Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 263/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός  Αποφάσεως    263/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Μοτσοβολέα, Εφέτη,  που ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιως και την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, την  …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των    εκκαλουντων   :  1) …………. 2) ………. 3) ………… ως ομορρύθμων εταιρων της εταιρείας με την επωνυμία «……………» και τον διακριτικό τίτλο «……….»  εδρεύουσας στο ………….,  οι οποίες εκπροσωπήθηκαν   στο  ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Kωνσταντίνο Αυγουστή.

Της   εφεσιβλητης  : ………….. υπό την ιδιότητά της  ως ομορρύθμου εταίρου της εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και τον διακριτικό τίτλο «……….»  η οποία  παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά της   πληρεξουσιας δικηγόρου Μαρίας Φλωροπούλου.

Οι αιτούντες    άσκησαν  ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς   την από 10-7-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……../2023  αίτησή  τους,     και ζήτησαν να γίνει δεκτή. Επί της ως άνω αιτήσεως,  εκδόθηκε η υπ’  αριθμ. 361/2025 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την  οποία η αίτηση παραπέμφθηκε σε διαιτησία.  Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι αιτούντες    με την από 26-3-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2025 έφεσή τους,   αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης …………/2025  και προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο,  οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες  προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 361/2025 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς  που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων   κατά την    διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας   και  απεφάνθη ότι δεν έχει δικαιοδοσία να δικάσει την από 10-7-2023 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……./2023) αίτηση των εκκαλούντων,  παρεπεμψε δε  την ένδικη αίτηση  προς εκδίκαση σε διαιτησία, αρμόδια και παραδεκτά φέρεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 3994/2011), δεδομένου και ότι η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου με την οποία παραπέμπεται η υπόθεση στη διαιτησία εξομοιώνεται με παραπεμπτική λόγω αναρμοδιότητας απόφαση και έτσι, κατ` ανάλογη εφαρμογή του ορισμού του άρθρου 513 παρ.Ια ΚΠολΔ, μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης (ΑΠ 45/2013, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Σ. Σαμουήλ, η έφεση, εκδ. 2009, παρ. 202).  Ακολούθως, η  υπό κρίση έφεση των εκκαλουντων    έχει ασκηθεί νομοτύπως   και εμπροθέσμως (άρθρα   495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517,  518, 741  ΚΠολΔ ), αφού   δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, ενώ εξάλλου δεν έχει παρέλθει διετία από την δημοσίευσή της. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου και ότι για το παραδεκτό της έχει καταβληθεί το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο (αριθμός παραβόλου ……………/2025 ).

Οι αιτούντες  με την  από 10-7-2023 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………../2023)  αίτησή  τους εξέθεταν ότι με το απο 6-10-1974 καταστατικό που δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Πειραιά με αριθμό …./8-10-1974 συνεστηθη  η ομόρρυθμη  εταιρεία με αρχική επωνυμία « ……………»  και σημερινη επωνυμία «………………» και διακριτικο τίτλο «……….», της οποίας κατόπιν τροποιήσεων του καταστατικού, οι αιτούντες τυγχάνουν από κοινού με την καθ’ης η αίτηση μοναδικοί ομόρρυθμοι εταίροι και συνδιαχειριστές. Ότι ο μεταξύ τους εταιρικος δεσμός έχει διαρραγεί λόγω της  εκτιθέμενης στο δικογραφο της αίτησης συμπεριφοράς  της καθ’ης η αίτηση, η οποία αρνείται να συνεισφέρει την προσωπική της εργασία στην εταιρεία παρά την αντίθετη  πρόβλεψη του ανωτέρω καταστατικού και έχει προβεί σε ενέργειες  που έχουν προκαλέσει ελλειψη εμπιστοσύνης, έριδες αλλά και προβληματα  στη λειτουργία της εταιρείας, ώστε να καθίσταται δυσβάστακτη η συνέχιση της συνεργασίας τους και να συντρέχει σπουδαίος λόγος  που θεμελιώνει λόγο λυσης της εταιρείας. Με βάση το ιστορικο αυτό, οι αιτούντες ζητησαν να αποκλεισθεί η καθ’ης η αίτηση από εταίρος και διαχειρίστρια της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας και να καταδικασθει στην καταβολή των δικαστικων τους  εξόδων. Η καθ’ης η αίτηση προέβαλε νομοτύπως με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα ταυταριθμα με την εκκαλουμενη πρακτικά δημοσιας συνεδρίασης ου πρωτοβαθμιου Δικαστηρίου   και με τις προτάσεις της τον ισχυρισμό ότι το πρωτοβαθμιο Δικαστήριο  δεν έχει δικαιοδοσία να δικάσει την επίδικη διαφορά, διότι αυτή έχει υπαχθεί δυνάμει του άρθρου 11 του απο 6-10-1974 καταστατικού σύστασης ομόρρυθμης εταιρείας σε διαιτησία.  Επί της αιτήσεως αυτής,  εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 361/2025 απόφαση του πρωτοβαθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, αφού ερεύνησε την προβληθείσα πρωτοδίκως από την καθ’ης  ένσταση υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία, έκρινε ότι οι διάδικοι  συνήψαν έγκυρη ρήτρα διαιτησίας, σύμφωνα με την οποία εκδήλωσαν τη βούλησή τους, όπως αυτή ερμηνεύτηκε κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, να επιλύουν κάθε διαφορά για οποιαδήποτε αξίωση που πηγάζει ή σχετίζεται με την εταιρική σύμβαση. Ακολούθως, αφού έκανε δεκτή τη σχετική προβληθείσα ένσταση της καθ’ης, απεφάνθη ότι το πρωτοβαθμιο Δικαστήριο  δεν έχει δικαιοδοσία  προς εκδίκαση της αιτήσεως, παρέπεμψε δε  αυτήν σε διαιτησία. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται με την υπό κρίση έφεση  οι αιτούντες, για τους διαλαμβανόμενους σ` αυτήν λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν  την εξαφάνισή της με σκοπό να δικαστεί και να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αίτηση.Ειδικότερα, οι εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο έφεσης  παραπονούνται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι όλες οι διαφορές από την επίδικη εταιρική  σύμβαση  υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της ρήτρας διαιτησίας, ενώ με το δεύτερο λόγο παραπονούνται για  εσφαλμενη εκτίμηση των αποδείξεων.

Σύμφωνα με  το άρθρο 867 ΚΠολΔ οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, με εξαίρεση τις αναφερόμενες στο άρθρο 614 αρ. 3 ΚΠολΔ (εργατικές διαφορές), μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς, κατά δε το άρθρο 868 του ίδιου Κώδικα, η συμφωνία για διαιτησία που αφορά μελλοντικές διαφορές είναι έγκυρη μόνο αν είναι έγγραφη και αναφέρεται σε ορισμένη έννομη σχέση από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 869 ΚΠολΔ, στη συμφωνία διαιτησίας μπορούν να υπαχθούν, κατά τη βούληση των μερών, οι υφιστάμενες ή μελλοντικές διαφορές εν σχέσει προς την ερμηνεία ή την εκτέλεση της σύμβασης, στην οποία αναφέρεται η διαιτητική συμφωνία, οι απαιτήσεις που απορρέουν από αυτήν, το κύρος ή η ακυρότητα της σύμβασης και οι συνέπειες της ακυρότητας, η λύση και οι συνέπειες αυτής και γενικώς κάθε διαφορά η οποία αφορά απαιτήσεις ή υποχρεώσεις οι οποίες έχουν σχέση με τη σύμβαση ή σχέσεις που αναφέρονται εις αυτήν σε οποιαδήποτε διάταξη νόμου και αν στηρίζονται, ως και απαιτήσεις αποζημίωσης από αδικοπραξία, οι οποίες συρρέουν με απαιτήσεις αποζημίωσης από την σύμβαση, ή αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθ` όσον και αυτές συνάπτονται με την σύμβαση. Η συμφωνία διαιτησίας είναι έγκυρη ακόμη και αν έχει διατυπωθεί με ευρύτητα, όπως στην περίπτωση που υπάγεται μ` αυτή στη διαιτησία κάθε διαφορά που θα προκύψει από τη βασική σύμβαση. Κατά την ίδια έννοια δεν είναι αναγκαίο για το κύρος της συμφωνίας διαιτησίας, που αφορά μελλοντικές διαφορές, αυτές να εξειδικεύονται, αλλά αρκεί να αναφέρεται η βασική έννομη σχέση από την οποία θα προκύψουν, στο δικαστήριο δε απόκειται να ερμηνεύσει την περί διαιτησίας σύμβαση με βάση τις γενικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και να κρίνει εάν ορισμένη διαφορά περιλαμβάνεται ή όχι στη συμφωνία αυτή (ΟλΑΠ 8/1996, ΑΠ 1281/2019, ΑΠ 543/2017, ΑΠ 1219/2014, ΑΠ 506/2010, ΑΠ 2292/2009, ΑΠ 1737/2009, ΑΠ 255/1996, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Το τακτικό (πολιτειακό) δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί υπόθεση για την οποία έχει συμφωνηθεί διαιτησία και προτείνεται σ` αυτό η σχετική ένσταση, οφείλει να εξετάσει παρεμπιπτόντως, αυτεπαγγέλτως ή κατ`αντένσταση, το κύρος της σχετικής συμφωνίας και να αρνηθεί την παραπομπή της υπόθεσης στη διαιτησία, αν η διαιτητική συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργός ή ανεπίδεκτη εφαρμογής, αφού τότε δεν είναι επιτρεπτό, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 8 παρ. 1, 20 παρ. 1, 87 παρ. 1, 94 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του ΚΠολΔ, να στερηθεί της δικαιοδοσίας του (ΑΠ 1510/2022, ΑΠ 1219/2014 Νομος).

