Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 262/2026

Αριθμός    262/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα  2o  

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΑΝΤΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ………………. (ΑΦΜ ……………/Α΄Δ.Ο.Υ. Πειραιά-ΚΕΦΟΔΕ Αττικής), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Ιωάννη Ροδίτη.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ-ΑΝΤΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……………….. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Ευάγγελο Αργυρούλη   (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).

Ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 11.5.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ  ……………/2021) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την 2463/2023 αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου α) η εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη (εναγόμενη) με την από  7.3.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …………/2024-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………/2024) έφεσή της και β) ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών (ενάγων) με την από  17.6.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………../2024) αντέφεσή του. Δικάσιμος των ως άνω εφέσεως και αντεφέσεως ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας-αντεφεσίβλητης, αφού έλαβε  τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσιβλήτου-αντεκκαλούντος, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του  με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι : α) από  7-3-2024 (αριθμ. εκθ. κατ. Πρωτ. ………../7-3-2024 και αριθμ. έκθ. κατ. Εφ………../7-3-2024) έφεση της εκκαλούσα-αντεφεσίβλητης και ήδη εκκαλούσας και β)  η από 17-6-2024 με αριθμ. κατάθεσης δικογράφου ………../18-6-2024 αντέφεση του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος και ήδη εφεσίβλητου – αντεκαλούντος. Οι άνω έφεση και αντέφεση πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν,  δεδομένου ότι αφορούν την ίδια εκκαλούμενη και αντεκκαλούμενη απόφαση (με αριθμ.2463/2023 απόφαση του Μονομελούς  Πρωτοδικείου Πειραιώς), επιπλέον, δε, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται και μείωση των εξόδων(άρθρ.31 και 246 ΚΠολΔ.).

Η από από  7-3-2024 (αριθμ. εκθ. κατ. Πρωτ. ………./7-3-2024 και αριθμ. έκθ. κατ. Εφ…………./7-3-2024) έφεση της εν μέρει ηττηθείσας εκκαλούσα-αντεφεσίβλητης κατά της υπ’ αριθμ. 2463/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και έκανε εν μέρει δεκτή την από 11-5-2021 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ……………./13-5-2021) αγωγή του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος και ήδη εφεσιβλήτου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθώς, όπως προκύπτει από την από 6-2-2024 επισημείωση περί επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, επί αντιγράφου αυτής του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, ……………., από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης μέχρι την κατάθεση της ένδικης έφεσης δεν έχει παρέλθει η νόμιμη προθεσμία των τριάντα ημερών (άρθρ. 495 επ. 511, 513 παρ. 1 β, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο άρθρο ισχύει).  Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για να δικαστεί με την ίδια τακτική διαδικασία ως πρωτοδίκως κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό του ένδικου μέσου έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα, κατ’ άρθρο 495 παρ.3  περ. Α΄στοιχ.β’ του ΚΠολΔ το με κωδικό …………../2024 e- Παράβολο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης ποσού 100 ευρώ, εξοφλημένο (βλ. συνημμένο στο δικόγραφο της έφεσης αντίγραφο του e- Παράβολου).

Με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση,  ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών ιστορούσε ότι η εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη τυγχάνει θεία του, αδελφή του πατέρα του. Ότι αυτή βρισκόταν σε διαρκή και μόνιμη αντιδικία κατά των συγγενικών προσώπων και των γειτόνων της.΄Οτι η ίδια, διά της από 16-07-2020 έκθεσης ένορκης εξέτασης μάρτυρα, επέχουσας θέση μηνύσεως κατέθεσε στο Α.Τ.Μυκόνου και δη ενώπιον των εκτελούντων καθήκοντα ανακριτικών υπαλλήλων τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ψευδή γεγονότα, επί των οποίων σχηματίσθηκε η με αριθμ. ΑΒΜ ………/21-10-2020 ποινική δικογραφία. Ότι στις 14-07-2020 η ίδια είχε αποστείλει στον πληρεξούσιο δικηγόρο της, …………….., το περιλαμβανόμενο στην αγωγή ηλεκτρικό μήνυμα, που περιείχε τα αυτά ψευδή γεγονότα, με την ως άνω κατάθεση. Ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, κατόπιν εντολής της ιδίας, απέστειλε στο Α.Τ. Μυκόνου αυτούσιο το ηλεκτρονικό μήνυμα της εντολέως του. Ότι επί της δικογραφίας αυτής διατάχθηκε προκαταρκτική εξέταση. Ότι αυτός  στο πλαίσιο αυτής (της προκαταρκτικής εξέτασης) κλήθηκε να εξετασθεί ανωμοτί για ενδεχόμενη παράβαση της διάταξης του άρθρου 224 ΠΚ. Ότι αυτός εμφανίσθηκε στο Πταισματοδικείο Πειραιώς, στις 07-12-2020, οπότε και έλαβε γνώση των σε βάρος του καταγγελομένων και παρείχε έγγραφες εξηγήσεις στις 15-12-2020. Ότι το αληθές είναι ότι την επίμαχη ημέρα (25-05-2020), στην Μύκονο βρισκόταν ο αδελφός του, …………….., ο οποίος ήταν παρών στην εκτέλεση ηλεκτρολογικών εργασιών, όπως αυτό διαπιστώθηκε από το πλήρωμα του περιπολικού, που προσήλθε στο σημείο, μετά από τηλεφωνική κλήση της εκκαλούσα-αντεφεσίβλητης και την καταγγελία αυτής για την εκτέλεση παράνομων οικοδομικών εργασιών στο σημείο. ΄Οτι το γεγονός ότι ο ίδιος, κατά την επίμαχη ημέρα δεν βρισκόταν στη Μύκονο αλλά στην Αθήνα προκύπτει από τα αναλυτικά παρατιθέμενα στην αγωγή περιστατικά.