Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 256/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 

Αριθμός απόφασης     256/2026

TO ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου, Εφέτη –Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ……………,  για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ-ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης: 1) ……………., 2) ………………., ατομικά και για λογαριασμό της ανήλικης κόρης της ……………, 3) ……………., 4) …………….., 5) …………….. και 6) ……………….., η δεύτερη από τους οποίους εμφανίστηκε στο ακροατήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιούλα Μακρή και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο και

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ- καθών οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης: 1) …………… ατομικά και για λογαριασμό της αβάπτιστης και ανήλικης ….., κόρης της ……………., ως νομίμως εκπροσωπείται από την μητέρα της ……… και τον …………., 2. Της ανήλικης ……………, ως νομίμως εκπροσωπείται από την μητέρα της …………….., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Δέσποινα Γιαννοπούλου, μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «Καρδάσης-Γιαννοπούλου Δικηγορική Εταιρεία»  με δήλωση, κατ άρθρο 242παρ.2 ΚΠολΔ.

Οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του  Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 12.5.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2021) αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η με  αριθμό 2705/2024 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που  απέρριψε την αγωγή, ως ουσία αβάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι εκκαλούντες με την από 1.10.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/………./2024) έφεσή τους, και τα από 1.4.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2025) και από 1.4.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………./2025) δικόγραφα πρόσθετων λόγων έφεσης. Δικάσιμος για την συζήτηση των ως άνω δικογράφων ορίσθηκε αρχικά αυτή της 3.4.2025, και μετά από αναβολή η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο με αριθμούς ………….. και συζητήθηκαν.

Η πληρεξούσια δικηγόρος των εκκαλούντων –ασκούντων τους πρόσθετους λόγους έφεσης  αφού έλαβε τον λόγο από την Δικαστή, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος των εφεσίβλητων ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της, με τις προτάσεις που προκατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εισάγονται για συζήτηση α) η από 1.10.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/………./2024) έφεση μετ’ αναβολή από το πινάκιο κατά τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ.4 και 498 παρ.2 ΚΠολΔ από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 3.4.2025,και β) το από 1.4.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/………/2025) δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης και γ) το από 1.4.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/…./2025) δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης, προς εξαφάνιση της με αριθμό 2705/2024 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τακτική διαδικασία) που δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την από 12.5.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2021) αγωγή απέρριψε αυτήν ως ουσία αβάσιμη. Η ως άνω έφεση ασκήθηκε παραδεκτά, νομότυπα [άρθρα 495 παρ. 1,511,513 παρ 1β, 514, 517, 520 παρ.1 ΚΠολΔ] και εμπρόθεσμα, εντός της κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ καταχρηστικής προθεσμίας, καθώς ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προέκυψε επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε την 9.8.2024 και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την 7.10.2024 λαμβάνοντας αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/2024. Ομοίως παραδεκτά κατ’ αρθρο 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ασκήθηκαν και τα δικόγραφα των πρόσθετων λόγων έφεσης. Σημειώνεται επιπλέον ότι οι εκκαλούντες, κατέβαλαν κατά την άσκηση της κρινόμενης έφεσης το με κωδικό ……… ηλεκτρονικό παράβολο δημοσίου  κατ άρθρο 495 παρ 3 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει ακολούθως, η ως άνω έφεση και τα δικόγραφα των πρόσθετων λόγων αυτής να συνεκδικασθούν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 παρ.1, 80, 31 ΚΠολΔ κατά την ίδια διαδικασία, (άρθρο 592 παρ.3 ΚΠολΔ), ως πρωτοδίκως από το παρόν αρμόδιο κατ’ άρθρο 19 περ.α’ ΚΠολΔ Δικαστήριο.               Με την από 12.5.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης (ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………./2021) αγωγή τους, οι ενάγοντες, η πρώτη αδελφή και οι λοιποί ανήψια της αποβιωσάσης την 19.7.2020 ……………, ισχυρίστηκαν ότι μετά τον θάνατο της αποβιωσάσης πληροφορήθηκαν ότι την 13.7.2018 η θανούσα είχε συντάξει την με αριθμό …………….. δημόσια διαθήκη ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς ………., με την οποία εγκαθιστούσε τους ενάγοντες ως εξ αδιαιρέτου κληρονόμους, στο μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας της. Ότι εν συνεχεία διαπίστωσαν την ύπαρξη, μεταγενέστερης , ήτοι της  από 9.1.2020 και με αριθμό ……../9.1.2020 δημόσιας διαθήκης, ενώπιον της ίδιας Συμβολαιογράφου, με την οποία η θανούσα ανακάλεσε την προηγούμενη διαθήκη της και εγκατέστησε ως κληρονόμο της, την εναγομένη και το ανήλικο τέκνο της τελευταίας. Ότι το τελευταίο έτος της ζωής της, η διαθέτης είχε υποστεί τεράστια επιβάρυνση της υγείας της, πάσχοντας κατά τον χρόνο σύνταξης της δεύτερης διαθήκης από βαριά άνοια, εμφανίζοντας καίρια αποδυνάμωση της χρήσης της μνήμης και της κρίσης της και έχοντας απωλέσει κάθε πρωτοβουλία στη διαχείριση ακόμα και της καθημερινής της διαβίωσης. Ότι ενδείξεις της καίριας εξασθένησης της κρίσης της ήταν το γεγονός ότι στις αρχές του έτους 2019, είχε αναθέσει σε δικηγόρο την σύνταξη εξώδικης δήλωσης στρεφόμενη κατά των συγγενών του προαποβιώσαντος συζύγου της το οποίο απευθύνονταν μεταξύ άλλων και σε προαποβιώσαντες συγγενείς, ζητώντας την διανομή ακίνητης περιουσίας συγκυριότητας της ιδίας και των συγγενών του συζύγου της, από την οποία εισέπραττε μηνιαίως άνω των 4.000 ευρώ, χωρίς ουδέποτε να έχει αναφέρει τις ενέργειες αυτές στους ενάγοντες , αλλά και σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο φερόταν να μεταβιβάζει έναντι χαμηλού αντιτίμου ποσοστά συνιδιοκτησίας της σε έτερο συγκύριο κληρονόμο του συζύγου, χωρίς επίσης καμμία ενημέρωση των εναγόντων. Ότι επικουρικά η κατάρτιση της δεύτερης διαθήκης προέκυψε αιτιωδώς από πλάνη περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης της διαθέτιδος η οποία θεωρούσε ότι διατηρεί οικονομική υποχρέωση έναντι της πρώτης εναγομένης, χωρίς να κατανοεί ότι της καταβάλει μηνιαίο μισθό. Οτι η πρώτη εναγομένη ουδέποτε παρείχε οποιαδήποτε λογοδοσία για τις διαχειριστικές πράξεις της έναντι της αποθανούσας. Ότι ουδέποτε η εναγομένη έχει παράσχει στους ενάγοντες πληροφορίες, πολλώ δε μάλλον σχετικό λογαριασμό ή παραστατικά ανάλυσης αναλώσεων για λογαριασμό της θανούσης, ως πρόσωπο εμπιστοσύνης της, το οποίο διαβιούσε μαζί της επί σειρά ετών έχοντας αναλάβει την φροντίδα της. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, οι ενάγοντες ζήτησαν α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 9.1.2020 διαθήκης της αποβιωσάσης, επειδή κατά τον χρόνο κατάρτισής της η διαθέτιδα έπασχε από άνοια που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της β) επικουρικά να κηρυχθεί άκυρη η ως άνω διαθήκη λόγω ουσιώδους πλάνης της διαθέτριας ως προς τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, γ) να υποχρεωθεί η πρώτη των εναγομένων να τους παρέχει, τόσο υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμων τμήματος της περιουσίας της εκλιπούσας ως περιγράφεται στη διαθήκη, δυνητικά δε στο σύνολο της περιουσίας σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής περί αναγνώρισης ακυρότητας της διαθήκης, λογοδοσία ως προς τα κάτωθι: για κάθε είδος εξόδου που διενήργησε για λογαριασμό της εκλιπούσας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2019 έως και το θάνατό της, με αναφορά της ημερομηνίας διενέργειας εκάστου  εξόδου, για κάθε έσοδο που εισέπραξε από την κατά τα ανωτέρω επαγωγή της κληρονομίας στην ίδια και την ανήλικη κόρη της, με χορήγηση κάθε επιμέρους παραστατικού, ή απόδειξη δικαιολόγησης της σχετικής δαπάνης ή εσόδου και με επίκληση της και έγγραφης ή προφορικής εντολής του εντολέα, εφόσον πρόκειται για μη τακτικές/συνήθεις δαπάνες, δ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους χορηγήσουν αναλυτική κατάσταση και αναλυτική απογραφή των αντικειμένων και της κινητής της περιουσίας , εντός της οικίας της, ε) να υποχρεωθούν οι αντίδικοι να τους αποδώσουν όλα τα ποσά μισθωμάτων που εισέπραξαν από την επαγωγή της κληρονομίας υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμων, αποδίδοντάς τα στο σύνολό τους στην πρώτη ενάγουσα, αίτημα που τράπηκε σε αναγνωριστικό και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Η αγωγή αυτή δικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και επ’  αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό …………./2023 διάταξη του Δικαστηρίου εκείνου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα Νευρολόγο ……….. Μετά την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, με πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Πειραιώς, η υπόθεση χρεώθηκε στο οικογενειακό τμήμα του Δικαστηρίου και επ’ αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2705/2024 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστο το υπό στοιχείο ε’ αίτημα της αγωγής, ως ουσία αβάσιμα το κύριο και επικουρικό αιτήματα (υπό στοιχεία α’ και β’)  για την ακυρότητα της διαθήκης και κρίθηκε ότι μετά την απόρριψη των ως άνω αιτημάτων παρέλκει η εξέταση των λοιπών αιτημάτων. Τέλος καταδικάστηκαν οι ενάγοντες στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης των εναγομένων, η οποία ορίστηκε στο ποσό των 2.000 ευρώ. Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με την ως άνω έφεσή τους και τους πρόσθετους λόγους αυτής, ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης για λόγους που ανάγονται στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, και την καθ’ ολοκληρίαν αποδοχή της αγωγής τους. Ζητούν ακόμα να καταδικαστούν οι εφεσίβλητες στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (βλ.σχ. Ολ.Α.Π. 23/2008, Ολ. Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 14/2005, Α.Π. 688/2019 δημ. σε www.areiospagos.gr). Δεν απαιτείται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα ή η παράθεση ποίων αποδεικτικών μέσων χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ο καθορισμός της βαρύτητας που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής του καθένα από αυτά στα προς απόδειξη θέματα, ενώ, από την αναφορά μερικών, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν εκτιμήθηκαν (βλ.σχ. Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 500/2019 σε www.areiospagos.gr). Αρκεί, λοιπόν, κατ` αρχήν, να αναφέρεται στην απόφαση γενικώς το είδος του αποδεικτικού μέσου (βλ.σχ. Α.Π. 7/2022 Νόμος, ΑΠ 26/2022. σε www.areiospagos.gr). Στον KΠολΔ, ισχύει κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικώς μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ„ 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340 εκτιμηθούν “ελεύθερα” (βλ.σχ. Α.Π. 60/2022 σε www.areiospagos.gr). Τέλος, από το άρθρο 520 παρ.1 του KΠολΔ συνάγεται ότι οι λόγοι εφέσεως δεν αρκεί να είναι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλά πρέπει να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή σε περίπτωση βασιμότητας τους να επέρχεται ως αποτέλεσμα η εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Λόγος, όμως, εφέσεως, ο οποίος και αληθής υποτιθέμενος δεν ασκεί έννομη επιρροή και, επομένως, δεν δύναται να οδηγήσει κατά νόμο στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης, είναι αλυσιτελής και κατά τούτα απορριπτέος ως απαράδεκτος (βλ. σχ. ΑΠ 122/2014, Εφ.Πειρ. 6/2021, Εφ.Πειρ. 425/2021, Εφ.Αιγαίου 37/2021 δημ. σε Τ.Ν.Π. “ΝΟΜΟΣ”). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους, παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιοποίησε αποδεικτικά για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης δυο κρίσιμα έγγραφα που προσκόμισαν και δη την από 29.1.2019 εξώδικη δήλωση της θανούσας και το από 26.7.2019 ιδιωτικό προσύμφωνο πώλησης εξ αδιαιρέτου ποσοστού ακινήτων. Η νομική όμως αυτή πλημμέλεια του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν καθιστά εξαφανιστέα την εκκαλουμένη απόφαση εκ του λόγου αυτού, διότι το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της κρινόμενης εφέσεως (άρθρο 522 KΠολΔ), κατά τον έλεγχο του συναφούς λόγου της για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού (άρθρου 534 KΠολΔ), λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσκομιζομένων από τους διαδίκους νόμιμων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα ως άνω έγγραφα, εφόσον οι διάδικοι τα προσκομίζουν και τα επικαλούνται νομίμως. Η εξαφάνιση δε της εκκαλουμένης απόφασης θα επέλθει μόνο εάν το δευτεροβάθμιο τούτο Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο του συναφούς λόγου της κρινόμενης εφέσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσκομιζομένων από τους διαδίκους νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αχθεί σε διαφορετική κρίση ως προς την ουσία της ένδικης υποθέσεως. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω, δεύτερος λόγος έφεσης προβάλλεται αλυσιτελώς και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και τούτο διότι ακόμη και σε περίπτωση ουσιαστικής παραδοχής του δεν οδηγεί σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1724 ΑΚ η δημόσια διαθήκη συντάσσεται με δήλωση από τον διαθέτη της τελευταία του βουλήσεως, ενώπιον του συμβολαιογράφου, παρουσία τριών μαρτύρων ή δευτέρου συμβολαιογράφου και ενός μάρτυρα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1725 έως 1737 ΑΚ, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1730 §3 ΑΚ, απαγορεύεται, κατά τη σύνταξη της διαθήκης, η παρουσία οποιουδήποτε άλλου, εκτός από τον διαθέτη και τα συμπράττοντα πρόσωπα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1732 παρ 2 εδ α ΑΚ, για τη διαθήκη συντάσσεται πράξη, που πρέπει να περιέχει τη μνεία ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1729 μέχρι 1731, η οποία κατ’ αρθρο 1733 παρ 1 ΑΚ πρέπει να διαβαστεί στο διαθέτη, ενώ ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν και να βεβαιωθεί σ’ αυτήν ότι αυτό έγινε. Κατά την ορθή έννοια της ανωτέρω διατάξεως, (ΑΚ 1730 παρ 3), η οποία συνάγεται από το σκοπό της νομοθετικής θεσπίσεώς της, απαγορεύεται η κατά το χρόνο συντάξεως της δημόσιας διαθήκης, παρουσία, εκτός των κατά τα άρθρα 1725-1729 ΑΚ συμπραττόντων προσώπων και άλλου προσώπου, όταν η παρουσία αυτού, ενόψει των περιστάσεων, που συντρέχουν κάθε φορά μπορεί να ασκήσει αποφασιστικό επηρεασμό στην ψυχική κατάσταση και τα συναισθήματα του διαθέτη, κατά τρόπο, ώστε η δήλωση της τελευταίας βουλήσεώς του να μην εκφράζει την ελεύθερη και αβίαστη θέληση αυτού περί της τύχης της κληρονομίας του. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 ΑΚ είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους, από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο, που συνέταξε το έγγραφο, ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή εγγράφου ως πλαστού. Τέτοια γεγονότα που βεβαιώνονται από συμβολαιογράφο στο δημόσιο έγγραφο της διαθήκης, είτε ως γενόμενα από αυτόν, είτε ως γενόμενα ενώπιόν του κατά των οποίων χωρεί ανταπόδειξη μόνο με την προσβολή της διαθήκης ως πλαστής είναι όσα αναφέρονται στην τήρηση των διατυπώσεων, που ορίζονται στα άρθρα 1725 εως 1737 ΑΚ και ειδικότερα, εκτός των άλλων και όσον αφορά στην μνεία ότι δεν παρίσταντο κατά τη σύνταξή της, άλλα πρόσωπα εκτός από το διαθέτη και τα πρόσωπα που συμπράττουν. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 1719 αρ 3 του ίδιου κώδικα, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του Ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάξουν διαθήκη είναι … όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δυο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη της διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως π.χ. μέθη, ύπνωση κλπ) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, Σε αντίθεση δηλαδή με την αρχική διάταξη του άρθρου 1719 αρ 4 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του Ν. 2447/1996, που προπαρατέθηκε, απαιτούσε επίσης, τη στέρηση της χρήσης του λογικού από πνευματική ασθένεια, δηλαδή διανοητική ή ψυχική διαταραχή οφειλόμενη σε ασθένεια, επιφέρουσα, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αδυναμία λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη, ο οποίος μπορούσε μεν να έχει επαρκή αντίληψη για το τι έπραττε συντάσσοντας τη διαθήκη του, αλλά εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν ήταν η βούλησή του ελεύθερη, στο βαθμό που είναι του ομαλά ψυχικά ανθρώπου, δηλαδή δεν μπορούσε αυτός να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του και να αντισταθεί έτσι, σε υποβολή προερχόμενη από άλλους, η ήδη ισχύουσα διάταξη απαιτεί απλά ψυχική ή διανοητική διαταραχή περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του διαθέτη, εξαιτίας προφανώς του ότι η στέρηση της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας αποτελεί νομικό όρο που δεν χρησιμοποιείται στην ιατρική, δηλαδή όρο, ο οποίος με δυσχέρεια μπορεί να προσδιορισθεί με ακρίβεια, αφού ως πνευματική ασθένεια δεν νοείται μόνο η πάθηση της νόησης του πνεύματος, αλλά γενικά κάθε ψυχική διαταραχή. Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, νοείται, ειδικότερα, κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων. Οι ασθένειες που μπορεί να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι ίδιες, οι οποίες σύμφωνα με τη ρύθμιση της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 1719 αρ 4 ΑΚ, προκαλούσαν έλλειψη της χρήσης του λογικού, λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή, οι γνήσιες ψυχώσεις όπως π.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως πχ η γεροντική άνοια όταν από αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου και σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.α. Η διακρίβωση πότε σε συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη, με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές ενόψει και του ότι μια εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκεφάλου καθιστά κατά την εξέλιξή της, ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης. Παρέπεται ότι δεν αποκλείεται, κατά νόμο η συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αρ 3 ΑΚ, τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεών του, όσο και της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής του, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1719 αρ 3 ΑΚ, προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης, ο διαθέτης πρέπει να έχει ικανότητα προς τούτο, υπάρχουσα κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και καθόλη τη διάρκειά της. Αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή για βαρειά ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη, τότε δεν είναι αναγκαία η απόδειξή της κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αφού αυτή, τεκμαίρεται, λόγω της διάρκειάς της (ΑΠ 398/2018).

Με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, οι εκκαλούντες παραπονούνται επειδή η εκκαλουμένη απόφαση, λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες την κύρια και την επικουρική βάση της αγωγής τους, ενώ με τους πρόσθετους λόγους έφεσής τους, επικαλούνται αφενός νέα ιατρικά έγγραφα τα οποία, κατά τους ιδίους αποδεικνύουν ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξης της επίδικης διαθήκης, η διαθέτης έπασχε από άνοια, αφετέρου δε ισχυρίζονται ότι η πλημμελής διανοητική κατάστασή της προκύπτει και από το περιεχόμενο της διαθήκης αλλά και από νομικές ενέργειες που διενεργήθηκαν για λογαριασμό της.

