Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 277/2026

Αριθμός    277 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα  2ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις  ……………,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) ……………, 2) ……………, 3) …………….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιά τους δικηγόρο Ελένη Μαζαράκη.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) …………….. 2) …………….οι  οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιό τους Δικηγόρο Ηλία Ιωάννου.

Οι εφεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από  7.9.2011 (αριθ εκθ καταθ …………/2011) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ  671/2020  απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που  δέχθηκε τα σε αυτήν αναφερόμενα.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι τρεις πρώτοι εκ των εναγομένων και ήδη εκκαλούντες με την από  10.2.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ  …………../2022- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………./2024) έφεσή τους, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού έλαβαν διαδοχικα τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 7-9-2011 (με αριθμ. κατάθ. ……/2011) έφεση των εναγομένων, ήδη εκκαλούντων, που στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 671/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Η ανωτέρω έφεση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αρμοδίως δε, φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), ενώ έχει κατατεθεί το απαιτούμενο για την άσκησή της παράβολο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Στην από 7-9-2011 (με αριθμ. κατάθ. ……/2011) 4-1-2022 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, οι ενάγοντες, ήδη εφεσίβλητοι, ιστορούσαν ότι την 12-9-2006 και περί ώρα 09.00 π.μ., εισέβαλαν στο κατάστημα-καφενείο, που διατηρούσε ο δεύτερος από αυτούς στον …. Αττικής και επί της οδού ………….., οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, συνοδευόμενοι από ένα ακόμη άγνωστο και σωματώδη άνδρα και άρχισαν να τους γρονθοκοπούν, να τους απειλούν και να τους εξυβρίζουν, ισχυριζόμενοι  ότι έχουν εντολή από τον πρώτο των εναγομένων να αναλάβουν εκείνοι τη λειτουργία του καταστήματος, προσπαθώντας έτσι να τους αποβάλουν από αυτό.  Ότι τούτο συνέβη διότι ο δεύτερος εξ αυτών (εναγόντων) είχε δανειστεί το ποσό των 10.000 ευρώ από τον πρώτο των εναγομένων και ότι, ενώ του είχε επιστραφεί το ήμισυ του ποσού αυτού (ήτοι 5.000 ευρώ), αυτός απαιτούσε την καταβολή του συνολικού ποσό των 10.000 ευρώ, θεωρώντας ότι το ποσό των 5.000 ευρώ του είχε καταβληθεί για τόκους του ως άνω κεφαλαίου.

Ότι οι ίδιοι απώθησαν τους ως άνω επιτιθέμενους, δεύτερο και τρίτο των εναγομένων και τον άγνωστο άνδρα, με τη βοήθεια των θαμώνων του καταστήματος και, στη συνέχεια, αφού έκλεισαν το κατάστημα, ο μεν πρώτος εξ αυτών πήγε στο Αστυνομικό Τμήμα Κορυδαλλού για να αναφέρει τα γεγονότα, ο δε δεύτερος πήγε στο εφημερεύον Νοσοκομείο της Βούλας για να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες, διότι είχε τραυματισθεί. Ότι την επόμενη ημέρα του ως άνω συμβάντος, ήτοι την 13-9-2006 και, ενώ οι ίδιοι (ενάγοντες) απουσίαζαν στην επαρχία, οι ως άνω εναγόμενοι, ήδη εκκαλούντες μαζί με τη διάδικο στην παρούσα έκκλητη δίκη ….. ………. και ακόμη  έξι άγνωστους άνδρες, φόρτωσαν όλον τον εξοπλισμό του καταστήματος και τα εμπορεύματα σε φορτηγό αυτοκίνητο του πρώτου των εναγομένων, καθώς και σε ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε στην ως άνω ……………….. Ότι οι εναγόμενοι, συγχρόνως με την κλοπή του εξοπλισμού και των εμπορευμάτων, τηλεφωνούσαν στον πρώτο εξ αυτών (εναγόντων), απειλώντας τον ότι θα σκοτώσουν όλη του την οικογένεια, οι δε απειλές συνεχίστηκαν και αργότερα. Ότι, αφού άδειασαν όλο το κατάστημα ανενόχλητοι, αποχώρησαν, αφού έσπασαν την τζαμαρία του και κατέστρεψαν την ταμειακή μηχανή. Ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν με τον πρώτο των εναγομένων, αυτός παραδέχθηκε την κλοπή και υποσχέθηκε ότι θα αποκαταστήσει τις ζημίες, πλην όμως εξαφανίσθηκε για ημέρες, ενώ οι απειλές για τη ζωή τους συνεχίστηκαν τηλεφωνικά και τις αμέσως επόμενες ημέρες. Ότι την 5-10-2006 ο πρώτος εναγόμενος, αφού πληροφορήθηκε ότι οι ίδιοι (ενάγοντες) είχαν συμβουλευθεί δικηγόρο για νομικές ενέργειες σε βάρος του, επισκέφθηκε εκ νέου το κατάστημά τους και ευρισκόμενος σε έξαλλη κατάσταση, έσκισε με μαχαίρι τις τέντες και έσπασε το μετρητή της ΔΕΗ, εξαπολύοντας συγχρόνως και απειλές ότι θα τους κάψει το σπίτι, θα τους σφάξει και θα φύγει για τις ΗΠΑ, που είναι η πατρίδα της συζύγου του. Ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 3 μ.μ. τηλεφώνησε ο πρώτος των εναγομένων στον πρώτο εξ αυτών και άρχισε να τον απειλεί ότι θα κάψει το σπίτι τους και ότι θα τους σκοτώσει όλους, προκαλώντας τους αναστάτωση και φόβο. Ότι από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, ο δεύτερος εξ αυτών (εναγόντων) έχει υποστεί θετική ζημία, που συνίσταται στην αξία του εξοπλισμού του καταστήματος του και των εμπορευμάτων, όπως αναλύονται στην αγωγή συνολικού ύψους 52.233,16 ευρώ. Επιπλέον, ο δεύτερος εξ αυτών (εναγόντων) ισχυριζόταν ότι είχε υποστεί και αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), λόγω του ότι αναγκάσθηκε να κλείσει το κατάστημά του οριστικά στις 13-9-2006 και έμεινε άνεργος μέχρι τις 17-9-2007, ήτοι επί εννέα μήνες, οπότε και θα αποκόμιζε το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εφόσον το κατάστημά του – καφενείο λειτουργούσε κανονικά. Ότι αμφότεροι, από την προπεριγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, έχουν υποστεί και ηθική βλάβη, ο μεν πρώτος λόγω της θλίψης και του ψυχικού άλγους από τις σωματικές βλάβες, τις ύβρεις και τις απειλές, που δέχθηκε ο ίδιος και ο υιός του, ο δε δεύτερος από τις σωματικές βλάβες, τις ύβρεις τις απειλές και την προσβολή της προσωπικότητάς του, λόγω της δυσφήμησής του, που έλαβε χώρα, κατόπιν του ως άνω συμβάντος, στην περιοχή όπου δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζητούσαν οι ενάγοντες να επιδικασθεί υπέρ τους και σε βάρος των εναγομένων, ήδη εκκαλούντων, καθώς και της προαναφερόμενης, ……………., ευθυνομένων σε ολόκληρο, στον μεν πρώτο το ποσό των 5.000 ευρώ υπό την μορφή καταψήφισης και το ποσό των 5.000 ευρώ υπό την μορφή αναγνώρισης, στον δε δεύτερο το ποσό των 10.000 ευρώ υπό την μορφή καταψήφισης και το ποσό των 5.000 ευρώ υπό την μορφή αναγνώρισης, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την προπεριγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Επιπλέον, ο δεύτερος των εναγόντων ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, ευθυνόμενοι σε ολόκληρο έκαστος, το ποσό των 52.233,16 ευρώ συν 9.000 ευρώ, ως αποζημίωση για την θετική και αποθετική του ζημία, ήτοι συνολικώς το ποσό των 61.233,16 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε την αγωγή ως προς τη συνεναγόμενη …………….., την έκανε εν μέρει δεκτή ως προς τους λοιπούς εναγομένους. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι εκκαλούντες με την υπό κρίση έφεση, για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ζητούν δε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και, ακολούθως, να απορριφθεί η αγωγή.