΄Οτι η εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη γνώριζε πως τα όσα ανέφερε στη ως άνω ένορκη κατάθεσή της, επέχουσα θέση μήνυσης, το περιεχόμενο της οποίας περιήλθε σε γνώση τρίτων προσώπων, ήταν παντελώς ψευδή και ανυπόστατα και ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος οι προϋποθέσεις του αδικήματος της ψευδούς κατάθεσης, προφανής, δε, σκοπός της με την υποβολή αυτής ήταν να προκαλέσει την ποινική του καταδίωξη, καθώς επίσης και να τον συκοφαντήσει, να τον δυσφημήσει και να βλάψει τη τιμή και την υπόληψη του. Ότι η εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη με τις ως άνω ενέργειές της, σαφώς αποσκοπούσε στο να προκαλέσει την ποινική του δίωξη, λόγω τη υφιστάμενης μεταξύ του ιδίου, της οικογένειάς του και της εναγομένης αντιδικίας. Ότι μετά την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Σύρου δεν άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος του, αλλά με Διάταξή της, το περιεχόμενο της οποίας ενσωματώνεται στην αγωγή, έθεσε τη υπόθεση στο αρχείο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 43 παρ.4 ΚΠΔ, ενέργεια με την οποία συμφώνησε και ο Εισαγγελέας Εφετών Σύρου. ‘Οτι η εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη, δια της ως άνω συμπεριφοράς της, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά του, στις εκφάνσεις της τιμής, της υπόληψης και  της επαγγελματικής του υπόστασης, προκαλώντας του με τον τρόπο αυτό και κατά τα ειδικότερον στην αγωγή, εκτιθέμενα, ηθική βλάβη. Επικαλούμενος τα ανωτέρω, ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών ζητούσε να υποχρεωθεί η εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη, εξαιτίας των ανωτέρω γεγονότων, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και μέχρι τη εξόφληση, να απαγγελθεί σε βάρος της εκκαλούσα-αντεφεσίβλητης προσωπική κράτηση, διάρκειας ενός (1) έτους και να καταδικαστεί η εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη στην δικαστική του δαπάνη.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, ως κατ’ουσίαν βάσιμη, δεχόμενο ότι με την επικαλούμενη στην αγωγή  και αποδειχθείσα συμπεριφορά της εκκαλούσα-αντεφεσίβλητης, πληρώθηκε η νομοτυπική μορφή του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος και η συνεπεία αυτής προσβολή της προσωπικότητας του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος και  υποχρέωσε την εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης, το ποσό των 2.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την εξόφληση και καταδίκασε την εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος.

Ο εν μέρει νικήσας πρωτοδίκως εφεσίβλητος-αντεκκαλών άσκησε την από 17-6-2024 με αριθμ. κατάθ. Δικογ. …./18-6-2024 αντέφεση κατά της ως άνω, υπ’ αριθμ. 2463/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, Η εν λόγω αντέφεση, έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα (άρθρο 523 παρ. 1 και παρ.2 ΚΠοΔ), καθώς ασκήθηκε με χωριστό δικόγραφο και επιδόθηκε στην εκκαλούσα- αντεφεσίβλητη 30 ημέρες πριν τη συζήτηση της έφεσης (βλ. την με αριθμ………….΄/31-7-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, ……..). Ενόψει του ότι η εκκαλούσα, με την έφεσή της προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση ως προς την υπαιτιότητα, μπορεί ο εφεσίβλητος να ασκήσει αντέφεση ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, γιατί στο εκκληθέν κεφάλαιο της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται και εκείνο της χρηματικής ικανοποίησης, το οποίο συνέχεται αναγκαίως με αυτό (ΤρΕφΑιγ26/2024δημ. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η αντέφεση, αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για να δικαστεί με την ίδια τακτική διαδικασία ως πρωτοδίκως, πρέπει δε να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της, συνεκδικαζόμενη με την ως  άνω έφεση, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους (άρθρα 246, 524 και 591 ΚΠολΔ) προκειμένου να κριθούν και κατ’ ουσίαν.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του δικαιούται να αξιώσει: α) την άρση της προσβολής β) την παράλειψή της στο μέλλον, γ) αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. του ΑΚ) και δ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για τη θεμελίωση αξίωσης προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα του ανθρώπου, απαιτείται να συντρέχουν: α) προσβολή της προσωπικότητας, β) η προσβολή να είναι παράνομη, δηλαδή να έγινε χωρίς δικαίωμα ή κατ’ ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο είναι μικρότερης σπουδαιότητας ή ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, γ) να είναι υπαίτια, να οφείλεται δηλαδή σε δόλο ή αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 του ΑΚ), δ) να επήλθε ηθική βλάβη του προσβληθέντος και ε) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας προσβολής και της επελθούσας ηθικής βλάβης (ΟλΑΠ 2/2008 ΝΟΜΟΣ). Η προσωπικότητα αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις-εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. (ΑΠ 1211/2018 ΝΟΜΟΣ). Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε εκδήλωσή της (πνευματική, σωματική, υγεία, ελευθερία, τιμή κ.λ.