Με τον πρώτο λόγο και τον δεύτερο λόγο της έφεσης πλήττεται η εκκαλούμενη κατά την κύρια αιτιολογία της για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 867, 868, 869 ΚΠολΔ, 173, 200 ΑΚ, και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δεχόμενη εσφαλμένα, κατόπιν ερμηνείας των δηλώσεων βουλήσεως των μερών, ότι οι  διαφορές που ανακύπτουν από την επίδικη έννομη σχέση της εταιρικής σύμβασης συμπεριλαμβανομένης και της ενδικης αξίωσης υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της  συμφωνηθείσας ρήτρας διαιτησίας και ακολούθως δέχθηκε (εσφαλμένα) ως κατ` ουσίαν βάσιμη την προταθείσα από την καθ’ης  ένσταση διαιτησίας. Οι λόγοι αυτοί επάγονται μεταβιβαστικό αποτέλεσμα και εντεύθεν υποχρέωση του Δικαστηρίου για αυτεπάγγελτη έρευνα του ορισμένου και νόμω βάσιμου της ενστάσεως διαιτησίας της καθής και ήδη εφεσίβλητης. Εν προκειμένω, η εφεσίβλητη παραδεκτά με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις της πρότεινε την ένσταση υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι η ρήτρα διαιτησίας του άρθρου 11  του καταστατικού είναι ισχυρή και έγκυρη  και περιλαμβάνει όλες τις διαφορές που σχετίζονται με την εγκυρότητα ή την ερμηνεία της εταιρικής σύμβασης  καθώς και την εκτέλεσή της, συμπεριλαμβανομένων διαφορών που σχετίζονται με  διαφορές των εταίρων μεταξύ τους, όπως ο αποκλεισμός εταίρου.  Ο ισχυρισμός αυτός είναι δικονομικά παραδεκτός, υπό την έννοια ότι, εάν κριθεί ότι η επικαλούμενη συμφωνία  διαιτησίας είναι νόμιμη και ουσία βάσιμη, η ένδικη διαφορά, ως τέτοια ιδιωτικού δικαίου, δύναται κατά το δικονομικό δίκαιο του δικάζοντος Δικαστηρίου να υπαχθεί σε διαιτησία, διότι το αντικείμενό της, ήτοι το ενοχικό δικαίωμα για αποκλεισμο εταίρου, είναι ελεύθερα διαθετο από τους διαδίκους. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω η νομιμότητα και η βασιμότητα της επικαλούμενης συμφωνίας διαιτησίας.

Από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από 6-10-1974 καταστατικό  που δημοσιεύθηκε  στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Πειραιά με αριθμό ……/8-10-1974 αποδεικνύεται ότι συνεστήθη η ομόρρυθμη εταιρεία  με αρχικη επωνυμία «……………» και διακριτικό τίτλο «….» και σημερινη επωνυμία «………….» και διακριτικο τίτλο «…………….»,της οποίας  κατόπιν τροποιήσεων του καταστατικού, οι αιτούντες τυγχάνουν από κοινού με την καθ’ης η αίτηση μοναδικοί ομόρρυθμοι εταίροι και συνδιαχειριστές. Στο άρθρο  11  του ανωτερω καταστατικού με τίτλο «Διαφοραί» προβλέπεται ότι «Παν θέμα αφορών την εταιρεία λύεται κοινή των εταίρων συμφωνία,  πάσα δε διαφωνία  τούτων διά διαιτησίας υπό τεσσάρων διαιτητών οριζομενων υπό των εταίρων ανά εις των …………..οριζόντων ένα διαιτητήν. Εν διαφωνία των διαιτητών η διαφορά θα παραπέμπεται  υποχρεωτικώς προς λύσιν εις το Εμπορικό και Βιομηχανικόν Επιμελητήριο Πειραιώς κατά τας  διατάξεις των αρθρων 40 επ. Ν. 184/..1914». Ωστόσο οι διαταξεις περί διαιτησιας  των επιμελητηρίων είχαν καταργηθεί δυνάμει του άρθρου 48  ΕισΝΚΠολΔ ήδη από την εισαγωγή του ΕισΝΚΠολΔ, ήτοι ήδη από 16-9-1968 (άρθρο 74 ΕισΝΚΠολΔ) και άρα πριν την κατάρτιση του από 6-10-1974 καταστατικού ομόρρυθμης εταιρείας. Συνεπώς  η κατάργηση των περί διαιτησίας των επιμελητηριων διαταξεων είναι προγενέστερη της υπογραφής του από 6-10-1974 καταστατικού που περιέχει τον ως άνω όρο και ως εκ τουτου η κατάργηση αυτή οδηγεί στο ανεφάρμοστο της διαιτητικής συμφωνίας. Η ελλειψη δυνατοτητος του  συμβατικώς πρoβλεφθεντος   ορισμου επιδιαιτητου  καθιστα άκυρη την συμφωνία.

Με βαση τα προεκτεθέντα στην προαναφερόμενη μείζονα σκέψη, το παρον τακτικό (πολιτειακό) δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί υπόθεση για την οποία έχει συμφωνηθεί διαιτησία και προτείνεται σ`αυτό η σχετική ένσταση, οφείλει να εξετάσει  αυτεπαγγέλτως  το κύρος της σχετικής συμφωνίας και να αρνηθεί την παραπομπή της υπόθεσης στη διαιτησία, αφου η διαιτητική συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργός και ανεπίδεκτη εφαρμογής, αφού  δεν είναι επιτρεπτό, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 8 παρ. 1, 20 παρ. 1, 87 παρ. 1, 94 παρ.2 του Συντάγματος και 1 του ΚΠολΔ, να στερηθεί της δικαιοδοσίας του (ΑΠ  1510/2022, 1219/2014 ΝΟΜΟΣ). Με βάση, λοιπόν, τα παραπάνω εκτεθέντα, η υπό κρίση διαφορά με την οποία ζητείται ο αποκλεισμος της καθ’ης, εμπίπτει στη δικαιοδοσία των πολιτειακών δικαστηρίων η δε σχετική ένσταση της καθ’ης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, το οποίο έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την προταθείσα από την καθ’ ης  ένσταση υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία και απεφάνθη ότι δεν έχει δικαιδοσία  προς εκδίκαση της υπο κρίση αιτήσεως παραπέμποντας την αίτηση σε διαιτησία, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη των αναφερομένων στην οικεία νομική σκέψη διατάξεων και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κατά τους βάσιμους σχετικούς  λόγους έφεσης. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη υπ` αριθ. 361/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς στο συνολό της   και στη συνέχεια να διακρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί από το Δικαστήριο τούτο, κατ` εφαρμογή του άρθρου 535 ΚΠολΔ και να ερευνηθεί περαιτέρω η αίτηση  ως προς το νόμω και ουσία  βασιμο αυτής  κατά την αυτή ως άνω  διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση (524 παρ.1, 532, 533 παρ. 1, 535 παρ. 1, 528 ΚΠολΔ), ενώ, τέλος, το παράβολο  που οι αιτούντες εκκαλούντες προκατέβαλαν κατά την κατάθεση της εφέσεώς τους, πρέπει να αποδοθεί σε αυτούς  (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔ).    Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αίτηση,  είναι νόμιμη εριδόμενη επί των διατάξεων των  άρθρων 259. 263 ν. 4072/2012 και πρέπει να ερευνηθεί  κατ’ ουσίαν.

Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 259 του Ν. 4072/2012 περί “Βελτιώσεως επιχειρηματικού περιβάλλοντος -Νέας εταιρικής μορφής – Σημάτων – Μεσιτών ακινήτων -Ρυθμίσεως θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις1” με τον τίτλο “Λύση της (ομόρρυθμης) εταιρείας”, η ομόρρυθμη εταιρεία λύνεται: α) με την πάροδο του χρόνου διαρκείας της, β) με απόφαση των εταίρων, γ) με την κήρυξή της σε πτώχευση και δ) με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος. Βάσει της διάταξης του άρθρου 259 παρ. 2 του Ν. 4072/2012, η αίτηση εκδικάζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων του άρθρου αυτού με εκείνες των άρθρων 249 και 294, όπως ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 330 του Ν. 4072/2012, συνάγεται ότι η ομόρρυθμη εταιρεία λύνεται με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος. Η δικαστική λύση της εταιρείας για σπουδαίο λόγο αφορά τόσο την εταιρεία αορίστου, όσο και την ορισμένου χρόνου. Ο σπουδαίος λόγος κρίνεται κατά τις περιστάσεις και σε συνάρτηση με τη γενικότερη οργάνωση της συγκεκριμένης εταιρείας, η οποία θα αποτελεί τον κύριο οδηγό για την εκτίμηση της σοβαρότητας της κατάστασης, που δημιούργησε ο προβαλλόμενος σπουδαίος λόγος. Οι λόγοι λύσης των προσωπικών εταιρειών, υπό το ισχύον δίκαιο του Ν. 4072/2012, διαφέρουν από αυτούς που γίνονταν δεκτοί κατά το προϊσχύσαν δίκαιο και καθορίζονται πλέον με κεντρικούς άξονες τη γενική αρχή της διατήρησης της εμπορικής επιχείρησης και το επιβεβλημένο απομάκρυνσης από τον απόλυτα προσωποπαγή χαρακτήρα των προσωπικών εταιριών. Μάλιστα, η εκ μέρους εταίρου καταγγελία της εταιρείας έχει πλέον απαλειφθεί ως προβλεπόμενος από το νόμο λόγος λύσης της προσωπικής εταιρείας, ισχύει όμως ως τέτοιος λόγος, εφόσον προβλέπεται στην εταιρική σύμβαση. Με βάση το σκοπό της διατήρησης της επιχείρησης, που διακατέχει το Ν. 4072/2012 το δικαίωμα δικαστικής λύσης της εταιρείας συνιστα έσχατο μέσο αντιμετώπισης της κατάστασης, που ανέκυψε με τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου και εγείρεται επομένως, μόνο σε περίπτωση, που δεν βρέθηκε άλλος τρόπος άρσης του αδιεξόδου και, δεδομένου άλλωστε ότι, με βάση το σκοπό αυτό ακριβώς της διατήρησης της επιχείρησης προβλέπεται και δικαίωμα εξόδου του εταίρου, σύμφωνα με το άρθρο 261 του ως άνω νόμου, κατά το οποίο ειδικότερα ο εταίρος ομόρρυθμης εταιρείας αόριστου χρόνου, δικαιούται, εφόσον δεν επιθυμεί τη συνέχιση της συμμετοχής του, να εξέλθει από αυτή με μονομερή δήλωση, που έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, επιφέρει αμέσως τα αποτελέσματα της και είναι απευθυντέα προς τους λοιπούς εταίρους και την εταιρεία, η οποία στην περίπτωση αυτή δεν λύνεται, αλλά διατηρείται και συνεχίζει τη λειτουργία της, ενώ ο εξερχόμενος εταίρος εταιρείας αόριστου χρόνου, ανεξάρτητα εάν συντρέχει ή όχι σπουδαίος λόγος, έχει αξίωση για την καταβολή της πλήρους αξίας της συμμετοχής του, η οποία καταβάλλεται στο τέλος της εταιρικής χρήσης και σε περίπτωση μη συμφωνίας των εταίρων ως προς το ύψος της αξίας της συμμετοχής του, αυτό καθορίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 264 παρ. 2 του Ν. 4072/2012, από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 163/2023, ΑΠ 1089/2023). Εξάλλου, η ύπαρξη του σπουδαίου λόγου για τη λύση της εταιρείας θα πρέπει πάντως να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημαντικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της. Ο σπουδαίος λόγος πρέπει κατά βάση να αναφέρεται στις σχέσεις της εταιρείας και όχι στο πρόσωπο των εταίρων, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση τα προσωπικά στοιχεία παίζουν πρωτεύοντα ρόλο, ιδίως όταν οι κακές, διαταραγμένες και με μόνιμο και εξακολουθητικό χαρακτήρα προσωπικές σχέσεις των εταίρων, είναι τέτοιας ποιότητας και έντασης, που καθιστούν αδύνατη την οργάνωση, οικονομική πορεία και λειτουργία της εταιρείας και οδηγούν σε αδυναμία εκπλήρωσης του σκοπού της, ώστε, κατ` αποτέλεσμα, να συνιστούν και αυτές οικονομικό λόγο. Έτσι, περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο, υπό το πρίσμα των νέων διατάξεων που επικεντρώνουν στην οπτική της εμπορικής επιχείρησης, φορέας της οποίας είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, παρά στον προσωποπαγή συμβατικό εταιρικό δεσμό, είναι η κακή πορεία των εταιρικών υποθέσεων και η έλλειψη κερδών, η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων και η κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, οι διαρκείς διαφωνίες, η έλλειψη συνεργασίας, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης κλπ και πάντα σε συνάρτηση με αποχρώντες οικονομικούς λόγους, που έχουν ως επακόλουθο είτε την παράλυση της λειτουργίας, είτε την αδυναμία της εκπλήρωσης του σκοπού της (ΑΠ 1157/2022, ΑΠ 225/2022, ΑΠ 671/2020, ΑΠ 473/2019, ΑΠ 37/2019, ΑΠ 1085/2018). Ο σπουδαίος λόγος πρέπει να υπάρχει όχι μόνο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αλλά και κατά το χρόνο συζήτησής της (ΑΠ 599/2021, ΑΠ 617/2021, ΑΠ 1085/2018).   Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 263 του Ν. 4072/2012 με τον τίτλο “Αποκλεισμός εταίρου” “Αν συντρέχει στο πρόσωπο ενός εταίρου περιστατικό που θα δικαιολογούσε τη λύση της εταιρείας, σύμφωνα με την περίπτωση δ` της παραγράφου 1 του άρθρου 259, το μονομελές πρωτοδικείο μπορεί, ύστερα από αίτηση των λοιπών εταίρων, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αντί της λύσης της εταιρείας, να διατάξει τον αποκλεισμό του εταίρου”. Σκοπός της διάταξης αυτής είναι η προστασία των λοιπών εταίρων και η διατήρηση της επιχείρησης. Ο αποκλεισμός του εταίρου συνίσταται στην ακούσια έξοδό του από την εταιρεία και αποτελεί αναγκαστική αποχώρησή του από αυτήν παρά τη θέλησή του.  Επομένως, ουσιαστική προϋπόθεση για τον αποκλεισμό ενός εταίρου από την εταιρία είναι να συντρέχει στο πρόσωπό του σπουδαίος λόγος αποκλεισμού του, χωρίς να απαιτείται πλέον, υπό το πρίσμα του νέου νομοθετικού πλαισίου και υπαιτιότητα του εν λόγω εταίρου στη συνδρομή του ως άνω σπουδαίου λόγου. Επιπροσθέτως, η συνέχιση της εταιρείας με τη συμμετοχή του υπό αποκλεισμό εταίρου, λόγω της (υπαίτιας ή μη) συμπεριφοράς του, θα πρέπει να είναι δυσβάστακτη για τους άλλους εταίρους σε τέτοιο βαθμό, ώστε να κινδυνεύει η ομαλή λειτουργία ή η υπόστασή της (ΑΠ 225/2022, ΑΠ 671/2020, ΑΠ 473/2019). Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 263 του Ν. 4072/2012 αποσκοπεί προφανώς να υποκαταστήσει τη ρύθμιση του άρθρου 771 του ΑΚ, που ισχύει επί αστικών εταιρειών και εφαρμοζόταν, μέχρι πρότινος και στις προσωπικές εμπορικές εταιρείες. Με τη ρητή πλέον δυνατότητα του αποκλεισμού του εταίρου στις προσωπικές εταιρείες, επήλθε η διαφοροποίηση του νόμου κατά δύο στοιχεία. Συγκεκριμένα, από τη σύγκριση των δύο διατάξεων, δηλαδή των άρθρων 771 Α.Κ. και 263 Ν. 4072/2012, προκύπτει η απουσία από το κείμενο της νεότερης διάταξης του άρθρου 263 Ν. 4072/2012 του στοιχείου της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του υπό αποκλεισμό εταίρου και διευρύνεται η έννοια του σπουδαίου λόγου, που μπορεί να οδηγήσει σε αποκλεισμό, καθώς το άρθρο 771 ΑΚ αξιώνει ο σπουδαίος λόγος να ανάγεται στην παράβαση των εταιρικών υποχρεώσεων του υπό αποκλεισμό εταίρου, ενώ κατά το άρθρο 263 του Ν. 4072/2012 απαιτείται περιστατικό, που θα δικαιολογούσε την λύση της εταιρείας, κατ` άρθρο 259 παρ. 1 δ, ήτοι σπουδαίος λόγος, ο οποίος να συντρέχει στο πρόσωπο του υπό αποκλεισμό εταίρου).   (ΑΠ 1313/2024, ΑΠ 1093/2023, ΑΠ 1157/2022, ΑΠ 617/2021, ΑΠ 473/2019 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος αποκλεισμού εταίρου, είναι η αίτηση να έχει υποβληθεί από τους λοιπούς εταίρους. Ο αποκλεισμός μπορεί να αφορά έναν ή περισσότερους εταίρους, ερμηνεία που ίσχυε και στην μέχρι πρότινος εφαρμοζόμενη διάταξη του άρθρου 771 του Α.Κ. Από τη διάταξη του άρθρου 263 του Ν. 4072/2012, σε συνδυασμό με τις λειτουργικώς συναφείς διατάξεις των άρθρων 259, 264 και 267 του ιδίου Ν. 4072/2012, υπό το πρίσμα της αρχής της διατηρήσεως της εταιρικής επιχειρήσεως, το δικαίωμα αποκλεισμού μπορεί να ασκηθεί και από τον “άλλον εταίρο”, δοθέντος ότι, μετά την εισαγωγή του θεσμού της μονοπρόσωπης ομόρρυθμης εταιρείας, έστω και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, αυτή γίνεται δεκτή ανεξαρτήτως από την αιτία (“για οποιονδήποτε λόγο”) της αποχωρήσεως “ενός ή περισσότερων εταίρων”. Έτσι, αν οι εταιρικές μερίδες συγκεντρωθούν στα χέρια ενός, η εταιρεία λύνεται, ενώ αν αποχωρήσουν, για οποιονδήποτε λόγο, ένας ή περισσότεροι εταίροι και παραμείνει μόνον ένας εταίρος, η εταιρεία λύνεται, εφόσον μέσα σε δυο μήνες δεν δημοσιευθεί στο Γ.Ε.Μ.Η. η είσοδος νέου εταίρου (άρθρο 267 παρ. 1 του Ν. 4072/2012, το οποίο ήδη προβλέπει δυνατότητα συνεχίσεως της εταιρείας επί τετράμηνο, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 27 του Ν. 4403/2016). Τέλος, η διάταξη του άρθρου 263 του Ν. 4072/2012 δεν θέτει ως στοιχείο του πραγματικού της αιτήσεως τη ρητή μνεία της προθέσεως ανευρέσεως νέου εταίρου για τη συνέχιση της εταιρείας (Α.Π. 671/2020, Α.Π. 473/2019, Α.Π. 207/2019, Α.Π. 37/2019).

