ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός 279/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Σωκράτη Γαβαλά Εφέτη και Βασίλειο Τζελέπη Εφέτη – Εισηγητή και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ………………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
Α. ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Στέφα (Δ.Ε ΣΤΕΦΑΣ – ΤΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ) (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 ΚΠολΔ).
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ναυτιλιακής εταιρίας πλοίων αναψυχής με την επωνυμία «…………..» με έδρα τον Πειραιά, οδός ……………, νομίμως εκπροσωπούμενης, 2) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………..», και το διακριτικό τίτλο «………..» που εδρεύει στη …………… Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενης, εκ των οποίων η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Κορωναίο και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Χρύσα Πετρουλέα (Δ.Ε. ΠΑΠΑΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 ΚΠολΔ αμφότεροι.
Β.ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………..», και το διακριτικό τίτλο «………..» που εδρεύει στη …………… Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Χρύσα Πετρουλέα (Δ.Ε. ΠΑΠΑΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ) (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 ΚΠολΔ).
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ναυτιλιακής εταιρίας πλοίων αναψυχής με την επωνυμία «…………» με έδρα τον Πειραιά, οδός ……………., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Κορωναίο (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 ΚΠολΔ).
Ο ενάγων – εκκαλών με την από 11.2.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2021) αγωγή του προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών) ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Η εφεσίβλητη – προσεπικαλούσα – παρεμπιπτόντως ενάγουσα άσκησε την από 12-4-2021 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………../2021 και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτή. Η εκκαλούσα – προσθέτως παρεμβαίνουσα ασφαλιστική εταιρεία άσκησε την από 17-5-2021 πρόσθετη παρέμβαση με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………./2021 και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτή.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), το οποίο δίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αφού συνεκδίκασε την αγωγή, την ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση, με την με αριθμό 3881/2023 οριστική απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και την ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση και εν μέρει την ενωμένη σ’ αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού:
Α] Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 23.2.2024 (ΓΑΚ /ΕΑΚ ………/2024 Πρωτ ), έφεσή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε στο παρόν Δικαστήριο με την ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2024 πράξη της Γραμματέως του Δικαστηρίου αυτού αρχικά για τη δικάσιμο της 20.2.2025 και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν.
Β) Η παρεμβαίνουσα – παρεμπιπτόντως εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την από 26.2.2024 (ΓΑΚ /ΕΑΚ ………./2024 έφεσή της, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε, στο παρόν Δικαστήριο με την ΓΑΚ/ ΕΑΚ …………./2024 πράξη της Γραμματέως του Δικαστηρίου αρχικά για τη δικάσιμο της 20.2.2025 και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν.
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου η υπόθεση, όπου άπαντες οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν, αλλά προκατέθεσαν τις προτάσεις τους, με σχετική δήλωσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ότι συμφωνούν να συζητηθεί η ένδικη έφεση, χωρίς να παρασταθούν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες αντίθετες εφέσεις και δη: Α] Η από 23.2.