Από την επανεκτίμηση όλων των εγγράφων που οι διάδικοι, νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία είναι πρόσφορα είτε για πλήρη απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις από 12.11.2021 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Δικηγόρου Αθηνών …………, των …………… και από 1.11.2021 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της ίδιας δικηγόρου της ………., που λήφθηκαν επιμελεία των εναγόντων, μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγομένων, όπως προκύπτει από τις με αριθμό ………./26.10.2021 και ………/2021 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών …………., τις από 27.10.2021 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Δικηγόρου Αθηνών ……………..,  των ……………….. που λήφθηκαν επιμελεία των εναγομένων μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγόντων, όπως προκύπτει από την με αριθμό ……………/22.10.2021 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………….., οι οποίες επαναπροσκομιζόμενες δεν υπερβαίνουν τον ανώτατο επιτρεπόμενο αριθμό ένορκων βεβαιώσεων για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας κατ άρθρο 422 παρ.3 ΚΠολΔ, ούτε φέρουν κάποια από τις πλημμέλειες του άρθρου 424 περ α έως και δ ΚΠολΔ, ως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν 4842/2021, από την από 6.9.2023 ιατρική πραγματογνωμοσύνη που συνέταξε ο διορισθείς με την με αριθμό ……../2023 διάταξη της Προέδρου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, πραγματογνώμονας-νευρολόγος ……………., που κατατέθηκε στην Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό πράξης κατάθεσης ……/2023, που εκτιμάται ελεύθερα κατ άρθρο 387 ΚΠολΔ,  την από 5.12.2023 γνωμοδότηση, που συνέταξε μετά από σχετικό αίτημα των εκκαλούντων, ο ψυχίατρος ……………, που εκτιμάται ελεύθερα κατ’ άρθρο 390 ΚΠολΔ, αφού δεν αποδείχθηκε ο διορισμός του ως τεχνικού συμβούλου κατ΄ άρθρο 391 ΚΠολΔ και τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατ΄ άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 19.7.2020 απεβίωσε στην Αθήνα, η …………, κάτοικος εν ζωή Πειραιά. Η αποβιώσασα είχε συντάξει αρχικά την με αριθμό ……./13.7.2018 δημόσια διαθήκη ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά . ….., η οποία μετέβη για τον σκοπό αυτό στην οικία της διαθέτιδος,  και τριών μαρτύρων, ήτοι των …………….. Το περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης, που δημοσιεύθηκε με το με αριθμό …………../2020 πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Πειραιά, ως προς τις δηλώσεις της διαθέτιδας για την τελευταία της βούληση έχει ως ακολούθως «Με την διαθήκη αυτή, επιθυμώ να ρυθμίσω την περιουσία μου για μετά τον θάνατό μου και ορίζω με ώριμη απόφαση και ηρεμία ψυχής, τα εξής: Εγκαθιστώ και ονομάζω κληρονόμους μου: α) την αδελφή μου ……………, χήρα ……………, β) τις κόρες της και ανεψιές μου: ………….., και ……………….., γ) τα τέκνα της ………….:………… και …………… και τέλος την ……….. και ορίζω να περιέλθουν σε αυτούς τα εξής: Ολη η ακίνητη περιουσία μου που θα βρεθεί κατά την ημέρα του θανάτου μου, εκτός από τα παρακάτω αναφερόμενα ακίνητα που καταλείπω στην ………….., επιθυμώ να περιέλθει στην μεν αδελφή μου ……….. κατά το δικαίωμα επικαρπίας για όσο θα ζει, στις δε ανεψιές μου ………….. και …………….. και στα τέκνα αυτών ………… και ………. και ……….. και …………., κατά την ψιλή κυριότητα, κοινά, αδιαίρετα και κατ’ ισομοιρία, ήτοι κατά το 1/6 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν από αυτούς. Μετά δε τον θάνατο της αδελφής μου θα περιέρχονται σε αυτούς κατά την πλήρη κυριότητα. Την αδελφή μου, τις ανεψιές μου και τα παιδιά τους, τους θεωρώ και τους αισθάνομαι οικογένειά μου, ανέκαθεν, αλλά πολύ περισσότερο μετά τον θάνατο του συζύγου μου, όχι μόνο εξαιτίας της εξ αίματος σχέσης που μας συνδέει, αλλά επειδή είναι πραγματικά κοντά μου και με στηρίζουν. Γι αυτό άλλωστε και εγώ πάντα προσπαθούσα και συνεχίζω να τις στηρίζω οικονομικά και να τους δίνω κάθε μήνα ένα μέρος από τα εισοδήματα των ενοικίων που ελάμβανα και λαμβάνω από ορισμένα από τα ακίνητα που κληρονόμησα από την περιουσία του συζύγου μου και της εξαδέλφης μου και τα οποία μου ανήκουν από κοινού με τους υπόλοιπους κληρονόμους αυτών. Στην δε ……….. ως ένδειξη ελάχιστης ανταπόδοσης και ευγνωμοσύνης για την αφοσίωση με την οποία της έχει σταθεί δίπλα μου τόσα χρόνια αφήνω: 1) το μερίδιό μου από το σπίτι όπου κατοικώ στην οδό ………………, μαζί με όλα τα έπιπλα, την οικοσκευή, τους πίνακές μου και ότι γενικά βρεθεί μέσα σε αυτό κατά το θάνατό μου και 2) το διαμέρισμά μου  στον Πειραιά στη …………… στον πρώτο όροφο που μου ανήκει εξ ολοκλήρου. Η …… φρόντισε τον άρρωστο σύζυγό μου Ευστάθιο, μέχρι τον θάνατό του, σα να ήταν πατέρας της κι από τότε της ζήτησα να μείνει μαζί μου στο σπίτι, όπου τη φιλοξενώ μαζί με το σύζυγό της εδώ και δέκα περίπου χρόνια. Η στοργή και η αφοσίωσή της με έχει συγκινήσει βαθύτατα και πιστεύω πως και αν ακόμα είχα μια κόρη, δεν θα νοιαζόταν τόσο πολύ, όσο η ……….. για μένα. Εκείνη με φροντίζει που είμαι ανήμπορη εξ αιτίας της υγείας μου, τρέχει για όλα, με πηγαίνει στους γιατρούς, φροντίζει για τα φάρμακά μου και την υγιεινή μου και όλα αυτά με το χαμόγελο στα χείλη, χωρίς ούτε ένα παράπονο. Στάθηκε και στέκεται δίπλα μου με πραγματική τρυφερότητα και ανθρωπιά. Αλλά και ο άνδρας της είναι ένα χρυσό παιδί, τρέχει για όλα συντηρεί και επισκευάζει το σπίτι που μένουμε, όπου πχ. άλλαξε μέρος του πατώματος, των υδραυλικών και γενικά κάνει τις όποιες επισκευές, χωρίς ποτέ να ζητήσει χρήματα για τις δουλειές αυτές. Δυστυχώς τα χρήματα που παίρνω από τα ενοίκια δεν με φτάνουν για να τους βοηθώ οικονομικά, διότι αφ’ ενός βοηθάω οικονομικά την οικογένεια της αδελφής μου, όπως προείπα και αφετέρου οι φόροι που καλούμαι να πληρώσω (ΕΝΦΙΑ, φόροι εισοδήματος κ.λ.π.) και οι άλλες επιβαρύνσεις των ακινήτων (έξοδα συντήρησης, τέλη υπέρ Δήμων και τρίτων) και ό, τι με βαρύνει κατά την αναλογία μου, είναι υπέρογκα. Αυτή είναι η τελευταία μου επιθυμία και εύχομαι να γίνει σεβαστή από τους κληρονόμους μου και να είναι ευχαριστημένοι, γιατί δεν θα ήθελα να αδικήσω κανέναν». Εν συνεχεία κατά το χρονικό διάστημα από 24.12.2019 έως και 30.12.2019 η διαθέτης νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας «………….», πάσχουσα από ΧΑΠ σε παρόξυνση, λόγω λοίμωξης του αναπνευστικού. Την 9.1.2020, ήτοι δέκα ημέρες μετά την έξοδό της από το νοσοκομείο, η αποθανούσα προέβη στη σύνταξη της με αριθμό …………./2020 δημόσιας διαθήκης ενώπιον της ίδιας Συμβολαιογράφου, που μετέβη στην οικία της και με μάρτυρες τους ………………, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ’ αριθμ ………../2020 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Πειραιά. Το περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης έχει ως ακολούθως «Με την παρούσα διαθήκη μου ανακαλώ την από 13-07-2018 δημόσια διαθήκη μου ενώπιόν σας, που συντάξατε την με αριθμό ………../13.7.2018 πράξη σας αλλά και κάθε άλλη διαθήκη που τυχόν βρεθεί κατά το χρόνο θανάτου μου και επιθυμώ να ισχύσει η παρούσα και μόνο. Προβαίνω δε στην παρούσα διαθήκη μου, μετά από ώριμη σκέψη και αφού αξιολόγησα στο διάστημα αυτό, ποιοι δικοί μου άνθρωποι στάθηκαν περισσότερο κοντά μου, στη δύσκολη κατάσταση που βρέθηκα με την επιδείνωση της υγείας μου και ποιοί λιγότερο. Η …………., μπορεί να μην είναι συγγενής μου, είναι όμως ο άνθρωπος που ζει μαζί μου εδώ και δώδεκα χρόνια, εδώ στο σπίτι μου, τεσσάρων μηνών σήμερα, το οποίο θα λάβει με τη βάπτιση το όνομά μου …… Είναι αυτή που φρόντισε τον άρρωστο σύζυγό μου …….., που ήταν βαριά άρρωστος, μέχρι τον θάνατό του, σα να ήταν πατέρας της κι από τότε έμεινε μαζί μου. Ακόμα κι είχα μια κόρη, πιστεύω δεν θα ήταν τόσο αφοσιωμένη και στοργική μαζί μου, όσο είναι η …….. Με ευγένεια, υπομονή και κατανόηση με φροντίζει και με περιποιείται όλη μέρα, αφού είμαι ανήμπορη εξ αιτίας της ασθένειάς μου. Τρέχει για όλα τα θέματα του σπιτιού, τους γιατρούς και τα φάρμακά μου και ποτέ δεν έχω ακούσει παράπονο από τα χείλη της, παρά είναι δίπλα μου με πραγματική τρυφερότητα και ανθρωπιά. Αλλά και ο άνδρας της είναι καλός άνθρωπος, μου φέρεται με σεβασμό, κάνει δουλειές για το σπίτι το οποίο συντηρεί και επισκευάζει, χωρίς ποτέ να παίρνει αμοιβή για τις δουλειές που κάνει. Δυστυχώς τα χρήματα που παίρνω από ενοίκια των ακινήτων που κληρονόμησα από τον σύζυγό μου και την εξαδέλφη μου, τα οποία μου ανήκουν εξ αδιαιρέτου μαζί με άλλους συγκληρονόμους δεν με φτάνουν για να τους βοηθώ οικονομικά, διότι αφ’ ενός έχω μεγάλους φόρους (ΕΝΦΙΑ, φόρο εισοδήματος) και συνεχώς έξοδα για τη συντήρηση των ακινήτων, τέλη σε Δήμο κλπ, αφετέρου ένα μέρος από τα εισοδήματα αυτά που λαμβάνω, τα δίνω κάθε μήνα από τότε που πέθανε ο άνδρας της αδελφής μου –στην ίδια ( την αδελφή μου…………..