π.). Έτσι η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα πλαίσια της προστασίας της προσωπικότητας, τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητάς του στη ζωή, δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, στο κατοχυρωμένο από τη διάταξη αυτή και προστατευόμενο ατομικό δικαίωμα της προσωπικότητας, περιλαμβάνεται τόσο ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας του δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη αυτής. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή (ΑΠ 855/2022 ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, κατά το άρθρο 932 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 299 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται στο Δικαστήριο η δικανική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως του βαθμού πταίσματος του υπόχρεου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και της κοινωνικής κατάστασης των μερών κλπ., και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσης. Το δε άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, εισάγοντας ως νομικό κανόνα την «αρχή της αναλογικότητας», επιβάλλει σε όλα τα κρατικά όργανα, συνεπώς και τα δικαιοδοτικά, κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη τους την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκεται εκάστοτε (ΟλΑΠ 43/2005 ΝΟΜΟΣ). Έτσι, σε περίπτωση προσδιορισμού του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το Δικαστήριο της ουσίας δεν πρέπει μεν να υποβαθμίζει την απαξία της πράξης επιδικάζοντας χαμηλό ποσό, όμως συγχρόνως δεν πρέπει, με ακραίες εκτιμήσεις, να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει το σκοπό που επιδίωξε ο νομοθέτης, ήτοι την αποκατάσταση της τρωθείσας δια της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης. Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 του ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 925/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 12/2020 ΝΟΜΟΣ). Για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, το είδος της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η βαρύτητα του πταίσματος, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, οι προσωπικές σχέσεις των μερών (ηλικία, φύλο κλπ.), η συμπεριφορά του υπευθύνου μετά την αδικοπραξία κλπ. (ΑΠ 132/2006 Αρμ 2006. 757, ΑΠ 1143/2003 ΕλλΔνη 2005. 394, ΕφΑθ 219/2007 ΕΦΑΔ 2008. 67, ΕφΑθ 1139/2007 ΕλλΔνη 2007. 885, ΜονΕφΠειρ 416/2016 ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, στην αγωγή με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, την οποία ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών υπέστη από τη μείωση της προσωπικότητάς του, αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης σύνδεσμός της με αυτήν, καθώς και ότι ο προσβάλλων τελούσε σε υπαιτιότητα. Ειδικότεροι, όμως, προσδιορισμοί, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης του υπαιτίου κλπ., αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες). Δηλαδή δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, ούτε περί τούτων διατάσσεται απόδειξη, αλλά το Δικαστήριο αποφαίνεται για αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1445/2003 ΕλλΔνη 2005. 822, ΜονΕφΠειρ 245/2016 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της ψευδούς κατάθεσης κατά το άρθρο 224 παρ. 1 του ΝΠΚ (Ν. 4619/2019). Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενώπιον δικαστηρίου ή αρχής, που είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα κατατεθέντα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος, που συνίσταται στη γνώση ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Στην ψευδή κατάθεση μάρτυρα η κατάθεση του δράστη μπορεί να αναφέρεται σε αντικειμενικώς αναληθή γεγονότα και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα, που κατέθεσε (ΑΠ 1257/2016 ΝΟΜΟΣ). Θεωρείται αντικειμενικά ψευδές το κατατιθέμενο περιστατικό, όχι μόνο, όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα αλλά και προς εκείνα, που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε. Απαιτείται να υπάρχει άμεσος δόλος, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι όσα κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει (ΑΠ 1222/2016 ΝΟΜΟΣ), είναι, δε, αδιάφορος ο σκοπός που επεδίωκε ή αν θα μπορούσε να επέλθει βλάβη ή όφελος από την ψευδορκία αυτή (ΜονΕφΑθ 225/2018 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από τις ποινικά κολάσιμες πράξεις της εξύβρισης, της απλής δυσφήμησης ή της συκοφαντικής δυσφήμησης, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ (ΑΠ 712/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 599/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 726/2015 ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Στην έννοια του τρίτου, κατά την ερμηνεία του γράμματος των άνω νομικών διατάξεων, εντάσσεται κάθε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κ.λπ., που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης, ο ρόλος των οποίων, ως θεσμικών οργάνων της δικαιοσύνης που υποχρεούνται να λαμβάνουν και εξετάζουν δικόγραφα με τυχόν συκοφαντικούς ισχυρισμούς δεν αναιρεί την ιδιότητα τους ως τρίτων (ΟλΑΠ (ΠΟΙΝ) 3/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 59/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 352/2020, ΑΠ 1926/2019, ΑΠ 841/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 789/2019, ΑΠ 688/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1013/2018, ΑΠ 1777/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ). Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης (ΑΠ 72/2016 ΝΟΜΟΣ). Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται, συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ (ΑΠ 1069/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1025/2016 ΝΟΜΟΣ). Το γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο ως αντιτιθέμενο στην ηθική και στην ευπρέπεια, να προσβάλλει είτε την τιμή κάποιου, είτε την υπόληψή του. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Τιμή είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία της εκπλήρωσης των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ υπόληψη είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνία αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Η προσβλητική σημασία των ισχυρισμών ή των χρησιμοποιουμένων λέξεων αποτελεί νομική, αξιολογική έννοια και ως εκ τούτου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1582/1998 ΠΧ ΜΘ. 913). Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ’ αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, κατά τα ανωτέρω, επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, η «εν γνώσει» ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει, η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, τα συκοφαντικό πραγματικά περιστατικά, θεμελιώνονται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών (ΑΠ 89/2018 ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις νόμιμα επαναπροσκομιζόμενες ενώπιον του δευτεροβάθμιου τούτου δικαστηρίου, α) από τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο-αντεκκαλούντα, με αριθμούς …/12-07-2021 και …../10-06-2021 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ………., …………. και ………….., αντίστοιχα, οι οποίες δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Μυκόνου, ………… και της συμβολαιογράφου Αθηνών, ……………. (άρθρο 421 ΚΠολΔ) ελήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης και ήδη, εκκαλούσας-αντεφεσίβλητης, κατ’ άρθρο 422 ΚΠολΔ, ως ισχύει (βλ. σχετικά την υπ’ αριθμ. …………/31.05.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ……….), από την επαναπροσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη και ήδη, εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη, με αριθμ. ………../17-09-2021 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …………….., η οποία δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς, ………… (άρθρο 421 ΚΠολΔ) και ελήφθη μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος και ήδη, εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος, ήδη, εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος, κατ’ άρθρ. 422 ΚΠολΔ (βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. ……………΄΄/14-09-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ……………… μετά της περιεχόμενης σ’ αυτήν γνωστοποίησης εξέτασης μαρτύρων), απ’ όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επαναπροσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρο 444 παρ. ΚΠολΔ), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εξ αυτών να τους προσδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα συνεκτιμώνται ανεξαιρέτως για το σχηματισμό δικανικής κρίσης (ΑΠ 1628/2003,ΕλΔνη 2004,723),; καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη, από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ, βλ. επίσης ΑΠ 432/2016 δημ. στην Η.Τ.Ν.Π.-ΝΟΜΟΣ) αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, ήδη, εφεσίβλητος και αντεκκαλών και η εναγόμενη, ήδη εκκαλούσα και αντεφεσίβλητη, διατηρούν μεταξύ τους συγγενική σχέση τρίτου (γ’) βαθμού (ανιψιός-θεία) και ειδικότερα η εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη τυγχάνει αδελφή του πατρός του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος, ………………. Μεταξύ της πατρικής οικογένειας του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος αλλά και του ίδιου και της εκκαλούσας-αντεφεσίβλητης υφίσταται αντιδικία σχετικά με δυο ακίνητα απολύτως όμορα μεταξύ τους, τα οποία ευρίσκονται στην περιοχή «…..» στην ………… Μυκόνου. Ο ενάγων, ήδη, εφεσίβλητος και αντεκκαλών και η εναγόμενη, ήδη εκκαλούσα και αντεφεσίβλητη, διατηρούν μεταξύ τους συγγενική σχέση τρίτου (γ’) βαθμού (ανιψιός-θεία) και ειδικότερα η εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη τυγχάνει αδελφή του πατρός του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος, …………… Μεταξύ της πατρικής οικογένειας του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος αλλά και του ίδιου και της εκκαλούσας-αντεφεσίβλητης υφίσταται αντιδικία σχετικά με δυο ακίνητα απολύτως όμορα μεταξύ τους, τα οποία ευρίσκονται στην περιοχή «…..» στην ……… Μυκόνου. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι στις 16-07-2020 η εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη εμφανίσθηκε ενώπιον του Α.Τ. Μυκόνου και εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον των αρμόδιων ανακριτικών υπαλλήλων ………….. (Υπαστυνόμοι Β’) και ………… (Υπαστυνόμος Β’) κατέθεσε τα ακόλουθα «Την 25/05/2020 ημέρα Δευτέρα και ώρα 09:45 περίπου τηλεφώνησα στο Αστυνομικό Τμήμα Μυκόνου για να καταγγείλω αυθαίρετες οικοδομικές εργασίες, σε οίκημα ιδιοκτησίας ………………, στην περιοχή ….. ……. Μυκόνου. Συγκεκριμένο στον εξωτερικό χώρο της κατοικίας βρισκόταν τρεις (3) εργάτες που έσκαβαν με σκοπό να σκεπάσουν τον βόθρο που είχαν κατασκευάσει, ενώ στα εσωτερικό της οικίας βρισκόταν άγνωστος αριθμός εργατών για ηλεκτρολογικές εργασίες από όσο πληροφορήθηκα από τους αστυνομικούς. Λίγο μετά από το τηλεφώνημα μου στις 10.00 ώρα περίπου της 25/05/2020 έφτασε το περιπολικό όχημα του Α. Τ. Μυκόνου, αλλά οι εργάτες που ήταν στην αυλή της οικίας έφυγαν και δεν τους βρήκαν. Βρήκαν όμως τον ……………., πολιτικό μηχανικό, τον οποίο γνωρίζω είναι ανιψιός μου, ο πατέρας του ……. είναι αδερφός μου, ο οποίος ήταν παρών κατά την εκτέλεση όλων των παράνομων εργασιών στην οικία και ο οποίος κατά τον έλεγχο από τους αστυνομικούς επέδειξε σύμφωνα με το υπ’ αριθ. …../2020 από 06/07/2020 έγγραφο του Α.