαθέτου μερίδα του, αφού σκοπός του διαθέτη με την αποκλήρωση είναι να στερήσει στο νόμιμο μεριδούχο το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του (Ολ.ΑΠ. 935/1975, ΑΠ 5/2019 ό.π.). Ο επικαλούμενος δε την αποκλήρωση υποχρεούται να αποδείξει τον λόγο αυτής, ώστε σε περίπτωση έγερσης αναγνωριστικής αγωγής με βάση την ανυπαρξία ή την αναλήθεια του λόγου της αποκλήρωσης, ο εναγόμενος, δηλαδή εκείνος που ωφελείται από τη διαθήκη που περιέχει τη διάταξη για την αποκλήρωση, οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη ή την αλήθεια του λόγου της αποκλήρωσης (ΑΠ 1281/1993 ΕλλΔνη 36.124, Εφ.Αθ. 1223/2024 ό.π.). Αν δεν αποδεικνύεται ο λόγος αυτός και είναι αναληθής ή η αποκλήρωση έγινε χωρίς νόμιμο λόγο, η αποκλήρωση είναι άκυρη, με αποτέλεσμα το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας να υφίσταται και οι διατάξεις της διαθήκης να αναιρούνται, αλλά μόνο μέχρι τη νόμιμη μοίρα (άρθρο 1713 ΑΚ), ενώ κατά το επιπλέον διατηρούνται σε ισχύ και εφόσον δεν γίνεται επίκληση και δεν αποδεικνύεται νόμιμος λόγος ακυρότητας ή ακυρώσιμου της διαθήκης (ΑΠ 1349/2005 ό.π., ΑΠ 122/1998 ΕλλΔνη 39. 575, ΑΠ 1178/1997 ΕΕΝ 1999.167, Εφ.Αθ. 1223/2024 ό.π., Εφ.Αθ. 4000/2008 ο.π., Εφ.Αθ. 5632/2007 ό.π.).

Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία, «Στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων» εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, κατ`αρχήν, του επιτρεπτού της προσκομιδής νέων αποδεικτικών μέσων στο εφετείο. Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την άνω διάταξη, θεωρούνται, είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε εκείνα που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά απαραδέκτως, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κλπ, είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο και έλαβε αυτά υπόψη του (ΑΠ 1718/2022, ΑΠ 988/2021, ΑΠ 308/2020). Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ’ έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους, γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 1183/2020, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 284/2018). Ειδικότερα, η επίκληση από το διάδικο των ενόρκων βεβαιώσεων, αν προσκομίζονται πρώτη φορά στο Εφετείο, πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 1831/2023, ΑΠ 383/2023, ΑΠ 1538/2022) και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου (ΑΠ 1831/2023, ΑΠ 383/2023, ΑΠ 1538/2022). Τα νέα αποδεικτικά μέσα προσκομίζονται μέχρι την κατ’ έφεση συζήτηση (ΑΠ 1186/2023), ενώ ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 421-424 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 4335/2015 και ακολούθως με το Ν.4871/2021, ο οποίος εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 529 παρ.1α ΚΠολΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση, για την παραδεκτή επίκληση ενόρκων βεβαιώσεων, ως νέων αποδεικτικών μέσων, στην κατ’ έφεση δίκη, είναι να έχουν δοθεί αυτές νόμιμα μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν τη συζήτηση της έφεσης (ΑΠ 1538/2022), σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των άνω άρθρων 421-424 ΚΠολΔ, και να προσκομίζονται μέχρι την κατ’ έφεση δίκη με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες το Εφετείο, οφείλει να λάβει υπόψη του και όταν λήφθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ’ άρθρο 529 παρ.1α ΚΠολΔ, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι, για το παραδεκτό τούτων, απαιτούμενες, εκτός των άλλων, δύο προϋποθέσεις, δηλαδή να έχουν ληφθεί πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης σ` αυτό και να έχει κλητευθεί νόμιμα ο αντίδικος του επισπεύδοντος τη λήψη τους δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτήν (ΑΠ 1023/2023, ΑΠ 87/2022). Ενόψει των ανωτέρω η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης αν προσκομίζεται, πρώτη φορά, στο Εφετείο, πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1461/2013, ΑΠ 481/2013), αν δε αυτή προσκομισθεί μετά τη συζήτηση με την προσθήκη αντίκρουση στις προτάσεις, είναι απαράδεκτη, εκτός αν αποδεικνύει ισχυρισμό που προβλήθηκε παραδεκτά με την προσθήκη των προτάσεων, δηλαδή όταν αποδεικνύει ισχυρισμό ο οποίος αποσκοπεί να εξουδετερώσει ισχυρισμό του αντιδίκου που προβλήθηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις της συζήτησης (ΑΠ 3/2025, ΑΠ 1189/2025 ΤΝΠ Nomos).

Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, με την επισήμανση ότι ο εξετασθείς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυρας με επιμέλεια της εναγομένης και νυν εφεσίβλητος, δεν είχε την ιδιότητα του διαδίκου κατά την ανωτέρω εξέτασή του, με συνέπεια να μπορεί να ληφθεί υπόψη η κατάθεση αυτή,  παρά τις αντίθετες αιτιάσεις της εκκαλούσας, καθώς η ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου κρίνεται κατά τον χρόνο της κατάθεσής του, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης βεβαίωσης (ή κατάθεσης) ως ανυπόστατης (ΑΠ 1663/2025 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 715/2013 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 1010/2009, 248/2009, 1492/2006, 1361/2005, 814/2005), από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, πλην της υπ’ αριθμ. …………./10-2-2026 ένορκης βεβαίωσης της συμβολαιογράφου Πειραιώς ……….. (η οποία λήφθηκε μετά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο και μετά από κλήτευση της εκκαλούσας, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …………΄/5-2-2026 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας ………..), η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη, διότι προσκομίστηκε κατά το χρόνο της προσθήκης αντίκρουσης, όχι όμως προς αντίκρουση των προταθέντων με τις προτάσεις ισχυρισμών της εκκαλούσας, αλλά προς αντίκρουση της έφεσης, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας και τα οποία (έγγραφα) χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 § 1 περ.γ’ και 457 § 4 ΚΠολΔ), και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο ……………., κάτοικος εν ζωή Δραπετσώνας, πατέρας της εκκαλούσας-ενάγουσας και σύζυγος της αρχικώς εφεσίβλητης-εναγομένης, απεβίωσε στον Πειραιά στις 12/5/2004 (όπως προκύπτει από το αντίγραφο της υπ’ αριθμ. …../Β΄/2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου Δραπετσώνας). Εγγύτεροι συγγενείς του κατά το χρόνο θανάτου ήταν η ενάγουσα, …………… και η από δεύτερο γάμο σύζυγός του, ………….. (βλ. το υπ’αριθ. πρωτ. …………/17.9.2004 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Δραπετσώνας). Με τα υπ’αριθμ. ……./10-12-2004 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά δημοσιεύθηκε η από 10/9/2002 ιδιόγραφη διαθήκη του ανωτέρω αποβιώσαντος, που είχε κατατεθεί στη συμβολαιογράφο Πειραιά ………….., συνταχθείσας της υπ’ αριθμ. …./10-9-2002 πράξης της, με την οποία αυτός εγκαθιστούσε την εναγόμενη-σύζυγό του μόνη κληρονόμο αυτού επί του συνόλου της, κατά το χρόνο θανάτου του, κληρονομιαίας περιουσίας του. Επιπλέον στην ως άνω διαθήκη περιείχε ρητή αποκλήρωση της ενάγουσας, που είναι κόρη του από τον προηγούμενο γάμο αυτού, με την …………. το γένος …………. Συγκεκριμένα, η διαθήκη αυτή, διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων επί λέξει τα εξής «… Στην κόρι μου που είχα από την πρότι μου γινέκα δεν αφίνω τίποτα επιδή έχουμε να συναντιθούμε 40 χρόνια». Ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης κατείχε και νεμόταν το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου και συγκεκριμένα μιας διώροφης οικοδομής, αποτελουμένης από ισόγειο εκ δύο κυρίων δωματίων, κουζίνας και λουτρού και από ανώγειο όροφο εκ δύο κυρίων δωματίων, κουζίνας και λουτρού, κειμένης στον ………………., μέσα στο σχέδιο της πόλεως Δραπετσώνας, μέσα στην περιφέρεια του Δήμου Δραπετσώνας (πρώην Δήμου Κερατσινίου, παλαιότερα Δήμου Πειραιώς) στη θέση ………, μετά του οικοπέδου της και της λοιπής εν γένει περιοχής