Με τον πρώτο λόγο της έφεσης ο πρώτος των εκκαλούντων ισχυρίζεται ότι οι εναντίον του αξιώσεις έχουν παραγραφεί, καθόσον η υπό κρίση αγωγή δεν του επιδόθηκε, εντός της πενταετούς προθεσμίας του άρθρου 937 ΑΚ, στην οικία του, που βρισκόταν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, αλλά η επίδοση της αγωγής έγινε, μη νόμιμα, με θυροκόλληση στην οικία της μητέρας του στην Ελλάδα.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, καθώς επίσης και όλων των εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, σε σχέση με τον ανωτέρω ισχυρισμό: Παρά το έγγραφο του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στο Σικάγο, με ημερομηνία 4-10-2011, που ο πρώτος των εκκαλούντων προσκομίζει και επικαλείται, στο οποίο αναφέρεται ότι ο ίδιος (όπως και η σύζυγος του) τυγχάνει κάτοικος ΗΠΑ και διαμένει στην αναγραφόμενη σε αυτό διεύθυνση (…………….), αποδεικνύεται από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων ότι, κατά τον επίμαχο χρόνο της επίδοσης της αγωγής (9-9-2011), προγενέστερο σε κάθε περίπτωση της ως άνω βεβαίωσης, αυτός βρισκόταν στην Ελλάδα και διέμενε στην διεύθυνση ……………. στα …….. Είχε δε μόνιμη και διαρκή παρουσία στην Ελλάδα από το έτος 2006 και κατοικούσε στην ως άνω διεύθυνση στον Πειραιά, κατά τον επίμαχο χρόνο, αλλά και συνεχώς έκτοτε και μέχρι τουλάχιστον την επίδοση της αγωγής, την οποία δήλωνε ο ίδιος, όπως και η σύζυγός του και μετέπειτα, σε ιδιωτικά έγγραφα, που φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή τους και η γνησιότητά τους δεν αμφισβητήθηκε. Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από τις σύντομες μεταβάσεις του στις ΗΠΑ, όπου διατηρούσε επί έτη την μόνιμη κατοικία της η σύζυγός του. Στο πόρισμα αυτό οδηγείται το παρόν Δικαστήριο και από το γεγονός ότι στις ποινικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν πριν από τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, ο ως άνω εκκαλών φέρεται ως κάτοικος Ελλάδας, άλλοτε ως κάτοικος Πειραιά και άλλοτε ως κάτοικος ……….. Αττικής, ενώ ουδέποτε αντέλεξε προς τούτο ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων, που προηγήθηκαν σε σχέση με την κρινόμενη υπόθεση, στα οποία και παρέστη, λαμβάνοντας γνώση της διενέργειάς τους, όπως άλλωστε παρέστη και κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, έχοντας προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Επιπλέον, όπως ο ίδιος αναφέρει στην απολογία του, κατά την εκδίκαση του ποινικού σκέλους της υπόθεσης, για την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ΒΤ 2650/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, μετά το επίδικο περιστατικό, η σύζυγός του τον εγκατέλειψε, ενώ ο ίδιος δεν μπορούσε να εργαστεί εκ νέου στην προηγούμενη εργασία του στις ΗΠΑ, διότι, για να τον επαναπροσλάβουν, του ζητούσαν έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει η απαλλαγή του από το ποινικό Δικαστήριο. Επομένως, νομίμως επιδόθηκε στον πρώτο των εκκαλούντων η υπό κρίση αγωγή, στις 9-9-2011, ήτοι εντός της πενταετούς προθεσμίας της παραγραφής, που άρχισε στις 13-9-2006.  Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε, γι’ αυτό είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο ανωτέρω λόγος της έφεσης.