και στις ανεψιές μου (κόρες αυτής) ………… και …………., αφού είναι οι πιο στενές συγγενείς μου, τις αγαπώ και θέλω να τις βοηθώ οικονομικά όσο μπορώ. Ετσι λοιπόν, επιθυμία μου είναι να μοιράσω την περιουσία μου που θα βρεθεί την ημέρα του θανάτου μου, κατά τον ακόλουθο τρόπο: Α) Στην ……….., ως ένδειξη ελάχιστης ανταπόδοσης και ευγνωμοσύνης για ότι έχει κάνει για μένα, αφήνω : 1) Το μερίδιο μου από το διαμέρισμα αυτό εδώ που κατοικώ στην οδό ………….., μαζί με όλα τα έπιπλα, την οικοσυσκευή, τους πίνακές μου και ότι βρεθεί μέσα σε αυτό κατά το θάνατό μου, 2) το διαμέρισμά μου του πρώτου ορόφου  που βρίσκεται στον Πειραιά, ……………. που  μου ανήκει εξ ολοκλήρου 3) το μερίδιό μου επί ενός οικοπέδου εκτάσεως 3.635.65 τ.μ. τετρ, μέτρων ή όσης και αν είναι, μετά τα επ’ αυτού κτίσματα στη Δημοτική Ενότητα Αγίου Ιωάννη Ρέντη, του Δήμου Νίκαιας Αγίου Ιωάννη Ρέντη επί των οδών …………… 4) το μερίδιό μου επί ενός οικοπέδου εκτάσεως 3.095.09 τ.μ ή όση είναι επί των οδών ………….. 5) το μερίδιό μου επί ενός οικοπέδου εκτάσεως 1.089,09 τ.μ. ή όσης κι αν είναι, μ ό, τι υπάρχει επ αυτού, επίσης στον Αγιο Ιωάννη Ρέντη, επί της οδού Ιωνίας, 6) το μερίδιο μου επί ενός οικοπέδου στον Αγιο Ιωάννη Ρέντη εκτάσεως 982,64 τ.μ ή όσης αυτό είναι επί των οδών ………….. και 7) το μερίδιο μου επί οικοπέδου στην ίδια περιοχή, έκτασης 5.805.30 τ.μ με τα κτίσματα επ’ αυτού επί των οδών ………… Β) Στο αβάπτιστο κοριτσάκι της …………. που εύχομαι να πάρει το όνομά μου, όπως μου υποσχέθηκαν οι γονείς του επιθυμώ να περιέλθουν  κατά την ψιλή κυριότητα, α) το διαμέρισμά μου του πρώτου ορόφου στην Αθήνα επί της οδού …………. και β) το μερίδιό μου ποσοστό 75% του διαμερίσματος του δεύτερου ορόφου στο ……. Κορινθίας επί των οδών …………, ενώ στην …….-μητέρα του παιδιού- να περιέλθει η επικαρπία των διαμερισμάτων αυτών, έως ότου η κόρη της συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας της, οπότε θα είναι εξ ολοκλήρου δικά της κατά πλήρη κυριότητα. Γ) Τέλος, όλη η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία μου  που θα βρεθεί κατά τον χρόνο θανάτου μου, εκτός δηλαδή των ακινήτων που κατονομάζω ανωτέρω και τα οποία καταλείπω στην ………. και την αβάπτιστη κόρη της, επιθυμώ να περιέλθει: στη μεν αδερφή μου  ………….., κατά το δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας, στις δε ανεψιές μου …….. και ………. . και στα τέκνα αυτών α) ……….. και ……….., τέκνα της ………. και β) ………. και …………, κατά την ψιλή κυριότητα, κοινά και αδιαίρετα και κατ’ ισομοιρίαν δηλαδή κατά το 1/6 εξ αδιαιρέτου στον καθένα και μετά το θάνατο της αδερφής μου θα τους περιέρχεται κατά πλήρη κυριότητα.  Αυτή είναι η τελευταία μου επιθυμία και εύχομαι οι κληρονόμοι μου να την σεβαστούν απολύτως και να είναι ευχαριστημένοι, γιατί δεν θέλησα να αδικήσω κανέναν». Την 5.7.2020 η διαθέτης διακόμιστηκε μέσω ΕΚΑΒ στο Γ.Ν. Αθηνών «Ευαγγελισμός-Πολυκλινική», λόγω δύσπνοιας, οιδημάτων στη σάρκα και ολιγουρίας, κατά τη νοσηλεία της δε στο ίδιο νοσοκομείο εμφάνισε εικόνα σηπτικού σοκ, και τελικά κατέληξε εντός του νοσοκομείου την 19.7.2020 με αναγραφόμενες αιτίες θανάτου, την σηπτική καταπληξία, την πολυοργανική ανεπάρκεια και την λοίμωξη αναπνευστικού. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η διαθέτρια κατά το χρονικό σημείο σύνταξης της από 9.1.2020 διαθήκης έπασχε από βαριά άνοια, ενεφάνιζε καίρια αποδυνάμωση της χρήσης της μνήμης και της κρίσης της και είχε απωλέσει κάθε πρωτοβουλία στη διαχείριση ακόμα και της καθημερινής της διαβίωσης. Ότι ειδικότερα κατά τον κρίσιμο χρόνο η διαθέτης έπασχε από πνευμονική ίνωση, Χ.Α.Π., χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και διαταραχές μνήμης από άνοια που είχαν κυριολεκτικά πλήξει πλήρως την αυτονομία της και την είχαν καταστήσει εξαρτητική από το περιβάλλον της λόγω της σημαντικής έκπτωσης των διανοητικών λειτουργιών της.  βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη βούλησή της, δεν είχε συνείδηση των πραττομένων και στερείτο της χρήσεως λογικού εξαιτίας της γεροντικής άνοιας από την οποία έπασχε και ως εκ τούτου η ανωτέρω διαθήκη είναι άκυρη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς το ως άνω κρίσιμο ζήτημα της δικαιοπρακτικής ικανότητας της διαθέτιδας κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης έκρινε ότι απαιτούνται ειδικές γνώσεις της επιστήμης, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης και τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης με την υπ’ αριθμ. …../2023 Διάταξη του και διόρισε πραγματογνώμονα τον ……………, θέτοντάς του τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην ως άνω διάταξη ερωτήματα. Ο ανωτέρω πραγματογνώμονας κατέθεσε στις 06-09-2023 την υπ’ αριθμ. …../2023 πραγματογνωμοσύνη του κρίνοντας ότι από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του, ότι η αποβιώσασα, ήδη από το έτος 2019 και μέχρι το τέλος της ζωής της, παρουσίαζε σταδιακά προβλήματα σωματικής υγείας και χρειάστηκε να νοσηλευτεί ανά περιόδους σε διάφορα νοσηλευτικά ιδρύματα, αναφέροντας την νοσηλεία της αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας «…………….» κατά το χρονικό διάστημα από 24-12-2019 έως και 30-12-2019, με τα συμπτώματα και τη διάγνωση που ανωτέρω εκτέθηκαν. Ωστόσο, σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα, ενόψει του ότι δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθεί ο φάκελος νοσηλείας της, όπου και θα αναγράφονταν το πλήρες ιστορικό αλλά και ατομικό (πρότερο) ιστορικό, η φαρμακευτική αγωγή, οι εξετάσεις που έγιναν κατά τη νοσηλεία από το ενημερωτικό σημείωμα, το οποίο είναι επιγραμματικό, δεν προκύπτει εάν η ως άνω ασθενής έπασχε από άλλες νόσους ή πώς ήταν η υγεία της κατά συστήματα (εν προκειμένω νευρολογικό, ψυχιατρικό) κατά την επίδικη περίοδο σύνταξης της διαθήκης. Περαιτέρω, αξιολογώντας το ιατρικό σημείωμα ενημερωτικό εξόδου, που αφορά τη νοσηλεία της ασθενούς στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός από 05-07-2020 έως 19-07-2020, όπου και κατέληξε, στο οποίο αναγράφεται άνοια, πνευμονική ίνωση υπό οξυγονοθεραπεία κατ’ οίκον, πρόσφατη νοσηλεία λόγω λοίμωξης του αναπνευστικού και μακροκυτταρική αναιμία αγνώστου αιτιολογίας, αλλά  και το πιστοποιητικό νοσηλείας που χορηγήθηκε στις 02-02-2021 από το ίδιο νοσοκομείο, στο οποίο αναγράφονται σηπτική καταπληξία- πολυοργανική ανεπάρκεια, μη καθορισμένη οξεία λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού, άνοια, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, μακροκυτταρική αναιμία, πνευμονική ίνωση, συμπεραίνει  ότι στις 05-07-2020 ημερομηνία εισαγωγής της θανούσας στην Γ’ Παθολογική Κλινική του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός, η ασθενής φέρεται να έπασχε από άνοια ενώ με βάση το πιστοποιητικό νοσηλείας, που χορηγήθηκε στις 02-02-2021, η ασθενής διαγνώσθηκε, κατά τη νοσηλεία της από τους θεράποντες ιατρούς με άνοια, πλην, όμως, παραμένει αδιευκρίνιστο πότε πρωτοεμφανίστηκε η αναφερόμενη άνοια, από ποιον είχε διαγνωσθεί και με ποιο τρόπο και εάν ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή για την αναφερόμενη άνοια. Ο πραγματογνώμονας αξιολογεί επίσης την από 07-10-2021 ιατρική γνωμάτευση του ……………….., ιατρού- παθολόγου, στην οποία ο τελευταίος αναφέρει ότι για όσο χρονικό διάστημα ο εν λόγω γιατρός παρακολουθούσε την ……………… και αφού εξέτασε τη συνταγογράφηση στο βιβλιάριο υγείας της ασθενούς από το έτος 2012 μέχρι και το θάνατό της, δεν έχει συνταγογραφήσει φάρμακα για ανοική συνδρομή, σημειώνοντας ότι η ως άνω γνωμάτευση έρχεται σε αντιδιαστολή με τη διάγνωση που έγινε στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός ενώ ουδόλως αναφέρεται στην εν θέματι βεβαίωση εάν έτερος ιατρός και δη νευρολόγος έχει διαγνώσει άνοια στην ασθενή ή εάν της έχει χορηγήσει φαρμακευτική αγωγή. Ο πραγματογνώμων ακόμα παρατηρεί ότι από την ανασκόπηση του βιβλιαρίου ασθενείας, της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης φαρμακευτικών σκευασμάτων και εξετάσεων της υπηρεσίας ΗΔΙΚΑ της αποβιώσασας από το έτος 2005 και εντεύθεν δεν προκύπτει εξέταση από νευρολόγο ή φαρμακευτικό σκεύασμα με αποκλειστική ένδειξη την άνοια. Μέχρι και το έτος 2019 ελάμβανε σκευάσματα αμιγώς υπναγωγά και με ένδειξη «αυπνία» (Hipnosedon Stilnox) ενώ από τις αρχές του έτους 2020 και συγκεκριμένα από 14-01-2020 και μετά τη νοσηλεία της στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας « …………….», το σκεύασμα που συνταγογραφείται είναι άλλης κατηγορίας (μείζον ηρεμιστικό) και δη το «Seroquel» και σε συνδυασμό με την ένδειξη με την οποία συνταγογραφείται «μη καθορισμένη οργανική η συμπτωματική ψυχική διαταραχή» δεικνύει αν μη τι άλλο πιθανή αλλαγή όσον αφορά τη ψυχονευρονοητική κατάσταση της θανούσας. Μετά τις παραπάνω διαπιστώσεις ο πραγματογνώμονας καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα -απαντήσεις επί των τεθέντων από το Δικαστήριο ερωτημάτων: Η γνωστή οργανική νόσος από την οποία έπασχε η