της, εκτάσεως του οικοπέδου της μέτρων τετραγωνικών εκατόν είκοσι (120,00) ή πήχεων τεκτονικών τετραγωνικών διακοσίων δέκα τριών και τριάντα τριών εκατοστών (213,33), και με αριθμό ΚΑΕΚ ………… του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων, εμφαινομένου του οικοπέδου στο από 11/2/1929 διάγραμμα του μηχανικού ………….. με τον αριθμό είκοσι τρία (23) και συνορευομένου Βορείως με το υπ’ 6 22 οικόπεδο του άνω διαγράμματος ιδιοκτησίας …………. επί πλευράς μέτρων δέκα πέντε (15,00), Ανατολικώς με το υπ’ αριθμόν 13 οικόπεδο του ίδιου σχεδιαγράμματος, ήδη ιδιοκτησίας αγνώστου γείτονος επί πλευράς μέτρων οκτώ (8), Νοτίως με το υπ’ αριθμόν 24 οικόπεδο του ιδίου σχεδιαγράμματος ιδιοκτησίας ………. επί πλευράς μέτρων δέκα πέντε (15,00) και Δυτικώς με οδό ονομαζόμενη …………….. επί της οποίας φέρει τον αριθμό 2 (πρώην 9) επί προσώπου μέτρων οκτώ (8). Το ακίνητο αυτό περιήλθε στον αποβιώσαντα με το υπ’ αριθμ. ……………/10-11-1972 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά ………., νόμιμα μεταγεγραμμένου και αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο. Με την ανωτέρω διάταξη της διαθήκης του ο διαθέτης, πατέρας της ενάγουσας, της στέρησε το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας στην ακίνητη κληρονομιαία περιουσία του, για τον παραπάνω λόγο που αναφέρει σε αυτήν (διαθήκη). Τα παραπάνω αναφερόμενα, όμως, στην ανωτέρω διαθήκη και ειδικότερα στη διάταξη αυτής, με την οποία ο διαθέτης αποκληρώνει την ενάγουσα, θυγατέρα του, δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν, ούτε κατ’ ερμηνεία, οποιονδήποτε από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 ΑΚ λόγους, για τους οποίους μπορεί ο κληρονομούμενος να αποκληρώσει τον κληρονόμο από τη νόμιμη μοίρα, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εφεσίβλητων. Πιο συγκεκριμένα, το γεγονός, που αναφέρει ο διαθέτης στην επίμαχη διαθήκη, ώστε να αιτιολογήσει την αποκλήρωση υπό στενή έννοια, της θυγατέρας του-ενάγουσας, ότι δηλαδή είχε να συναντηθεί με αυτήν 40 χρόνια, άνευ ετέρου τινός, δεν εμπίπτει σε κάποιον από τους λόγους αποκλήρωσης του ως άνω άρθρου, όπως αυτοί εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, η σχετική μνεία στη διαθήκη του λόγου αποκλήρωσης μπορεί να γίνει είτε με τη χρησιμοποίηση των λεκτικών εκφράσεων του νόμου (ήτοι των αναφερόμενων περιπτώσεων στο άρθρο 1840 ΑΚ) ή και με τη χρησιμοποίηση λεκτικών όρων ταυτόσημων κατά την έννοια προς τους όρους του νόμου, το οποίο συμβαίνει, όταν οι όροι που χρησιμοποιούνται στη διαθήκη έχουν σαφώς καθορισμένη και κοινώς ή ευρέως παραδεδεγμένη σημασία, ταυτιζόμενη προς εκείνη των όρων του νόμου, είτε και με την επίκληση στη διαθήκη ορισμένων πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν ανενδοίαστα σε κάποια από τις νόμιμες περιπτώσεις αποκλήρωσης. Τέτοιες περιστάσεις δεν συντρέχουν όμως στην προκειμένη περίπτωση, καθώς ουδεμία σχετική αναφορά πραγματικών περιστατικών υπάρχει στην επίδικη διαθήκη, η δε έλλειψη αυτή δεν δύναται να αναπληρωθεί από τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας της εναγομένης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Συνεπώς, από όλα τα πιο πάνω αποδειχθέντα το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά τον χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης (10/9/2002) δεν συνέτρεχε κανένας από τους λόγους αποκλήρωσης κατιόντος που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 1840 ΑΚ, όπως αυτοί εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας και συνεπώς η αποκλήρωση της ενάγουσας, για τους λόγους που αναφέρονται στην προαναφερόμενη διαθήκη του πατέρα της, είναι ανίσχυρη (άκυρη). Κατ΄ ακολουθία των προεκτεθέντων, εφόσον δεν συντρέχει νόμιμος λόγος αποκλήρωσης της ενάγουσας, είναι άκυρη η σχετική διάταξη της προσβαλλόμενης από 10/9/2002 ιδιόγραφης διαθήκης του ως άνω διαθέτη και αυτή διατηρεί ακέραιο το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της επί της κληρονομίας του πατέρα της, είναι δηλαδή νόμιμος μεριδούχος αυτής κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου {3/4Χ ½, (άρθρο 1825 παρ. 1 εδ. β. ΑΚ)} της όλης κληρονομιαίας περιουσίας του, η οποία αποτελούνταν μόνον από το ακίνητο που περιγράφεται παραπάνω. Οι εφεσίβλητοι, με τις προτάσεις τους, επαναφέρουν τον πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό ότι η κληρονομιά είχε χρέη (δαπάνες συντήρησης του κληρονομιαίου ακινήτου, ποσού 12.000 ευρώ) και ότι η αποβιώσασα εναγομένη κατέβαλε έξοδα κηδείας του κληρονομουμένου (ποσού 4.900 ευρώ), τα οποία πρέπει να αφαιρεθούν από την κληρονομία, πλην όμως, πέραν του ότι δεν αναλύουν τα ως άνω έξοδα, ούτως ώστε να κριθεί αν αυτά εμπίπτουν στα αφαιρούμενα από την αξία της κληρονομίας έξοδα και δαπάνες, σύμφωνα με το άρθρο 1831 ΑΚ {κατά τους ορισμούς του οποίου «Ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας γίνεται με βάση την κατάσταση  και την   αξία  της  κληρονομίας  κατά  το  χρόνο  του  θανάτου  του κληρονομουμένου, αφού αφαιρεθούν τα χρέη και οι  δαπάνες  της  κηδείας του και της απογραφής της κληρονομίας» και με την επισήμανση ότι στις δαπάνες της κηδείας δεν περιλαμβάνονται έξοδα μνημοσύνων και ανάλογων τελετών μετά την κηδεία (Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, ΕρμΑΚ άρθρα 1831-1834, σελ. 488, παρ. 21), ούτε νοούνται ως χρέη της κληρονομίας οι δαπάνες εργασιών επί του κληρονομιαίου ακινήτου}, ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκομίζουν προς απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού. Μάλιστα, ασχέτως της πολτοποίησης των  σχετικών εγγράφων της δικογραφίας, επί της οποίας εξεδόθη η εκκαλουμένη (όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. πρωτ. …../2025 βεβαίωση του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά), η εναγομένη στις πρωτόδικες προτάσεις της δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει σχετικές αποδείξεις, τιμολόγια ή άλλα φορολογικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτουν χρέη ή έξοδα που να αφαιρούνται από την κληρονομία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώ δέχθηκε ότι το διαλαμβανόμενο στην ανωτέρω διαθήκη γεγονός, έτσι όπως είναι διατυπωμένο, δεν εμπίπτει ευθέως στη γραμματική διατύπωση κανενός από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 ΑΚ λόγους αποκληρώσεως, παρά ταύτα έκρινε ότι η ανωτέρω διατύπωση υπαινίσσεται την αποκλήρωση της περ. 4 του άρθρου 1840 ΑΚ και καθίσταται εννοιολογικώς ταυτόσημη με τη διατύπωση του ως άνω άρθρου, συνεπώς έσφαλε, καθώς, αφενός αποκλείεται η διεύρυνση των λόγων αποκλήρωσης ή η αναλογική εφαρμογή και σε άλλες περιπτώσεις αποδοκιμαστέας συμπεριφοράς του κατιόντος προς τον διαθέτη και την οικογένειά του, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 1840 ΑΚ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, αφετέρου ουδόλως η ως άνω διατύπωση μπορεί να νοηθεί ως ταυτόσημη με τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 1840 περ. δ ΑΚ.

Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ακολούθως δε, αφού κρατηθεί και δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό η υπόθεση (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, α) να αναγνωριστεί ότι η ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη του κληρονομούμενου ………………. είναι άκυρη, κατά το μέρος που θίγει τη νόμιμη μοίρα της ενάγουσας, β) να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας επί του αναφερόμενου στο σκεπτικό της παρούσας ακινήτου, σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, γ) να υποχρεωθούν οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι να αποδώσουν, κατά το ποσοστό αυτό της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας, το προαναφερόμενο ακίνητο της κληρονομίας, το οποίο νέμονται αντιποιούμενοι ίδιον κληρονομικό δικαίωμα πάνω σε αυτό. Αντίθετα, απορριπτέα είναι τα αιτήματα της αγωγής με τα οποία η ενάγουσα ζητεί: α) να διαταχθεί η αποβολή των εναγομένων από το επίδικο ακίνητο, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας της, το οποίο είναι μη νόμιμο, καθώς σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 943 ΚΠολΔ επί υποχρέωσης προς παράδοση ή απόδοση ακινήτου πράγματος προβλέπεται άμεση εκτέλεση που γίνεται με την εκ μέρους του δικαστικού επιμελητή αποβολή του καθ’ ου η εκτέλεση και εγκατάσταση σε αυτό του επισπεύδοντος, από το οποίο συνάγεται ότι η αποβολή και η εγκατάσταση σε ακίνητο αποτελούν μέσα εκτέλεσης που χρησιμοποιεί ο δικαστικός επιμελητής για να εκτελέσει την απόφαση που διατάσσει την απόδοση του ακινήτου και ως εκ τούτου αποτελούν έργο και καθήκον του (πρβλ. ΑΠ 419/2016 ΤΝΠ Nomos), β) επικουρικώς, κατ’ εκτίμηση του αιτητικού αυτής, να της καταβληθεί η κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη αγοραία αξία του κληρονομιαίου ακινήτου, το οποίο είναι μη νόμιμο, καθόσον ο ενάγων κληρονόμος δεν δικαιούται να αξιώσει με την περί κλήρου αγωγή, επικουρικώς, δηλαδή για την περίπτωση αδυναμίας προς αυτούσια απόδοση των πραγμάτων της κληρονομιάς, την καταβολή της αγοραίας αξίας τους (ΑΠ 865/2006 ΝοΒ 2006.1278, ΕφΠατρ 42/2020, ΕφΑιγ 16/2020 ΤΝΠ Nomos, ΕφΠειρ 307/2010 ΠειρΝομ 2010.380, ΕφΛαρ 22/2009 ΕφΑΔ 2010.1348, ΕφΛαρ 705/2008 ΕφΑΔ 2009.702), ούτε επικαλείται ότι το κληρονομιαίο ακίνητο πωλήθηκε, δωρήθηκε ή καταστράφηκε, ούτε αναφέρει σχετικό πλουτισμό των εφεσίβλητων. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, ενόψει της δυσχέρειας της ερμηνείας των κανόνων που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 179 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 3037/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την από 6/2/2006 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……./2006) αγωγή.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Αναγνωρίζει ότι η από 10/9/2002 ιδιόγραφη διαθήκη του κληρονομούμενου ………………, η οποία δημοσιεύτηκε με τα υπ` αριθμ. ……/2004 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, είναι άκυρη κατά το μέρος που θίγει τη νόμιμη μοίρα της ενάγουσας.

Αναγνωρίζει το κληρονομικό δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας επί του αναφερόμενου στο σκεπτικό της παρούσας ακινήτου, σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου.

Υποχρεώνει τους εφεσίβλητους να αποδώσουν στην ενάγουσα, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας της, ήτοι κατά το ποσοστό των 3/8 εξ αδιαιρέτου, το εξής κληρονομιαίο ακίνητο: το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου και συγκεκριμένα μιας διώροφης οικοδομής, αποτελουμένης από ισόγειο εκ δύο κυρίων δωματίων, κουζίνας και λουτρού και από ανώγειο όροφο εκ δύο κυρίων δωματίων, κουζίνας και λουτρού, κειμένης στον …………………, μέσα στο σχέδιο της πόλεως Δραπετσώνας, μέσα στην περιφέρεια του Δήμου …. (πρώην Δήμου …….., παλαιότερα Δήμου Πειραιώς) στη θέση ………………, μετά του οικοπέδου της και της λοιπής εν γένει περιοχής της, εκτάσεως του οικοπέδου της μέτρων τετραγωνικών εκατόν είκοσι (120,00) ή πήχεων τεκτονικών τετραγωνικών διακοσίων δέκα τριών και τριάντα τριών εκατοστών (213,33), και με αριθμό ΚΑΕΚ ……………. του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων, εμφαινομένου του οικοπέδου στο από 11/2/1929 διάγραμμα του μηχανικού ……………… με τον αριθμό είκοσι τρία (23) και συνορευομένου Βορείως με το υπ’ αριθμόν 22 οικόπεδο του άνω διαγράμματος ιδιοκτησίας …………. επί πλευράς μέτρων δέκα 21/4/πέντε (15,00), Ανατολικώς με το υπ’ αριθμόν 13 οικόπεδο του ίδιου σχεδιαγράμματος, ήδη ιδιοκτησίας αγνώστου γείτονος επί πλευράς μέτρων οκτώ (8), Νοτίως με το υπ’ αριθμόν 24 οικόπεδο του ιδίου σχεδιαγράμματος ιδιοκτησίας ……………. επί πλευράς μέτρων δέκα πέντε (15,00) και Δυτικώς με οδό ονομαζόμενη …………. επί της οποίας φέρει τον αριθμό 2 (πρώην 9) επί προσώπου μέτρων οκτώ (8).

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 2/4/2026 και δημοσιεύθηκε στις  21/4/2026 σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