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 297, 298, 934 και 935 ΑΚ προκύπτει ότι, στην περίπτωση που αφαιρέθηκε πράγμα με παράνομη πράξη, ο δικαιούχος μπορεί να ζητήσει αποκλειστικά την αυτούσια απόδοση αυτού, καθώς και αποζημίωση για τη στέρησή του. Πλήρη αποζημίωση δικαιούται να ζητήσει μόνο σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης του πράγματος ή έλλειψης συμφέροντος αυτού στην αυτούσια απόδοσή του. Είναι δε νόμιμο και το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στον δικαιούχο, καθώς και το παρεπόμενο αίτημα της απαγγελίας προσωπικής κράτησης κατά του εναγομένου. Η αφαίρεση νοείται υπό ευρεία έννοια και περιλαμβάνει (επί κινητών) την κλοπή, την υπεξαίρεση, την ιδιοποίηση ξένου πράγματος, καθώς και την κτήση της νομής ή κατοχής συνεπεία απάτης (ΑΠ 1421/2022, ΑΠ 542/2011, ΑΠ 462/2011, ΑΠ 1576/95). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, εκτός από άλλα στοιχεία και σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, κατά νόμον, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, ούτως ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας με ανταπόδειξη ή ένσταση κατά της αξίωσης του ενάγοντα, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής βασιμότητας της αγωγής. Η έλλειψη ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά συνιστά έλλειψη προδικασίας και καθιστά την αγωγή αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, το απαράδεκτο δε αυτό ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, ως αναγόμενο στην προδικασία, η οποία αφορά στη δημόσια τάξη, το δε δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για τον λόγο αυτό (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 1871/1999). Ειδικότερα, για τη θεμελίωση και το ορισμένο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται αποζημίωση, που στηρίζεται σε αδικοπραξία, πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής η πράξη ή παράλειψη (ανθρώπινη συμπεριφορά) του εναγομένου, το παράνομο αυτής, η υπαιτιότητά του (δόλος ή αμέλεια), η ζημία που υπέστη ο ενάγων και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και της ζημίας (ΑΠ 542/2011, ΑΠ 462/2011). Επί παράνομης δε αφαίρεσης πράγματος (άρθρο 934 ΑΚ), ως προς το οποίο υφίσταται αδυναμία αυτούσιας απόδοσής του ή έλλειψη συμφέροντος του δικαιούχου αυτού στην αυτούσια απόδοσή του, η αποζημίωση περιλαμβάνει την αξία του πράγματος κατά τον χρόνο της πρώτης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, συζήτησης της υπόθεσης (ΑΠ 1050/1998, ΑΠ 1234/1995) και, συνεπώς, αναγκαίο στοιχείο για το ορισμένο της αγωγής αποζημίωσης είναι η αξία του πράγματος κατά την πρώτη επ` ακροατηρίω συζήτηση της αγωγής (ΑΠ 1421/2022, ΑΠ 640/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο δεύτερος των εφεσιβλήτων παραθέτει,  στην υπό κρίση αγωγή, έναν κατάλογο κινητών πραγμάτων, που, κατά τους ισχυρισμούς του, εκλάπησαν από τους εκκαλούντες, αναγράφοντας δίπλα στο κάθε είδος την αξία του. Ειδικότερα, τον κατάλογο αυτόν τον χωρίζει σε δύο μέρη, στο πρώτο των οποίων αναφέρει «ΑΓΟΡΑ ΜΑΓΑΖΙΟΥ 25.000 ΕΥΡΩ» και στο δεύτερο «ΑΓΟΡΕΣ ΜΕΤΑ ΤΟΥΣ ΕΠΟΜΕΝΟΥΣ ΜΗΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ». Την συνολική δε αξία των κλαπέντων αντικειμένων του δεύτερου μέρους προσδιορίζει σε 27.233,16 ευρώ. Όπως έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι εκκαλούντες αφαίρεσαν όλον τον εξοπλισμό του καταστήματος του δεύτερου εφεσίβλητου, ο οποίος (εξοπλισμός) εν μέρει είχε αποκτηθεί ως περιλαμβανόμενος στην αγορασθείσα από τον δεύτερο εφεσίβλητο  επιχείρηση και εν μέρει είχε αγορασθεί στη συνέχεια με δαπάνες αυτού, σύμφωνα με την ως άνω διάκριση, που αυτός έκανε στην αγωγή. Ειδικότερα, έγινε δεκτό, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι «Ο εξοπλισμός αυτός του καταστήματος, που αποκτήθηκε με την αγορά του, είχε αξία 10.000 ευρώ (ήτοι αποτελείτο από ψυγείο, πάγκο, πλυντήριο