Από την εκτίμηση  των ενόρκων  καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων ………… και ………….  που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, των νομίμως μετ’ επικλήσεως   προσκομιζομενων από τους αιτούντες     ενόρκων βεβαιώσεων, ήτοι της υπ’ αριθ. ………./2024 ενόρκου βεβαιώσεως του ………….. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αλμυρού Μαγνησίας …………. και των υπ’ αριθ.  ………/2024 και …………./2024 ενορκων βεβαιώσεων των  ………… και ………… αντιστοιχως ενώπιον  της συμβολαιογράφου Πειραιά …………,  οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομοτύπου και εμπροθέσμου   κλητευσεως της καθ’ης   (υπ’ αριθ. …………/14-6-2024 εκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο …………), ενώ η επικαλουμένη υπ’ αριθ. ……./2024 ένορκη βεβαίωση δεν θα ληφθεί υπόψη διότι δεν προσκομίζεται, των νομίμως μετ’ επικλήσεως   προσκομιζομενων από  την καθ’ης    υπ’  αριθ. …../9-10-2024 και …./9-10-2024 ενόρκων βεβαιώσεων  των ……….. και …………. αντιστοίχως,   ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς …………., οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομοτύπου και εμπροθέσμου   κλητευσεως των αιτούντων   (υπ’ αριθ. …./4-10-2024, …../4-10-2024, ……./4-10-2024  εκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ………….  ), και όλων ανεξαιρέτως των νομίμως μετ’ επικλήσεως  προσκομιζομένων από τους  διαδίκους εγγράφων, τα οποία λαμβάνονται υπόψιν είτε προς άμεση απόδειξη (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ) είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 § 3, 339, 395 ΚΠολΔ),  μεταξύ των οποιων οι    προσκομιζομένες από την  καθ’ης  υπ’ αριθ. …/2024, …/2024, …/2024, …/2024, …./2024, …./2024   ενωπιον της συμβολαιογράφου Πειριαώς ………… ενορκες βεβαιώσεις, οι οποίες ως ληφθείσες  στα πλαίσια άλλης δίκης  θα ληφθούν  υπόψιν για την συναγωγή  δικαστικών τεκμηριων, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα  ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του  από 6-10-1974 καταστατικου  που δημοσιεύθηκε  στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Πειραιά με αριθμό ……./8-10-1974  συνεστηθη η ομόρρυθμη εταιρεία  με αρχικη επωνυμία «………….» και διακριτικό τίτλο «……………..» και σημερινη επωνυμία «…………» και διακριτικο τίτλο «………..», της οποίας κατόπιν τροποιήσεων του καταστατικού, οι αιτούντες τυγχάνουν από κοινού με την καθ’ης η αίτηση μοναδικοί ομόρρυθμοι εταίροι και συνδιαχειριστές. Αρχικά μέλη της εταιρείας ήταν ο ………………….  και αρχική έδρα της εταιρείας ο Πειραιάς και ως σκοπό είχε τις πάσης φύσεως μηχανουργικες κατασκευές η επισκευές πλοίων, εργοστασίων καθως και όλες τις συναφείς  προς αυτές εργασίες. Ακολουθησαν τροποποιήσεις του ανωτέρω καταστατικού διά των υπ’ αριθ. …/5-2-1976, …/.10-11-1976, …/5-10-1977, …/7-3-1979, …/26-3-1986, …/6-3-1987, …./15-3-1990, …/7-5-2004  και …/11-10-2006 και …/7-3-2013 τροποιητικών πράξεων δημοσιευθέντων  στα βιβλία του Πρωτοδικείου Πειραιά, ως προς το κεφάλαιο, την επωνυμία, τον χρόνο διάρκειας, την σύνθεση των μελών και την συμμετοχή τούτων στο κεφάλαιο, τα κέρδη και τις ζημίες. Έτσι οι δεύτερος και τρίτος  των αιτούντων …………… και ………………  εισήλθαν  στην εταιρεία ως ομόρρυθμα μέλη αυτής  δυνάμει της υπ’ αριθ. …../6-3-1987 τροποιητικής πραξεως, με την  οποία  οι ομόρρυθμοι εκείνη την χρονική στιγμη εταίροι  ……………. και ………… εκχώρησαν  τα ποσοστά συμμετοχής τους που ανήρχοντο σε 1/3 εκάστου  στους δεύτερο και τρίτο των αιτούντων αντιστοίχως. Με την ως άνω τροποποιητική πράξη διαχειριστές ορίσθηκαν οι άνω αιτούντες και ο ………….. πατέρας της πρώτης αιτουσας και της καθ’ης.   Η δε πρώτη των αιτούντων, ……………….., καθώς και η καθ’ης, ……,  εισήλθαν στην εταιρεία   δυνάμει της υπ’ αριθ. ……………….  τροποιητικής πράξεως, με την οποία ο αρχικός εταίρος- ιδρυτής της εταιρείας  και πατέρας τους …………. μεταβίβασε λόγω πωλήσεως σε εκάστη εξ αυτών  το ποσοστό συμμετοχής  του στην εταιρεία που ανηρχετο στο 1/3 ήτοι 33,333% κατά 50% αυτού στην πρώτη αιτούσα που αντιστοιχεί σε ποσοστο συμμετοχής  στην εταιρεία σε 16,666% και το υπόλοιπο 50% στην καθ’ης που αντιστοιχεί επίσης σε ποσοστό συμμετοχής  στην εταιρεία σε 16,666%. Με  την τελευταία αυτή τροποποιηση τα ποσοστά συμμετοχής των παραπάνω  εταίρων στο κεφάλαιο και στις κερδοζημίες της εταιρείας  ορίσθηκαν: α) του ………… στο 33,333%, β) του ………………. στο 33,333%. Γ)της . ……. στο 16,666 % και δ) της ……….. στο 16,666% και διαχειριστές ορίσθηκαν οι αιτούντες. Με την τελευταία υπ’ αριθ. …../7-3-2013 τροποποιητική πράξη ορίσθηκαν διαχειριστές και οι τέσσερις ως άνω ομόρρυθμοι εταίροι  συμπεριλαμβανομένης της καθ’ης. Oι αιτούντες ισχυρίζονται ότι  η καθ’ης από την είσοδό της στην εταιρεία ουδέποτε παρείχε την προσωπική της εργασία κατα παράβαση του καταστατικού και ότι ουδέποτε ανέλαβε καθήκοντα διαχείρισης.  Στο άρθρο 6 του από 6-10-1974 καταστατικού  οι αρχικοι εταιροι είχαν συμφωνήσει τα εξης: «Τα μελη της εταιρείας 1) Ι. ……, 2) ………., 3) ………….., 4) ………….. όστις εν προκειμενω από τουδε συμφωνείται ότι θα εκπροσωπεί εις την εταιρείαν και τον  από κοινού μετ’ αυτού συμμετέχοντος εις την εταιρικήν μερίδα εξ 25% ……………., υποχρεούνται  όπως συνεισφέρουν την προσωπικην εργασίαν και πείραν. Διευκρινίζεται και συνομολογείται ότι οι εκ των εταίρων ………. και …………..  ώντινων το σύνολον των εταιρικων μεριδίων είναι ίσον προς τα εταιρικάς μερίδας ενός εκάστου των άλλων τριών ήτοι εξ 25% θα εκπροσωπούνται εν τη εταιρεία υπο του ………………….. όστις και θα υποχρεούται  εις προσωπικην εργασίαν εν τη εταιρεία και διά λογαριασμό του …….. μη μετέχοντος ενεργώς εις τα της εταιρείας ούτε διά προσωπικης εργασίας, εκπροσωπουμένου  εις την εταιρείαν υπό του …………., όστις ……………………  αναδέχεται τούτο επ’ ανταλλαγή μετά του ……………… εις ετέραν υφιστάμενη εταιρίαν και της συμμετοχής εργασίας και εκπροσωπήσεως καθόσον εις την ετέραν εταιρική  σχέσιν των ο ………………..  