αποβιώσασα την επίδικη περίοδο και για την οποία λάμβανε συστηματική αγωγή ήταν πνευμονοπάθεια ΧΑΠ ή όπως προέκυψε από το ενημερωτικό του Ευαγγελισμός, πνευμονική ίνωση. Αναφορικά με τις παθήσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος, με βάση τη συνταγογράφηση και μόνο φαρμακευτικών σκευασμάτων και χωρίς να υπάρξει κάποια ιατρική γνωμάτευση ή και εξετάσεις αποδεικνύεται ότι προϋπάρχει χρόνια αυπνία. Λίγες μέρες μόλις μετά την  σύνταξη της διαθήκης στην ηλεκτρονική συνταγογράφηση αναγράφεται «μη καθορισμένη οργανική ή συμπτωματική ψυχική διαταραχή», η οποία είναι μια γενική διάγνωση που όπως και το σκεύασμα Seroquel 25 mg δύνανται να απαντώνται στο φάσμα της άνοιας και όχι μόνο. Με δεδομένο λοιπόν ότι η διάγνωση της άνοιας έγινε Ιούλιο του έτους 2020 αλλά παραμένει άγνωστο πότε εμφανίστηκε, η γενόμενη διάγνωση αυπνία δεν στερεί τη δικαιοπρακτική ικανότητα της αποβιώσασας ενώ η διάγνωση «μη καθορισμένη οργανική ή συμπτωματική ψυχική διαταραχή» δεν προσδίδει ανάλογη βεβαιότητα. Παράλληλα, ο ανωτέρω πραγματογνώμονας αξιολογώντας τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω ιατρικά πιστοποιητικά, σημειώνει ότι η γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Νίκαιας είναι πρακτικά ήσσονος σημασίας, καθόσον πρόκειται για επιγραμματική αναφορά στον λόγο νοσηλείας, ελλείψει του φακέλλου νοσηλείας. Το έτερο δε πιστοποιητικό του νοσοκομείου Ευαγγελισμός θέτει την διάγνωση της άνοιας, και επίσης στα πλαίσια του ατομικού αναμνηστικού κάνει αναφορά σε προυπάρχουσα της εισαγωγής άνοια, με τους περιορισμούς ότι δεν προκύπτει ποιος χορήγησε τις πληροφορίες για το ατομικό αναμνηστικό, πότε εμφανίστηκε αυτή η αναφερόμενη άνοια, από ποιόν διαγνώστηκε και με ποιόν τρόπο και εάν ελάμβανε αγωγή για την άνοια. Εν κατακλείδι, ο πραγματογνώμονας αναφέρει ότι στο μόνο ερώτημα για το οποίο μπορεί να αποφανθεί βασιζόμενος πάντοτε και μόνο στην ηλεκτρονική συνταγογράφηση του ΗΔΙΚΑ, είναι ότι η αποβιώσασα δεν προκύπτει να έχει επισκεφθεί ειδικό ιατρό για την άνοια, (νευρολόγο), ή και να έχει λάβει αγωγή με αποκλειστική ένδειξη την άνοια, αλλά λάμβανε αγωγή με σκεύασμα που συχνά χορηγείται στα πλαίσια της άνοιας, χωρίς όμως να έχει ειδική ένδειξη για αυτήν. Από την ως άνω πραγματογνωμοσύνη συνάγεται ότι η διαθέτης μετά την νοσηλεία της στον ………….., από 24.12.-30.12.2019 παρουσίασε μη καθορισμένη ψυχική διαταραχή για την αντιμετώπιση της οποίας της συνταγογραφήθηκε το σκεύασμα Seroquel. O πραγματογνώμονας με βάση τα ιατρικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του δεν μπόρεσε να καταλήξει σε συμπέρασμα εάν η ως άνω διαταραχή ήταν ικανή να στερήσει την δικαιοπρακτική ικανότητα της διαθέτιδος. Οι εκκαλούντες προσκομίζουν την από 5.12.2023, ψυχιατρική τεχνική έκθεση που συνέταξε ο Ψυχίατρος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών, ……………….., ο οποίος όπως προαναφέρθηκε δεν έχει οριστεί ως τεχνικός τους σύμβουλος. Με την γνωμοδότησή του αυτή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι από τα έγγραφα του εισιτήριου στα επείγοντα και του εισιτηρίου στο νοσοκομείο Ευαγγελισμος, με ημερομηνία αμφότερων την 5.7.2020, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη του πραγματογνώμονα προκύπτει ότι ο ιατρός που εξέτασε την θανούσα κατέγραψε ως πρώτη νοσολογική οντότητα, ασθένεια την άνοια, με καταγραφή κατωτέρω της λήψης Seroquel 25mgΧ1, η ίδια δε πληροφορία επικοινωνείται από τον ιατρό της μιας ειδικότητας στην άλλη, στα πλαίσια της καρδιολογικής εκτίμησης της ασθενούς. Ομοίως δε στο ενημερωτικό εξόδου από το Γ παθολογικό τμήμα του ίδιου νοσοκομείου στα συμπεράσματα αναφέρεται η άνοια, γεγονός το οποίο σύμφωνα με την ίδια γνωμοδότηση καθιστά σαφές ότι οι θεράποντες ιατροί διέγνωσαν εγκατεστημένη άνοια, την οποία έκριναν ότι έπρεπε να συμπεριλάβουν στις τελικές διαγνώσεις του ενημερωτικού εξόδου της νοσηλείας, της οποίας η έκβαση ήταν ο θάνατος. Σε ότι αφορά το σκεύασμα Seroquel ο γνωμοδοτήσας εκθέτει ότι το μικρότερο δοσολογικό του σχήμα, που λάμβανε η θανούσα, χορηγείται για διαταραχές της συμπεριφοράς στην άνοια και το γεγονός ότι αυτό φέρεται να έχει συνταγογραφεί για μη καθοριζόμενη οργανική η συμπτωματική ψυχική διαταραχή, και όχι άνοια δεν σημαίνει ότι δεν έπασχε από άνοια ή δεν παρουσίαζε ανοική συμπτωματολογία. Συμπερασματικά ο γνωμοδοτήσας καταλήγει ότι από την μελέτη των εγγράφων που του προσκομίστηκαν, την εκτενή ανάλυση της επιστημονικής του άποψης, που τεκμηριώνεται από την ιατρική βιβλιογραφία, εκτιμά ότι η ………………., κατά το χρόνο σύνταξης της δημόσιας διαθήκης με ημερομηνία 9.1.2020, δεδομένου του ιατρικού ιστορικού της, της συνταγογράφησης ιατρικών σκευασμάτων συμβατών με άνοια καθώς και βάσει των συνυπαρχουσών νοσημάτων δεν διέθετε το απαιτούμενο νοητικό υπόβαθρο και το επίπεδο σύνθετων γνωσιακών λειτουργιών (κατανόησης μνήμης) που θα την καθιστούσε ικανή να εκτελεί δικαιοπραξίες και να εκφράσει ελεύθερα την βούλησή της με κείμενα ανάλογα των προσκομισθεισών διαθηκών. Σημειώνει ακόμα ότι η ιατρική του εκτίμηση κατά τα ανωτέρω επιρρωνύεται βάσει της σύνθετης λεκτικής διατύπωσης των προσκομισθέντων κειμένων των διαθηκών και των λεπτών γλωσσικών και νοηματικών διαφοροποιήσεων που εντοπίζονται σε αυτές. Σε κάθε περίπτωση το κείμενο της υπό κρίση διαθήκης είναι πολυσέλιδο, πυκνογραμμένο με ιδιαίτερα εκτενείς και ενίοτε περίπλοκες γλωσσικές διατυπώσεις, και ως εκ τούτου προϋποθέτει σύνθετες γνωσιακές λειτουργίες (πρόσφατης μνήμης, κατανόησης και αντίληψης), για ένα άτομο της ηλικίας και του ιατρικού ιστορικού της εκλιπούσας, πολλώ δε μάλλον για άτομο πάσχον κατά την ανωτέρω εκτίμησή του  από άνοια. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω έκρινε ότι η εκλιπούσα δεν διέθετε το απαιτούμενο νοητικό υπόβαθρο και το επίπεδο σύνθετων γνωσιακών λειτουργιών (κατανόησης, μνήμης) που θα την καθιστούσε ικανή να εκτελεί δικαιοπραξίες και να εκφράσει ελεύθερα τη βούλησή της με κείμενο τόσο εκτενές και περίπλοκο όσο της από 9.1.2020 διαθήκης. Ως προς την ως άνω γνωμοδότηση πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: Εσφαλμένα υπολαμβάνει ο γνωμοδοτήσας ιατρός ότι κατά την είσοδο της εκλιπούσας στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός, η εκλιπούσα διαγνώστηκε με άνοια, εγκατεστημένη ήδη από εξαμήνου, τουλάχιστον καθώς σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, η σχετική αναγραφή προήλθε από δήλωση του ιστορικού της ενώ και στα υπόλοιπα έγγραφα του νοσοκομείου αναγράφεται ιστορικό ανοικής συνδρομής, χωρίς όμως να προκύπτει ποιος προέβη, στην δήλωση αυτή, με δεδομένο ότι  δεν αποδείχθηκε ότι η εκλιπούσα είχε εξεταστεί από νευρολόγο ούτε αποδεικνύεται προυπάρχουσα της εισαγωγής της στο νοσοκομείο διάγνωση άνοιας. Στα συμπεράσματα δε που περιλαμβάνονται στο ενημερωτικό εξόδου, ως διάγνωση συμπεριλαμβάνεται μεταξύ άλλων και η άνοια FO3, χωρίς πάντως στα προσκομιζόμενα έγγραφα να περιέχονται ειδικά τεστ, ή άλλου είδους εξετάσεις οι οποίες να αφορούν την λειτουργία του νευρικού συστήματος της εκλιπούσας και να οδηγούν σε σχετική διάγνωση, παρά το γεγονός ότι προσκομίζονται έτερες εργαστηριακές εξετάσεις της εκλιπούσας. Σημειώνεται ότι η εκλιπούσα προσήλθε στο νοσοκομείο με οξεία δύσπνοια, γεγονός που σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δυσχεραίνει την λεκτική επικοινωνία με τους θεράποντες ιατρούς, ενώ μετά την έκτη ημέρα της νοσηλείας της η κατάστασή της επιδεινώθηκε και εν συνεχεία διασωληνώθηκε, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται σαφές αν η εικόνα που παρουσίαζε η εκλιπούσα, κατά το διάστημα της νοσηλείας της ως προς τις νοητικές της λειτουργίες που οδήγησε τους θεράποντες ιατρούς, στους οποίους δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριλαμβάνεται νευρολόγος στην αναγραφή της άνοιας ως ασθένειας, οφείλονταν αμιγώς στη νευρολογική της κατάσταση, ή στην εν γένει επιδείνωση της υγείας της που οδήγησε στην μεταφορά της στα επείγοντα. Κυρίως από τα έγγραφο του νοσοκομείου Ευαγγελισμός ουδόλως προκύπτει το στάδιο της αναφερόμενης άνοιας, ούτε τα συμπτώματα αυτής, ώστε να μπορεί να εξαχθεί ελλείψει και των λοιπών στοιχείων, εξετάσεων, διάγνωσης νευρολόγου, το στάδιο και τα συμπτώματα της διαταραχής της θανούσας, κατά τον χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης. Σε ότι αφορά τη νοσηλεία της θανούσας στο Νοσοκομείο ………….., (24.12.2019 έως 30.12.2019) στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προσκομίστηκε μόνο το με αριθμό πρωτοκόλλου ………/29.1.2021 πιστοποιητικό νοσηλείας, που τέθηκε υπόψη του πραγματογνώμονα και αναφέρει ότι η εκλιπούσα έπασχε από ΧΑΠ σε παρόξυνση λόγω λοίμωξης του ανπνευστικού και εξήλθε αιμοδυναμικά σταθερή απύρετη και με κατ’ οίκον οξυγονοθεραπεία. Ηδη ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προσκομίζονται επιπλέον, το ενημερωτικό ιατρικό σημείωμα εξόδου, σχετικές χειρόγραφες σημειώσεις του επίκουρου παθολόγου του Νοσοκομείου ……………., με ημερομηνία 30.12.2019, όπου τίθεται ως διάγνωση η δύσπνοια, η παρόξυνση χρόνιας πνευμονοπάθειας σε αποδρομή και η λοίμωξη αναπνευστικού, δίνονται οδηγίες για τακτική παρακολούθηση από πνευμονολόγο και παθολόγο, για δίαιτα, οξυγονοθεραπεία ως ελάμβανε, εργαστηριακό επανέλεγχο, ακτινογραφία θώρακος σε τακτική βάση, φαρμακευτική αγωγή, και διακοπή του σκευάσματος hypnostedon λόγω αναπνευστικής καταστολής και ιατρική επανεκτίμηση επί επιδείνωσης. Προσκομίζονται δε ακόμα αιματολογικές εξετάσεις, ενώ στο εξιτήριο αναγράφονται ως  ιατρικές πράξεις η αξονική τομογραφία άνω και κάτω κοιλίας που διενεργήθηκαν την 24.12.2019, χωρίς να γίνεται ουδεμία αναφορά για ενδείξεις άνοιας.  