πιάτων, τραπεζοκαθίσματα, φούρνο μικροκυμάτων, φούσκα, μοτέρ απορροφητήρα, πυροσβεστήρα, ψυγείο κάβας, κουρτίνες, μαχαιροπίρουνα, τρόφιμα, ποτά τραπεζομάντηλα, καυστήρα καλοριφέρ, λάντζα, ντουλάπια, καφετιέρα, μίξερ, πιάτα, ποτήρια, τηλέφωνο, σχάρες, ψησταριά, πετσέτες, υαλικά, χαρτικά, απορρυπαντικά, φωτιστικά, τοστιέρα, μίξερ). Επίσης, ο εξοπλισμός, που αποκτήθηκε από το β’ των εναγόντων κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του καταστήματος, αποδείχθηκε ότι αποτελείτο από τα εξής αντικείμενα: α) τηλεόραση plasma 50″ Samsung αξίας 6.805 Ευρώ, β) ταμειακή μηχανή, μάρκας casio αξίας 464 Ευρώ, γ) καφετιέρα εσπρέσσο danesi system αξίας 285,60 Ευρώ, δ) σύστημα συναγερμού, αξίας 327,26 Ευρώ ε) επιγραφή αλουμινίου, αξίας 380,80 Ευρώ, στ) καρβουνιέρα, αξίας 238,00 Ευρώ, ζ) υαλικά αξίας 130,98 Ευρώ, η) χαρτικά αξίας 41,57 Ευρώ, θ) φριτέζα αξίας 171,36 Ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας, 8.844,57 Ευρώ». Όμως, τα ανωτέρω είδη, που έγινε δεκτό με την πρωτόδικη απόφαση ότι υπήρχαν στο κατάστημα του δεύτερου εφεσίβλητου και ότι εκλάπησαν από τους εκκαλούντες, δεν περιγράφονται επαρκώς, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς τους, προκειμένου να παρασχεθεί στους μεν εκκαλούντες-εναγομένους η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο της αγωγής. Ειδικότερα, Α) Ως προς το ψυγείο, το πλυντήριο πιάτων, τον φούρνο μικροκυμάτων, τη φούσκα, το μοτέρ, τον απορροφητήρα, τον πυροσβεστήρα, το ψυγείο κάβας, τον καυστήρα καλοριφέρ, τη λάντζα, την καφετιέρα, το μίξερ, το τηλέφωνο, την ψησταριά, την τοστιέρα, το μίξερ, το σύστημα συναγερμού, την καρβουνιέρα και την φριτέζα δεν αναφέρονται ούτε ο τύπος τους, ούτε η παλαιότητά τους, ως προς δε τον πάγκο και την επιγραφή αλουμινίου δεν αναφέρονται οι διαστάσεις τους. Β) Ως προς την τηλεόραση, την ταμειακή μηχανή, την καφετιέρα εσπρέσσο δεν αναφέρεται η παλαιότητά τους. Γ) Ως προς τα τραπεζοκαθίσματα, τις κουρτίνες, τα μαχαιροπίρουνα, τα τρόφιμα, τα ποτά, τα τραπεζομάντηλα, τα ντουλάπια, τα πιάτα, τα ποτήρια, τις σχάρες, τις πετσέτες, τα υαλικά, τα χαρτικά, τα απορρυπαντικά, τα φωτιστικά, προεχόντως δεν αναφέρεται ο αριθμός τους. Επομένως, ως προς τα ανωτέρω, η αγωγή είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα (ΑΠ 1421/2022). Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι ουδόλως προσδιορίζεται στην αγωγή, όπως έπρεπε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αξία των κλαπέντων πραγμάτων, κατά τον χρόνο της πρώτης επ’ ακροατηρίω συζήτησης, αλλά για ορισμένα μεν εξ αυτών η αξία τους ανάγεται στον χρόνο αγοράς της επιχείρησης από τον δεύτερο εφεσίβλητο, ενώ για τα υπόλοιπα (αορίστως) στο επόμενο χρονικό διάστημα λειτουργίας της επιχείρησης. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η αγωγή, ως προς τα ανωτέρω κονδύλια, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, στην περίπτωση που αφαιρέθηκε πράγμα με παράνομη πράξη, ο δικαιούχος μπορεί να ζητήσει αποκλειστικά την αυτούσια απόδοση αυτού, καθώς και αποζημίωση για τη στέρησή του, ενώ πλήρη αποζημίωση δικαιούται να ζητήσει μόνο σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης του πράγματος ή έλλειψης συμφέροντος αυτού στην αυτούσια απόδοσή του. Όπως δε προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής, ουδόλως γίνεται επίκληση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης των κλαπέντων ή έλλειψης συμφέροντος του δικαιούχου στην αυτούσια απόδοσή τους. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για μη απόρριψη των ως άνω κονδυλίων της αγωγής ως αόριστων, είναι βάσιμος.