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……….. Πρωτ) έφεση του εν μέρει ηττηθέντος πρωτοδίκως ενάγοντος κατά της υπ’ αριθ. 3881/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά Τμήματος Ναυτικών Διαφορών που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία την από 11.2.2021 με ΓΑΚ /ΕΑΚ ………/2021 αγωγή και Β] Η από 26.2.2024 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2024 Πρωτ έφεση της ηττηθείσας εν μέρει πρωτοδίκως παρεμπιπτόντως εναγομένης κατά της ίδιας ως άνω απόφασης, αρμοδίως φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 19 περ. β’ ΚΠολΔ και πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας (άρθρο 524 § 1 εδ. α’ σε συνδ. με άρθρα 31, 246 ΚΠολΔ), ως στρεφόμενες κατά της αυτής απόφασης και υπαγόμενες στην ίδια ως άνω τακτική διαδικασία και η συνεκδίκασή τους επιβάλλεται, ώστε να επιταχυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να επέλθει μείωση των εξόδων, κυρίως όμως για να αποτραπεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων (ΑΠ 1270/2015). Περαιτέρω, οι ένδικες εφέσεις έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 § 1 εδ. α’ στοιχ. β», 516 § 1, 517 εδ. α’, 518 § 1 εδαφ. α’ και συνδ. 144 επ. και 520 § 1 ΚΠολΔ, εφόσον το δικόγραφο της υπό στοιχείο Α΄ έφεσης έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 23.2.2024 και το δικόγραφο της υπό στοιχείο Β΄έφεσης έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 26.2.2024, ήτοι εντός της 30μερης προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ (όπως αντικ. με το άρθρο 1 άρθρο 3ο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α’ 87/23.07.2015, ισχύς για τα κατατιθέμενα ένδικα μέσα από 01.01.2016, άρθρο 1 άρθρο 9ο παρ. 2 του Ν. 4335/2015) από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, η οποία έλαβε χώρα στις 26.1.2024 (βλ. την από 26.1.22024 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ……….. που έχει τεθεί στο επιδοθέν επικυρωμένο αντίγραφο της εκκαλουμένης) καταβλήθηκε δε από κάθε εκκαλούντα το προσήκον παράβολο, κατατεθέντων: α] του υπ’ αριθ. ……/2024 e- παραβόλου του Δημοσίου, συνολικού ποσού 150 ευρώ κατά την άσκηση της υπό στοιχείο [Α] έφεσης και β] του υπ’ αριθ. …… e-παραβόλου του Δημοσίου, συνολικού ποσού 150 ευρώ κατά την άσκηση της υπό στοιχείο [Β], από 26.2.2024 (αριθ. εκθ. καταθ. …………./2024) ένδικης έφεσης, κατ’ άρθρο 495 § 3 εδαφ. γ και εδαφ. τελ. ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως, οι ανωτέρω ένδικες εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν, ήτοι ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια με την πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία. Σημειωτέον ότι η υπό στοιχείο Α΄έφεση έφεση απευθύνθηκε εκ περισσού και κατά της προσθέτως παρεμβαίνουσας στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία, όμως, δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς αυτήν αλλά εκτιμάται ως κλήτευσή της, καθώς ο προσθέτως παρεμβάς πρέπει να καλείται στη συζήτηση της εφέσεως σύμφωνα με τα άρθρα 82 εδαφ γ΄ και 81 παρ 3 ΚΠολΔ (πρβλ ΑΠ 1033/2014, ΝΟΜΟΣ).
ΙI. Με την από 11.2.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2021) αγωγή του ο ενάγων και ήδη εκκαλών της υπό στοιχείο Α΄ έφεσης εξέθετε ότι με το υπό ελληνική σημαία επαγγελματικό τουριστικό σκάφος «Π» (αριθμός Νηολογίου Πειραιά ……), πλοιοκτησίας του, παρείχε στις 14/15-7-2020, επιθαλάσσια αρωγή στην υπό ελληνική σημαία ιστιοπλοϊκή θαλαμηγό «Α» (πρώην «I»), νηολογίου ……. αρ. …. (Ζ) και πλοιοκτησίας της εναγομένης, το οποίο έπλεε ακυβέρνητο στην περιοχή κάβου Μακρυκέφαλου της νήσου Μυκόνου, υπό τις ειδικότερες περιστάσεις που περιγράφονται στην αγωγή. Ότι το πλοίο του υπέστη βλάβες σε διάφορα σημεία του, όπως ειδικότερα αναλύεται στην αγωγή, για την αποκατάσταση των οποίων θα απαιτηθεί το ποσό των 106.810 ευρώ (πλέον ΦΠΑ 24%), ο ίδιος δε δικαιούται αμοιβής για την χορηγηθείσα υπ’ αυτού επιθαλάσσια αρωγή, ανερχομένη στο ποσό των ευρώ 267.444 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω, ο ενάγων, ζητεί να υποχρεωθεί να του καταβάλει η εναγομένη το ποσό των 267.444 ευρώ για υπηρεσίες επιθαλάσσιας αρωγής, νομιμοτόκως από την επομένη του επίδικου συμβάντος, ήτοι από τις 15-7- 2020 και μέχρι τη πλήρη εξόφληση, άλλως από την επίδοση της υπό κρίση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, επικουρικώς δε να υποχρεωθεί να του καταβάλει η εναγομένη το ποσό