Περαιτέρω, ο ιατρός  ………….. συνταγογράφησε στην εκλιπούσα το σκεύασμα Seroquel το πρώτον την 14.1.2020, με ένδειξη «μη καθορισμένη οργανική ή συμπτωματική ψυχική διαταραχή» και όχι άνοια, όπως δε βεβαιώνει ο ίδιος, το εν λόγω σκεύασμα, στην συγκεκριμένη ασθενή δεν χορηγήθηκε για άνοια, ενώ και ο γνωμοδοτήσας ιατρός ………… δέχεται ότι το ως άνω σκεύασμα, συνταγογραφήθηκε σε αντικατάσταση των υπναγωγών σκευασμάτων «Hipnostedon» και  «Stilnox», συμπέρασμα που είναι συμβατό και με τις οδηγίες του νοσοκομείου «………….», περί διακοπής χορήγησης του “Hipnostedon” και δεν είναι αντιανοικό, ώστε να επιβραδύνει την εξέλιξη της άνοιας  αλλά συμβατό μεταξύ άλλων ασθενειών και για άνοια. Περαιτέρω, το φαρμακευτικό αυτό σκεύασμα συνταγογραφήθηκε μαζί με άλλα φάρμακα, που αφορούν α) άλλη και μη καθορισμένη κίρρωση του ήπατος, β) βρογχικό άσθμα μη καθορισμένο και γ)  διαταραχές στο μεταβολισμό του ασβεστίου και δη τα σκευάσματα Pulmicort,Foster, Ursofalk, Berovent και one-alpha,όπως προκύπτει από τα αντίγραφα της φαρμακευτικής αγωγής που συνταγογραφήθηκε στην διαθέτιδα, τα οποία προσκομίζουν οι εκκαλούντες, χωρίς συνταγογράφηση έτερου αντιανοικού σκευάσματος. Από την συνεκτίμηση των ως άνω ιατρικών εγγράφων αποδεικνύεται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης, 9.1.2020, η θανούσα παρουσίαζε μη καθορισμένη οργανική ή ψυχική διαταραχή και κρίσιμο πλέον ζήτημα προς απόδειξη είναι εάν η διαταραχή αυτή επηρέασε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής της, ώστε να την καθιστά ανίκανη για την σύνταξη διαθήκης. Επιπλέον ιατρικά έγγραφα προς απόδειξη του κρίσιμου αυτού ζητήματος δεν προσκομίζονται και ο γνωμοδοτήσας ιατρός …………., προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμά του, περί εγκατεστημένης άνοιας προσφεύγει και σε έτερα στοιχεία και δη στο ίδιο το κείμενο της επίδικης διαθήκης, λέγοντας ότι η διαθέτης δεν είχε το απαιτούμενο νοητικό υπόβαθρο και το επίπεδο σύνθετων γνωσιακών λειτουργιών που θα την καθιστούσε ικανή να εκτελεί δικαιοπραξίες και να εκφράσει ελεύθερα τη βούλησή της με κείμενα ανάλογα των προσκομισθεισών διαθηκών, συμπέρασμα που επιρρωνύεται, κατά τα αναγραφόμενα στην γνωμοδότηση, βάσει της σύνθετης λεκτικής διατύπωσης των κειμένων και των λεπτών γλωσσικών και νοηματικών διαφοροποιήσεων που εντοπίζονται σε αυτές. Σύμφωνα όμως με όσα ανωτέρω, στην μείζονα σκέψη της παρούσας εκτέθηκαν, με δεδομένο ότι η επίδικη δημόσια διαθήκη δεν έχει προσβληθεί  ως πλαστή, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το περιεχόμενο αυτής και ότι η διαθέτης προέβη στις σχετικές δηλώσεις, ανεξαρτήτως της σύνθετης λεκτικής τους διατύπωσης. Γίνεται δε πάγια δεκτό ότι η Συμβολαιογράφος ενώπιον της οποίας συντάσσεται η δημόσια διαθήκης, δεν είναι μεν ειδικός προκειμένου να διαπιστώσει τη νοητική κατάσταση του διαθέτη, πλην όμως η παραδοχή αυτή διαφέρει από το καθήκον της να αποτυπώσει με ακρίβεια τις δηλώσεις του, οι οποίες λαμβάνουν χώρα ενώπιον της ιδίας και των μαρτύρων. Ο ισχυρισμός επομένως ότι η νοητική κατάσταση της διαθέτιδος δεν της επέτρεπε να εκφράσει την βούληση της με την λεκτική διατύπωση που εμπεριέχεται στην υπό κρίση διαθήκη, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι εκκαλούντες επικαλούνται  ακόμα δυο στοιχεία, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς τους καταδεικνύουν την αδυναμία της κρίσης και της μνήμης της διαθέτιδος, ήτοι την σύνταξη της από 29.1.2019 εξώδικης δήλωσης διαμαρτυρίας και του από 26.7.2019 σχεδίου ιδιωτικού συμφωνητικού. Τα ως άνω έγγραφα προηγούνται της σύνταξης της επίδικης διαθήκης, αλλά και της πρώτης νοσηλείας της εκλιπούσας στο Νοσοκομείο Αγιος Παντελεήμων, που κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς (σελ 5 αγωγής) επιδείνωσε σημαντικά την γνωστική της λειτουργία τη μνήμη και την καθημερινή της λειτουργικότητα. Με την εξώδικο δήλωση που απευθυνόταν στους συνιδιοκτήτες των ακινήτων που είχε κληρονομήσει η διαθέτης από τον σύζυγό της ζητούσε να προβούν στην πώληση τεσσάρων εξ αυτών, άλλως δήλωνε ότι θα προσέφευγε δικαστικά για την διανομή τους, ενώ με το σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο δεν φέρει καμμία υπογραφή, φέρεται να προτίθεται να μεταβιβάσει τα ποσοστά της επί των ως άνω ακινήτων και ενός ακόμη σε έτερο συγκληρονόμο, έναντι του ποσού των 250.000 ευρώ. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι τα έγγραφα αυτά καταδεικνύουν την διανοητική της ανεπάρκεια, επειδή το εξώδικο, το οποίο κοινοποιήθηκε στους συγκληρονόμους την 7.2.2019, και όχι μετά την σύνταξη της επίδικης διαθήκης, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι εκκαλούντες,  στρέφεται μεταξύ άλλων και κατά δύο αποβιωσάντων κατά τον χρόνο σύνταξής του κληρονόμων, περιείχε αβάσιμες μομφές σε βάρος των συγκληρονόμων για άρνηση αρμονικής συνεργασίας στη διαχείριση των κοινών ακινήτων, αλλά και είχε σαν συνέπεια την απεμπόλιση του ποσού των 4.500 ευρώ μηνιαίως, που ελάμβανε μηνιαίως από τα ενοίκια αυτά. Είναι αληθές ότι η …………, κατά της οποίας, μεταξύ άλλων, στρέφεται το εν λόγω εξώδικο είχε αποβιώσει αρκετά έτη πριν την σύνταξή του, ήτοι την 11.1.2015, ενώ η έτερη …………, προσφάτως ήτοι την 2.1.2019. Η απεύθυνση όμως της ως άνω εξωδίκου δήλωσης κατά των ως άνω  δεν αποδεικνύει την έκπτωση ή την διαταραχή των λειτουργιών της θανούσης, επειδή υπογράφεται από τον δικηγόρο της εκλιπούσας, χωρίς την προσυπογραφή της ιδίας, η συμπερίληψη δε των προαποβιωσάντων στην ως άνω  εξώδικη  δήλωση δεν αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε λανθασμένες πληροφορίες που παρείχε η εκλιπούσα, παρά σε σφάλμα του συντάξαντος την εξώδικο δικηγόρου. Περαιτέρω, το γεγονός ότι οι εκκαλούντες φέρονται να μην συμφωνούν με τις ενέργειες της εκλιπούσας για την διανομή των επίκοινων ακινήτων με τους λοιπούς συγκληρονόμους ή την πώληση των ποσοστών της σε έτερο συγκληρονόμο, δεν συνεπάγεται νοητικό έλλειμα της αποβιωσάσης, η οποία σε κάθε περίπτωση με τις ενέργειές της αυτές δεν απεμπολούσε κάποιο δικαίωμά της άνευ ανταλλάγματος, ούτε άλλωστε η διανομή των κοινών ακινήτων, αναγκαία θα μείωνε τα εισοδήματα της εκλιπούσας, καθώς θα ελάμβανε ισάξιο με τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά της μερίδιο. Ακόμα στα κείμενα αμφότερων των διαθηκών, αποτυπώνεται η αγάπη και η ευγνωμοσύνη που αισθανόταν η διαθέτιδα για την εφεσιβλητη, που είχε αναλάβει τη φροντίδα του προαποβιώσαντος συζύγου της αλλά και της ίδιας και της παρείχε αμέριστη φροντίδα και συμπαράσταση. Εξάλλου είναι εμφανές ότι η διαθέτης είχε αναπτύξει έντονο συναισθηματικό δεσμό κατά την πάροδο των ετών με την εφεσίβλητη, λέγοντας ότι ακόμα και κόρη να είχε δεν θα της ήταν τόσο αφοσιωμένη και στοργική όσο η εφεσίβλητη. Την απόφασή της δε να εγκαταστήσει κληρονόμο της την εφεσίβλητη και τα τέκνο της, αιτιολογεί η ίδια η διαθέτης, θεωρώντας ότι οι ενάγοντες δεν της συμπαραστάθηκαν κατά την νοσηλεία της το χρονικό διάστημα από 24.12.2019 έως 30.12.2019, δυσαρέσκεια την οποία είχε εκφράσει και για προγενέστερο χρονικό διάστημα στις μάρτυρες …………….., και ……………., που  τόνισαν ότι η θανούσα τους είχε εκφράσει την πικρία της για τα στενά συγγενικά της πρόσωπα, τα οποία περιορίζονταν σε κάποιες εθιμοτυπικές επισκέψεις κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα της ζωής της. Από το κείμενο επομένως της προσβαλλόμενης διαθήκης προκύπτει ότι η διαθέτιδα αιτιολογεί εναργώς για ποιο λόγο προβαίνει στη σύνταξη της ως άνω διαθήκης και στην ανάκληση της προγενέστερης καθόσον όπως αναφέρει επί λέξει «προβαίνω στην παρούσα διαθήκη, μετά από ώριμη σκέψη και αφού αξιολόγησα στο διάστημα αυτό, ποιοι δικοί μου άνθρωποι στάθηκαν περισσότερο κοντά μου, στη δύσκολη κατάσταση που βρέθηκα με την επιδείνωση της υγείας μου και ποιοι λιγότερο». Αλλωστε τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη διαθήκη της εκφράζει την αμέριστη ευγνωμοσύνη της για την πρώτη εφεσίβλητη, την οποία φιλοξενούσε επί δέκα έτη κατά τον χρόνο σύνταξης της πρώτης διαθήκης, και  