ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός αποφάσεως 273/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2ο Τμήμα)
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εκκαλούντων: 1) ………. και 2) ………….., oι οποίοι παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Συνοδινού (Α.Μ Δ.Σ.Α …………), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Του εφεσίβλητου ………….., ο οποίος παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Παρασκευής Μικελάτου (Α.Μ Δ.Σ.Α …………..).
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε σε βάρος των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 30/1/2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………../2023 αγωγή, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, συζήτησε την ως άνω αγωγή στις 7/3/2024, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 3882/2024 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως οι εναγόμενοι άσκησαν την από 17/1/2025 έφεση τους, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου …………./2025 και β) δικογράφου ……………/2025, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17/1/2025 έφεση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου …./2025 και β) δικογράφου …………/2025, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 3882/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 30/1/2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2023 αγωγής του ενάγοντος και ήδη, εφεσίβλητου κατά των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 17/1/2025, ήτοι εντός 30 ημερών από την επίδοση της απόφασης στον αντίκλητο και πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγομένων, που έλαβε χώρα στις 19/12/2024 (βλ. την υπ’ αριθ. ……../2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ….) (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (533 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων εκθέτει ότι από το έτος 2009 μέχρι σήμερα έχει εμπλακεί σε έναν δικαστικό αγώνα, σε αστικό και ποινικό επίπεδο, κατά του δεύτερου εναγομένου, του αδελφού του τελευταίου, ……… και του ………, λόγω των αξιόποινων πράξεων απάτης και εκβίασης σε βαθμό κακουργήματος, που οι ανωτέρω τέλεσαν σε βάρος του, για τις οποίες αυτός υπέβαλε την από 12-3-2009 και με Α.Β.Μ. ………… έγκλησή του, με βάση την οποία και κατόπιν διενεργηθείσας κύριας ανάκρισης, οι ανωτέρω παραπέμφθηκαν για να δικαστούν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, όπου και κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν, με την υπ’ αριθ. 283, 392, 445/2022 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, πλην του ……….. που εν τω μεταξύ είχε ήδη αποβιώσει. Ότι, στα πλαίσια της ως άνω ποινικής υπόθεσης, ο πρώτος εναγόμενος στις 17-6-2009 και 22-3-2012 εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Σαλαμίνας και του Ανακριτή Β’ Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιά αντίστοιχα, και κατάθεσε τα αναφερόμενα στην αγωγή αληθή πραγματικά γεγονότα, που ο ίδιος γνώριζε, πλην όμως, όταν κατά τη δικάσιμο στις 18-5-2022 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς ο ανωτέρω εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας κατηγορίας στο ακροατήριο, όσα κατέθεσε ήλθαν σε πλήρη αντίθεση με το περιεχόμενο των προηγούμενων καταθέσεών του και συγκεκριμένα όλως ψευδώς κατάθεσε επί λέξει τα αναφερόμενα στην αγωγή ψευδή πραγματικά περιστατικά, τελώντας με τον τρόπο αυτό τα αδικήματα της ψευδούς κατάθεσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του ενάγοντος, την απόφαση, δε, να τελέσει τις προαναφερόμενες πράξεις του την προκάλεσε ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος ήταν ο μόνος ωφελούμενος από την ψευδή κατάθεση του ανωτέρω, επιθυμώντας μέσω αυτής να αποδομήσει τις σε βάρος του αποδιδόμενες κατηγορίες σε βαθμό κακουργήματος. Ότι, από τις αναλυτικά περιγραφόμενες πράξεις των εναγομένων, υπέστη μεγάλη ηθική βλάβη, καθώς κινδύνευσε να παραπλανηθεί το Δικαστήριο, τέθηκε εν αμφιβόλω η έκβαση της υπόθεσης, το βάσιμο της έγκλησής του και το αληθές των τελεσθέντων σε βάρος του αδικημάτων, αλλά και προσεβλήθη η τιμή και η υπόληψη του κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητεί, κατόπιν νομότυπου περιορισμού του αιτήματος της αγωγής σε εν όλω έντοκο αναγνωριστικό, κατ’ άρθρο 223 εδ. β’ ΚΠολΔ, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων, να του καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των σαράντα τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (44.000), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση, να απαγγελθεί σε βάρος των εναγομένων προσωπική κράτηση διάρκειας δώδεκα (12) μηνών ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων.
Εν συνεχεία, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 3882/2024 απόφαση του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα ποσό 5.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση τους, οι εναγόμενοι προσβάλουν την ανωτέρω απόφαση, κατά το μέρος αυτής που δέχθηκε την αγωγή και παραπονούνται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί εν όλω η αγωγή.
