Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 272/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ                          

Αριθμός Απόφασης    272 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 4ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας-ασκούσας πρόσθετους λόγους έφεσης: …………….., ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου τέκνου της ………….., η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του  πληρεξούσιου δικηγόρου της, Νικόλαου Δεληγιάννη, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.

Του εφεσίβλητου–καθ’ ου οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης: …………….., ο οποίος παραστάθηκε δια δηλώσεων, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, των πληρεξουσίων δικηγόρων του Μιλτιάδη- Παναγιώτη Κλαπαδάκη και Δημητρίου Νικολακόπουλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Ο ενάγων-εφεσίβλητος με την από 17/3/2022 αγωγή του (αριθμός έκθεσης κατάθεσης …………./2022) απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Η ενάγουσα-εκκαλούσα με την από 28/12/2021 αγωγή της (αριθμός έκθεσης κατάθεσης …………./2021) απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Οι ως άνω αγωγές συνεκδικάσθηκαν και επί αυτών εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1708/2023 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας και δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του ενάγοντος, μεταρρυθμίζοντας την υπ’ αριθμ. 2845/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, μόνο ως προς τη διάταξη που ρυθμίζει το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος-πατέρα με το ανήλικο τέκνο του. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα-εκκαλούσα α) με την υπό κρίση από 3/7/2023 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης ………../2023 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. ………../2023 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η 6/6/2024, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω των εκλογών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και προσδιορίσθηκε εκ νέου με την υπ’ αριθμ. 50/2024 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου της Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς για τη δικάσιμο της 5/12/2024, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, β) με τους από 27/8/2025 πρόσθετους  λόγους  έφεσης,  το  δικόγραφο  των  οποίων  κατατέθηκε  στη  γραμματεία  του  Δικαστηρίου  αυτού  στις 27/8/2025 με αριθ.  εκθ.  κατ. …………./2025, γράφτηκε στο  πινάκιο  και  ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος.

Κατά  τη  συζήτηση των ανωτέρω υποθέσεων, οι οποίες συνεκφωνήθηκαν, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατόπιν δηλώσεών τους, που έγιναν  σύμφωνα  με  τη  διάταξη  του  άρθρου  242  παρ.  2  του  ΚΠολΔ,  δεν  παραστάθηκαν  στο  ακροατήριο αυτού του  Δικαστηρίου,  αλλά προκατέθεσαν προτάσεις.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται ενώπιον του Δικαστηρίου προς συζήτηση: α) η από 3/7/2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2023) έφεση και β) οι από 27/8/2025 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………../2025) πρόσθετοι λόγοι έφεσης. Η ως άνω έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι, στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας, συνεπώς πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, λόγω προφανούς μεταξύ τους συναφείας και προς διευκόλυνση της διεξαγωγής της δίκης και μείωσης των εξόδων  (άρθρο 246 ΚΠολΔ).

Η από 3/7/2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2023) έφεση της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ` αριθ. 1708/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την  διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ στις 3/7/2023 και εμπρόθεσμα, εντός της 30μερης προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ από την επίδοση στην εκκαλούσα της εκκαλουμένης απόφασης στις 7/6/2023 (όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …../7-6-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς …………). Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, σύμφωνα με το τελ.εδάφιο της περ. Γ της παραγράφου 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ (ως ίσχυε κατά την κατάθεση της έφεσης). Σημειώνεται, ότι από προφανή παραδρομή, κατατέθηκε για την ένδικη έφεση, παράβολο ποσού 100 ευρώ (βλ. αριθμό παραβόλου ………………../2023 e – παράβολο), το οποίο πρέπει να επιστραφεί στην εκκαλούσα (πρβλ. ΑΠ 504/2017, ΜονΕφΠειρ 320/2021 ιστοσελίδα Εφ.Πειραιώς), ανεξάρτητα από την έκβαση της υπόθεσης, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας.