επί δώδεκα χρόνια κατά την σύνταξη της δεύτερης, Και στις δύο δε διαθήκες αναφέρεται στον σύντροφο της εφεσίβλητης και μετέπειτα πατέρα του τέκνου της, εξαίροντας την συμπεριφορά του. Ενδεικτικό μάλιστα της σχέσης που είχε η εκλιπούσα με την πρώτη εφεσίβλητη είναι το γεγονός ότι έγινε η πνευματική μητέρα της ανήλικης θυγατέρας της, η οποία, μάλιστα, έλαβε το όνομα της αποθανούσας. Την διανοητική ικανότητα και την πνευματική διαύγεια της αποθανούσας κατά τον κρίσιμο χρόνο επιβεβαιώνουν άπαντες οι ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες, που εξετάστηκαν με επιμέλεια των εφεσίβλητων, οι οποίοι μάλιστα είχαν συστηματική κοινωνική επαφή και επικοινωνία με την αποθανούσα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Ειδικότερα, η ενόρκως βεβαιώσασα μάρτυρας, ………….., η οποία ήταν η προσωπική κομμώτρια της αποθανούσας από το έτος 1999 μέχρι και την εισαγωγή της στο Νοσοκομείο το έτος 2020 και την περιποιούνταν τακτικά και δη μια φορά την εβδομάδα ανέφερε ότι η αποθανούσα ήταν οξυδερκής και επικοινωνιακή ενώ συζητούσε μαζί της την τρέχουσα πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα, έχοντας πλήρη αντίληψη αυτής μέχρι και πριν την εισαγωγή της στο Νοσοκομείο το έτος 2020, γεγονός, άλλωστε, που επιβεβαιώνεται και από όσα κατέθεσε και η έτερη ενόρκως βεβαιώσασα μάρτυρας, ………….., η οποία επισκέπτονταν τακτικά την αποθανούσα τα τελευταία έτη και είχε αναπτύξει στενή κοινωνική επαφή και επικοινωνία. Μάλιστα, η ως άνω μάρτυρας, η οποία ήταν και μάρτυρας σε αμφότερες τις διαθήκες, κατέθεσε με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα ότι η αποθανούσα είχε πλήρη αντίληψη της κοινωνικής πραγματικότητας και επικαιρότητας, έχοντας πλήρη πνευματική διαύγεια και συνείδηση των πράξεων τόσο πριν όσο και κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης. Οι ως άνω μάρτυρες καταθέτουν με σαφήνεια και πληρότητα για περιστατικά των οποίων έχουν ίδια γνώση και χωρίς να συντρέχει λόγος αμφιβολίας για την αξιοπιστία τους. Οι καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων ουδόλως αναιρούνται από όσα ανέφεραν οι ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες, που εξετάστηκαν με επιμέλεια των εκκαλούντων, καθόσον η ενόρκως βεβαιώσασα μάρτυρας, ………………, η οποία είναι οικογενειακή φίλη τους, ουδέποτε είχε συναντήσει την εκλιπούσα και όσα κατέθεσε βασίζονται σε αναφορές των εκκαλούντων. Εξάλλου, και τα όσα ανέφεραν σχετικά με την διανοητική και πνευματική διαύγεια της διαθέτιδος, οι έτεροι ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες, ……… και ………….., οι οποίοι τυγχάνουν επίσης οικογενειακοί φίλοι των εκκαλούντων, βασίζονται σε όσα τους ανέφεραν οι τελευταίοι, μη έχοντες ιδία και προσωπική αντίληψη περί του ανωτέρω ζητήματος, καθόσον, όπως ανέφεραν είχαν συναντήσει κοινωνικά την αποθανούσα προ πολλών ετών. Ακόμα, η διαθέτης, ήδη από την 8.3.2018 και 7.9.2018, είχε συντάξει τα με αριθμούς ………../2018 και ……../2018 πληρεξούσια ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών …………., με τα οποία εξουσιοδοτούσε την εφεσίβλητη, να προβαίνει σε ενέργειες στις Τράπεζες, όπου τηρούσε λογαριασμούς και να την αντιπροσωπεύει στους κοινωφελείς οργανισμούς αλλά και σε κάθε δημόσια Αρχη, πράξεις στις οποίες προέβη, λόγω της αδυναμίας μετακίνησής της και κατά χρόνο που προηγείται ως προς το πρώτο πληρεξούσιο της σύνταξης της αρχικής της διαθήκης. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι η εφεσίβλητη υποβολιμαία διαμόρφωσε την βούληση και τις δηλώσεις της διαθέτιδος κατά την σύνταξη της επίδικης διαθήκης. Ακόμα οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ουδέποτε ελάμβαναν οικονομική βοήθεια από την θανούσα και ότι ο τρόπος με την οποία περιγράφει το ποσοστό στο ακίνητο-διαμέρισμα που κατοικεί δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, επειδή δεν έχει συνταχθεί πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, πλην όμως η διαθέτης και στην πρώτη της διαθήκη, αναφέρεται στην οικονομική ενίσχυση των συγγενών της και περιγράφει το κληρονομιαίο ακίνητο με τον ίδιο τρόπο και στις δύο διαθήκες, με αποτέλεσμα να μην δύναται να συναχθεί από τα επιχειρήματα αυτά ότι οι διατυπώσεις αυτές οφείλονται στην ισχυριζόμενη από τους εκκαλούντες έκπτωση των νοητικών της λειτουργιών. Επομένως, από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης η κατάσταση της υγείας της διαθέτιδος ήταν μεν παθολογικά βεβαρημένη, λόγω χρόνιων προβλημάτων υγείας και παρουσίασε το τελευταίο διάστημα, μη καθοριζόμενη οργανική ή συμπτωματική ψυχική διαταραχή, χωρίς ουδόλως να αποδειχθεί ότι αυτή περιόριζε τη λειτουργία της βούλησής της, ούτε της στερούσε τη χρήση του λογικού, αλλά αποδείχθηκε ότι αυτή είχε συνείδηση των πραττομένων, δηλαδή την ικανότητα προς διάγνωση της ουσίας, του περιεχομένου και των συνεπειών της επιχειρούμενης πράξης, αλλά και τη δυνατότητα χρήσης του λογικού, αφού δεν είχε υποστεί κάποια νοσηρή διατάραξη σε βαθμό που να αναιρεί την δυνατότητα ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησής της με λογικούς υπολογισμούς και το γεγονός ότι με τη διαθήκη της κατέστησε κληρονόμο στα αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία της, τις εφεσίβλητες, ήταν συνειδητή επιλογή της και έλαβε χώρα υπό συνθήκες πνευματικής διαύγειας, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν. Επίσης, στην ως άνω διαθήκη, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της ίδιας Συμβολαιογράφου που είχε συντάξει και την πρώτη της διαθήκη, παρουσία μαρτύρων, γίνεται ειδική μνεία : α) ότι η διαθέτης δεν στερείται από καμία αίσθηση, ότι σοβαρά θέλει να κάνει διαθήκη και δεν υπάγεται σε καμία περίπτωση ανικανότητας από όσες αναφέρονται στο άρθρο 1179 ΑΚ, γεγονός ως προς το οποίο επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς την ανάγκη προσβολής του εγγράφου της διαθήκης, ως πλαστού και β) ότι τα συμπράττοντα πρόσωπα στη διαθήκη ήταν παρόντα σε όλη τη διάρκεια της σύνταξης της και ότι εκτός από την συμβολαιογράφο και τους μάρτυρες κανένα άλλο πρόσωπο δεν ήταν παρόν, γεγονότα για τα οποία η δημόσια διαθήκη, ως δημόσιο έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη. Από όλα τα προαναφερόμενα αποδείχθηκε ότι η αποβιώσασα, όταν συνέταξε την επίδικη διαθήκη, είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους εκκλούντες και η εκκαλουμένη απόφαση ορθώς απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής τους, ως ουσία αβάσιμη, με αιτιολογίες που συμπληρώνονται με αυτές της παρούσας απόφασης. Ακολούθως, οι εκκαλούντες παραπονούνται για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής τους, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι η εν  λόγω διαθήκη είναι ακυρώσιμη, διότι η διαθέτιδα προέβη στη σύνταξή της από πλάνη περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι υπέχει οικονομική υποχρέωση έναντι των εφεσίβλητων λόγω ανεπαρκούς οικονομικής στήριξης προς αυτούς όσο ζούσε. Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, επειδή από το κείμενο της επίδικης διαθήκης, στην οποία αναγράφεται επί λέξει ότι «δυστυχώς τα χρήματα που παίρνω από ενοίκια των ακινήτων που κληρονόμησα από το σύζυγό μου και την εξαδέρφη μου, τα οποία μου ανήκουν εξ αδιαιρέτου μαζί με άλλους συγκληρονόμους, δε με φτάνουν για να τους βοηθώ οικονομικά, (εφεσίβλητους) διότι αφενός μεν έχω μεγάλους φόρους (ΕΝΦΙΑ, φόρο εισοδήματος) και συνεχώς έξοδα για συντήρηση των ακινήτων, τέλη σε Δήμο κτλ. αφετέρου ένα μέρος από τα εισοδήματα που λαμβάνω τα δίνω κάθε μήνα από τότε που πέθανε ο άντρας της αδερφής μου στη ίδια, την αδερφή μου, …………… και στις κόρες αυτής, …. και ….., αφού είναι οι πιο στενές μου συγγενείς, τις αγαπώ και θέλω να βοηθώ», καθίσταται σαφές ότι η διαθέτιδα, τρέφοντας αμέριστη αγάπη και ευγνωμοσύνη προς την πρώτη εναγομένη, εξέφρασε την επιθυμία να την στηρίξει οικονομικά, με τη διάταξη της τελευταίας βούλησης, αιτιολογώντας μάλιστα τους λόγους που προβαίνει σε αυτή την ενέργεια και επεξηγώντας ότι την πρώτη ενάγουσα και τις θυγατέρες της τις έχει στηρίξει επαρκώς οικονομικά εν ζωή. Από το περιεχόμενο της διαθήκης, ουδόλως προκύπτει ότι η διαθέτης εσφαλμένα θεωρούσε ότι δεν αμείβεται με μηνιαίο μισθό η πρώτη εναγομένη, για τις παρεχόμενες σε αυτήν υπηρεσίες, αλλά εξήρε τα συναισθήματα αγάπης και ευγνωμοσύνης που είχαν σταδιακά δημιουργηθεί μεταξύ τους, και τον τρόπο, με τον οποίο της φερόταν η πρώτη εναγομένη. Σημειώνεται δε ότι τις ίδιες αναφορές έκανε η διαθέτης και στην αρχική της διαθήκη, κατά χρόνο που σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς δεν είχε επιβαρυνθεί η διανοητική της κατάσταση. Ορθώς επομένως η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε και την επικουρική βάση της αγωγής, ως ουσία βάσιμη, με αιτιολογίες που συμπληρώνονται με αυτές της παρούσας απόφασης.