Σύμφωνα με το άρθρο 250 ΚΠολΔ, αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει την διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία. Σκοπός της παρούσας διάταξης είναι η εναρμόνιση της δικαστικής κρίσης σχετικά προς το ζήτημα που εκκρεμεί ή από άλλο λόγο που αφορά την ορθή εκτίμηση της διαφοράς. Η αστική διαφορά δεν χρειάζεται να εξαρτάται από την εκκρεμή ποινική δίωξη, αρκεί να επηρεάζεται από αυτήν (ΕφΘεσ 1107/2006, Αρμ 2006/1072). Προϋποτίθεται η ύπαρξη εκκρεμούς ποινικής αγωγής, η οποία επηρεάζει άμεσα τη διάγνωση της αστικής δικαιολογητικής σχέσης (ΕφΛαρ 40/2003, ΝοΒ 2004/1218), η οποία (εκκρεμοδικία) αρχίζει με την έναρξη της ποινικής δίωξης και δεν αρκεί μόνη η υποβολή της μήνυσης, ούτε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης. Για να είναι ορισμένο το αίτημα της αναβολής, πρέπει να εκτίθενται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να κρίνει αν πληρούται το πραγματικό της παρούσας διάταξης. Η αναβολή εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας (ΕφΘεσ 1107/2006, ΕφΛαρ 40/2003, ο.π.), η απόφαση του οποίου δεν είναι υποχρεωτικό να είναι αιτιολογημένη, ούτε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1366/2011, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 980/2005, ΧρΙδΔικ 2005/976). Η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται και στη δίκη στο Εφετείο, όχι όμως και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 18/2003, ΕλλΔνη 2003/785). Η απόφαση περί αναστολής είναι μη οριστική και συνεπώς είναι ελεύθερα ανακλητή από το Δικαστήριο που τη χορήγησε, ακόμα και σιωπηρώς με την εκδίκαση της υπόθεσης, μετά από κλήση διαδίκου για περαιτέρω συζήτηση, δεν υπόκειται, δε, ως μη οριστική και σε ένδικα μέσα. Η απόφαση που διατάσσει την αναβολή επιφέρει και την αναστολή της παραγραφής της αξίωσης, όσο διαρκεί, ως λόγος ανώτερης βίας (Μ. Μαργαρίτης, Α. Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ, τόμος Ι, εκδ.2η, αρθ.250, σελ. 438-439).
Με το δικόγραφο της εφέσεως τους, οι εκκαλούντες προβάλουν αίτημα αναβολής της υπόθεσης κατ’ άρθρο 250 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι εκκρεμεί η ποινική δίκη, με κατηγορούμενο τον δεύτερο εκκαλούντα, για τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης και εκβίασης, με φερόμενο παθόντα τον εφεσίβλητο, ενώπιον του Πενταμελούς (και πλέον Τριμελούς) Εφετείου Πειραιώς, εκ της οποίας θα εξαρτηθεί αν τελέστηκε η αδικοπραξία της ψευδούς καταθέσεως του πρώτου εκκαλούντος, που είναι αντικείμενο της παρούσας δίκης. Πράγματι αποδείχθηκε ότι κατόπιν της από 12/3/2009 με ΑΒΜ …………/17-3-2009 μήνυσης (επέχουσας θέσης εγκλήσεως) του εφεσίβλητου κατά του δεύτερου εκκαλούντος, ασκήθηκε ποινική δίωξη με παραγγελία για κύρια ανάκριση. Κατόπιν της περατώσεως αυτής, εκδόθηκε το υπ’ αριθ. 1009/2013 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, δυνάμει του οποίου ο δεύτερος εκκαλών παραπέμφθηκε να δικαστεί για τα αδικήματα της κακουργηματικής απάτης και εκβίασης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο εκδίκασε την ως άνω υπόθεση και με την υπ’ αριθ. 283, 392, 445/2022 απόφαση του, έκρινε ένοχο τον δεύτερο εκκαλούντα για τα ανωτέρω αδικήματα και του επέβαλλε συνολική ποινή καθείρξεως εννέα (9) ετών. Κατά της ως άνω αποφάσεως ο δεύτερος εκκαλών άσκησε την υπ’ αριθ. ……/2022 έφεση του, η οποία εισήχθη προς εκδίκαση ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς στις 8/2/2023, κατόπιν αναβολής στις 13/3/2024, κατόπιν νέας αναβολής εισήχθη πλέον ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς Β βαθμού στις 13/3/2024, κατόπιν νέας αναβολής στις 5/3/2025 και κατόπιν νέας αναβολής στις 10/12/2025, χωρίς μέχρι την εκδίκαση της παρούσας εφέσεως να έχει κριθεί αμετάκλητα το ποινικό σκέλος της υποθέσεως. Ας σημειωθεί ότι στα πλαίσια της ως άνω ποινικής υπόθεσης, ο πρώτος εναγόμενος στις 17-6-2009 και 22-3-2012 εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Σαλαμίνας και του Ανακριτή Β’ Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιά αντίστοιχα, και κατάθεσε τα αναφερόμενα στην αγωγή αληθή πραγματικά γεγονότα, που ο ίδιος γνώριζε, πλην όμως, όταν κατά τη δικάσιμο στις 18-5-2022 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, φέρεται να αναίρεσε αυτά, με συνέπεια την φερόμενη τέλεση της αδικοπραξίας, που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Πρέπει επομένως, κατ’ άρθρο 250 ΚΠολΔ, εφόσον η ως άνω ποινική υπόθεση επηρεάζει άμεσα τη διάγνωση της παρούσας διαφοράς, να αναβληθεί η συζήτηση της παρούσας εφέσεως εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ως άνω ποινική διαδικασία ως προς τον δεύτερο εκκαλούντα, κατά τα ειδικότερα εκτεθέντα στο διατακτικό. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, επειδή η παρούσα απόφαση δεν είναι οριστική.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά την έφεση.
Διατάσσει την αναβολή της συζήτησης της υπό κρίση έφεσης, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς Β Βαθμού, επί της από 12/3/2009 με ……./17-3-2009 μήνυσης (επέχουσας θέσης εγκλήσεως) του εφεσίβλητου κατά του δεύτερου εκκαλούντος, και της υπ’ αριθ. ……./2022 έφεσης του τελευταίου κατά της υπ’ αριθ. 283, 392, 445/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, με την οποία ο δεύτερος εκκαλών κρίθηκε ένοχος για τα αδικήματα της κακουργηματικής απάτης και εκβίασης και του επιβλήθηκε συνολική ποινή καθείρξεως εννέα (9) ετών.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 27 Απριλίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Β. ΠΟΡΤΟΚΑΛΛΗΣ ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