Περαιτέρω, από την εκτίμηση των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Μεταξύ των εφεσιβλήτων και του πρώτου των εκκαλούντων υπήρχαν οικονομικές διαφορές, με αφορμή τη λειτουργία καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφενείου-μπαρ) με την επωνυμία «Τα φιλαράκια», που λειτουργούσε στο όνομα του δεύτερου εφεσίβλητου, …………. και βρισκόταν στην οδό ………….. στα …….. του Πειραιά. Συγκεκριμένα,  ο πρώτος των εκκαλούντων, που είχε στενές φιλικές σχέσεις με τον πρώτο εφεσίβλητο, είχε δανείσει το ποσό των 10.000 ευρώ στον δεύτερο των εφεσιβλήτων, υιό του πρώτου, για την αγορά του καταστήματος αυτού, που το λειτουργούσε ο ίδιος (δεύτερος εφεσίβλητος), χωρίς να συνταχθεί έγγραφο για το δάνειο αυτό, δεδομένων των σχέσεων εμπιστοσύνης που είχαν μεταξύ τους. Το κατάστημα αυτό αγοράσθηκε με τον εξοπλισμό του από τον δεύτερο εφεσίβλητο, ο οποίος έκανε σ’ αυτό προσθήκες και βελτιώσεις, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, ενέργειες στις οποίες ο πρώτος εκκαλών συμμετείχε ενεργά, παρέχοντας στους εφεσιβλήτους, πατέρα και υιό, επιπλέον συνδρομή, είτε με την παρουσία του και έμπρακτη βοήθειά του, είτε με περαιτέρω οικονομικές διευκολύνσεις, όπως διαθέτοντας την πιστωτική κάρτα της συζύγου του για την αγορά μέρους του εξοπλισμού αυτού. Ωστόσο, μετά από κάποιους μήνες λειτουργίας του εν λόγω καταστήματος, εμφανίστηκαν οικονομικά προβλήματα, που κλόνισαν τις άλλοτε πολύ θερμές σχέσεις των εφεσιβλήτων και του πρώτου των εκκαλούντων, διότι το κατάστημα δεν ήταν ιδιαίτερα αποδοτικό, με συνέπεια να μην δύναται ο δεύτερος των εφεσιβλήτων να αποπληρώσει το δάνειο στον ανωτέρω και γίνονταν συζητήσεις είτε να πωληθεί το κατάστημα σε τρίτο, είτε ακόμη και να μεταβιβασθεί στον πρώτο των εκκαλούντων. Την 12-9-2006, δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ των εφεσιβλήτων και των 2ου και 3ου των εκκαλούντων, οι οποίοι, παρουσία θαμώνων του καταστήματος και ενεργώντας εμφανώς προς υπεράσπιση των συμφερόντων του πρώτου των εκκαλούντων, άρχισαν να απειλούν τους εφεσιβλήτους με τις φράσεις «σήμερα θα πεθάνετε και το μαγαζί θα σας το κάψουμε» και εξυβρίζοντάς τους με τις λέξεις «πούστηδες, κωλομανιάτες, μαλάκες» και τους επιτέθηκαν, οπότε οι εφεσίβλητοι αποχώρησαν, ο πρώτος χωρίς τραύματα και ο δεύτερος με όλως ελαφρές σωματικές βλάβες. Επέστρεψαν όμως, λίγη ώρα αργότερα και, με ξύλα στα χέρια, επιτέθηκαν στους δεύτερο και τρίτο των εκκαλούντων, προκαλώντας τους σωματικές βλάβες. Λόγω δε της βιαιότητας του συμβάντος, αποχώρησαν από το κατάστημά τους, αφήνοντάς το αφύλαχτο. Την επόμενη ημέρα και ενώ οι εφεσίβλητοι απουσίαζαν από το κατάστημα, αλλά και από την περιοχή του Πειραιά, οι εκκαλούντες, μαζί με άλλους άγνωστους άνδρες, μετέβησαν στο εν λόγω κατάστημα, καφενείο-μπαρ και, αφού εισήλθαν σε αυτό, αφαίρεσαν όλον τον εξοπλισμό του. Επίσης, οι ανωτέρω έθραυσαν με πρόθεση την τζαμαρία του καταστήματος και κατέστρεψαν την ταμειακή μηχανή αυτού, καθιστώντας έτσι ανέφικτη τη χρήση τους. Η εν λόγω πράξη τους έγινε αντιληπτή από την σύζυγο και την θυγατέρα του πρώτου των εφεσιβλήτων και μητέρα και αδελφή του δεύτερου εξ αυτών, ήτοι από τις ……………. και ………., οι