Τ. Μυκόνου, την υπ’ αριθ. …… από 19/12/2019 έγκριση εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας, που εκδόθηκε από την Υπηρεσία Δόμησης Δήμου Ερμούπολης. Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο του Α.Τ. Μυκόνου οι αστυνομικοί κατά τον έλεγχο διαπίστωσαν την εκτέλεση ηλεκτρολογικών εργασιών και ανέγραψαν στην αναφορά τους ως στοιχεία του ελεγχθέντα που ήταν ενώπιόν τους, μετά από δική του δήλωση, …………, γεν. 12/11/1986 στη Θεσσαλονίκη, τα οποία δεν είναι τα αληθή του. Τα στοιχεία που έδωσε στους αστυνομικούς ο ………………. τα έλαβα γνώση όταν πήρα στα χέρια μου το έγγραφο του Α. Τ. Μυκόνου και εκεί διαπίστωσα ότι αυτά δεν ήταν αληθή, ενώ καθόλη την ώρα που γινόταν ο έλεγχος ήμουν παρούσα αλλά  λόγω μεταξύ μας εντάσεων μου ζήτησαν οι αστυνομικοί να απομακρυνθώ για να μην έχουμε μεγαλύτερες εντάσεις. Εγώ πήγα πιο πέρα αλλά έβλεπα όλη την ώρα με ποιον μιλούσαν οι αστυνομικοί, ποιος τους έδειξε τα χαρτιά της άδειας κι αυτός ήταν ο ………. και όχι ο ………….., που δεν ήταν ούτε παρών στο χώρο ούτε καν από όσο γνώριζα στη Μύκονο. Ο …………………. το αδερφό του, για να αποφύγει τις συνέπειες που θα είχε ως πολιτικός μηχανικός από τη εκτέλεση των παράνομων οικοδομικών εργασιών. Την 12/06/2020 για την ανωτέρω κατοικία ενήργησε αυτοψία η Υπηρεσία Δόμησης/ Τμήμα Δόμησης και Ελέγχου Σύρου, με αύξων αριθμό της έκθεσης …., σύμφωνα με την οποία οι υπάλληλοι της πολεοδομίας διαπίστωσαν ανέγερση οικίας άνευ άδειας και εγκρίσεων, περιγράφοντας αναλυτικά με σχεδιαγράμματα μέσα σε αυτή τις διαπιστώσεις τους. Για όλους τους ανωτέρω λόγους δηλώνω ότι επιθυμώ την ποινική δίωξη και νόμιμη τιμωρία του ……………., για την δήλωση ψευδών στοιχείων στα αστυνομικά όργανα και εξαπάτηση αυτών δια πλαστοπροσωπίας. Σας προσκομίζω δε αντίγραφο της υπ’ αριθ. …… από 12/06/2020 έκθεσης αυτοψίας της Υπηρεσίας Δόμησης Σύρου και του υπ’ αριθ. …/2020 εγγράφου Α.Τ. Μυκόνου.΄ Άλλο τίποτα δεν έχω να προσθέσω και γράμματα γνωρίζω». Εν συνεχεία δε υπέγραψε την ως άνω ένορκη κατάθεσή της. Επιπλέον, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη σε προγενέστερο χρόνο και δη στις 14-07-2020 είχε αποστείλει στον πληρεξούσιο δικηγόρο της ………. το κάτωθι ηλεκτρονικό μήνυμα (email) υπό το ακόλουθο περιεχόμενο: «ΕΠΕΙΓΟΝ: ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΝΗΨΙΟΥ ΜΟΥ ΓΙΑ ΠΑΡΑΠΟΙΗΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ / Καλησπέρα… Παρακαλώ να καταγγείλετε μέσω email στην Αστυνομία Μυκόνου Κυκλάδων Νοτίου Αιγαίου ότι ο ανηψιός μου ……………. δήλωσε ΨΕΥΔΩΣ στο πλήρωμα περιπολικού που μετέβη για έλεγχο ανέγερσης αυθαιρέτου εντός τον αγροτεμαχίου του πατέρα του (και αδελφού μου) ότι είναι ο αδελφός του ………… όταν επέδειξε στο πλήρωμα έγκριση εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας (βλ. συνημμένη αναφορά της περιπολίας). Η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Αστυνομίας Μυκόνου Κυκλάδων Νοτίου Αιγαίου είναι:  ………., Κινητό: ……….., Σταθερά: ………………». Ο ως άνω δικηγόρος σε εκτέλεση της εντολής της εκκαλούσας-αντεφεσίβλητης απέστειλε στο Α.Τ. Μυκόνου το ακόλουθο μήνυμα « Προς Α.Τ. Μυκόνου / Κύριε Διοικητά, η πελάτισσα μου ………. μου απέστειλε την παρακάτω επιστολή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο με τη παράκληση να πράξω τα δέοντα:». Και αφού παραθέτει αυτούσιο το αμέσως ανωτέρω αναφερθέν μήνυμα της εντολέως του, συνεχίζει: «Δεδομένου ότι ο άνω …………………….., ως προκύπτει από το συμβάν που αναφέρεται στη συνημμένη αναφορά της 25.5.2θ20 περιπολίας, διέπραξε, κατά τους ισχυρισμούς και τη μαρτυρία της άνω πελάτισσας μου, το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας και της εξαπάτησης δημοσίου οργάνου, καθόσον ο ίδιος είναι πολιτικός μηχανικός και προκειμένου να αποφύγει έννομες συνέπειες από την επ’ αυτοφώρω σύλληψή του στη κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος, όπου και δεν θα είχε καμία δικαιολογία λόγω της ιδιότητας του ως Μηχανικός, δήλωσε κατά τον έλεγχο των οργάνων του περιπολικού, ως αναφέρεται στη συνημμένη αναφορά, ότι είναι ο αδελφός του …………………, ο οποίος και δεν έχει καμία σχέση με το επάγγελμα του Μηχανικού. Προς τούτο ζητεί την κατά νόμο τιμωρία του (εξαπάτηση των ελεγκτικών αστυνομικών οργάνων διά πλαστοπροσωπείας). Με εκτίμηση, Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος…». Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ως άνω από 16.07.2020 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα, επέχουσα θέση μηνύσεως, η οποία ως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω υπογράφηκε από την εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη υποβλήθηκε από το Α.Τ.Μυκόνου δυνάμει του με αριθμ.πρωτ. …………./22-07-2020 εγγράφου του Διοικητή του Α.Τ. προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Σύρου και ότι με βάση αυτή σχηματίσθηκε εν συνεχεία η με αριθμ. Α.Β.Μ.  ……………… ποινική δικογραφία και διενεργήθηκε επ’αυτής προκαταρκτική εξέταση για το αδίκημα της διάταξης του άρθρου 224ΠΚ. Στο πλαίσιο δε αυτής, ο ενάγων κλήθηκε και παρείχε ενώπιον του 6ου Προανακριτικού Τμήματος τις από 15-12-2020 έγγραφες εξηγήσεις του. Τελικώς, επί της ως άνω σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας εκδόθηκε η από 21-01-2021 Διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Σύρου, με την οποία η υπόθεση αρχειοθετήθηκε, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 43ΚΠΔ.Πλέον, δε, συγκεκριμένα το περιεχόμενο της προαναφερόμενης Διάταξης έχει ως ακολούθως(παρατίθεται αυτούσιο): «Θέμα: Αρχειοθέτηση δικογραφίας κατ’άρθρο 43ΚΠΔ», «Σας υποβάλουμε τη συνημμένη δικογραφία με Α.Β.Μ.: ……………., που σχηματίσθηκε μετά την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής εξέτασης, που διενεργήθηκε με αφορμή την από 16.07.2020 καταγγελία της …………………, κατοίκου Πειραιά Αττικής, για το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης (224ΠΚ)  σε βάρος του …………………, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής. Συγκεκριμένα, στην καταγγελία αναφερόταν ότι όταν η καταγγέλουσα έλαβε γνώση του υπ’αριθμ.149/2020 από 06.07.2020 εγγράφου του Α.Τ.Μυκόνου, το οποίο συντάχθηκε κατόπιν αστυνομικού ελέγχου από τους αστυνομικούς του Α.Τ. Μυκόνου, ύστερα από καταγγελία της ίδιας καταγγέλουσας για αυθαίρετες οικοδομικές εργασίες σε ακίνητο ιδιοκτησίας του ……………………., κατά τον οποίο(έλεγχο) παρευρισκόταν η καταγγέλουσα και ο καταγγελόμενος – κατά τους ισχυρισμούς της καταγγέλουσας- δήλωσε ψευδώς ως στοιχεία της ταυτότητάς του, τα στοιχεία του αδερφού του ……………………, παραπλανώντας τους αστυνομικούς προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες που θα είχε ως πολιτικός μηχανικός από την εκτέλεση των παράνομων-κατά τους ισχυρισμούς της εγκαλουσας- οικοδομικών εργασιών. Σχηματίσθηκε δικογραφία με την παραγγελία διενέργειας  προκαταρκτικης εξέτασης για τη διερεύνηση του αδικήματος της ψευδούς κατάθεσης (224ΠΚ) και Σας αναφέρουμε ότι δεν ασκήσαμε  ποινική δίωξη σε βάρος του ανωτέρω ανωμοτί εξετασθέντος, αλλά θέσαμε τη δικογραφία στο αρχείο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ.4  του ΚΠΔ για τους παρακάτω αναφερόμενους λόγους. Από την αξιολόγηση του ήδη συγκεντρωθέντος από τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση αποδεικτικού υλικού και ιδίως από τα έγγραφα που προσκόμισε ο καταγγελόμενος με τις από 07.12.2020 ανωμοτί εξηγήσεις του ενώπιον του Πταισματοδίκη Πειραιά, δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, καθώς την επίδικη ημέρα, ήτοι στις 06.07.2020 ημέρα   Δευτέρα, όπου πραγματοποιήθηκε ο αστυνομικός έλεγχος σε ακίνητο ιδιοκτησίας του πατέρα του καταγγελόμενου, ο καταγγελόμενος δεν βρισκόταν στη νήσο Μύκονο αλλά στην  Αθήνα, όπου και εργάζεται όπως προκύπτει από την υπ’αριθμ.πρωτ. ……./14.12.2020 Βεβαίωση Λήψης Κανονικής ΄Αδειας του εργοδότη του καταγγελόμενου, ενώ αντίθετα από τα προσκομιζόμενα δύο (2) παραστατικά τιμολόγησης, που έχουν εκδοθεί στο όνομα του αδελφού του καταγγελόμενου, …………, προκύπτει ότι στη νήσο Μύκονο το επίδικο χρονικό διάστημα βρισκόταν ο αδερφός του καταγγελλόμενου και όχι ο ίδιος. Τέλος, κατά την επίδικη ημέρα -06.07.2020- κατά τη διάρκεια του αστυνομικού ελέγχου σε ακίνητο ιδιοκτησίας …………….. (πατέρας του καταγγελλόμενου) επιδείχθηκε η υπ’ αριθμ. ……../19.12.2019 Αδεια εργασιών μικρής κλίμακας της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Ερμούπολης Σύρου και οι αστυνομικοί όπως είναι άλλωστε υποχρεωμένοι να το κάνουν- εξακρίβωσαν τα στοιχεία της ταυτότητας του προσώπου που τους επέδειξε την ανωτέρω άδεια, βάσει της ταυτότητάς του και σαφώς δεν αρκέστηκαν να τον ρωτήσουν ποιος είναι. Συνεπώς, εκτός από τον ισχυρισμό της καταγγέλλουσας -η οποία σε κάθε περίπτωση δεν είναι παθούσα- από κανένα άλλο στοιχείο της δικογραφίας προκύπτουν ενδείξεις ενοχής για το διερευνώμενο ή άλλο αδίκημα. Κατόπιν τούτων, παρακαλούμε να εγκρίνετε την ανωτέρω ενέργειά μας, εφόσον συμφωνείτε με αυτήν». Σημειώνεται ότι κατά της ως άνω Διάταξης δεν προέκυψε ότι έχει ασκηθεί προσφυγή από την εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη ενώ η ενέργεια αρχειοθέτησης της υπόθεσης από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σύρου εγκρίθηκε και από τον Εισαγγελέα Εφετών Σύρου (βλ. σχετικά την με αριθμ. πρωτ……./06.04.2021 έγγραφη συμφωνία επί της ως άνω Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Σύρου). Από τα ίδια ως άνω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι τα όσα η εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη ανέφερε  στην από 16-07-2020 ένορκη κατάθεσή της (επέχουσα θέση μήνυσης) ήταν ψευδή. Τούτο δε διότι ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών κατά τον επίμαχο χρόνο, ήτοι στις 25-05-2020 (ημέρα Δευτέρα) δεν ευρισκόταν στη Μύκονο αλλά στην Αθήνα, όπου και κατοικεί. Πρόκειται για καθημερινή, εργάσιμη ημέρα και ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών κατά την εν λόγω ημέρα και ώρα ευρισκόταν στην εργασία του. Αυτό συνάγεται από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από τον εφεσίβλητο-αντεκκαλούντα με αριθμ. πρωτ …./14-12-2020 βεβαίωση λήψης κανονικής άδειας της εταιρείας «…….», από την οποία προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών τόσο κατά την επίμαχη ημέρα (ούτε όμως την προηγούμενη και την επόμενη) δεν βρισκόταν σε άδεια ούτε και είχε λάβει άδεια από την εργασία του. Ως εκ τούτου είναι πρακτικά αδύνατον να είχε μεταβεί στη Μύκονο και να βρισκόταν στο ως άνω σημείο πρωινή ώρα, που έλαβε χώρα το υπό εξέταση περιστατικό. Επίσης, στο ως άνω μνημονευόμενο, με αριθμ. πρωτ. ……./2020 έγγραφο του Α.