Αριθμός 251/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) Eτερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….», νομίμως εκπροσωπούμενης, με έδρα στον Πειραιά, οδός ………….., ΑΦΜ …., ΔΟΥ Α’ Πειραιά, 2) ……………….. ατομικώς και υπό την ιδιότητα του ως ομόρρυθμου εταίρου και διαχειριστού της εταιρείας με την επωνυμία «……………», ΑΦΜ ………….., ΔΟΥ Π. Φαλήρου και 3) ………………ατομικώς και υπό την ιδιότητα του ως ετερόρρυθμου εταίρου της εταιρείας με την επωνυμία «…………….», ΑΦΜ ……………, ΔΟΥ Π. Φαλήρου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιό τους Δικηγόρο Κυριάκο Χουσέα.
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………» και το διακριτικό τίτλο «……………», εδρεύουσας στη …………….. Αττικής, (………..) με ΑΦΜ ………… νόμιμα εκπροσωπούμενης, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………….», εδρεύουσας στο ……………. Ιρλανδίας, ..…………, στην οποία η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………………..» και τον διακριτικό τίτλο «……………» έχει μεταβιβάσει απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο.
Oι εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 26.5.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2022) ανακοπή καθώς και οι από 24.1.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2023) πρόσθετοι λόγοι ανακοπής, επί των οποίων (ανακοπής και προσθέτων αυτής λόγων) εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 2632/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την ανακοπή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι ανακόπτοντες-ασκούντες τους πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλούντες με την από 28.3.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …………./2024- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………../2024) έφεσή τους, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 271, 272 παρ. 1 και 524 παρ. 1, 4 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν ο εφεσίβλητος δεν εμφανιστεί ή δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση της έφεσης, προϋπόθεση του παραδεκτού της είναι η νόμιμη κλήτευσή του ή η επίσπευση της συζήτησης από τον τελευταίο για την ορισθείσα νομίμως δικάσιμο. Έτσι, σε περίπτωση μη εμφάνισης του εφεσβλήτου στη συζήτηση της έφεσης, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρών, εφόσον, όμως, επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση ή έχει κληθεί νομίμως από τον παριστάμενο εκκαλούντα, στοιχεία στην έρευνα των οποίων οφείλει να προβεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 524 παρ. 4 εδ. γ΄ ΚΠολΔ επί ερημοδικίας του εφεσίβλητου, ως προς την έφεση, όπου η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη από το διάδικο που δεν εμφανίστηκε, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ’ αυτήν, τα οποία είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση ο παριστάμενος διάδικος. Στην προκειμένη περίπτωση από την επικαλουμένη και νομίμως προσκομιζομένη από τους εκκαλούντες υπ’ αριθ. …….΄/30-4-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά ….. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο της 9-1-2025, επιδόθηκε με την επιμέλεια των εκκαλούντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση αυτής, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εφεσίβλητη. Η τελευταία όμως δεν παραστάθηκε κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου και επομένως πρέπει να δικαστεί ερήμην και να προχωρήσει η διαδικασία σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 524 παρ. 4 ΚΠολΔ), σημειουμένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησης της έφεσης προσκομίστηκαν τα πρακτικά και οι προτάσεις της απολιπομένης εφεσίβλητης που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη κατ’ άρθρο 524 παρ. 4 εδ. δ΄ ΚΠολΔ .
ΙΙ. H υπό κρίση από 28-03-2024 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ………../28-03-2024 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 2632/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής κατά της εκτέλεσης κατ’ άρθρ. 933 επ. ΚΠολΔ κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. του ΚΠολΔ (άρθρ. 937 παρ. 3 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τους ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής, που ηττήθηκαν πρωτοδίκως. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή από τυπική άποψη και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 522 και 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι έχει καταβληθεί και το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο άσκησης της έφεσης, όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση κατάθεσης του δικογράφου αυτής (βλ. e-παράβολο ……………./2024).
ΙΙΙ. Οι ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής με την από 26-05-2022 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ………../26-05-2022 ανακοπή τους και τους από 24-01-2023 και υπ’ αριθ. κατάθεσης …………./25-01-2023 πρόσθετους λόγους αυτής ζήτησαν για τους αναφερόμενους λόγους να ακυρωθεί η από 16-05-2022 επιδοθείσα σ’ αυτούς επιταγή προς πληρωμή ποσού κατά κεφάλαιο ύψους 1.017.394,10 ευρώ, κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθ. ……../2019 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία υποχρεώθηκαν αυτοί, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στην αιτούσα τότε ανώνυμη τραπεζική εταιρεία «…………….. το ποσόν των 1.354.724,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο, για απαίτηση της τελευταίας προερχόμενη από τη συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση χορήγησης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και σύμβαση εγγύησης. Επί της πιο πάνω ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. του ΚΠολΔ (άρθρ. 937 παρ. 3 του ΚΠολΔ) η υπ’ αριθ. 2632/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκαν η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται οι ως άνω ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλούντες με την κρινόμενη έφεσή τους, για λόγους αναγομένους σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζητούν την εξαφάνιση αυτής και την καθ’ ολοκληρίαν παραδοχή της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων αυτής.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 933 ΚΠολΔ αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση ασκούνται μόνο με ανακοπή που εισάγεται (ήδη) στο μονομελές πρωτοδικείο (ΑΠ 1894/2025, ΑΠ 1354/2024, ΑΠ 606/2022, ΑΠ 686/2018, ΑΠ 531/2015). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 καθορίζονται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ “μεταβιβάζοντος” και “αποκτώντος” σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη. Εξάλλου, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 161338/2003 Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β΄ 1688/2003) «Καθορισμός εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003», η οποία καταργήθηκε με την ισχύουσα μετά ταύτα παρόμοια υπ’ αριθ. 20783/2020 Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β΄ 4944/09.11.2020) “Οι προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό συμβάσεις, συντάσσονται σε έντυπο, το οποίο εκτυπώνεται σε λευκό χαρτί γραφής 100 γραμμαρίων και αποτελείται από ένα φύλλο. Το φύλλο έχει διαστάσεις 42 εκατοστά (πλάτος) επί 29,7 εκατοστά (μήκος) και διαιρείται σε δύο ημίφυλλα. Στην πρώτη σελίδα του εντύπου αναγράφονται : 1) Τα στοιχεία των συμβαλλομένων, 2) οι όροι της σύμβασης (το νόμισμα και ποσό του τιμήματος αγοράς, ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης πώλησης, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία και λοιποί ουσιώδεις όροι), 3) Ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων (γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και νόμισμα). Στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται : το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, τα ονοματεπώνυμα και διευθύνσεις των οφειλετών και εγγυητών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Στην ίδια σελίδα τίθενται επίσης η ημερομηνία και οι υπογραφές των συμβαλλομένων και η θεώρηση αυτών. Στην τρίτη σελίδα του εντύπου καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών. Το αναλυτικό περιεχόμενο κάθε σελίδας με τις οικείες υποσημειώσεις εμφαίνεται στα προσαρτημένα στο παράρτημά της παρούσας απόφασης υποδείγματα”. H νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 κρίθηκε απαραίτητη για τον εκσυγχρονισμό των χρηματοδοτικών τεχνικών στην Ελλάδα προς όφελος των ελληνικών επιχειρήσεων και της οικονομίας, όπως ρητά αναφέρεται και στην οικεία εισηγητική έκθεση. Ειδικότερα, με το άρθρο αυτό προβλέπεται ρύθμιση για την τιτλοποίηση απαιτήσεων, που αποτελούν έναν ιδιαίτερα διαδεδομένο τρόπο χρηματοδότησης στην αλλοδαπή, καλύπτοντας κατ’ αρχήν απαιτήσεις από στεγαστικά δάνεια και στη συνέχεια πάσης φύσεως επιχειρηματικές απαιτήσεις (π.