οποίες τηλεφώνησαν στην αστυνομία για να καταγγείλουν την κλοπή, πλην όμως, παρόλο που μετέβησαν τρία περιπολικά στο σημείο, δεν σταμάτησαν τη δράση των εναγομένων και των άγνωστων ανδρών, λόγω της απουσίας από το περιστατικό του δεύτερου των εφεσιβλήτων. Τα ανωτέρω γεγονότα αποτέλεσαν αφορμή για την υποβολή μηνύσεων εκατέρωθεν και οι εκκαλούντες παραπέμφθηκαν κατηγορούμενοι για τα αδικήματα της κλοπής αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, της απλής σωματικής βλάβης από κοινού κατά συρροή τετελεσμένης και σε απόπειρα, της απειλής κατά μόνας από κοινού κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση, της εξύβρισης από κοινού κατά συρροή, της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας κατά μόνας και από κοινού κατ’ εξακολούθηση, της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, ενώ οι εφεσίβλητοι για τα αδικήματα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού κατά συρροή (ο δεύτερος) και της ηθικής αυτουργίας στην άνω πράξη (ο πρώτος). Δυνάμει δε της με αριθμό 1576, 1629/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, οι τρεις πρώτοι των εκκαλούντων καταδικάστηκαν τελεσίδικα για το αδίκημα της κλοπής αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ενώ για την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας κατά μόνας και από κοινού κατ’ εξακολούθηση κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση και διαβιβάστηκε η υπόθεση στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, προκειμένου να τη θέσει στο αρχείο, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 4198/2013. Σημειώνεται δε ότι για την πράξη της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης σε βάρος του δεύτερου εφεσίβλητου, για την οποία κατηγορούνταν οι δεύτερος και τρίτος των εκκαλούντων, είχε παύσει η ποινική τους δίωξη, κατά την πρωτοβάθμια δίκη, λόγω παραγραφής, με την υπ’ αριθμ. ΒΤ 2650/2013 απόφαση του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Ωστόσο, οι τρεις πρώτοι των εκκαλούντων κρίνεται ότι πρέπει να καταβάλουν στον δεύτερο εφεσίβλητο το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητάς του, που προκλήθηκε από τις εξυβρίσεις, απειλές και τις όλως ελαφρές σωματικές βλάβες του, κατά το προαναφερόμενο συμβάν, το οποίο (ποσό) κρίνεται από το Δικαστήριο ως δίκαιο και εύλογο, λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό του πταίσματος αυτών, το είδος της προσβολής, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών και όλες εν γένει τις συνθήκες. Επίσης, οφείλουν να καταβάλουν στον πρώτο εφεσίβλητο, ευθυνόμενοι σε ολόκληρο, το ποσό των 1.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω  ηθικής βλάβης, που υπέστη, από την προσβολή της προσωπικότητάς του, ένεκα των εξυβρίσεων και απειλών σε βάρος του, το οποίο κρίνεται δίκαιο και εύλογο, λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό του πταίσματος αυτών, το είδος της προσβολής, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών και όλες εν γένει τις συνθήκες. Εξάλλου, ο πρώτος εκκαλών προέβαλε νομίμως και επανέφερε με τον τρίτο  λόγο της έφεσης την ένσταση συμψηφισμού ανταπαίτησής του, ποσού 5000 ευρώ, που ισχυρίζεται