των 132.444 ευρώ για τις προκληθείσες ζημίες στο σκάφος του (106.810 ευρώ πλέον 24% ΦΠΑ), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής καθώς και το ποσό των 135.000 ευρώ ως εύλογη αμοιβή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες διάσωσης του σκάφους του εναγομένου νομιμοτόκως από τις 14-7-2020, συνολικά δε το ποσό των 267.444 ευρώ και να καταδικαστεί η εναγόμενη στα δικαστικά του έξοδα. Με τη συνεκδικασθείσα πρωτοβαθμίως από 12-4-2021 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………../2021, όπως αυτή παραδεκτώς περιορίστηκε με τις νομότυπα και εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με τροπή κατά το άρθρο 223 ΚΠολΔ εν όλω του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, η εναγόμενη της κύριας αγωγής, επικαλούμενη ότι έχει ασκηθεί εναντίον της η ως άνω κύρια αγωγή, το δικόγραφο της οποίας έχει ενσωματώσει στο δικόγραφο της, ισχυρίζεται ότι έχει συνάψει σύμβαση ασφάλισης της με την καθ’ ης προσεπικαλούμενη- παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, που ίσχυε κατά το χρόνο που επήλθε ο κίνδυνος, για το ανωτέρω πλοίο της «Α», με διάρκεια ασφάλισης από 13-7-2020 έως 13-1-2021, για ζημίες που τυχόν θα προκαλούνταν σε αυτό και στις μηχανές αυτού έως του ποσού των 378.234 ευρώ καθώς και για αστική ευθύνη προς τρίτους έως του ποσού του 1.000.000 ευρώ, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που συμφωνήθηκαν μεταξύ τους. Ότι, μολονότι αρνείται την ύπαρξη αστικής της ευθύνης, έχει δικαίωμα να ζητήσει να υποχρεωθεί η προσεπικαλούμενη να της καταβάλει κάθε ποσό, που η ίδια ενδέχεται να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα. Με βάση το ιστορικό αυτό, προσεπικαλεί την προσεπικαλούμενη να παρέμβει υπέρ αυτής στην κύρια δίκη και ζητά σε περίπτωση ήττας της, να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να της καταβάλει, οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής, νομιμοτόκως μέχρι την πλήρη εξόφληση και να καταδικαστεί η καθ’ ης στα δικαστικά της έξοδα. Επί των συνεκδικασθέντων ανωτέρω δικογράφων εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 3881/2023 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία δικάζοντας, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, έκρινε αυτά ως νόμιμα και δη η κύρια αγωγή ως ερειδόμενη επί των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 6, 8, 10, 12, 13 και 24 της Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου του 1989 για την επιθαλάσσια αρωγή, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 246, 247, 248, 251, 252 και 254 του ΚΙΝΔ που εφαρμόζονται συμπληρωματικά κατ’ άρθρο 13 παρ. 2 της ανωτέρω Διεθνούς Σύμβασης, η δε προσεπίκληση–παρεμπίπτουσα αγωγή στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 346 ΑΚ, 31 παρ. 1, 88, 89, 91, 118, 176, 215 παρ. 1, 217, 226, 283 ΚΠολΔ. Δέχθηκε εν μέρει κατ’ ουσίαν την από 11-2-2021 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………/2021 αγωγή, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρι την οριστική εξόφληση, επέβαλε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης και της υπέρ της εναγομένης προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία καθόρισε στο ποσό των εξακοσίων εβδομήντα πέντε (675) ευρώ, δέχθηκε την από 12-4-2021 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………/2021 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση και εν μέρει την ενωμένη σ’ αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή, αναγνώρισε την υποχρέωση της καθ’ ης η προσεπίκληση-παρεμπιπτόντως εναγόμενης να καταβάλει στην προσεπικαλούσα-παρεμπιπτόντως ενάγουσα το συνολικό ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, επιπλέον δε και τους νόμιμους τόκους και τα δικαστικά έξοδα που θα καταβάλει στον ενάγοντα, τα ποσά δε αυτά (κεφάλαιο, τόκοι, έξοδα) εντόκως νομίμως από την επομένη της επιδόσεως της (παρεμπίπτουσας) αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και επέβαλε μέρος της δικαστικής δαπάνης της προσεπικαλούσας-παρεμπιπτόντως ενάγουσας σε βάρος της καθ’ ης η προσεπίκληση-παρεμπιπτόντως εναγομένης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν ογδόντα πέντε (1.185) ευρώ.