εκπροσωπείται  και αντικαθίσταται  υπό του …….. Εάν είς των εταίρων δεν συνεισφέρει  αδικαιολογήτως  την εργασίαν του εις την εταιρείαν από της εξωδίκου  προσκλήσεως  θα χρεούται με το διπλάσιο του ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου. Συνομολογείται  εν των παρόντι ότι ο εκ των εταίρων …………. έχων και ετέρας απασχολήσεις θα απουσιάζει ευλόγως της εταιρικής του συνεισφοράς προς εργασίαν και υπό την συνθήκη της καλής πίστεως».   Από τον  ως άνω όρο     αποδεικνύεται ότι η καθ’ης  δεν είχε νομική υποχρέωση εκ του καταστατικού να προσφέρει την προσωπική της εργασία ως ισχυρίζονται οι αιτούντες. Οι αρχικοι εταίροι είχαν συμφωνησει  ποιοι εκ των εταίρων  θα παρείχαν την προσωπικη τους εργασία  και ποιοι όχι. Στην  μεταγενέστερη  υπ’ αριθ. ……../7-5-2004   τροποποιητική πράξη  του 2004 δυνάμει της οποίας η καθης  εισήλθε ως ομόρρυθμος εταίρος στην εταιρεία  δεν περιελήφθη αντίστοιχη συμφωνία  ότι  οι εισερχομενες εταιροι  θα παρασχουν την προσωπικη τους εργασια.  Και ναι μεν στην υπ’ αριθ. ……./7-5-2004  τροποποιητική πράξη γίνεται ρητη παραπομπή στο αρχικο καταστατικό «κατά τα λοιπά ισχύει το αρχικό εταιρικό μετά των τροποποιήσεών του εφόσον δεν έρχεται σε αντίθεση με το παρόν», όμως,  από το  αρχικο καταστατικό και δη τον όρο 6 που αναφέρεται   στην προσωπική εργασία των εταίρων και ποιοι εξ αυτών θα την παράσχουν, αποδεικνυεται οτι συγκεριμενοι εταιροι ρητως κανονομαζομενοι είχαν υποχρεωση να προσφέρουν προσωπική  εργασία. Σε κάθε δε περιπτωση ακομη κι αν ήθελε ερμηνευθεί  ότι το γεγονός ότι ρυθμίσθηκε  συμβατικώς  η υποχρέωση των αρχικών εταίρων να προσφέρουν υπηρεσία ισχυει ως καθολικη υποχρέωση όλων των μεταγενεστέρως εισερχομενων εταίρων και πάλι για την  μη παροχή παροχή υπηρεσιών ρυθμίσθηκε συμβατικώς ότι ο μη παρέχων δεν έχει άλλη  κύρωση εκτος της παροχής αποζημιώσεως που ισούται με το διπλάσιο του ημερομισθίου  του ανειδικεύτου εργάτη. Επομένως η καθ’ης δεν δεσμεύετο εκ του καταστατικού να προσφέρει την προσωπική της εργασία  και σε καθε δε περιπτωση η μη προσφορά εργασίας δεν επαγεται ως κυρωση τον αποκλεισμο  της.   Επιπλέον   απεδείχθη ότι  ότι δυναμει ατυπου συμφωνίας μεταξύ των  αιτούντων και της καθ’ης, την προσωπική τους εργασία θα προσέφεραν και πράξεις διαχείρισης θα ασκούσαν μόνον οι αιτούντες. Η άτυπη αυτή συμφωνία αποδεικνύεται από την ένορκη ενώπιον του πρωτοβαθμιου Δικαστηρίου κατάθεση του  ……..,  συζύγου της καθ’ης, ο οποιος έχοντας  ιδίαν αντίληψη σχετικως κατέθεσε  ότι  είχαν συμφωνήσει να μην παρεχει την προσωπικη της εργασία η καθ’ ης και να μην ασκεί πράξεις διαχείρισης, διότι λόγω του  μικρότερου ποσοστού  της πρώτης αιτούσας και της καθ’ης στην εταιρεία και λόγω του ότι  στην εταιρεια παρείχε  προσωπική  εργασία όχι μονον η πρώτη αιτουσα, αλλά και ο αποχωρήσας πατέρας τους …………, ο οποίος με τις εμπειρία του και τις γνωριμίες του βοηθούσε την εταιρεία, η ενεργός συμμετοχή και της καθ’ης  θα προκαλούσε τις αντιδράσεις των δεύτερου και τρίτου των αιτούντων που είχαν μεγαλύτερα ποσοστά και θα  δημιουργούσε δυσλειτουργία στην εταιρεία.  Ρητώς δε κατέθεσε ότι την άτυπη αυτή συμφωνία επανέλαβαν  και μετά τον θάνατο του ………… Περί της ατύπου αυτής συμφωνίας ρητώς κατέθεσε και ο ενόρκως βεβαιώσας, …….., λογιστής της καθ’ης, στην υπ’ αριθ. …../2024 ένορκη βεβαίωσή του,  καταθέτοντας σχετικά  ότι, όπως του ανέφερε η καθ’ης,  ποτέ αυτή δεν άσκησε καθήκοντα διαχείρισης,  πράγμα το οποίο του επιβεβαίωσαν, όπως κατέθεσε,  και η αδελφή της- πρώτη αιτούσα αλλά και ο λογιστής  της εταιρείας, …….., καθώς και ότι  η καθ’ης  «είχε κάνει  με τους τρεις συνεταίρους  και διαχειριστές συμφωνια να  μην ασχολείται ενεργά με την διαχείριση και να μην παρέχει εργασία στην εταιρεία και ότι θα της καταβάλουν έναντι των μερισμάτων της 1.200 ευρώ κάθε μήνα και πιο πριν  800 ευρώ κάθε μήνα, και όταν θα έκαναν διανομή των κερδών θα της κατέβαλαν και τα υπόλοιπα». Περί της ατύπου αυτής συμφωνιας  ρητώς κατέθεσε και η ενόρκως βεβαιώσασα ………. στην υπ’ αριθ. ……../2024 ένορκη βεβαίωσή της αναφέροντας ότι συμφώνησαν στην εταιρεία «να πηγαίνει  η ………… (πρώτη αιτούσα) μόνον, που δεν είχε σπουδάσει και την οποία προσέλαβε αρχικά  ως γραμματέα στο διοικητικό προσωπικό  ο πατέρας της, διότι έτσι τηρούντο και οι ισορροπίες με τους συνεταίρους, οι οποίοι είχαν μεγαλύτερα ποσοστά και ο θείος μου (……….) » και ότι η συμφωνία αυτή παρέμεινε ιδία και μετά τον θάνατο του ………, καταθέτοντας σχετικά  ότι «της επανέλαβαν ότι η εταιρεία δεν είχε αναγκη απο άλλο προσωπικό  οτι θα εξακολουθούσε να παίρνει τα 1.200 ευρώ το μήνα έναντι και ότι θα έκαναν διανομή για να πάρει τα υπόλοιπα».  Τα ανωτέρω επανελαβαν άλλωστε ο ………  και  στις υπ’ αριθμ. ……./2024, …../2024, ……/2024 ένορκες βεβαιώσεις τους αντιστοίχως  καθώς και στις υπ’ αριθ. …../2024, …/2024 και …./2024  ένορκες βεβαιώσεις τους αντιστοίχως, οι οποίες ως ληφθεισες στα πλαίσια άλλης δίκης λαμβάνονται  υποψιν για την συναγωγήν  δικαστικων τεκμήρων.   Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η καθ’ης  δεν ασκησε ποτέ πράξεις διαχειρισης,  απεδειχθη ότι δυνάμει της ως άνω ατύπου συμφωνίας  αυτή εμποδίσθηκε από το να επιληφθει σε πραξεις  διαχειρίσης της εταιρείας. Ουσιαστικά και πραγματικα καθήκοντα διαχειριστών από το 2004  ασκούσαν αποκλειστικά οι  αιτούντες, οι οποίοι οπως αποδεικνύεται από τις υπ’ αριθ.  ……../2024 και ……./2024 ενορκες βεβαιώσεις του …………..,  οι οποίες λαμβάνονται υπόψιν για την συναγωγη δικαστικών τεκμηρίων, διαχειρίζοντο όλες τις υποθέσεις της εταιρείας, διαχειρίζοντο και εισεπράτταν  τα πάσης φύσεως έξοδά της, κινούσαν τους τραπεζικούς λογαριασμούς, τηρούσαν, χειρίζοντο και καταχωρούσαν όλα τα φορολογικά στοιχεία, κρατούσαν και διαχειρίζοντο το ταμείο της εταιρείας εισπραττοντας  τα έσοδά της και καταβάλοντας της έξοδά της.