Επειδή ο τρόπος άσκησης των πρόσθετων λόγων και της αντέφεσης είτε στην τακτική διαδικασία είτε στις ειδικές διαδικασίες, μετά τις ρυθμίσεις του Ν 4335/2015 που ισχύουν από 1/1/2016, καταγράφεται ίδιος στα άρθρα 520 παρ. 2, 523 παρ. 2 (ως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το ν. 5282/2026) και 591 παρ.1 περ. ζ του ΚΠολΔ, με τη διαφοροποίηση ότι στις ειδικές διαδικασίες προβλέπεται διαφορετική προθεσμία πριν από την οποία πρέπει να επιδοθεί το οικείο δικόγραφο (και δη αυτή των 8 ημερών πριν από τη συζήτηση). Έτσι, υπό το ως άνω δικονομικό καθεστώς οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης και η αντέφεση ασκούνται, με ποινή απαραδέκτου, με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, αφού συνταχθεί επί αυτού η οικεία έκθεση, επιδίδεται στον αντίδικο, εφεσίβλητο και εκκαλούντα αντίστοιχα, προ 30 ημερών πριν τη συζήτηση για τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας και προ 8 ημερών πριν τη συζήτηση για τις υποθέσεις των ειδικών διαδικασιών. Κατά δε τη σαφή διατύπωση των άρθρων 520 παρ. 2 και 523 παρ.2 ΚΠολΔ, για την άσκηση των προσθέτων λόγων της έφεσης (και για την αντέφεση) απαιτείται να συντελεσθούν και οι δύο ως άνω, συμπλεκτικώς οριζόμενες, διαδικαστικές πράξεις, της κατάθεσης δηλαδή του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και της κοινοποίησης στον εφεσίβλητο, οι οποίες αποτελούν την έγγραφη προδικασία της άσκησής τους, κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ, και, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, πρέπει αμφότερες να λάβουν χώρα πριν από την τιθέμενη ως άνω αποκλειστική προθεσμία πριν τη συζήτηση της έφεσης. Συνεπώς και η επίδοση του οικείου δικογράφου, με την οποία δεν προπαρασκευάζεται απλώς η συζήτηση, αλλά ολοκληρώνεται η διαδικασία ασκήσεως των προσθέτων λόγων, πρέπει να γίνει εμπροθέσμως, ως ανωτέρω, με κύρωση το απαράδεκτο αυτών, ως διαδικαστικών πράξεων, κατά τα άρθρα 111 παρ. 2, 151 του ΚΠολΔ, σε περίπτωση παραλείψεως της επίδοσης ή εκπροθέσμου αυτής, πράγμα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 33/1990, ΑΠ 1921/2017, ΑΠ 659/2005, ΕφΠατρ 132/2018 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα άσκησε πρόσθετους λόγους έφεσης με το από 27/8/2025 ιδιαίτερο δικόγραφο (αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2025), το οποίο επέδωσε στον εφεσίβλητο στις 28/8/2025, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ……………΄/28-8-2025 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………, ενώ η έφεσή της είχε αρχικά προσδιορισθεί για τη δικάσιμο της 6/6/2024 και μετά από ματαίωση και αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (2/10/2025). Συνεπώς, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτοί και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους κατά την ίδια ως άνω διαδικασία.