ΙΙΙ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται ήδη οι εκκαλούντες με τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις τους και ειδικότερα: Α] Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την υπό στοιχείο [Α] από 23.2.2024 (ΓΑΚ /ΕΑΚ ……../2024 Πρωτ) κρινόμενη έφεση του και με τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, προκειμένου να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η από 11.2.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2021) αγωγή του και Β] η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη εκκαλούσα με την υπό στοιχείο (Β) από 26.2.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2024) κρινόμενη έφεση της και με τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη προκειμένου να απορριφθεί η από 12-4-2021 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………./2021.
IV. Στην ελληνική νομοθεσία υπάρχουν τρία νομοθετικά κείμενα, που ρυθμίζουν τις έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, που απορρέουν από την επιθαλάσσια αρωγή. Αυτά είναι κατά χρονολογική σειρά: α) ή Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών του 1910 για την επιθαλάσσια αρωγή και τη ναυαγιαίρεση, η οποία κυρώθηκε με το ν. ΓΩΠΣΤ/1911, β) οι διατάξεις του δέκατου τρίτου τίτλου του ΚΙΝΔ «περί των εκ της επιθαλασσίου αρωγής απαιτήσεων» και γ) η Διεθνής Σύμβαση του Λονδίνου του 1989 για την επιθαλάσσια αρωγή, με τις συνημμένες δύο ερμηνευτικές δηλώσεις, οι οποίες κυρώθηκαν με το ν. 2391/1996. Η τελευταία Διεθνής Σύμβαση άρχισε να ισχύει διεθνώς και στην Ελλάδα στις 3 Ιουνίου 1997, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 29 αυτής (βλ. ανακοίνωση ΥΠΕΞ της 19-6/4-7-1996 στον ΚΝοΒ 1996 σελ. 998). Κατά το άρθρο 2 της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, αυτή καταλαμβάνει τις δικαστικές ή διοικητικές διαδικασίες, που αφορούν θέματα που ρυθμίζονται από αυτήν, οποτεδήποτε οι διαδικασίες αυτές εισάγονται σε Κράτος – Μέλος, δηλαδή διέπει, μεταξύ άλλων, και τις σχετικές υποθέσεις που εισάγονται στα ελληνικά δικαστήρια, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια του αρωγού ή του βοηθούμενου πλοίου και χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο αλλοδαπότητας της διαφοράς (Α. Αντάπαση: Θαλάσσια αρωγή και διάσωση, εκδ. 1992, Ι σελ. 151). Εξάλλου, εφόσον η Ελλάδα δεν διατύπωσε καμία επιφύλαξη από αυτές που προβλέπει το άρθρο της Σύμβασης (βλ. CMIYearbook 1999, σελ. 457 – 459), οι διατάξεις αυτές διέπουν και τις εσωτερικές θαλάσσιες αρωγές, δηλαδή αυτές που παρέχονται σε εσωτερικά ύδατα και από (ή σε) πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας. Η διεθνής αυτή σύμβαση καταργεί το δίκαιο της Σύμβασης των Βρυξελλών του 1910 και όσες διατάξεις του ΚΙΝΔ ρυθμίζουν τα θέματα, τα οποία υπάγονται στη