Με βάση τα ανωτέρω  απεδείχθη ότι  η συμμετοχή της καθ’ης στην εταιρεία εξαντλείτο στην καταβολή της κεφαλαιακής εισφοράς της μονον και  στην εισπραξη  των μερισμάτων της από τα κέρδη,   έναντι των οποίων της κατέβαλλαν  οι αιτούντες διάφορα χρηματικά ποσά μέχρι τον Απρίλιο του 2022,   το ύψος των οποίων αποτελεί το αντικείμενο  διενέξεων  μεταξύ τους.   Ειδικότερα η καθ’ης  με την κοινοποιηθείσα στην πρώτη αιτούσα την 27.4.2022 και στους λοιπούς αιτούντες την 10.5.2022  εξωδικη δήλωσή της ζητούσε από τους αιτούντες,μεταξύ άλλων,   την καταβολή των μερισμάτων της  ( ποσού 119.373,31 ευρώ), καθώς και   να της επιτραπεί  η πρόσβαση στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας. Οι αιτούντες με την από 23-5-2022 εξώδικη δήλωσή τους  αρνούμενοι το περιεχόμενο της ως άνω εξωδίκου δηλώσεως της καθ’ης   απήντησαν  ότι  της έχουν καταβάλει όλα τα συμφωνηθέντα  μερισματα εταιρικών κερδών και της δηλωναν  ότι θα κινηθούν διά της νομίμου οδού για την αποβολή της από την εταιρεία.  Με την από 29-11-2022 εξώδικη δήλωσή της η καθ’ης κοινοποιηθείσα την 5-12-2022  στην πρώτη αιτούσα και την 27-4-2022 στους λοιπους διαμαρτυρόμενη ότι ουδέποτε εισπραξε ολόκληρο χρηματικο ποσό που  της αντιστοιχούσε λόγω της συμμετοχής της στα κέρδη της εταιρείας, ζήτησε, μεταξυ άλλων α)  το ποσό των 156.599,23 ευρώ ως οφειλόμενα μερίσματα   λόγω της συμμετοχής  στην εταιρεία κατά τις διαχειριστικές χρήσεις  2017 -2021, β) να της παράσχουν τα αναφερομενα στην εξώδικη δήλωση οικονομικά και φορολογικά  στοιχεία  (αντίγραφα των πρωτοτύπων φορολογικών δηλώσεων ενώπιον της αρμόδιας ΔΟΥ, καρτέλες οφειλών προς τρίτους, βεβαιώσεις οφειλών  προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία,  αντίγραφα επιταγών/ συναλλαγματικών και εν γένει αξιογράφων που τυχον  έχουν εκδοθεί  για την κάλυψη υποχρεώσεων προς τρίτους, πίνακα  μισθοδοσίας προσωπικου και αναλυτικες περιοδιες δηλώσεις), να επιδείξουν τα κατά νόμον τηρούμενα βιβλία  και να αποδεχθούν  την ανάθεση διενέργειας έκτακτου  διαχειριστικου ελέγχου από  ορκωτούς ελεγκτές ελεγκτικής εταιρείας στην οποία θα αναθέσουν την διαδικασία αυτή.  Στην συνέχεια στην από 12.2.2023 εξώδικη δήλωσή της κοινοποιηθείσα στον λογιστή της εταιρείας, …………. την 14-2-2023 η καθ’ης  ενσωμάτωσε  την προηγούμενη από 29-11-2022 εξώδικη δηλωση και αφού τον ενημέρωνε ότι παρα τις  συνεχείς  αρνήσεις τους να της παραχωρήσουν κωδικούς «ταxis net» της εταιρειας    η αρμόδια ΔΟΥ της παραχώρησε  νέους κωδικούς «ταxis net»  και ότι είναι  ενήμερη για τα οικονομικά στοιχεια της εταιρείας που αφορούν την ΔΟΥ, ζητούσε  να της παράσχουν βεβαιώσεις ρυθμισμενων και αρρύθμιστων οφειλών στον ΕΦΚΑ -ΙΚΑ καθως και τις μισθοδοτικές κατατάσεις  προσωπικου της εταιρείας, αλλως να της γνωστοποιήσουν εγγράφως τους κωδικους ΕΦΚΑ-ΙΚΑ της εταιρείας.  Τότε οι αιτούντες για πρώτη φορά μετά από 19 έτη από την είσοδο της καθ’ης στην εταιρεία με τις από 6-3-2023 και 24-4-2023  εξώδικες δηλώσεις  καλεσαν την καθ’ης να προσφέρει την προσωπική της εργασία. Με την από 6-3-2023 εξώδικη όχληση    της ζητούσαν  να προσέλθει στην εταιρεία για να προσφέρει την προσωπική της εργασια καθημερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή  κάθε εβδομάδας, με ωράριο από 8:00 -16:00  και της δήλωναν ότι  σε περίπτωση αρνήσεώς της να συμμορφωθεί   θα κοστολογείται  ως έσοδο υπέρ της εταιρείας και εις βάρος της καθ’ης «χρηματική ποινή» ιση με το διπλάσιο ηερμομίσθιο του ανειδικεύτεου εργάτη για κάθε  ημέρα αδικαιολόγητης απουσίας  σύμφωνα με το άρθρο 6 του καταστατικού, και της γνωστοποιούσαν επίσης ότι σε περίπτωση αρνήσεως της να συμμορφωθεί  άμεσα με την άνω υποχρέωσή της θα ζητούσαν τον αποκλεισμό της από την εταιρεία, και ακολούθως με την από 24-4-2023 εξωδικη δήλωση η εταιρεία δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της την προσκαλούσαν να παρέχει την προσωπική της εργασία με το να  αναλάβει το έργο της ανεύρεσης  και προσέλκυσης νέων πελατων στην επιχείρηση.  