Η ενάγουσα-εκκαλούσα με την από 28/12/2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2021) αγωγή της, την οποία, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου αυτής, παραδεκτώς ασκεί η ίδια ατομικά και όχι ως ασκούσα την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου της, καθόσον μόνο η ίδια νομιμοποιείται ενεργητικά στην αγωγή για την μεταρρύθμιση απόφασης επικοινωνίας του ανήλικου τέκνου της, εκθέτει ότι με την υπ’αριθμ. 2845/2019 -ήδη αμετάκλητη- απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ανατέθηκε η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου της, . ………, που απέκτησε στις 27/2/2014 με τον εναγόμενο, αποκλειστικά στην ίδια και ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του εναγομένου με την ανήλικη θυγατέρα τους κατά τον εκτιθέμενο σε αυτή τρόπο. Ότι, μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης, μεταβλήθηκαν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, οι συνθήκες στις οποίες στηρίχθηκε το Δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασής του και υπάρχει ανάγκη προσαρμογής της απόφασής του στις νέες συνθήκες, σύμφωνα με το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζητεί να ανακληθεί η υπ’αριθμ. 2845/2019 ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ως προς τη διάταξή της που αφορά στην επικοινωνία του εναγομένου με το ανήλικο τέκνο του και να αποκλεισθεί πλήρως κάθε επικοινωνία του με αυτό, καθώς συντρέχει σοβαρός προς τούτο λόγος, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, να απειληθεί σε βάρος του εναγομένου προσωπική κράτηση και χρηματική ποινή για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί και να καταδικαστεί αυτός στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Ακολούθως, ο ενάγων-εφεσίβλητος με την από 17/3/2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………../2022) αγωγή του, την οποία, κατ΄εκτίμηση αυτής, παραδεκτώς ασκεί ο ίδιος μόνο κατά της εναγομένης-εν διαστάσει συζύγου του ατομικά και όχι ως ασκούσας την επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου τέκνου τους, εκθέτει ότι δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2845/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του, ……………, που απέκτησε από τη σχέση του με την εναγόμενη και το οποίο ο ίδιος αναγνώρισε ήδη προ της γέννησής του ως βιολογικό του τέκνο του, δυνάμει της υπ’ αριθμ. …………../12-2-2014 πράξης αναγνώρισης κυοφορούμενου της συμβολαιογράφου Γλυφάδας …………. Ότι εν συνεχεία και δη στις 20/10/2014 τέλεσε με την εναγόμενη στο …….. της πολιτείας της ……………. των ΗΠΑ νόμιμο γάμο, ο οποίος δεν έχει αμετακλήτως λυθεί. Ότι κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση το τέκνο τους ήταν πέντε ετών, ενώ κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής είναι ήδη οκτώ ετών, με αποτέλεσμα να πρέπει να τροποποιηθεί η επικοινωνία του με αυτό, καθώς έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς οι συνθήκες από την έκδοση της ανωτέρω απόφασης. Για το λόγο αυτό, ζητούσε να μεταρρυθμιστεί η παραπάνω απόφαση και να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του κατά τον ειδικότερο τρόπο που υποδεικνύει στην αγωγή του, να απειληθεί σε βάρος της εναγομένης προσωπική κράτηση και χρηματική ποινή για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί και να καταδικαστεί αυτή στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επί των ανωτέρω αγωγών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 1708/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την ως άνω αγωγή της ενάγουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη και δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του ενάγοντος, μεταρρύθμισε την υπ’ αριθμ. 