ότι έχει κατά του δευτέρου των αντιδίκων του. Η συγκεκριμένη ένσταση συμψηφισμού (άρθρ. 440 ΑΚ) ορθώς απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμη, κατ’ άρθρο 450 παρ.1 ΑΚ, διότι η απαίτηση κατά της οποίας προτείνεται ο συμψηφισμός προέρχεται από αδικοπραξία, διαπραχθείσα με δόλο. Συνεπώς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο σχετικός τρίτος λόγος της υπό κρίση έφεσης. Περαιτέρω, οι εκκαλούντες είχαν προβάλει πρωτοδίκως την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), την οποία επανέφεραν με λόγο έφεσης στο Εφετείο. Όμως, η ένσταση αυτή είναι αόριστη και απορριπτέα, καθόσον, πέραν της άρνησης της αγωγής και του ισχυρισμού για την άσκησή της λίγες μέρες πριν την παραγραφή των αξιώσεων των αντιδίκων τους, δεν προβάλλουν κάποια άλλα περιστατικά προς θεμελίωσή της. Επομένως, ορθώς απορρίφθηκε η ένσταση αυτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο σχετικός πέμπτος λόγος της υπό κρίση έφεσης. Συνεπώς,  πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, ήδη εκκαλούντες και να υποχρεωθούν αυτοί, ευθυνόμενοι σε ολόκληρο, να καταβάλουν α) στον πρώτο των εναγόντων, ήδη εφεσιβλήτων, το ποσό των 1.000 ευρώ και β) στον δεύτερο των εναγόντων, ήδη εφεσιβλήτων, 2.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίησή τους λόγω ηθικής βλάβης, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ενόψει των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθώς μεν έκρινε ως προς την επιδίκαση των κονδυλίων για την ηθική βλάβη των εφεσιβλήτων. Έσφαλε, όμως, όσον αφορά στην επιδίκαση αποζημίωσης υπέρ του δεύτερου εφεσίβλητου. Συνεπώς, πρέπει α) να απορριφθεί η έφεση ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο και β) να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ’ ουσία σε σχέση με τον δεύτερο εφεσίβλητο και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη εν μέρει, ειδικότερα δε να περιορισθεί το ποσό, που οφείλουν να του καταβάλουν οι αντίδικοί του στο ορισθέν πρωτοδίκως για την χρηματική του ικανοποίηση. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της ως άνω έφεσης στους καταθέσαντες (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρ. 178, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση κατά το τυπικό της μέρος.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση ως προς τον πρώτο των εφεσιβλήτων-εναγόντων κατά το ουσιαστικό της μέρος.

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση κατά το ουσιαστικό της μέρος ως προς τον δεύτερο των εφεσιβλήτων-εναγόντων.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ εν μέρει την εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 671/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική  διαδικασία ως προς τον δεύτερο εφεσίβλητο.

ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙ το ποσό, που επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση στον δεύτερο εφεσίβλητο, σε βάρος των αντιδίκων του, στο ορισθέν για την χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της έφεσης, στους καταθέσαντες.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 28 Απριλίου 2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