Η επίδειξη εγγράφου κατά τη διάρκεια εκκρεμούς δίκης ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 450-452 KΠολΔ, ενώ, αν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 902-903 ΑΚ. Βεβαίως, βασικό δικονομικό αξίωμα είναι ότι κανείς δεν υποχρεούται να δίνει στον αντίδικό του αποδεικτικά στοιχεία για να τα χρησιμοποιήσει εναντίον του. Πλην, όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις, που προβλέπονται από τις παραπάνω διατάξεις, τόσο ο διάδικος όσο και ο τρίτος υποχρεούνται να προβούν στην επίδειξη εγγράφων τα οποία κατέχουν, ακριβώς γιατί από αυτά μπορεί να εξαρτηθεί η ορθή απονομή της δικαιοσύνης (ΕφΘεσ 1150/2001 ΕλλΔνη 2003.524). Περαιτέρω, στην αγωγή ή στην αίτηση επιδείξεως εγγράφου – χορήγησης αντιγράφου νομιμοποιείται παθητικά ο κάτοχος αυτού, ο οποίος μπορεί να είναι και τρίτος, έστω και αν δεν υπάρχει εναντίον του αξίωση σχετική με το έγγραφο. Για να είναι δε πλήρης η αίτηση περί επιδείξεως εγγράφων, πρέπει, εκτός των άλλων στοιχείων, ο ενάγων να καθορίζει στην αγωγή του ότι το έγγραφο βρίσκεται στα χέρια εκείνου από τον οποίο ζητείται η επίδειξη, αφού τούτο αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, προϋπόθεση της υποχρέωσης για επίδειξη, κατά το χρόνο της δίκης [Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας KΠολΔ I (2000) 450 αριθ. 3]. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 KΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος ή τρίτος υποχρεούται να προβεί στην επίδειξη των εγγράφων, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο οποίος δικαιολογεί τη μη επίδειξή τους, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και σύννομη, δηλαδή να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν σχετίζεται με το αντικείμενο απόδειξης και να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (βλ. ΑΠ 681/2007, ΑΠ 1045/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ελλειπουσών δε των προϋποθέσεων αυτών, η αίτηση – αγωγή επίδειξης του εγγράφου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας (βλ. ΑΠ 1402/2008, ΑΠ 776/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 673/2009, ΕφΑΘ 3788/2008 ΕλλΔνη 2009.210, ΕφΑΘ 442/2006 ΕλλΔνη 2007.1127, ΕφΛαρ 191/2006 ΑρχΝ 2007.185). Ειδικότερα, η ανάγκη σαφούς προσδιορισμού των προς επίδειξη εγγράφων επιβάλλεται: α) από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 KΠολΔ, που αξιώνει τον ακριβή προσδιορισμό του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής, β) από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, οι οποίες καθιστούν αντικείμενο αποδείξεως μόνο τα πραγματικά γεγονότα, δηλαδή συγκεκριμένα περιστατικά και γ) από τη διάταξη του άρθρου 916 KΠολΔ, που ορίζει ότι αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να γίνει, αν δεν προκύπτει απ’ τον εκτελεστό τίτλο η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής. Πάντως, είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα αγωγή με την οποία ζητείται η επίδειξη: α) όσων και όποιων εγγράφων κατέχει ο εναγόμενος σχετικά με κάποια έννομη σχέση (ΕφΘεσ 1150/2001), β) βιβλίων με τις αναγραφόμενες σ’ αυτά καταχωρήσεις, χωρίς άλλο προσδιορισμό (ΕφΠειρ 1157/1996 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), γ) συγκεκριμένος φάκελος με τα περιεχόμενα σ’ αυτόν έγγραφα, χωρίς ακριβή προσδιορισμό των εν λόγω εγγράφων (ΕφΑΘ 11203/1986 ΕλλΔνη 1988.141), δ) αόριστος και ακαθόριστος αριθμός εγγράφων που εκδόθηκαν από τον εναγόμενο σε ορισμένη περίοδο (π.χ. στελέχη αποδείξεων αποθήκης κ.λπ.) (ΕφΑθ 14698/1988 ΕλλΔνη 1993.1366).

Με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το αίτημά τους για επίδειξη εγγράφων και λογοδοσία εκ μέρους των εναγομένων ως αλυσιτελές, υπολαμβάνοντας ότι νόμιμη βάση του και προαπαιτούμενο για την άσκησή του ήταν η αποδοχή της αγωγής κατά το κύριο ή το επικουρικό της αίτημα. Ότι με τις παραδοχές της αυτές η εκκαλουμένη παρερμήνευσε το περιεχόμενο του αιτήματός τους ως προς την επίδειξη κρίσιμων εγγράφων και την χορήγηση λογοδοσίας και τούτο επειδή οι ενάγοντες είχαν διευκρινίσει ότι αιτούνται την επίδειξη εγγράφων και λογοδοσίας, όχι με την ιδιότητά τους ως κληρονόμων λόγω ακυρότητας ή ακυρωσίας της διαθήκης αλλά με σκοπό να συγκεντρωθούν όλα τα κρίσιμα στοιχεία, ιδίως κατά το χρόνο πριν τη σύνταξη της διαθήκης, και να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα των εγγράφων αυτών η κρίσιμη αντιληπτική ικανότητα της εκλιπούσας, η αυτοτέλεια της οικονομικής της διαχείρισης και της διοίκησης των υποθέσεών της. Επί του ως άνω λόγου έφεσης λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι στο υπό στοιχείο Στ’ κεφάλαιο της αγωγής, οι εκκαλούντες ζήτησαν την επίδειξη εγγράφων και λογοδοσίας, α) για κάθε είδους έξοδο που διενέργησε η εναγομένη για λογαριασμό της εκλιπούσας, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2019 και έως τον θάνατό της, με αναφορά της ημερομηνίας διενέργειας εκάστου εξόδου, β) για κάθε έσοδο που εισέπραξε από την επαγωγή της κληρονομίας στην ίδια και την ανήλικη κόρη της, γ) με χορήγηση κάθε επιμέρους παραστατικού ή απόδειξης δικαιολόγησης της σχετικής δαπάνης ή εισόδου και με επίκληση της και έγγραφης ή προφορικής εντολής του εντολέα, εφόσον πρόκειται για μη τακτικές/συνήθεις δαπάνες, από την πρώτη εναγομένη η οποία έχει έναντι αυτών τόσο υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμων, είτε τμήματος της περιουσίας της εκλιπούσας, είτε του συνόλου αυτής, την σχετική υποχρέωση και επειδή ουδέποτε τους είχε παράσχει πληροφορίες, πολλώ δε μάλλον σχετικό λογαριασμό ή παραστατικά ανάλυσης αναλώσεων για λογαριασμό της θείας τους, ως πρόσωπο εμπιστοσύνης της, το οποίο διαβιούσε μαζί της επί σειρά ετών  έχοντας αναλάβει την φροντίδα της. Τα παραπάνω ζήτησαν κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, επειδή η θεία τους δεν είχε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα τόσο πριν όσο και μετά την σύνταξη της προσβαλλόμενης διαθήκης τη δυνατότητα αυτοδύναμης μετάβασης και ανάληψης χρημάτων από τραπεζικούς της λογαριασμούς και τα παραστατικά αναλώσεων μπορούν να καταδείξουν τόσο την πραγματική δυνατότητα άσκησης ελέγχου εκ μέρους της θείας τους στον λογαριασμό στον οποίο καταβάλλονταν τα μηνιαία μισθώματα από τους μισθωτές της, καθώς και δεύτερο λογαριασμό που η ίδια τηρούσε για την διαχείριση των οικονομικών της, όσο και αν η θεία τους πραγματικά μπορούσε να έχει ορθή αντίληψη των οικονομικών της αναγκών, άρα και των παραγωγικών στοιχείων της βούλησής της, όπως αυτά αποτυπώνονται στην προσβαλλόμενη διαθήκη.  Η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι το σχετικό αίτημα είναι νόμιμο, εκτιμώντας το ενιαία ως αίτημα λογοδοσίας, βασιζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 303 ΑΚ και 435 ΚΠολΔ με το οποίο οι ενάγοντες ζητούσαν, επειδή η πρώτη εναγομένη δεν τους παρείχε οποιαδήποτε μορφής λογοδοσίας για τις διαχειριστικές πράξεις της έναντι της αποθανούσας, και επίσης δεν τους είχε παράσχει πληροφορίες και λογαριασμό ή παραστατικά ανάλυσης αναλώσεων για λογαριασμό της εκλιπούσας, με την οποία διαβιούσε επί σειρά ετών έχοντας αναλάβει τη φροντίδα αυτής, να αναγνωριστεί η σχετική υποχρέωσή της. Συνάγεται επομένως, ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησε ότι το αίτημα για την χορήγηση στους ενάγοντες κάθε επιμέρους παραστατικού ή απόδειξης δικαιολόγησης της σχετικής δαπάνης ή εσόδου και με επίκληση της και έγγραφης ή προφορικής εντολής του εντολέα, εφόσον πρόκειται για μη τακτικές/συνήθεις δαπάνες, ως παρεπόμενο της λογοδοσίας αίτημα επισύναψης των δικαιολογητικών που συνοδεύουν την υποχρέωση λογοδοσίας, κατ άρθρο 303 ΑΚ και όχι ως αυτοτελές αίτημα επίδειξης εγγράφων. Σε κάθε περίπτωση το ίδιο αίτημα αν ήθελε εκτιμηθεί ως αίτημα επίδειξης εγγράφων, προς απόδειξη της αντιληπτικής ικανότητας της θανούσας και της αυτοτέλειας της οικονομικής της διαχείρισης και διοίκησης των υποθέσεών της, όπως ισχυρίζονται με την έφεσή τους, τυγχάνει απορριπτέο πρωτίστως ως αόριστο καθώς οι ενάγοντες και νυν εκκαλούντες ουδόλως επικαλούνται συγκεκριμένα έγγραφα των οποίων ζητούν την επίδειξη, ούτε ισχυρίζονται ότι η εναγομένη είναι κάτοχος αυτών, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη. Πρέπει επομένως να απορριφθεί ο ως άνω λόγος έφεσης, ως αβάσιμος και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης και πρόσθετων λόγων αυτής προς εξέταση, να απορριφθούν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ως ουσία αβάσιμοι και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, πρέπει οι εκκαλούντες να καταδικαστούν στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης των εφεσίβλητων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας, λόγω της απόρριψης του ένδικου μέσου που άσκησαν.(άρθρο 183ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την α) από 1.10.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../2024) έφεση, β) από 1.4.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/…../2025) και γ) από 1.4.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/………/2025) δικόγραφα πρόσθετων λόγων έφεσης κατά της με αριθμό 2705/2024 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσία τα ως άνω δικόγραφα.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης με κωδικό 71847826695504070008  ηλεκτρονικού παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης των εφεσίβλητων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρω.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 2/4/2026 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση την  21/4/2026,  χωρίς την παρουσία του αιτούντος και του πληρεξούσιου δικηγόρου του.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