2845/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, μόνο ως προς τη διάταξη που ρυθμίζει το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο του, απείλησε σε βάρος της εναγομένης και υπέρ του ενάγοντος χρηματική ποινή διακοσίων ευρώ, για κάθε περίπτωση παράβασης των διατάξεων της απόφασης και συμψήφισε τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. Η εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της και τους πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλει την απόφαση αυτή και παραπονείται για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η απόφαση ώστε να γίνει καθ’ ολοκληρία δεκτή η αγωγή της, να απορριφθεί η αγωγή του εφεσίβλητου και να καταδικαστεί ο εφεσίβλητος στα δικαστικά της έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1, 4 και 5 ΚΠολΔ, «1. Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: α)……, β)……, γ)………, δ)………, ε) Οι διάδικοι το αργότερο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα, στ) ………, ζ)………, 2. ……, 3. …… , 4. Το δικαστήριο, αν είναι αναγκαίο, διατάσσει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη κατ` ανάλογη εφαρμογή της παρ. 8 του άρθρου 237. 5. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο, 6. ……, 7. ……, 8. …….». Κατά τη διαδικασία όμως, ενώπιον των δευτεροβάθμιων Δικαστηρίων δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρο 237 παρ. 8 του ΚΠολΔ (ΕφΑθ 4471/2022, ΕφΠειρ 542/2025, ΕφΠατρ 382/2022). Μόνη δυνατότητα να διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για την απόδειξη της βασιμότητας των λόγων της έφεσης, από το Εφετείο είναι μέσω της επανάληψης της συζήτησης, με έκδοση μη οριστικής απόφασης κατ’ άρθρο 254 του ΚΠολΔ, αφού αυτή διατάσσεται όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η δε μελέτη της υπόθεσης ή η διάσκεψη στο Εφετείο είναι στάδια που έπονται της συζήτησης στο ακροατήριο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 592 του ΚΠολΔ, «Κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών δικάζονται οι γαμικές διαφορές, οι διαφορές από την ελεύθερη συμβίωση, οι διαφορές από τις σχέσεις γονέων και τέκνων, και οι λοιπές οικογενειακές διαφορές που ορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού: ……… 3. Οι λοιπές οικογενειακές διαφορές αφορούν: α) τον καθορισμό, τη μείωση ή την αύξηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για τις ανάγκες της οικογένειας, της διατροφής που οφείλεται λόγω γάμου, διαζυγίου ή συγγένειας, των δαπανών τοκετού και της διατροφής της άγαμης μητέρας, καθώς και της διατροφής της μητέρας από την κληρονομική μερίδα που έχει επαχθεί στο τέκνο που αυτή κυοφορεί, β) την άσκηση της γονικής μέριμνας αναφορικά με το τέκνο κατά τη διάρκεια του γάμου, και σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή όταν πρόκειται για τέκνο χωρίς γάμο των γονέων του, τη διαφωνία των γονέων κατά την κοινή άσκηση από αυτούς της γονικής τους μέριμνας, καθώς και την επικοινωνία των γονέων και των λοιπών ανιόντων με το τέκνο, ………». Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 612 παρ. 1 του ΚΠολΔ, «1. Το δικαστήριο στις διαφορές του άρθρου 592 αριθμ. 3 περίπτωση β’, πριν από την έκδοση της απόφασής του, ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου, λαμβάνει υπόψη τη γνώμη του. Μπορεί αν αποφασίσει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, να ορίζει ελεύθερα το χρόνο διεξαγωγής της, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς περιορισμούς.».