ρύθμιση της νέας Σύμβασης (ΕφΠειρ 516/2010 ΕΝΔ 38.442, σχόλια Ι. Κοροτζή σε Ναυτική Δικαιοσύνη 2002, σελ. 54-55). Για τους σκοπούς της Διεθνούς Συμβάσεως αυτής κατ` άρθρο 1α επιχείρηση θαλάσσιας αρωγής σημαίνει κάθε πράξη ή δραστηριότητα, που αποσκοπεί στην παροχή βοήθειας σε πλοίο ή οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο, που βρίσκεται σε κίνδυνο σε οποιαδήποτε ύδατα, πλεύσιμα ή μη. Διακρίνεται σε αρωγή διεπόμενη από (μόνο) τον νόμο, αρωγή διεπόμενη από σύμβαση συναφθείσα υπό την επήρεια του κινδύνου και αρωγή διεπόμενη από σύμβαση προγενέστερη του κινδύνου. Η διεπόμενη από το νόμο (τη Διεθνή Σύμβαση) αρωγή δημιουργεί υπέρ του αρωγού αξίωση αμοιβής. Η εκ του νόμου αξίωση αμοιβής κατ` άρθρα 12,13 παρ.3 προϋποθέτει ωφέλιμο αποτέλεσμα της αρωγής και περιορίζει την αξίωση αμοιβής μέχρι της αξίας των σωθέντων. Ο περιορισμός δεν ισχύει για τη σύμβαση αρωγής που μπορεί να συναφθεί ελεύθερα. Η σύμβαση αρωγής κατ` άρθρα 6,14 και 17 αποκλείει τη μεταξύ των συμβαλλομένων γένεση των εκ του νόμου υποχρεώσεων ή αξιώσεων αμοιβής και εξόδων, εκτός αν η σύμβαση ορίζει διαφορετικά (ΕφΠειρ 55/2008 ΕΝΔ 36.136). Ο καθορισμός του ύψους της εκ του νόμου αμοιβής από το δικαστήριο γίνεται με βάση τα κριτήρια που περιέχονται στο άρθρο 13 § 1, άσχετα με τη σειρά με την οποία αναφέρονται (ΕφΠειρ 297/2009 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2010.513). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 12 και 13 της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να γεννηθεί το δικαίωμα αμοιβής από πράξεις επιθαλάσσιας αρωγής είναι πράξη ή δραστηριότητα παροχής βοήθειας σε πλοίο ή οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο σε ύδατα κατάλληλα για ναυσιπλοΐα ή σε οποιαδήποτε άλλα ύδατα, κίνδυνος απώλειας ή βλάβης και ωφέλιμο αποτέλεσμα. Όσον αφορά τον κίνδυνο απώλειας ή βλάβης του βοηθούμενου πλοίου, αυτός πρέπει να είναι πραγματικός, έστω και μη άμεσος, αλλά αναμενόμενος με πιθανότητα, που προϋπάρχει από τις σωστικές υπηρεσίες και δεν προκαλείται από αυτές, χωρίς να απαιτείται και αδυναμία ελκτικής ικανότητας ή αυτοδύναμης πρόωσης του πλοίου που κινδυνεύει (Εφ Πειρ 961/2000 ΕΝΔ 29.50). Επίσης είναι αρκετό το γεγονός ότι κατά το χρόνο που δόθηκε η βοήθεια, το αντικείμενο της να αντιμετώπισε οποιαδήποτε ατυχία ή πιθανότητα ατυχίας, η οποία θα μπορούσε να το εκθέσει σε απώλεια ή βλάβη, εάν οι υπηρεσίες της αρωγής δεν παρέχονταν. Ο κίνδυνος πρέπει ακόμη να είναι σοβαρός, η ύπαρξη δε και ο βαθμός αυτού πρέπει να εκτιμηθούν με τη συνολική εξέταση των περιστάσεων που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοιες περιστάσεις που ενδεικτικά μπορούν να υποδηλώσουν κίνδυνο είναι: 1) η εγκατάλειψη του ταξιδιού, 2) η χρήση των σημάτων κινδύνου, εφόσον με αυτά ζητείται βοήθεια εξαιτίας π.