χ. απαιτήσεις μιας τράπεζας από δάνεια που αποτελούν μια από τις πλέον διαδεδομένες περιπτώσεις τιτλοποιήσεων διεθνώς). Στην πιο απλή μορφή της συνίσταται στην εκχώρηση απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρείας προς μία άλλη εταιρεία, που έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα εξής : α) Προκειμένου να αντλήσουν περισσότερα κεφάλαια για τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες, εμπορικές επιχειρήσεις (πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και μεγάλες επιχειρήσεις) μπορούν να προσφύγουν στο συγκεκριμένο θεσμό μεταβιβάζοντας τις επιχειρηματικές τους απαιτήσεις λόγω πώλησης στις προς τούτο συνιστώμενες εταιρείες ειδικού σκοπού, οι οποίες ακολούθως τις “τιτλοποιούν” ενσωματώνοντάς τες σε ομολογίες που εκδίδουν, συγκεκριμένης ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 ευρώ εκάστης, που εν συνεχεία διαθέτουν (με ιδιωτική τοποθέτηση) σε ένα περιορισμένο κύκλο προσώπων όχι άνω των 150, η δε εξόφλησή τους πραγματοποιείται από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων, που μεταβιβάζονται ή από δάνεια-πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. β) Η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων επέρχεται από μόνη την καταχώρηση της σχετικής έγγραφης σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, η δε καταχώρηση αυτή λογίζεται και ως αναγγελία. γ) Η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται με έγγραφη σύμβαση εντολής/διαχείρισης από την αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού, σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, νομίμως λειτουργούν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο (είτε είναι εγγυητής των εν λόγω απαιτήσεων, είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξή τους πριν τη μεταβίβαση), καταχωρίζεται δε και αυτή η σύμβαση (όπως και κάθε μεταβολή) στο παραπάνω δημόσιο βιβλίο (ΑΠ 909/2021). Από δε την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή του Ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κ.λ.π.» και του άρθρου 10 του ανωτέρω Ν. 3156/2003, προκύπτει ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπονται στον Ν. 4354/2015, έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του νόμου αυτού προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση αυτών, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Ολ ΑΠ 1/2023). δ) Επιτρέπεται η μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν για σκοπούς τιτλοποίησης, για δε τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου στη συγκεκριμένη περίπτωση αρκεί και πάλι η καταχώρηση στο δημόσιο βιβλίο του άνω νόμου. ε) Οι εν λόγω συμβάσεις (τιτλοποίησης) συντάσσονται σε συγκεκριμένο έντυπο (όπως τούτο περιγράφεται λεπτομερώς στην προμνημονευθείσα Υ.Α. 161388/2003), με αναφορά στην πρώτη σελίδα αυτού των στοιχείων των συμβαλλομένων, των ουσιωδών όρων της σύμβασης και του τύπου των μεταβιβαζομένων επιχειρήσεων, στη δεύτερη σελίδα του οφειλομένου κεφαλαίου ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο με τα ονοματεπώνυμα και τις διευθύνσεις οφειλετών και εγγυητών, και τις παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις και τέλος στην τρίτη σελίδα των τυχόν μεταβολών των συμβάσεων αυτών, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες, κατόπιν «αποτιτλοποίησης-αποχαρακτηρισμού των δανείων», όρος που καθιερώθηκε κατά τη διαδικασία επαναμεταβίβασης στον αρχικό δικαιούχο των εκχωρηθεισών προς τιτλοποίηση απαιτήσεων από τις εν λόγω δανειακές συμβάσεις, ο οποίος και χρησιμοποιείται κατά την καταχώρισή τους στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 (ΑΠ 909/2021). στ) Από την διάταξη της παρ. 6 εδ. τελευταίο του ανωτέρω άρθρου 10, που ορίζει ότι για την μεταβίβαση της τιτλοποιούμενης απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ για την εκχώρηση απαιτήσεως, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 455, 458, 460, 462 και 463 ΑΚ, προκύπτει ότι και στην περίπτωση της με εκχώρηση μεταβίβασης απαιτήσεων προς τιτλοποίηση, κατά το ανωτέρω άρθρο, η απαίτηση του μεταβιβάζοντος-εκχωρητή μεταβιβάζεται όπως είναι στην εκδοχέα-εταιρεία ειδικού σκοπού, η οποία καθίσταται δανειστής και ασκεί στο δικό της όνομα τις αγωγές τις οποίες μπορούσε και ο εκχωρητής να ασκήσει προς ικανοποίησή του, μη δυνάμενη μόνο να επικαλεστεί προνόμια συνδεόμενα προς το πρόσωπο του εκχωρητή-δανειστή, ο δε οφειλέτης οφείλει να εκπληρώσει την παροχή κατά την έκταση και κατά τον τρόπο, τόπο και χρόνο που υποχρεούτο να εκπληρώσει αυτή (παροχή) και προς τον εκχωρητή. Δηλαδή η εκχώρηση δικαιώματος έχει σαν αποτέλεσμα τη συμμεταβίβαση όλων των παρεπομένων δικαιωμάτων (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υποθήκη, που τυχόν ασφαλίζει την μεταβιβασθείσα απαίτηση) με παρακολουθηματικό τρόπο, δηλαδή χωρίς να χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη μνεία αυτών. Επομένως, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, στην περίπτωση του ανωτέρω άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 συντελείται με μόνη την καταχώρηση σε περίληψη, που περιέχει τα προαναφερθέντα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης μεταβίβασης, στο ανωτέρω βιβλίο, η εκδοχέας γίνεται κυρία της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη, ο τελευταίος δε μπορεί να αντιτάξει κατά της εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις, που του ανήκουν από την απαίτηση, κατά του εκχωρητή, εφόσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωποπαγείς) και εφόσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας (ΑΠ 1074/2022, ΑΠ 1109/2020). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, o καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου οφείλει να κοινοποιήσει στον καθ’ ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση και τα νομιμοποιούντα αυτόν έγγραφα. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται τόσο για την έναρξη, όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξάμενης εκτέλεσης, είναι δε ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν o καθ’ ου η εκτέλεση έλαβε με άλλο τρόπο γνώση της διαδοχής. Ως νομιμοποιούντα τoν διάδοχο έγγραφα νοούνται τα αποδεικνύοντα τη διαδοχή και πρέπει να κοινοποιούνται, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά. Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου “δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση” είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας. Ως προς την υποχρέωση ειδικότερα συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων και στην περίπτωση της καθολικής διαδοχής, με δεδομένη τη συνθετότητα και την ποικιλία των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται αυτή, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων, που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, όλων των εγγράφων που απαιτεί ο νόμος για τη συντέλεσή της, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, αλλά και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια, δυσχεραίνοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση των δανειστών στην εκτελεστική διαδικασία. Η αναγκαστική εκτέλεση βάζει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που να εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ’ ανάγκη λοιπόν, όπως άλλωστε υποδεικνύει η ίδια η ρύθμιση του νόμου, πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της καθολικής διαδοχής και συνεπώς στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του καθολικού διαδόχου (ΑΠ 739/2024, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 345/2006). Επίσης, στην ανωτέρω περίπτωση ειδικής διαδοχής του δικαιούχου τιτλοποιούμενης απαίτησης με σύμβαση μεταβίβασης αυτής από τη μεταβιβάζουσα επιχείρηση στην αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, εφόσον τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων και ιδίως του οφειλέτη της απαίτησης, από την καταχώριση της σύμβασης μεταβίβασης σε περίληψη στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000, με το ειδικότερο περιεχόμενο, που καθορίζεται στην υπ’ αριθ. 161338/2003 Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, είναι προφανές ότι, αφενός η νομιμοποίηση της αποκτώσας εταιρίας αρχίζει ακριβώς από τότε, όπως από την καταχώρηση στο ίδιο αυτό βιβλίο της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων σε Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπεται στον Ν. 4354/2015, αρχίζει και η νομιμοποίηση της τελευταίας να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση ως διαχειρίστρια της αποκτηθείσας από την εταιρεία ειδικού σκοπού απαίτησης και αφετέρου ότι τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα, τα οποία θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή εκτέλεσης, η δε κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όλα τα υπόλοιπα σχετικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται και η ίδια η σύμβαση μεταβίβασης της τιτλοποιούμενης απαίτησης, όση σπουδαιότητα και σοβαρότητα και αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ’ εαυτήν, δεν αποτελούν αναγκαία έγγραφα για την απόδειξη της νομιμοποίησης της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση (AΠ 739/2024, ΑΠ 434/2022, ΑΠ 909/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλούντες με τους δύο πρώτους λόγους της ανακοπής τους ισχυρίζονται ότι η ανακοπτόμενη επιταγή προς εκτέλεση είναι άκυρη λόγω του ότι η καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη δεν τους κοινοποίησε ολόκληρες τις συμβάσεις της ένδικης απαίτησης και ανάθεσης της διαχείρισής της σε αυτήν (καθ’ ης-εφεσίβλητη), παρά μόνο ακριβή αντίγραφα της καταχώρισής τους στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, κατά παράβαση του άρθρου 925 ΚΠολΔ, που επιτάσσει, όπως ισχυρίζονται, την κοινοποίηση στον καθ’ ου η εκτέλεση ολόκληρων των ως άνω συμβάσεων, αλλά ούτε και το κωδικοποιημένο καταστατικό της καθ’ ης ή την ανακοίνωση της αρχικής καταχώρισης των στοιχείων της εταιρείας στο ΓΕΜΗ, ήτοι το πρακτικό διορισμού του Δ.Σ, από το οποίο να προκύπτει η εκπροσώπηση αυτής. Επίσης, ισχυρίζονται ότι η καθ’ ης κοινοποίησε μεν σ’ αυτούς απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων λόγω τιτλοποίησης απαιτήσεων από τη δανείστρια Τράπεζα στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού απαιτήσεων, πλην όμως όχι τον πλήρη πίνακα των τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, των οποίων η διαχείριση ανατέθηκε σ’ αυτήν, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει αν στην τελευταία (καθ’ ης) είχε ανατεθεί η διαχείριση της ένδικης απαίτησης ούτε το ύψος της σε βάρος τους απαίτησης που τυχόν εκχωρήθηκε. Ακόμη, οι ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλούντες εκθέτουν ότι στο σύνολο του πολυσέλιδου εγγράφου που τους επιδόθηκε, αναφέρεται διαρκώς η επισπεύδουσα καθ’ ης (……………….) να ενεργεί χωρίς να υφίσταται κανένα έγγραφο, καμία απόφαση γενικής συνελεύσεως μετόχων ή διοικητικού συμβουλίου είτε της αναμεταβιβάσασας σε αυτήν την ένδικη σύμβαση διαχείρισης «…………….» είτε ακόμη και της εκχωρήτριας και αρχικής δικαιούχου της απαίτησης «……………..» και με βάση αυτά ισχυρίζονται ότι υφίσταται έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της «………..» για την επίσπευση σε βάρος τους αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση την ένδικη από 16-05-2022 επιταγή προς πληρωμή.
Aπό τα έγγραφα που οι ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλούντες επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, καθώς και απ’ όλη τη διαδικασία, αποδεικνύονται τα ακόλουθα : Η καθ’ ης η ανακοπή-πρόσθετοι λόγοι αυτής και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία «………………..» έχει αδειοδοτηθεί νομίμως από την Τράπεζα της Ελλάδος με την υπ’ αριθ. 207/29-11-2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ως Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4354/2015 και της Πράξης 118/19-5-2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. 153/08-01-2019 Πράξη. Στην εν λόγω εταιρεία (καθ’ ης-εφεσίβλητη) έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………», με έδρα το …….. Ιρλανδίας. Στην εν λόγω εταιρεία (…..), ως δικαιούχο της απαίτησης, κατά τα οριζόμενα στην από 08-10-2021 σύμβαση διαχείρισης διεπόμενη από το ελληνικό δίκαιο, όπως ισχύει, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………..» έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 08-10-2021 σύμβασης εκχώρησης απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η ως άνω ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………………» μετά από αίτησή της πέτυχε την έκδοση της υπ’ αριθ. …./15-2-2019 διαταγής πληρωμής από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την οποία επέδωσε τους ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλούντες, καθώς και στους μετέπειτα αποβιώσαντες γονείς τους ……. και ……………….., καθώς και αντίγραφο από πρώτο (Α΄) εκτελεστό απόγραφο της ως άνω διαταγής πληρωμής και την από 26-3-2019 επιταγή προς πληρωμή ποσού 1.354.724,06 ευρώ για οφειλόμενο κεφάλαιο, πλέον τόκων, εξόδων κλπ. Κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής και της ως άνω από 26-03-2019 επιταγής προς πληρωμή και της αρξαμένης με αυτήν διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης καθώς και κατά της ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» οι ήδη ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλούντες, καθώς και οι ως άνω αποβιώσαντες γονείς τους, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 19-4-2019 και με αριθ. κατάθεσης …………../19-04-2019 ανακοπή τους. Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1968/27-05-2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η ως άνω υπ’ αριθ. ……./2019 διαταγή πληρωμής και η από 26-03-2019 επιταγή προς εκτέλεση ως προς το πέραν του 1.017.394,10 ευρώ επιδικαζόμενο ποσό κεφαλαίου και κατά τα λοιπά επικυρώθηκε η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση οι ως άνω ανακόπτοντες και κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..», υπέρ της οποίας άσκησε πρόσθετη παρέμβαση η ήδη καθ’ ης η ανακοπή-πρόσθετοι λόγοι αυτής-εφεσίβλητη (…………). Eπί της έφεσης αυτής και της πρόσθετης παρέμβασης υπέρ της εφεσίβλητης εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 547/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία έγινε δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση και απορρίφθηκε η έφεση. Μετά ταύτα η ήδη καθ’ ης η ανακοπή-πρόσθετοι λόγοι αυτής-εφεσίβλητη (………….) επέδωσε στους ήδη ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής-εκκαλούντες αντίγραφο εξ απογράφου από το πρώτο (Α΄) εκτελεστό απόγραφο της ως άνω υπ’ αριθ. ……../2019 διαταγής πληρωμής από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με συνημμένη την από 16-05-2022 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία αυτοί επιτάσσονται να καταβάλουν το ποσό των 1.017.394,10 ευρώ ως κεφάλαιο, εντόκως από την 12.06.2018 μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, η ήδη καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητη μαζί με τα παραπάνω συγκοινοποίησε στους ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλούντες τα εξής έγγραφα : α) ακριβές αντίγραφο της με αριθ. πρωτοκόλλου ……./11-10-2021 δημοσίευσης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο ….. και με αριθμό ….., περίληψης της από 08.10-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, που καταρτίστηκε μεταξύ αφ’ ενός της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..» και αφ’ ετέρου της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………», με έδρα το ……. Ιρλανδίας, β) ακριβές αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της σελίδας 341 του αποσπάσματος των στοιχείων των ως άνω τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, που επισυνάφθηκε ως παράρτημα στη με αριθμό πρωτοκόλλου …../11-10-2021 περίληψη, από το οποίο προκύπτει η εκχώρηση της ένδικης απαίτησης προς την ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, καθόσον σ’ αυτό (απόσπασμα) αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία των οφειλετών-ανακοπτόντων-ασκούντων πρόσθετους λόγους ανακοπής και ο αριθμός της ένδικης δανειακής σύμβασης και γ) ακριβές αντίγραφο της με αριθμό πρωτοκόλλου …../20-12-2021 δημοσίευσης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο …. και με αριθ. ……., περίληψης της από 17-12-2021 σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, που καταρτίστηκε μεταξύ αφ’ ενός της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….», με έδρα το ……… Ιρλανδίας, και αφ’ ετέρου της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης (……………….). Επομένως, συγκοινοποιήθηκαν στους ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλούντες όλα τα ανωτέρω έγγραφα που αποδεικνύουν τη μεταβίβαση της ένδικης απαίτησης στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία και την ανάθεση της διαχείρισης αυτής στην καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητη. Ειδικότερα, κοινοποιήθηκαν στους ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλούντες οι περιλήψεις των συμβάσεων μεταβίβασης λόγω πώλησης και ανάθεσης της διαχείρισης της ένδικης απαίτησης, οι οποίες (περιλήψεις) περιέχουν όλα τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων αυτών. Εξάλλου, εφόσον οι περιλήψεις των προαναφερόμενων συμβάσεων έχουν καταχωριστεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών και δεδομένου ότι με την εν λόγω καταχώριση έχουν νομίμως συντελεστεί η μεταβίβαση της ένδικης απαίτησης και στη συνέχεια η ανάθεση της διαχείρισής της στην καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 3 εδ. γ΄ του Ν. 4354/2015 και 10 παρ. 8, 9, 10 και 16 του Ν. 3156/2003, δεν απαιτείται η συγκοινοποίηση κάποιου άλλου εγγράφου για την κατ’ άρθρ. 925 παρ. 1 ΚΠολΔ νομιμοποίηση της καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητης. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι μόνο το γεγονός ότι το παράρτημα της σύμβασης μεταβίβασης, στο οποίο αυτή παραπέμπει, δεν κοινοποιήθηκε ολόκληρο ως σύνολο στους ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλούντες, παρά μόνο αποσπασματικά, και μάλιστα κατά το μέρος μόνο που εμπεριέχεται σ’ αυτό η ένδικη σε βάρος τους απαίτηση, ουδεμία ακυρότητα δημιουργεί. Τούτο δε διότι το υπόλοιπο του παραρτήματος αυτού , το οποίο αριθμεί χιλιάδες σελίδες στο σύνολό του, αφορά δάνεια άλλων οφειλετών που δεν έχουν καμία σχέση με την επισπευδόμενη σε βάρος των ανακοπτόντων-ασκούντων πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλούντων αναγκαστική εκτέλεση και ως εκ τούτου η συγκοινοποίηση ολόκληρου του παραρτήματος είναι υπερβολική, εξαιρετικά δαπανηρή και δεν ασκεί ουδεμία επιρροή, με αποτέλεσμα να μην θεωρείται απαραίτητη. Ακόμη, πρέπει να τονιστεί και το ότι η καθ’ ης κοινοποίησε στους ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής ακριβές αντίγραφο της με αριθμό πρωτοκόλλου …./11-10-2021 δημοσίευσης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο …. και με αριθμό ……, περίληψης της από 08-10-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ αφ’ ενός της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» και αφ’ ετέρου της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», με έδρα το …….. Ιρλανδίας, καθώς και ακριβές αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της σελίδας ….. του αποσπάσματος των στοιχείων των κατά τα ως άνω τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, που επισυνάφθηκε ως παράρτημα στη με αριθμό πρωτοκόλλου …………/11-10-2021 περίληψη, από τα οποία αποδεικνύεται ότι ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………….» μεταβίβασε, μεταξύ άλλων, και την ένδικη απαίτηση, ανά επιχειρηματική απαίτηση, κεφάλαιο, δεδουλευμένους τόκους και έξοδα, μετά των παρεπομένων και διαπλαστικών δικαιωμάτων και των τυχόν εξασφαλίσεων αυτών, παρεπομένων ενοχικών και εμπράγματων απαιτήσεων (βλ. 3ο όρο της εν λόγω σύμβασης) στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………..», με έδρα το ……. Ιρλανδίας. Επίσης, στην παρούσα περίπτωση το κωδικοποιημένο καταστατικό της καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητης, καθώς και η ανακοίνωση της αρχικής καταχώρισης των στοιχείων αυτής στο ΓΕ.ΜΗ. (των οποίων άλλωστε τα βασικά στοιχεία μνημονεύονται στο συγκοινοποιηθέν με αριθμό ……….08.10.2021 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών …….) δεν έχουν καθοριστική και κρίσιμη σημασία για τη νομιμοποίηση της διαχειρίστριας εταιρείας. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω οι ως άνω δύο πρώτοι λόγοι της ένδικης ανακοπής είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
V. Η έννοια της διάταξης του άρθρου 926 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι «όταν περάσει έτος από την επίδοση της επιταγής, δεν μπορεί να γίνει καμιά άλλη πράξη εκτέλεσης που να βασίζεται επάνω σ’ αυτήν», είναι, ότι μετά την πάροδο έτους από την επίδοση της επιταγής δεν επιτρέπεται η επιχείρηση της πρώτης πράξης της κύριας διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και όχι ότι δεν επιτρέπεται η επίδοση νέας επιταγής προς εκτέλεση και η συνέχιση με βάση τη δεύτερη αυτή επιταγή της περαιτέρω διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 1996/2014, ΑΠ 1842/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της ανακοπής κατά το πρώτο σκέλος του οι ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η ως άνω ανακοπτόμενη επιταγή προς εκτέλεση (από 16-05-2022 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο Α΄ εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθ. ……/2019 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά) είναι άκυρη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ ης η ανακοπή-πρόσθετοι λόγοι και ήδη εφεσίβλητης λόγω έλλειψης και μη συγκοινοποίησης ειδικής πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του υπογράφοντος την αίτηση για την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής δικηγόρου ………….., καθώς και στο πρόσωπο της υπογράφουσας την ανακοπτόμενη από 16.05.2022 επιταγή προς πληρωμή δικηγόρου . …… Επίσης, αυτοί ισχυρίζονται με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (τρίτου) λόγου τους ότι η ως άνω ανακοπτόμενη από 16.05.2022 επιταγή προς πληρωμή είναι άκυρη, καθόσον κατά την επίδοσή της είχε ήδη παρέλθει χρονικό διάστημα άνω του ενός έτους από την κοινοποίηση σ’ αυτούς, την 01.04.2019, της από 26.03.2019 επιταγής προς πληρωμή κάτω από απόγραφο της ίδιας ως άνω διαταγής πληρωμής, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 926 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος της ανακοπής (τρίτος) κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον μόνη η παράσταση με πληρεξούσιο δικηγόρο της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εφεσιβλήτου, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………..», η οποία ζήτησε την έκδοση της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, υποδηλώνει τη σιωπηρή έγκριση των προγενέστερων διαδικαστικών ενεργειών που έλαβαν χώραν, έστω και αν αυτή (έγκριση) δίδεται σε χρόνο μεταγενέστερο της πρότασης της ακυρότητας (ΑΠ 835/2010, ΑΠ 602/2004). Εξάλλου, και ως προς το δεύτερο σκέλος του ο ως άνω λόγος της ανακοπής (τρίτος) είναι αβάσιμος, καθόσον κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 926 παρ. 2 του ΚΠολΔ δεν απαγορεύεται να γίνει μετά την πάροδο έτους νέα επίδοση της επιταγής προς πληρωμή με βάση τον ίδιο τίτλο και να συνεχιστεί εγκύρως η εκτελεστική διαδικασία, όπως ακριβώς συνέβη και στην παρούσα περίπτωση.