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων με την προαναφερόμενη αγωγή του, ζητούσε να μεταρρυθμιστεί η υπ’ αριθμ. 2845/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του κατά τον ειδικότερο τρόπο που υποδεικνύει σε αυτήν, καθώς κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση το τέκνο ήταν πέντε ετών, ενώ κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής του είχε συμπληρώσει το όγδοο έτος της ηλικίας του (και πλέον το 12ο έτος της ηλικίας του), με αποτέλεσμα να πρέπει να τροποποιηθεί η επικοινωνία του με αυτό, εφόσον έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς οι συνθήκες από την έκδοση της ανωτέρω απόφασης. Από την άλλη πλευρά, η ενάγουσα, με την προαναφερόμενη αγωγή της, ζητά, επικαλούμενη το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου της, να ανακληθεί η υπ’αριθμ. 2845/2019 ως άνω απόφαση, ως προς τη διάταξή της που αφορά στην επικοινωνία του εναγομένου με το ανήλικο τέκνο του και να αποκλεισθεί πλήρως κάθε επικοινωνία του με αυτό, επικαλούμενη  ακαταλληλότητα του πατέρα να ασκεί το δικαίωμα της επικοινωνίας, την οποία, μάλιστα, στηρίζει α) σε οπτικοακουστικό (βιντεοληπτικό) υλικό που φέρεται η ανήλικη να παρακολούθησε κατά τη διάρκεια των ημερών επικοινωνίας της με τον πατέρα της στο χρονικό διάστημα των εορτών του Πάσχα του 2021, το οποίο (υλικό) ο τελευταίος δεν την απέτρεψε να παρακολουθήσει, με αποτέλεσμα εξαιτίας του τρόμου που η ανήλικη βίωσε να εμφανίσει φοβίες, β) στο γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας με τον πατέρα η ανήλικη εμφανίζεται σε φωτογραφίες μακιγιαρισμένη από τον τελευταίο ως βρικόλακας-δαίμονας, γεγονός που εγείρει ανησυχία για την ομαλή και ισορροπημένη ανάπτυξη του ψυχισμού της, αλλά και γ) σε απόψεις που έχει κατά καιρούς (ιδίως στο παρελθόν) διατυπώσει ο εναγόμενος για την απόκτηση παιδιού και την ανατροφή αυτού. Προς επίρρωση των ισχυρισμών της προσκομίζει την από 6/9/2021 έκθεση της κοινωνικής λειτουργού του Κέντρου Ειδικών Θεραπειών «………», στην οποία είχε αποταθεί η ενάγουσα-εναγόμενη από  τον Οκτώβριο του 2017, προκειμένου να παρακολουθεί την αναπτυξιακή και συναισθηματική κατάσταση της ανήλικης, σύμφωνα με την οποία «ότι εδώ και τρεισήμισι έως τέσσερις μήνες, σύμφωνα με αναφορές της μητέρας, το παιδί εμφανίζει φοβίες (σκοτάδι, μετάβαση και παραμονή σε χώρους που είναι μόνη, άγχος αποχωρισμού) μετά από θέαση τρομακτικών βίντεο και εικόνων που επιδείχθηκαν από τον πατέρα της. (…). Στην περίπτωση που εξακριβωθεί αυτό το γεγονός, προφανώς και αποτελεί ισχυρό λόγο για τη φοβική συμπεριφορά του παιδιού», επιφυλασσόμενη να αποφανθεί τόσο για την αλήθεια του ισχυρισμού, όσο και για την εξ αυτού πρόκληση της ισχυριζόμενης φοβικής συμπεριφοράς της ανήλικης. Επιπλέον, η εκκαλουμένη αναφέρει στο σκεπτικό της ότι κατά την επικοινωνία της Δικαστή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, κατ’ άρθρ. 1520 παρ. 3 εδ. β’ ΑΚ, 1511 παρ. 4 ΑΚ και 612 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ανήλικη φάνηκε αρκετά διστακτική να απαντήσει αυθόρμητα στις ερωτήσεις που της έγιναν και διαπίστωσε στάση που καταδείκνυε την επιμελημένη προετοιμασία και τις σαφείς υποδείξεις που δέχθηκε από ενήλικο άτομο, ενόψει της επικοινωνίας με το Δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη και ανταπόδειξη των περιστατικών, τα οποία επικαλούνται σε σχέση με την επικοινωνία του εναγομένου – ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου με το ανήλικο τέκνο του και τον τρόπο ρύθμισης αυτής, το Δικαστήριο δεν μπορεί να σχηματίσει την αναγκαία εκείνη πλήρη δικανική πεποίθηση που απαιτείται για τη βασιμότητα ή μη των λόγων της υπό κρίση έφεσης, ενόψει α) του ότι αν και η ενάγουσα-μητέρα ισχυρίζεται ότι η ανήλικη θυγατέρα τους έχει αναπτύξει φοβική συμπεριφορά και  η ανωτέρω κοινωνική λειτουργός στην έκθεσή της θεώρησε ενδεδειγμένο όπως η μητέρα απευθυνθεί σε παιδοψυχίατρο ή ψυχοθεραπευτή για να λάβει σχετική εκτίμηση της ψυχικής κατάστασης του τέκνου της, δεν προκύπτει ότι η ανήλικη εξετάστηκε, ούτε ότι έκανε συνεδρίες με κάποιον από τους ανωτέρω υποδειχθέντες ειδικούς ψυχικής υγείας, καθώς