Με την από 8-3-2023 κοινοποιηθείσα στην εταιρεία στις 15-3-2023 εξώδικη δήλωση της  η καθ’ης  τους ενημέρωσε ότι μέρος της εταιρικής  συμφωνίας τους ήταν ο όρος ότι η συμμετοχή της θα εξαντλείτο στην κεφαλαιακή εισφορά της κατά ποσοστο 16,6% και ότι ουδεμία υποχρέωση έχει να παρεχει την προσωπική της εργασία και διαμαρτυρόμενη για την αρνησή τους να της αποστείλουν τα οικονομικά και φορολογικά στοιχεία που είχε ζητήσει με την από 29-11-2022 εξώδικη δήλωσή της, τους κάλεσε  εκ νέου εντός προθεσμίας πέντε ημερών  να της καταβάλουν για τα μερίσματά της  το ποσο των 156.599,23 ευρώ. Στην συνέχεια η καθ’ης με την από 15-6-2023 εξώδικη δήλωσή- διαμαρτυρία της απευθυνόμενη προς τους αιτούντες και τον λογιστή της εταιρείας, ……….,, διαμαρτυρόμενη για την άρνησή τους να της παράσχουν τα στοιχεία προς διαχειριστικο ελεγχο τα οποία κατ’ επανάληψη τους είχε ζητήσει προφορικώς κι εγγράφως, τους γνωστοποιούσε  ότι θα προβεί  σε οικονομικό, διαχειριστικό και φορολογικό  έλεγχο από 1-1-2017 και εφεξής   και τους καλούσε να παραδώσουν στην ιδία και στην διορισθεισα από αυτήν ελεγκτική εταιρεία τα αναφερόμενα οικονομικά και φορολογικά  στοιχεια ( αντίγραφα των πρωτοτύπων φορολογικών δηλώσεων ενώπιον της αρμόδιας ΔΟΥ, καρτέλες οφειλών προς τρίτους, βεβαιώσεις οφειλών  προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία,  αντίγραφα επιταγών/ συναλλαγματικών και εν γένει αξιογράφων που τυχον  έχουν εκδοθεί  για την κάλυψη υποχρεώσεων προς τρίτους, πίνακα  μισθοδοσίας προσωπικου και αναλυτικες περιοδιες δηλώσεις), να επιδείξουν τα κατά νόμο τηρουμενα βιβλια της εταιρείας και πάσης φυσεως αποδείξεις και παραστατικά των εσόδων και εξοδων της εταιρείας,  τους καλούσε να συντάξουν  έκθεση και απολογισμό των πεπραγμένων από 1-1-2017  και εφεξης,  να της αποδώσουν αναλυτικο έγγραφο λογαριασμό  και να της αποδώσουν τα κέρδη της αναφέροντας ότι έχουν διαπράξει φορολογικά και ποινικά αδικήματα. Ακολούθως  στις 29-6-2023  απεστάλη στους αιτούντες απο την εταιρεία Ορκωτών Λογιστών ………… ηλεκτρονικό μηνυμα με το οποίο ζητούσαν την παράδοση των περιγραφόμενων στην προαναφερόμενη από 15-6-2023 εξώδικη δήλωση λογιστικών αρχείων και στοιχείων για να διενεργηθεί οικονομικός, διαχειριστικος και φορολογικός έλεγχος ο οποίος ανετέθη στην …………………………. κατόπιν εντολής της καθ’ης. Με το από 5-7-2023  ηλεκτρονικό μηνυμα οι αιτούντες απήντησαν στην ως άνω εταιρεία ορκωτών λογιστών δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους  ότι η καθ’ης έχει λάβει τα εταιρικά της μερίσματα και ουδέν άλλο δικαιούται   και ότι συνεπως  παρέλκει οποιοσδήποτε διαχειριστικός ελεγχος καθώς και ότι είναι στην άμεση διάθεση της καθής  τα στοιχεία αυτα, υπο την προϋπόθεση να προσφέρει την προσωπικη της εργασία στην εταιρεία.  Ακολούθως η καθ’ης με διαδοχικες εξωδικες δηλώσεις (από 11-7-2023, 18-7-2023, 31-8-2023 εξώδικες δηλώσεις), ζητούσε απο τους αιτούντες  να παραδώσουν τα οικονομικά στοιχεία στους ορκωτους λογιστές για να διενεργηθεί ο έλεγχος και να της αποδώσουν (με την από 31-8-2023 εξωδικη δήλωση) τα μερίσματά της (ετών 2017 -2022 ).  Με την από 15-9-2023  οι αιτούντες της  δήλωναν ότι της έχουν καταβάλει τα μερίσματά της ετών 2017 έως 2021 και όλων των προηγούμενων ετών ότι δεν ειναι υποχρεωμένοι να ανεχθουν τον διαχειριστικό  έλεγχο και της ζητούσαν  να ανακαλέσει τους σε βάρος της συκοφαντικούς ισχυρισμούς οτι διαπράττουν ποινικά και φορολογικά αδικήματα. Απεδείχθη ότι πράγματι υπηρχε διαφωνια με τους αιτιούντες ιδίως  από τον Απρίλιο του 2022   που, όμως,  οφείλετο στην   σταθερη αρνηση των  αιτουντων να  παραδώσουν στην καθ’ης και στους ορκωτούς  λογιστές  τα οικονομικα και φορολογικά  στοιχεία της εταιρείας και της ιδιας, που κατ’ επανάληψη ζητούσε η καθ’ης  προφορικώς και εγγράφως,  προκειμένου να διενεργηθεί ο διαχειριστικός έλεγχος. Ισχυριζονται οι αιτουντες  ότι η καθ’ης αυθαιρέτως και αυτοβούλους άλλαξε στην ΔΟΥ τους κωδικούς taxis της εταιρείας. Ωστόσο απεδείχθη ότι οι αιτούντες δεν γνωστοποιούσαν στην καθ’ης τους ατομικούς της  κωδικούς taxis ούτε τους κωδικούς της  εταιρείας,  προκειμένου να λάβει αντίγραφα των ατομικών της  φορολογικων  δηλώσεων και των  φορορολογικων δηλώσεων της εταιρείας. Ο ενόρκως βεβαιώσας  …….., λογιστής της καθ’ης κατέθεσε  σχετικώς ότι  « η καθ’ης είχε ζητήσει κατ’ επανάληψη προφορικά  αντίγραφα από τις φορολογικές δηλώσεις και στοιχεία για τα οικονομικά της εταιρείας και δεν της τα   είχαν παραδώσει οι συνέταιροι- διαχειριστές..» και  ότι «προκειμένου να εκτυπώσει (ο ……..)   τις ατομικές φορολογικες δηλώσεις τους (της καθ’ης και του συζύγου της) μέσω TAXIS,   ζητησε τους ατομικούς κωδικούς τους, τους οποίους δεν είχαν, διότι οπως του ανέφεραν  παντοτε από την εποχή του ………………-βασικού ιδρυτη της Ο.Ε., τα πάσης φύσεως φορολογικά, ασφαλιστικά και λογιστικά τους στοιχεία τηρούσε ο λογιστής της Ο.Ε., ο οποίος είχε  και τους ατομικούς κωδικούς taxis και μολονότι τους είχαν ζητήσει τους απέφευγε και δεν είχαν ουτε κωδικούς ούτε τις φορολογικές δηλώσεις τους, « τους οποίους ατομικούς κωδικούς τους επειδή δεν τους έδιναν έλαβαν νέους, με τους νέους κωδικούς τους  εκτυπωσε αντίγραφα των ατομικών δηλώσεών τους των ετων 2017 και μετεπειτα..». Tα αυτά κατέθεσαν και η ενόρκως βεβαιώσασα …….  και ο εξετασθείς ενώπιον του ακροατηρίου μάρτυς της καθ’ης.