VI. Από τη διάταξη του άρθρο 924 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επιταγή, με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα, αρκεί να προκύπτει από την επιταγή προς εκτέλεση η αιτία της απαίτησης, η οποία κατ’ αρχήν θα προκύπτει από το αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου, κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισμός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυριστεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαιτήσεως ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή τον εσφαλμένο υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων. (ΑΠ 194/1995). Επίσης, ούτε το ποσόν του τόκου χρειάζεται να προσδιορίζεται στην επιταγή προς εκτέλεση, αφού το μεν ποσοστό του τόκου ορίζεται από το νόμο, το δε ποσό των τόκων που θα καταβληθεί μπορεί να βρεθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, βάσει του ποσοστού αυτού και του χρονικού διαστήματος που θα έχει παρέλθει μέχρι της ημερομηνίας εξοφλήσεως της επιταγής. Αν η επιταγή προς εκτέλεση δεν περιέχει τα ως άνω στοιχεία, επέρχεται ακυρότητα, που κηρύσσεται από το δικαστήριο, εφόσον κατά την κρίση του προκαλείται από την αοριστία της επιταγής στον οφειλέτη δικονομική βλάβη, που δεν μπορεί να επανορθωθεί με άλλο τρόπο, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. (ΑΠ 474/1999, ΑΠ 194/1995, ΑΠ 1303/1988). Στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλούντες με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής τους ισχυρίζονται ότι η ως άνω ανακοπτόμενη από 16-05-2022 επιταγή προς πληρωμή είναι άκυρη λόγω αοριστίας της, καθόσον δεν προσδιορίζεται σ’ αυτήν το ποσόν των τόκων που αυτοί είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν. Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος της ανακοπής είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, το ποσό των τόκων δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της επιταγής προς πληρωμή.
VII. Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης και ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη, η δε έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης. Περαιτέρω, από το άρθρο 216 παρ.1 περ. α΄ ΚΠολΔ συνάγεται ότι ως νομιμοποίηση των διαδίκων, νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση τους, δηλαδή για βιοτική σχέση αυτών με άλλο πρόσωπο ή αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της, από το ουσιαστικό δίκαιο και έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Την εν λόγω εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμά του ή έννομη σχέση αυτού, έχει, κατά κανόνα ο φορέας της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ενώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ο νόμος παρέχει την εξουσία διεξαγωγής της δίκης σε πρόσωπα, που δεν είναι φορείς της ουσιαστικής έννομης σχέσης (μη δικαιούχοι ή μη υπόχρεοι διάδικοι), όπως λχ ο σύνδικος της πτώχευσης, ο εκτελεστής διαθήκης, ο εκκαθαριστής κληρονομίας και ο αναγκαστικός διαχειριστής. Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 3156/2003 “Ομολογιακά δάνεια, Τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα κλπ”, για τους σκοπούς του νόμου αυτού, τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται : α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Ως “ιδιωτική τοποθέτηση” θεωρείται η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. “Μεταβιβάζων”, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και “αποκτών” μόνο νομικό πρόσωπο – ανώνυμη εταιρία – με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρία Ειδικού Σκοπού, σύμφωνα με την ορολογία που έχει επικρατήσει διεθνώς). Η εταιρία καταβάλλει το τίμημα και “τιτλοποιεί” τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα, “ομολογίες”, ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 € η κάθε μία (βλ. παρ. 5 του άρθρου αυτού). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρίας προς μια άλλη εταιρία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου, το οποίο η λήπτρια εταιρία εκδίδει για το σκοπό αυτό και το διαθέτει σε τρίτους (επενδυτές) και στη συνέχεια με το αντίτιμο των ομολόγων εξοφλεί το τίμημα της αγοράς. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 6). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (παρ. 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης και η μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (παρ. 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 8 του ιδίου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παρ. 1. Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161337/30-10-2003 – ΦΕΚ Β΄ 1688/2003 υπουργική απόφαση και ήδη με την 20783/09-11-2020 – ΦΕΚ Β΄ 4944/09-11-2020 – απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακεία δε, έως την ίδρυσή τους με προεδρικό διάταγμα, ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Συνοπτικώς, τα στοιχεία που περιέχονται στο άνω έντυπο με την προκαθορισμένη μορφή είναι : α) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, β) οι όροι της σύμβασης (λ.χ. νόμισμα και ποσό του τιμήματος της αγοράς), γ) ο τύπος των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δ) το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ε) τα στοιχεία των οφειλετών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Επίσης, ο ως άνω νόμος προβλέπει ότι επί μιας τέτοιας μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από Τράπεζα σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού είναι δυνατό να ανατεθεί, με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως και σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (παρ. 16), η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες, σύμφωνα με το σκοπό του, στον Ευρωπαϊκό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού (απόκτησης) δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διαχειριστή (παρ. 14). Εξάλλου, με τον ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ”, εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα οι “εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις” (ΕΑΑΔΠ) και οι “εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις” (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Αμφότερα τα συμβατικά μορφώματα υπόκεινται σε σοβαρούς περιορισμούς, ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενό τους, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 του άνω Ν. 4354/2015. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 β΄ του Ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4643/2019, η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια, που έχουν χορηγήσει ή χορηγούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, όπως και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, πλην της περίπτωσης δ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014, μπορεί να λάβει χώρα μόνο λόγω πώλησης, δυνάμει σχετικής έγγραφης συμφωνίας, σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 3, προς τους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά, ήτοι: αα) Ανώνυμες εταιρίες που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, εδρεύουν στην Ελλάδα και καταχωρίζονται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), ββ) Εταιρίες που έχουν έδρα στον Ευρωπαϊκό Χώρο, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γγ) Εταιρίες που έχουν έδρα σε τρίτες χώρες, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας, οι οποίες έχουν διακριτική ευχέρεια να εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, υπό την προϋπόθεση ότι η έδρα τους δεν βρίσκεται σε κράτος που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς ή σε μη συνεργάσιμο κράτος. Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 4354/2015, στη σύμβαση μεταβίβασης (πώλησης) απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια που έχουν χορηγήσει πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να είναι, ως πωλητές μόνον πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα και ως αγοραστές μόνον ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες Aπόκτησης Aπαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 α΄ του ως άνω Ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 4643/2019, η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς και των απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, εκτός των αναφερόμενων στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014, ανατίθεται στους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά, ήτοι : αα) σε ανώνυμες εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, υπό την επιφύλαξη της παρ. 20, που εδρεύουν στην Ελλάδα και ββ) σε εταιρίες που εδρεύουν σε κράτος – μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, με την προϋπόθεση ότι έχουν εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, με σκοπό τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων της Οδηγίας 2013/36 (EEL 176/338/27-6-2013), καθώς και της Οδηγίας 2004/39 (EEL 145/2004) και της περίπτωσης δ΄ της παρούσας παραγράφου. Δηλαδή, στη σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) και αφετέρου ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις). Εξάλλου, οι ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) είναι ανώνυμες εταιρίες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα, λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εποπτεύονται, για τη συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου από την Τράπεζα της Ελλάδος (άρθρο 1 παρ. 1 περ. α΄, όπως το δεύτερο εδάφιο της περ. α΄ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 1 του Ν. 4549/2018). Αντικείμενο της δραστηριότητάς τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα (καθώς και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας) (άρθρο 1 παρ. α΄), οι οποίες (απαιτήσεις) μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες είτε ενήμερες. Περαιτέρω, το άρθρο 2 παρ. 1-3 του Ν. 4354/2015, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 70 του Ν. 4389/2016, προβλέπει ότι στις Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (περίπτωση δ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της, καθόσον, αφενός μεν εξουσιοδοτών (αναθέτων την διαχείριση) μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις), αφετέρου δε διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον ΕΔΑΔΠ (Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) που έχει λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος (1 παρ. 1 α΄ του Ν. 4354/2015). Επίσης, η πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ρυθμίζεται στο άρθρο 3 του Ν. 4354/2015, και μπορεί να γίνει μόνον προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) (ή ανάλογη αλλοδαπή εταιρεία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 β΄ περίπτ. ββ και γγ του Ν. 4354/2015) και διέπονται (όπως και στις περιπτώσεις της μεταβίβασης απαιτήσεων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων), η μεν πώληση από τις διατάξεις του άρθρου 513 επ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ (άρθρο 3 παρ. 1). Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 4354/2015, η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων προς τις Ε.Δ.Α.Δ.Π (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και περιλαμβάνει, κατ’ ελάχιστο περιεχόμενο, τα ακόλουθα : (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, (β) τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871-872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ’ αριθμ. 116/25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 4224/2013 και (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ του Ν. 4354/2015, η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή, μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά τον παρόντα νόμο από την Τράπεζα της Ελλάδος, τα δε δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες, λόγω πώλησης, απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του Ν. 4307/2014 (Α΄ 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης. Αμφότεροι οι ως άνω νόμοι 3156/2003 και 4354/2015 έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής, καθώς και οι δύο καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την μεταβίβαση-πώληση των απαιτήσεων (ειδικά δε στην περίπτωση του Ν. 4354/2015 των τραπεζικών) από τους φορείς τους προς τρίτους, με τη διαφοροποίηση ότι στην περίπτωση του Ν. 3156/2003, μετά την πώληση ακολουθεί το στάδιο τη έκδοσης ομολογιών (της τιτλοποίησης) και ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών από εταιρείες διαχείρισης, ωστόσο ο Ν. 4354/2015 περιέχει πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο για το καθεστώς λειτουργίας των εταιρειών διαχείρισης, τόσο στο πεδίο του ουσιαστικού, όσο και στο πεδίο του δικονομικού δικαίου. Όπως προεκτέθηκε, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση σύμφωνα με το Ν. 3156/2003, στο άρθρο 10 παρ. 14 αυτού ορίζεται ότι η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται συμβατικά σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, στον ίδιο τον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο – εγγυητή με τις προϋποθέσεις που ειδικότερα ορίζονται σ’ αυτή. Με τη διάταξη αυτή δεν παρέχεται ρητά στην εταιρεία διαχείρισης, η οποία, συμβαλλόμενη με την εταιρεία απόκτησης, αποκτά κατά το ουσιαστικό δίκαιο την εξουσία είσπραξης αλλότριας απαίτησης (ήτοι απαίτησης της εταιρείας απόκτησης), και η δικονομική εξουσία να εγείρει αγωγή και κάθε άλλο ένδικο βοήθημα για την είσπραξή της, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομά της, όπως ρητά προβλέπεται τούτο για τις εταιρείες διαχείρισης στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, δυνάμει της οποίας ο νομοθέτης εξόπλισε τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, στις οποίες ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων, με βάση το νόμο αυτό, και με τη δικονομική εξουσία να ενεργούν, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, στο όνομά τους, το σύνολο των αναγκαίων δικαστικών, αλλά και εξώδικων ενεργειών, προς είσπραξη των υπό την διαχείρισή τους απαιτήσεων. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 εξαιρετική νομιμοποίηση της εταιρείας διαχείρισης ως μη δικαιούχου διαδίκου, διευκολύνει τις εταιρείες απόκτησης, οι οποίες συνήθως έχουν έδρα στην αλλοδαπή, καθώς απαλλάσσονται από το βάρος της διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών και της επιμέλειας της δικαστικής επιδίωξής τους, αφού αυτή ασκείται αποκλειστικά από τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (άρθρο 1 στοιχ. γ΄ του Ν. 4354/2015), χωρίς να βλάπτει τα ουσιαστικά δικαιώματα των δανειοληπτών – καταναλωτών, οι οποίοι ασκούν τα δικαιώματά τους ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων κατά εταιρειών, οι οποίες έχουν λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, που έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και οι οποίες εδρεύουν στην Ελλάδα και λειτουργούν εντός ενός συγκεκριμένου αυστηρού νομικού καθεστώτος εποπτευόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ενόψει αυτών είναι ερευνητέο, αν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων του Ν. 4354/2015 απολαμβάνουν την προβλεπόμενη από το νόμο αυτό εξαιρετική νομιμοποίηση ως μη δικαιούχοι διάδικοι και στην περίπτωση που τους έχει ανατεθεί η διαχείριση απαιτήσεων με το καθεστώς του Ν. 3156/2003, μολονότι τέτοια νομιμοποίηση δεν θεσπίζεται ρητά με το Ν. 3156/2003. Στην ελληνική έννομη τάξη η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση προϋποθέτει ειδική νομοθετική ρύθμιση, η οποία απονέμει στο πρόσωπο την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, όπως λ.