η ενάγουσα δεν επικαλείται το αντίθετο και δεν προσκομίζει οποιαδήποτε σχετική ιατρική εκτίμηση-βεβαίωση, επικαλούμενη ότι δεν μπορούσε να το πράξει, καθώς έπρεπε να λάβει τη συναίνεση του εναγόμενου, ενώ οι τεταμένες σχέσεις τους αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, β) των ανωτέρω διαπιστώσεων της εκκαλουμένης κατά την επικοινωνία της Δικαστή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την ανήλικη, γ) του γεγονότος ότι από την έκδοση της εκκαλουμένης έχει παρέλθει χρονικό διάστημα σχεδόν τριών ετών και πρέπει να διαπιστωθεί, σε περίπτωση που η ανήλικη είχε όντως αποκτήσει φοβίες που σχετίζονταν με τη συμπεριφορά του εναγομένου- πατέρα της, αφενός αν αυτές εξακολουθούν να υφίστανται, αφετέρου αν η επικοινωνία αυτής με τον πατέρα της, όπως αυτή έχει ρυθμιστεί από την εκκαλούμενη, λειτουργεί ομαλά για την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του τέκνου των διαδίκων, δ) είναι χρήσιμο για την ορθή εκτίμηση της διαφοράς και η εξέταση του εναγομένου από ειδικό ψυχικής υγείας, ο οποίος στις πρωτόδικες προτάσεις του (σελ. 16) αποδέχεται την εξέταση του από ψυχίατρο ή από κοινωνικό λειτουργό προκειμένου να διαπιστωθεί η αναλήθεια των ισχυρισμών της ενάγουσας.  Συνεπώς, εφόσον για τη διαπίστωση της ψυχικής κατάστασης α) της ανήλικης σε σχέση με την επικοινωνία του ενάγοντος – πατέρα της με αυτήν και β) του εναγόμενου-πατέρα της, απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης, πρέπει, προκειμένου το Δικαστήριο να αχθεί σε κρίση για τη βασιμότητα των λόγων της κρινόμενης έφεσης, που ανάγονται, όπως προαναφέρθηκε, και σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 254 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, βλ. και ΑΠ 1088/2018, ΕφΠατρ 303/2011), πριν από την προηγούμενη εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την περαιτέρω έρευνα της ένδικης υπόθεσης, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω νομική σκέψη, να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης της ένδικης υπόθεσης, που έχει κηρυχθεί περατωμένη, στο σύνολό της, (οπότε στην επαναλαμβανόμενη δίκη θα ερευνηθούν και όσοι από τους ισχυρισμούς προβλήθηκαν στην πρωτόδικη δίκη και επανυποβάλλονται νομίμως κατ΄ άρθρο 240 του ΚΠολΔ στην παρούσα δίκη ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου), προκειμένου να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη, σύμφωνα με τα άρθρα 368 επ. του ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, ενόψει της ηλικίας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, ήδη 12 ετών, κρίνεται από το Δικαστήριο σκόπιμο, κατά τη νέα δικάσιμο που θα ορισθεί, με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, να έρθει σε επαφή μαζί του, προκειμένου να ληφθεί η άποψή του,  σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 612 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 3/7/2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………………/2023) έφεση και τους από 27/8/2025 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………./2025) πρόσθετοι λόγοι έφεσης.

Δέχεται τυπικά την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

Αναβάλλει  κατά τα λοιπά την έκδοση οριστικής αποφάσεως.

Διατάσσει την επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, προκειμένου α) να διενεργηθεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, με την επιμέλεια του επιμελέστερου από τους διαδίκους, β) να εμφανιστεί το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, με την επιμέλεια της εκκαλούσας –μητέρας του, με την οποία διαμένει, προς το σκοπό να επικοινωνήσει με αυτό η Δικαστής του Δικαστηρίου τούτου ή, σε περίπτωση που αυτό είναι αδύνατο, με τον Δικαστή που θα οριστεί νομίμως από το Δικαστήριο αυτό και να ακούσει τη γνώμη του.