Τ. Μυκόνου, όπου γίνεται αναφορά στο επίμαχο περιστατικό και στον έλεγχο που διενεργήθηκε επιτοπίως (μετά την καταγγελία της εναγόμενης) από περιπολικό της υπηρεσίας μνημονεύονται μεταξύ άλλων τα κάτωθι: « Παρών, κατά την διάρκεια ελέγχου στο σημείο ευρισκόταν και ο υιός του ιδιοκτήτη ……………., γενν. 12/11/1986 στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος μας υπέδειξε την υπ΄’ αριθμ. …….. από 19.12.2019 έγκριση εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας από την Υπηρεσία Δόμησης του Δήμου Ερμούπολης». Από το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου προκύπτει ότι οι αστυνομικοί εξακρίβωσαν τα στοιχεία ταυτότητας του προσώπου, που τους επέδειξε την ανωτέρω άδεια έγκρισης εργασιών, όπως εξάλλου είναι επιφορτισμένοι εκ του υπηρεσιακού τους καθήκοντος να πράξουν. Το γεγονός εξάλλου ότι στο ως άνω δημόσιο έγγραφο της Αστυνομίας πέραν των λοιπών (ονομαστικών) στοιχείων έχει αναγραφεί ημερομηνία γέννησης του ως άνω προσώπου (…………….) παρίσταται ενισχυτικό της κρίσης του Δικαστηρίου ότι έγινε έλεγχος των στοιχείων του ευρισκόμενου στο σημείο προσώπου. Παρίσταται άλλωστε λογικώς ανακόλουθο και επισφαλές σε ένα υπό εξέλιξη περιστατικό (και δη μετά από καταγγελία όμορου ιδιοκτήτη) ο ελεγχόμενος από την Αστυνομική Αρχή να διακινδύνευε με την δήλωση ψευδών στοιχείων. Τούτο δε διότι επί ενδεχόμενης σύλληψης και τήρησης της αυτόφωρης διαδικασίας (για το καταγγελλόμενο περιστατικό) σαφώς θα γινόταν περαιτέρω έλεγχος για τον συλληφθέντα και σε περίπτωση διαπίστωσης δήλωσης ψευδών στοιχείων αυτός θα βαρυνόταν με επιπλέον αξιόποινη πράξη. Περί της παρουσίας στο επίδικο συμβάν του αδελφού του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος και ουχί του ιδίου του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος κατά τον ως άνω χρόνο καταθέτει και ο όμορος ιδιοκτήτης αμφοτέρων των ιδιοκτησιών (…………) …………………….. Ενισχυτικό της ως άνω κρίσης του Δικαστηρίου παρίσταται και το γεγονός ότι μετά την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης σε βάρος του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη για το διερευνώμενο αδίκημα της διάταξης του άρθρου 224 ΠΚ αλλά η δικογραφία τέθηκε στο αρχείο, με σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα Εφετών, ως άλλωστε έχει ήδη εκτεθεί ανωτέρω (στην Εισαγγελική Διάταξη από προφανή παραδρομή αναφέρεται ως επίμαχη ημερομηνία η 06.07.2020 καθόσον άπαντα τα λοιπά περιστατικά ταυτίζονται με αυτά της υπό εξέταση υπόθεσης) . Τα όσα ισχυρίζεται η εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη στις προτάσεις της περί πολεοδομικών παραβάσεων, αυθαιρεσιών και γενικώς περί της υφιστάμενης ιδιοκτησιακής διαφοράς της με την οικογένεια του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος δεν συνδέονται με το υπό εξέταση περιστατικό (καθόσον τα ως άνω γεγονότα δεν αποτελούν αντικείμενο εξέτασης της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση) και αλυσιτελώς προβάλλονται. Από άπαντα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι τα όσα κατέθεσε η εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη στην επίδικη από 16.07.2020 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα (επέχουσα θέση μήνυσης) ήταν εξ ολοκλήρου ψευδή, αφού αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών δεν βρισκόταν στη Μύκονο κατά την επίδικη ημερομηνία ούτε και είχε καμία εμπλοκή με το υπό εξέταση περιστατικό. Η εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη σαφώς και γνώριζε την αναλήθεια των ανωτέρω κατατεθέντων πραγματικών περιστατικών, ενήργησε δε κατά τον τρόπο αυτό εν γνώσει της, με σκοπό να προκαλέσει και επιδιώκοντας την ποινική δίωξη του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος (στα πλαίσια της υφιστάμενης οικογενειακής ιδιοκτησιακής διαφοράς). Πρέπει δε να επισημανθεί ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που κατατέθηκαν σε βάρος του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος, θεμελιώθηκαν, κατά τους ισχυρισμούς της, σε προσωπικές αντιλήψεις, και ως εκ τούτου παρίσταται αυτονόητη η σχετική γνώση της περί της αναλήθειας των εν λόγω πραγματικών περιστατικών. Το γεγονός, εξάλλου, ότι με τα θέματα της Μυκόνου απασχολείτο αποκλειστικά ο αδελφός του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος, ………………. και όχι ο ίδιος αποδεικνύεται και από τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας-αντεφεσίβλητης που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της έφεσής της, όπου αναφέρει  «Ο ………………… εκπροσώπησε τον ενιστάμενο (σ.αδελφό της) κατά της έκθεσης αυθαιρέτου, πατέρα του, στην 1η Συνεδρίαση του Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και αμφισβητήσεων (ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.) Β΄Περιφερειακής Ενότητας Σύρου, στην Ερμούπολη της Σύρου, στις 15.2.2021, ως τούτο αναφέρεται στην πράξη 15η/2021 του παραπάνω ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α., που προσκομίζω με επίκληση (σχ.6). Επίσης ο ………………… βρισκόταν στην Μύκονο και επέβλεπε οικοδομικές εργασίες στο αυθαίρετο και το Δεκέμβριο 2020, επιδεικτικά αγνοώντας και μη τηρώντας την επιβληθείσα με την α/α/……./12.6.2020 έκθεση αυτοψίας της Υπηρεσίας Δόμησης Σύρου Ερμούπολης διακοπή οικοδομικών εργασιών…».