χ. συμβαίνει με το σύνδικο της πτώχευσης, τον εκτελεστή διαθήκης, τον εκκαθαριστή κληρονομίας, τον αναγκαστικό διαχειριστή, τον Εισαγγελέα στη δίκη ακύρωσης του γάμου κλπ. Ωστόσο, η πρόβλεψη μιας περίπτωσης εξαιρετικής νομιμοποίησης από το νομοθέτη δεν απαιτεί πανηγυρική διατύπωση ότι πρόκειται για μη δικαιούχο ή μη υπόχρεο διάδικο, εφόσον από την τελολογική ερμηνεία της εφαρμοστέας διάταξης, σύμφωνα με την οποία μεταξύ των περισσοτέρων δυνατών νοημάτων, που καλύπτονται από το γράμμα του ερμηνευόμενου κανόνα δικαίου, πρέπει να αναζητείται εκείνο που επιτυγχάνει την πληρέστερη πραγμάτωση του ρυθμιστικού σκοπού του, δηλαδή την πληρέστερη διασφάλιση της αξιολογικής στάθμισης των εκατέρωθεν συμφερόντων, προκύπτει ότι ο σκοπός του νομοθέτη είναι να εξοπλίσει το πρόσωπο, που νομιμοποιείται προς είσπραξη μιας απαίτησης τρίτου κατά το ουσιαστικό δίκαιο και με τη δικονομική εξουσία να ενεργεί κάθε αναγκαία για την είσπραξή της διαδικαστική πράξη και ενέργεια με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Προς τούτο συγκλίνει και η αντικειμενική θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο ερμηνευτής ενός κανόνα δικαίου αναζητεί το αντικειμενικό νόημα του νόμου, δηλαδή την ενυπάρχουσα στον κανόνα δικαίου λογική, έτσι ώστε αυτός, ενόψει του όλου συστήματος δικαίου, των υφισταμένων συνθηκών και των αντιμαχομένων συμφερόντων και αναγκών, να μπορεί να επιτελέσει τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε. Έτσι ο νομοθέτης, στο άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, ρύθμισε ρητά το ειδικό δικονομικό καθεστώς των εταιρειών διαχείρισης, απονέμοντας σ’ αυτές την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Ωστόσο, αυτές οι εταιρείες διαχείρισης υπάγονται σε μια ευρύτερη κατηγορία εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, όπως είναι και εκείνες του Ν. 3156/2003. Ως εκ τούτου η διαφορετική αντιμετώπιση των εταιρειών διαχείρισης του Ν. 3156/2003 από εκείνες του Ν. 4354/2015 θα έχει ως συνέπεια λογική ανακολουθία στο εσωτερικό σύστημα του νόμου. Αυτό, άλλωστε, συνάγεται και από τη συστηματική ερμηνεία των ως άνω κανόνων δικαίου, οι οποίοι παρουσιάζουν νοηματική και λειτουργική συνοχή μεταξύ τους, αφού και οι δύο ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη απαιτήσεων τρίτων. Γι’ αυτό οι ανωτέρω δύο νόμοι θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να βρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους, ανεξαρτήτως του αν η απόκτηση των απαιτήσεων από τις εταιρείες ειδικού σκοπού έγινε με τη διαδικασία της τιτλοποίησης και εκχώρησης βάσει του Ν. 3156/2003 ή με τη διαδικασία της πώλησης βάσει του Ν. 4354/2015. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 δ΄ του Ν. 4354/2015 ορίζεται ότι οι διατάξεις του δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3156/2003, ενώ και στην αιτιολογική έκθεση αυτού σημειώνεται ότι «παρέχονται στα πιστωτικά ιδρύματα τα θεσμικά εργαλεία αξιοποίησης του χαρτοφυλακίου τους, καθώς θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν είτε την εφαρμογή του νόμου περί τιτλοποίησης απαιτήσεων (Ν. 3156/2003) είτε το θεσμικό πλαίσιο που προκρίνεται με το Ν. 4354/2015. Η προβλεπόμενη με την πιο πάνω διάταξη παράλληλη εφαρμογή των δύο νομοθετημάτων αναφέρεται στη διαδικασία μεταβίβασης των απαιτήσεων και σκοπεύει να διευκολύνει τις συναλλαγές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3156/2003, απαλλάσσοντας τους συμβαλλόμενους από τις επιπλέον προβλεπόμενες ειδικότερες προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη μεταβίβαση των απαιτήσεων με βάση το Ν. 4354/2015. Η ως άνω ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται ενιαία εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, τόσο στις περιπτώσεις που η διαχείριση των απαιτήσεων έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, όσο και όταν έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, εξυπηρετεί το νομοθετικό σκοπό της διευκόλυνσης της διαχείρισης των απαιτήσεων και επιλύει κατά τρόπο ενιαίο το ζήτημα της δικονομικής υπόστασης των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, επιτυγχάνοντας έτσι την αρμονική ένταξη του ερμηνευομένου Ν. 3154/2003 στο σύστημα, χωρίς η προσέγγιση αυτή να επηρεάζεται από τις διαφορετικές συνθήκες κάτω από τις οποίες θεσπίστηκαν τα ως άνω δύο νομοθετήματα. Η διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος, σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του Ν. 4354/2015 διαθέτουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 αυτού, μόνο όταν η μεταβίβαση και ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρείες γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 και όχι όταν έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του Ν. 3156/2003, θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ενότητας και ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδαφ. α΄ του Συντάγματος και επιβάλλει τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε νομοθετικών ρυθμίσεων, η οποία πρέπει να τηρείται, ιδίως όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους ενδιαφερόμενους, όπως οι προαναφερόμενες διατάξεις. Τέλος, υπέρ της ανωτέρω ερμηνευτικής προσέγγισης ότι ο διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων του Ν. 3156/2003 νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος αποτελεί και η ιστορική καταγωγή του Ν. 3156/2003. Ειδικότερα, η τιτλοποίηση απαιτήσεων προβλέφθηκε για πρώτη φορά στην ελληνική νομοθεσία με το άρθρο 14 του Ν. 2801/2000 και αφορούσε την τιτλοποίηση απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, στη συνέχεια δε, ο θεσμός αυτός επεκτάθηκε και στον ιδιωτικό τομέα με τη θέσπιση του Ν. 3156/2003. Με την παρ. 13 του άρθρου 14 του άνω Ν. 2801/2000 ορίστηκε ότι η είσπραξη των εκχωρούμενων απαιτήσεων συνεχίζει να γίνεται από το Ελληνικό Δημόσιο στο όνομα και για λογαριασμό αυτού, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, για την είσπραξη δημόσιων εσόδων και με όλα τα διαδικαστικά προνόμια του Ελληνικού Δημοσίου, σαν να μην είχε λάβει χώρα εκχώρηση ή μεταβίβαση των σχετικών απαιτήσεων, οι δε προβλεπόμενες επί των εσόδων κρατήσεις και δικαιώματα υπέρ τρίτων αποδίδονται στους δικαιούχους τους, με βάση τις ισχύουσες διατάξεις. Ο εκδοχέας των απαιτήσεων δεν νομιμοποιείται να παρέμβει ή να συμμετάσχει κατά οποιονδήποτε τρόπο στις σχετικές διαδικασίες. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και όταν πρόκειται για εκχώρηση απαιτήσεων ΝΠΔΔ. Συνεπώς, με βάση τον ως άνω νόμο, που προηγήθηκε του Ν. 3156/2003, το Ελληνικό Δημόσιο ως διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων έχει την αποκλειστική εξουσία να ενεργεί στο όνομά του ως μη δικαιούχος διάδικος όλες τις αναγκαίες ενέργειες και διαδικασίες για την είσπραξη των εκχωρημένων ή μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, ενώ ο εκδοχέας των απαιτήσεων στερείται νομιμοποίησης. Η υποστηριζόμενη άποψη ότι οι εταιρείες διαχείρισης νομιμοποιούνται ως μη δικαιούχοι διάδικοι μόνο όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισης σ’ αυτές γίνεται με βάση τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, λόγω του ότι προβλέπεται διαφορετική φορολογική μεταχείριση των εταιρειών διαχείρισης στους δύο νόμους, καθώς ο Ν. 3156/2003 θέτει τις τιτλοποιημένες απαιτήσεις υπό καθεστώς φορολογικής ατέλειας, ενώ οι μεταβιβάσεις που γίνονται με βάση το Ν. 4354/2015 υπόκεινται σε φορολογία, δεν μπορεί να στηρίξει πειστικά αυτή τη διαφορετική άποψη. Επίσης, το επιχείρημα υπέρ της ίδιας ως άνω άποψης, λόγω του ότι ο Ν. 4354/2015 θέτει ως απαραίτητη προϋπόθεση για την πώληση των μη εξυπηρετούμενων δανείων των καταναλωτών την προηγούμενη πρόσκληση του συνεργάσιμου δανειολήπτη και του εγγυητή για να διακανονίσουν τις οφειλές τους (άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 4354/2015), ενώ ο Ν. 3156/2003 δεν περιλαμβάνει τέτοια πρόβλεψη, είναι ατελέσφορο, διότι η τήρηση αυτής της προϋπόθεσης δεν απαιτείται σε όλες τις περιπτώσεις, αφού εξαιρούνται από την προϋπόθεση αυτή απαιτήσεις επίδικες ή επιδικασθείσες και απαιτήσεις κατά οφειλετών μη συνεργάσιμων (άρθρο 3 παρ. 2 εδαφ. β΄ του Ν. 4354/2015) (Ολ ΑΠ 1/2023, ΑΠ 2009/2025, ΑΠ 1665/2025, ΑΠ 637/2024, ΑΠ 397/2024, ΑΠ 1379/2023, ΑΠ 206/2023). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων. Εξάλλου, από τη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. γ΄ του Ν. 4354/2015, κατά την οποία «Η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείριση μεταξύ εταιρείας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων που αδειοδοτείται και εποπτεύεται από τον παρόντα νόμο από την Τράπεζα της Ελλάδος. Η προϋπόθεση αυτή οφείλει να πληρούται και σε κάθε περαιτέρω μεταβίβαση…», συνάγεται ότι ο νομοθέτης θέτει ως προϋπόθεση του ισχυρού και έγκυρου της σύμβασης πώλησης τιτλοποιημένων απαιτήσεων την υπογραφή σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, η οποία όμως δεν απαιτείται να προηγείται χρονικά της σύμβασης πώλησης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο της ανακοπής οι ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη από 16-5-2022 επιταγή προς πληρωμή επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθ. ………./2019 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά πρέπει να ακυρωθεί λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ ης, η οποία στερείται της ειδικής προς τούτο πληρεξουσιότητας από την κυρία των απαιτήσεων αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού («………..)», στην οποία έχουν μεταβιβαστεί οι απαιτήσεις από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία «……………….», σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, εφόσον δεν έχουν εφαρμογή επ’ αυτής οι διατάξεις του Ν. 4354/2015 και επομένως δεν χορηγείται εκ του νόμου στην καθ’ ης κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση, με συνέπεια να μη νομιμοποιείται αυτή να ζητήσει την επίσπευση της εκτελεστικής διαδικασίας με βάση την ως άνω διαταγή πληρωμής σε βάρος τους (ανακοπτόντων). Επίσης, οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι, αν και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. γ΄ του Ν. 4354/2015, η πώληση-εκχώρηση απαίτησης σε εταιρεία ειδικού σκοπού για να είναι έγκυρη και ισχυρή θα πρέπει να έχει προηγηθεί χρονικά η σύναψη συμφωνίας ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρείας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων, στην παρούσα περίπτωση η από 08-10-2021 σύμβαση πώλησης-εκχώρησης των ένδικων απαιτήσεων από την «………………..» στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού καταρτίστηκε σε χρόνο προγενέστερο της ανάθεσης της διαχείρισης της διαχείρισης σε εταιρεία του Ν. 4354/2015, γεγονός που συνεπάγεται την ακυρότητα της σύμβασης αυτής (πώλησης-εκχώρησης). Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος ανακοπής (πρόσθετος) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων των ως άνω νόμων 4354/2015 και 3156/2003, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.), όπως και η καθ’ ης η ανακοπή, έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του νόμου 4354/2015 προς άσκηση κάθε ενδίκου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, περιλαμβανομένης και της εκ μέρους τους επίσπευσης της εκτελεστικής διαδικασίας, ανεξάρτητα από το νομικό πλαίσιο με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων και ως εκ τούτου ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεσή της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων. Εξάλλου, εφόσον κατά τα ως άνω εκτιθέμενα από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι ο νομοθέτης θέτει ως προϋπόθεση του ισχυρού και έγκυρου της σύμβασης πώλησης τιτλοποιημένων απαιτήσεων την υπογραφή σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, η οποία δεν απαιτείται να προηγείται χρονικά της σύμβασης πώλησης, στην παρούσα περίπτωση πληρούται η προϋπόθεση αυτή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω και ως εκ τούτου η ένδικη από 08-10-2021 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων προς την καθ’ ης η ανακοπή-πρόσθετοι λόγοι αυτής είναι έγκυρη και ισχυρή και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες-ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής είναι αβάσιμα.
VIII. Κατά συνέπεια τούτων συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την επίσπευση από την καθ’ ης και ήδη εφεσίβλητη κατά των ανακοπτόντων-ασκούντων πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλούντων κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση την από 16-05-2022 επιδοθείσα σ’ αυτούς επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθ. 65/2019 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και ως εκ τούτου οι πιο πάνω λόγοι της υπό κρίση ανακοπής και οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι αυτής είναι αβάσιμοι. Κατ’ ακολουθίαν όλων των παραπάνω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως και τους πρόσθετους λόγους αυτής, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου οι σχετικοί λόγοι της έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Επίσης, πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλαν οι εκκαλούντες-ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής, λόγω της ήττας τους. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση, καθόσον, παρά την ήττα των εκκαλούντων, η εφεσίβλητη δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της έφεσης. Επίσης, δεν πρέπει να οριστεί παράβολο ερημοδικίας, διότι στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας (άρθρ. 937 παρ. 1β΄ ΚΠολΔ).-
Γ Ι Α Τ Ο Υ Σ Λ Ο Γ Ο Υ Σ Α Υ Τ Ο Υ Σ
-ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εφεσίβλητης.-
-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 28-03-2024 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ………./28-03-2024 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 2632/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.-
-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου άσκησης της έφεσης με αριθ. ……../2024 στο Δημόσιο Ταμείο.-
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 21 Απριλίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και του πληρεξούσιου δικηγόρου των εκκαλούντων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