Διορίζει πραγματογνώμονες: Α) Την …………… β) Τον …………….. οι οποίοι περιέχονται στον κατάλογο πραγματογνωμόνων που τηρείται στο Δικαστήριο αυτό και οι οποίοι, αφού εντός προθεσμίας είκοσι (20) εργασίμων ημερών από τη νόμιμη προς αυτούς επίδοση της παρούσας, δώσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τον νόμιμο όρκο του πραγματογνώμονα και  ακολούθως, αφού λάβουν υπόψη τους κάθε αναγκαίο από τη δικογραφία στοιχείο, και όσα άλλα στοιχεία θέσουν υπόψη τους οι διάδικοι, συγκεντρώσουν από τους διαδίκους όσες πληροφορίες κρίνουν απαραίτητες και ενεργήσουν κάθε αναγκαία πράξη: Α) Η μεν ……………..εξετάσει το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, ………….., σε συνδυασμό με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο του περιβάλλοντός της (εκκαλούσα, εφεσίβλητο κλπ) και γνωμοδοτήσει με πλήρως αιτιολογημένη έκθεσή της ως προς την ψυχική κατάσταση αυτής (ανήλικου τέκνου των διαδίκων), σχετικά με το αντικείμενο της δίκης, ήτοι την επικοινωνία του πατέρα της με αυτήν και ειδικότερα να απαντήσει στα εξής ερωτήματα, που διατυπώνονται ενδεικτικώς: α) αν η συμπεριφορά του πατέρα, κατά την μέχρι τώρα επικοινωνία του με το προαναφερθέν τέκνο του, έχει θετική ή αρνητική επίδραση στη ψυχοσυναισθηματική κατάσταση αυτού (τέκνου), β) εάν υπάρχουν δυσλειτουργικά στοιχεία στη σχέση και στην επικοινωνία του ως άνω ανήλικου τέκνου με τον πατέρα του και σε περίπτωση που υφίστανται αυτά (δυσλειτουργικά στοιχεία), εάν αυτά έχουν προέλθει από την συμπεριφορά του πατέρα και σε καταφατική περίπτωση ποιες οι συνέπειες στην ψυχοσυναισθηματική κατάσταση αυτού (τέκνου), γ) αν υφίσταται λόγος αποκλεισμού ή περιορισμού της επικοινωνίας του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο του και δ) αν η ανήλικη είναι ευάλωτη σε υποβολή εκ μέρους της μητέρας της, Β) Ο δε ………… εξετάσει τον εναγόμενο ……………… και γνωμοδοτήσει με πλήρως αιτιολογημένη έκθεσή του ως προς την ψυχική κατάσταση αυτού σχετικά με το αντικείμενο της δίκης και ειδικότερα να απαντήσει στα εξής ερωτήματα, που διατυπώνονται ενδεικτικώς: α) πως εκτιμάται η ψυχική κατάσταση του εναγομένου και πως αξιολογείται γενικά η προσωπικότητα αυτού, β) πως αυτός αντιλαμβάνεται τον γονεϊκό του ρόλο, γ) αν πάσχει από ψυχιατρική ή άλλη διαταραχή, η οποία μπορεί να επηρεάσει την επικοινωνία του με την ανήλικη και τη ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη και κατάσταση αυτής, γ) αν υφίσταται λόγος αποκλεισμού ή περιορισμού της επικοινωνίας του ανωτέρω με το ανήλικο τέκνο του. Τις σχετικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης πρέπει να καταθέσουν οι ανωτέρω πραγματογνώμονες μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών από την όρκισή τους. Η νέα συζήτηση της υποθέσεως θα προσδιοριστεί με κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, με την τήρηση των διατυπώσεων και της προθεσμίας του άρθρου 254 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ.

Διατάσσει την επιστροφή στην εκκαλούσα του κατατεθέντος εκ μέρους της παράβολου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 27 Απριλίου 2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