΄Ετσι, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα, με τα όσα αναφέρονται στην ως άνω από 16.07.2020 ένορκη κατάθεση (επέχουσα θέση μήνυσης) η εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη απέδωσε στον εφεσίβλητο-αντεκκαλούντα την τέλεση αξιόποινης πράξης, περιγράφοντας ότι αυτός έδωσε ψευδή στοιχεία ενώπιον τα αρμόδιων αστυνομικών υπαλλήλων, κατά την διάρκεια ελέγχου και δη προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη. Οι παραπάνω αναφερόμενοι από την εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη και διαλαμβανόμενοι στην ως άνω ένορκη κατάθεση ισχυρισμοί τυγχάνουν, με βάση τα παραπάνω, ψευδείς, συκοφαντικοί και εν γένει προσβλητικοί για την προσωπικότητα του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος καθώς τον εμφανίζουν ως πρόσωπο που μετέρχεται παράνομες μεθόδους προκειμένου να εξαπατήσει τις αρχές για δικό του όφελος, δίχως όμως να προκύπτει από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία ότι συντρέχουν τέτοιου είδους περιστάσεις. Επομένως, πληρούται εν προκειμένω και η νομοτυπική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης. Η εναγόμενη αποδεχόταν την προσβολή της τιμής του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος, την οποία συνεπαγόταν η γνωστοποίηση των σχετικών ισχυρισμών τους στους αρμόδιους προανακριτικούς και λοιπούς αστυνομικούς υπαλλήλους, δικαστικοί υπαλλήλους στους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς που επιλήφθηκαν της υπόθεσης, αλλά και σε τρίτα πρόσωπα (λοιπό οικογενειακό, κοινωνικό και εργασιακό περιβάλλον) προκειμένου μάλιστα να υποστεί ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών την βάσανο της σε βάρος του διαδικασίας με την κίνηση ποινικής δίωξης και η οποία προσβολή πράγματι επήλθε (συνεκτιμάται ότι ο ενάγων αναγκάσθηκε να μεταβεί στο Πταισματοδικείο Πειραιώς και να παρέχει έγγραφες εξηγήσεις ως ύποπτος στο πλαίσιο της διενεργούμενης σε βάρος του προκαταρκτικής εξέτασης, απουσιάζοντας από την εργασία του, όντας υποχρεωμένος να δικαιολογήσει την απουσία του).

Κατ’ ακολουθίαν απάντων των ανωτέρω, ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών με βάση τα ως άνω αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά υπέστη παράνομα προσβολή της προσωπικότητάς του (δια τω περιλαμβανόμενων στην προαναφερόμενη ένορκη κατάθεση επέχουσα θέση μήνυσης), η οποία (προσβολή) συνιστά αδικοπραξία σε βάρος τοι Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 57. 59. 299. 914 και 932 του ΑΚ και ειδικότερα: (α) η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της εκκαλούσας-αντεφεσίβλητης είναι παράνομη και υπαίτια, λόγω αντίθεσής της, κατ’ αρχήν, προς τις διατάξεις των άρθρων 224, 229, 362 και 363 του ΠΚ και επιπλέον ως αντικείμενη στο κατά το άρθρο 914 του ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος άλλο πρόσωπο ή τα προστατευόμενα υλικά ή ηθικά αγαθά αυτού, (β) η επίμαχη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εκκαλούσας-αντεφεσίβλητης, υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, επέφερε την ηθική βλάβη του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος και (γ) υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος (με την έννοια της πρόσφορης αιτίας) μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του ανωτέρω επιζήμιου αποτελέσματος (ήτοι, της επέλευσης της συγκεκριμένης μη περιουσιακής ζημίας του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος). Συνεπώς, δικαιούται ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών σύμφωνα με τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 57, 59. 914 και 932 ΑΚ, να αξιώσει από την εκκαλούσα-αντεφεσίβλητη χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη, εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητάς του, το ποσό των 2.000,00 ευρώ το οποίο είναι, κατά την κρίση και του Δικαστηρίου τούτου, εύλογο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας, καθώς δεν υπερβαίνει καταφανώς, ούτε υπολείπεται του ποσού που επιδικάζεται συνήθως σε παρόμοιες περιπτώσεις (βλ. ΟλΑΠ 9/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 491/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 531/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ 8/2018 ΝΟΜΟΣ), λαμβανομένων υπόψη των κατά νόμο στοιχείων, και ειδικότερα των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η προσβολή της προσωπικότητας του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος, της υπαιτιότητας της εκκαλούσας-αντεφεσίβλητης, του είδους και της έκτασης της προσβολής του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος, της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης της προσβολής, αλλά και του τρόπου, με τον οποίο τελέσθηκε η κατά τα ως άνω, σε βάρος του αδικοπραξία, της διάρκειας αυτής, της προκληθείσας βλάβης, λόγω του αγαθού, που προσβλήθηκε, αλλά και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των εμπλεκόμενων διαδίκων. Το ως άνω ποσό δεν υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, έτσι ώστε να δημιουργείται δυσαναλογία του μέσου προς το σκοπό. Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά στο δικαιούχο – παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά στον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (βλ. ΑΠ 1146/2019, ΑΠ 1008/201 ΑΠ 574/2019, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 65/2019, ΕφΠειρ 487/2020, όλες δημ. στ Η.Τ.Ν.Π.-ΝΟΜΟΣ).

Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, α) αναφορικά με τη διάταξή της περί κατάφασης της, εξαιτίας της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς της εκκαλούσας-αντεφεσίβλητης, προσβολής της προσωπικότητας του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος, προκαλώντας του με τον τρόπο αυτό ηθική βλάβη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως, ο μοναδικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα-εναγόμενη αιτιάται εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητά να απορριφθεί η αγωγή, πρέπει ως αβάσιμος κατ’ουσίαν να απορριφθεί, όπως και η ένδικη έφεση πρέπει ως κατ’ουσίαν αβάσιμη να απορριφθεί, περαιτέρω, δε, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που προκαταβλήθηκε, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, για την ως άνω έφεση,  και β) αναφορικά με τη διάταξή της περί επιδίκασης στον αντεκκαλούντα-ενάγοντα του ποσού των 2.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, ορθά, ομοίως, το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αντέφεσης, πρέπει ως αβάσιμος κατ’ουσίαν να απορριφθεί, όπως και η αντέφεση στο σύνολό της, να συμψηφιστεί, δε,  η δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, στο σύνολό της, μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι πρόκειται για διαφορά μεταξύ συγγενών εξ΄ αίματος  (άρθρ.179 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους.

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) την από  7-3-2024 (αριθμ. εκθ. κατ. Πρωτ. …../7-3-2024 και αριθμ. έκθ. κατ. Εφ……./7-3-2024) έφεση και β)  την από 17-6-2024 με αριθμ. κατάθεσης δικογράφου …../18-6-2024 αντέφεση κατά της υπ’αριθμ.2463/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά  την έφεση και

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ’ουσίαν.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που προκαταβλήθηκε για την ως άνω έφεση.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την αντέφεση και

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ’ουσίαν.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις  22 Απριλίου 2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