Επειδη ακριβώς δεν της γνωστοποιούσαν  ούτε τους  κωδικούς της εταιρείας, η καθ’ης  στις 2/2/2023 υπέβαλε αίτηση προς την Δ.ΟΥ. Ε Πειραιά για λήψη νέων  κωδικών «ταχιs», προκειμένου να λαβει αντιγραφα των φορολογικών δηλώσεων της εταιρείας, η οποία  αίτηση  έγινε  δεκτή και η καθ’ης  έλαβε νεους κωδικούς.

Ο ……………. σχετικώς   κατέθεσε ότι «Για την εταιρεία – ένα χρόνο  και πλέον σχεδόν μετά που συνεχώς τα ζητούσε (οικονομικά στοιχεία ) και δεν της τα έδιναν- δεν είχε η καθ’ης κανένα στοιχείο της εταιρείας…, δεν της επέτρεπαν την πρόσβαση ουτε καν στις φορολογικες δηλώσεις της εταιρείας, ούτε της έδιναν λογαριασμό, ούτε έδιναν εντολή στον λογιστη να δώσει τα στοιχεία που ζητούσε… και ότι  «Έχοντας εξαντλήσει κάθε.. περιθώριο…… παρακλήσεων, στις αρχες του Φεβρουαριου 2023  κατόπιν νομικής συμβουλής μετέβη στην αρμόδια ΔΟΥ της εταιρειας και ζητησε να της αποδοθούν  κωδικοί taxis για την εταιρεια, προκειμένου  να μπορέσει  να πάρει αντίγραφα των ελάχιστων τυπικά απαραίτητων στοιχείων που καταχωρούσαν στο «taxis» δια λογαριασμό της εταιρείας οι αιτουντες- συνδιαχειριστές», «και τους γνωστοποίησε άμεσα την αλλαγη των κωδικών taxis, οι οποιοι   άλλαξαν αμέσως τους κωδικους….και…μεχρι σημερα δεν της έχουν δωσει του κωδικούς taxis της εταιρειας, εμποδίζοντάς την από κάθε έλεγχο ακομη και των απολύτως ελάχιστων  στοιχείων της εταιρειας»..  Επομένως  απεδείχθη ότι  η αλλαγή των κωδικών taxis εκ μέρους της καθ’ης  έγινε στα πλαίσια της έρευνάς της προκειμένου να λάβει  τα φορολογικά και οικονομικά στοιχεια για την εταιρεία, που επανειλημμένα αρνηθηκαν  οι αιτούντες, τους οποιους  μάλιστα νέους  κωδικούς  η καθ’ης γνωστοποίησε στους αιτούντες,  και τους οποίους οι αιτούντες άλλαξαν και πάλι για να μην έχει πρόσβαση η καθ’ης, όπως ρητώς κατέθεσε και ο σύζυγος της καθ’ης, ……………..  ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Για τον ίδιο λόγο, άλλωστε η καθ’ης ζήτησε και έλαβε νέους κωδικούς  του εταιρικού λογαριασμού της εταιρείας  από την Εθνική Τράπεζα στις 19-4-2023. Aπεδείχθη ότι επειδη ακριβώς δεν της γνωστοποιούσαν ούτε τους κωδικούς των εταιρικών λογαριασμων, στις 19-4-2023 η καθ’ης υπέβαλε αίτηση προς την …………..  προκειμενου να της αποδώσει κωδικούς web banking  των τηρουμένων στην ……. λογαριασμών της εταιρείας ως εδικαιούτο, υποχρεούμενη να προβεί σε πρόσκαιρη αλλαγή κωδίκων και στις  26-4-2023 υπέβαλε αιτηση στην ………….. προκειμένου να της αποδώσει κωδικούς web banking των τηρουμένων στην ………….  λογαριασμών της εταιρείας.   Μάλιστα στις 15-5-2023  η καθ’ης υπέβαλε νέα  αίτηση προς την …………… προκειμένου να της αποδώσουν ξανά κωδικούς,  διότι    οι αιτούντες  τους  άλλαξαν και πάλι, οπως κατέθεσε ο μάρτυς της καθ’ης …………. Ομοίως ο ενόρκως βεβαιωσας  ……………. κατεθεσε  ότι  «αντηλλάγησαν αρκετά  εξωδικα μεταξύ τους, στα οποία η καθης σταθερά  ζητούσε απόδοση λογαριασμού και συγκεκριμένα στοιχεία για έλεγχο και επειδή δεν της έδιναν κανένα στοιχείο, η ίδια μετέβη στις συνεργαζόμενες με την εταιρεία  τράπεζες και ζήτησε και παρέλαβε κωδικούς web banking κι έτσι εκτυπωσε τους τραπεζικούς λογαριασμούς και ζήτησε υπόλοιπα και κίνηση των εταιρικών τραπεζικών λογαριασμών και ότι οι αιτούντες μόλις πληροφορήθηκαν ότι έχει πάρει κωδικούς, άλλαξαν τους κωδικούς web banking και αναγκάσθηκε να τους ζητήσει ξανα».  Επομένως απεδείχθη ότι  η αλλαγή των κωδικών taxis της εταιρείας  και η χορήγηση νέων εταιρικων κωδικών από τις τράπεζες έγινε στα πλαίσια της έρευνάς της καθ’ης προκειμένου να λάβει  τα φορολογικά, λογιστικά και οικονομικά στοιχεια για την εταιρεία που αυτή, ως εδικαιουτο,  ζητούσε και αρνούντο να της  παραδώσουν οι αιτούντες,  απορριπτομένου του ισχυρισμού  των αιτούντων ότι με τις ενέργειές της αυτές  η καθ’ης ενήργησε αντισυμβατικά. Σημειουται ότι λόγω  της αρνήσεως των αιτούντων να της αποδώσουν τα οικονομικά στοιχεία η καθ’ης  έχει ασκησει εναντίον τους  ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου  Πειραιά την από 12-2-2024 (……./1084) αγωγή  περί αποδόσεως λογαριασμού και καταβολή υπολοιπου  επί της οποίας έχει εκδοθεί η υπ’ αριθ. 2397/2025 απόφαση του ανω Δικαστηριο που διέταξε την απόδοση λογαριασμού και την από 19-4-2024 (…../2024)  αγωγή καταβολής κερδών. Περαιτέρω, οσον αφορά τον ισχυρισμό των αιτούντων ότι η καθ’ης τους παρέδωσε καθυστερημένα   τα ειδοποιητήρια των ασφαλιστικών εισφορών του ΕΦΚΑ χρονικής περιόδου από Απρίλιο 2022 μέχρι και Φεβρουάριο 2023, προκειμενου να εξοφληθεί ο οικείος ασφαλιστικος φορέας  για την συμμετοχή της καθ’ης στην εταιρεία,  πραγματι απεδείχη ότι η καθ’ης καθυστέρησε στην παράδοση των εν λόγω ειδοποιητηρίων,  όμως εν τέλει τα απεδωσε, και μόνη η καθυστέρηση αυτή δεν είναι ικανη να αποτελέσει   λογο αποκλεισμου της από την εταιρεια.  Όσον αφορά, επίσης,  τις δηλώσεις της καθ’ης στα προαναφερόμενα εξωδικα  ότι οι αιτούντες διαπράττουν ποινικά και φορολογικά αδικήματα, αυτές έγιναν στα πλαίσια της μεταξυ τους αντιδικίας   όπου αντηλλάγησαν εξώδικα με εκατέρωθεν αιτιάσεις.  Ενόψει των ανωτέρω  απεδείχθη ότι οι διαφωνίες μεταξύ της καθής και των αιτούντων  προέκυψαν όχι από το γεγονός της μη προσφοράς της προσωπικής της εργασίας εκ μέρους της καθ’ης,  αλλά μετα την άσκηση του νομίμου δικαιώματός της  να πληροφορηθεί  και να  ελέγξει τα οικονομικά αποτελέσματα της διαχείρισης των εταιρικών υποθέσεων από τους αιτούντες, ως έχουσα, άλλωστε, εννομο συμφερον, καθώς  ως ομορρυθμο  μέλος της εταιρείας   συνευθύνεται δια της ιδίας αυτής περιουσιας για τα χρεη της εταιρείας  και συνεπως έχει εννομο συμφερον να γνωριζει ποια είναι   τα χρεη της εταιρείας για τα οποία συνευθυνεται εις ολοκληρον. Σε κάθε περιπτωση δεν απεδείχθη ότι τα ανωτέρω   είχαν ως αποτέλεσμα την παράλυση της λειτουργίας της εταιρίας, ούτε την αδυναμία εκπλήρωσης του σκοπού της. Από τις ως άνω ενέργειες της καθ’ης δεν επηρεάσθηκε η  οικονομική πορεία της εταιρειας ούτε η εύρυθμη λειτουργία της, όπως τούτο επιβεβαιώνεται και από την οικονομική της πορεία, που ήταν ανοδική, oπως ρητώς κατέθεσε ο ………………….. «Η εταιρεία βεβαίως απεδείχθη ότι δεν ήταν παθητική αλλά σταθερά ότι είχε κερδοφορία».  Σύμφωνα με τις σκέψεις που προαναφέρθηκαν παρά  την έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων πλευρών, δεν στοιχειοθετείται σπουδαίος λόγος αποκλεισμού από την ομόρρυθμη εταιρία της  καθ’ ης,  διότι δεν συναρτώνται με οικονομικούς λόγους, με διακοπή λειτουργίας της εταιρίας ή αδυναμία εκπλήρωσης του σκοπού της.   H συνεχιση δε της εταιρείας με την συμμετοχή της καθ’ης της δεν απεδείχθη ότι είναι δυσβάστακτη για τους άλλους εταίρους, ώστε να κινδυνεύει η ομαλή λειτουργία και η υπόστασή της, ενόψει του ότι δεν απεδείχθη ότι επηρεάζει τις εταιρικές υποθέσεις και την οικονομική πορεία της εταιρείας. Κατά συνέπεια, ενόψει των προαναφερομένων, οι λόγοι αποκλεισμού που οι αιτουντες  με την αιτηση  τους επικαλούνται, ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της καθ’ης, δεν αποδείχθηκαν ως βάσιμοι στην ουσία τους. Επομένως η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστική αβάσιμη. Μετα δε την απόρριψη της αιτήσεως παρέλκει η έρευνα των υποβληθέντων από την καθ’ης  αιτημάτων διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης και  επίδειξης αντιγράφων των φορολογικών δηλώσεων της εταιρείας των ετων 2004-2016 και των 2022 και 2023, 2024 και 2025 και των περιδοδικων δηλώσεων ΦΠΑ 2023, 2024, 2025,  του επενδυτικου προγραμματος του Φεβρουαρίου 2024 και των τραπεζικών λογαρισμών στον οποίον κατατίθενται τα έσοδα της εταιρείας. Επίσης το υποβληθέν από την καθ’ ης αίτημα αναστολής της δίκης μεχρις εκδόσεως  τελεσιδίκου αποφασεως επί της  αγωγης της προς  απόδοση λογαριασμού πρεπει να απορριφθεί, διότι  δεν συντρεχει  κατ oυσιαν  νομιμη περιπτωση αναβολής της δίκης κατ’ άρθρον 249 ΚΠολΔ.  Τέλος η  δικαστική δαπάνη της καθ’ης  και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθεί εις βάρος των  αιτούντων (άρθρα 746 ΚΠολΔ ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει  την έφεση  αντιμωλία  των διαδίκων.

Δέχεται τυποις και κατ΄ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την απόδοση  στους εκκαλούντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου, που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Εξαφανίζει την με αριθμό 361/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κρατεί και δικάζει την από 10-7-2023 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………/2023 ) αίτησή.

Απορρίπτει   την  αίτηση.

Επιβάλλει στις βάρος των αιτούντων  την δικαστική δαπάνη της καθ’ης   και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας την οποία ορίζει στο ποσό των   επτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά  σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση,  στις  22 Απριλίου  2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