χ. των βλαβών του πλοίου, 3) ολική ή ουσιώδης απώλεια των μέσων προώθησης με την παρούσα μείωση της ικανότητας του πλοίου να αντιπαρέλθει δυσκολίες, 4) η απώλεια αγκύρων και αλυσίδων κ.α. (βλ. Ι. Κοροτζή: Το Δίκαιο της Επιθαλάσσιας Αρωγής κατά τον ΚΙΝΔ και τη Σύμβαση των Βρυξελλών του 1910, έκδ. 1988, σελ. 46-48, 52-53, 57-58). Κριτήρια για τον καθορισμό της αμοιβής από την επιθαλάσσια αρωγή αποτελούν : α) η διασωθείσα αξία του πλοίου και των άλλων περιουσιακών στοιχείων, β) η επιτηδειότητα και οι προσπάθειες που κατέβαλε ο αρωγός για να αποτρέψει ή να ελαχιστοποιήσει βλάβη του περιβάλλοντος, γ) το μέγεθος της επιτυχίας που επιτεύχθηκε από τον αρωγό, δ) η φύση και η έκταση του κινδύνου, ε) η επιτηδειότητα και οι προσπάθειες που κατέβαλε ο αρωγός για να σώσει το πλοίο, στ) ο χρόνος που διατέθηκε, οι δαπάνες και οι απώλειες που είχε ο αρωγός, ζ) ο κίνδυνος ευθύνης και άλλοι κίνδυνοι τους οποίους διέτρεξε ο αρωγός ή ο εξοπλισμός του, η) το έγκαιρο των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν, θ) η δυνατότητα διάθεσης και χρησιμοποίησης πλοίων ή άλλου εξοπλισμού που προορίζονται για επιχειρήσεις αρωγής και ι) ο βαθμός ετοιμότητας και επάρκειας του εξοπλισμού του αρωγού και η αξία αυτού (ΕφΠειρ 830/2008 ΕΝΔ 37.50, ΕφΠειρ 4/2008 ΕΝΔ 36.139, Εφ Πειρ 953/2005 ΕΝΔ 34.193, Εφ Πειρ 1172/2005 ΕΝΔ 34.187, Εφ Πειρ 696/2000 ΕΕμπΔ 2001.578, Εφ Πειρ 66/1997 Νομολογία Ναυτικού Τμήματος Εφετείου Πειραιώς 1996-1997, Εφ Πειρ.625/1999 ΕΝΔ 27.176, Εφ Πειρ 779/1994 ΕΝΔ 27.179). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 15 παρ.1 της ανωτέρω Διεθνούς Σύμβασης αν η αρωγή παρασχέθηκε από περισσότερους αρωγούς ο επιμερισμός της αμοιβής μεταξύ των αρωγών γίνεται με βάση τα ως άνω κριτήρια του άρθρου 13 αυτής κατανεμόμενη μεταξύ τους ανάλογα με τη συμβολή καθενός απ` αυτούς στη διάσωση του κινδυνεύοντος πλοίου (πρβλ. ΕφΛαρ 570/2002 Ηλεκτρονική Συλλογή «ΝΟΜΟΣ», ΕφΠειρ 1083/1999 ΝαυτΔικ 1.133, ΕφΠειρ 1171/1997 ΕΝΔ 26.39), η συμφωνία όμως των μερών επικρατεί των πιο πάνω κριτηρίων (ΕφΠειρ 318/2010 ΕΕμπΔ 2011.665, Ι. Κοροτζή «Ναυτικό Δίκαιο» τόμ. 3, σελ. 422-423). Περαιτέρω, ρυμούλκηση είναι η ενέργεια που καταβάλλεται με αμοιβή από το πλοίο, που είναι εφοδιασμένο με κινητήρια δύναμη και έχει ως σκοπό του τη μεταφορά, από τόπο σε τόπο, είτε πλοίου που στερείται γενικά ή κατά ένα μέρος δικής του κινητήριας δύναμης, είτε γενικά οποιουδήποτε επιπλέοντος κατασκευάσματος, με τη βοήθεια ρυμουλκίου (σχοινιού), το οποίο ενώνει το ρυμουλκό με το ρυμουλκούμενο. Η ρυμούλκηση έχει το χαρακτήρα της σύμβασης μίσθωσης έργου, όταν το ρυμουλκούμενο έχει δικό του επαρκές πλήρωμα και είναι κύριο των δικών του κινήσεων, στο πλαίσιο της περιορισμένης δραστηριότητας του και δεν ακολουθεί το ρυμουλκό ως αδρανές σώμα. Στις άλλες περιπτώσεις, όταν δηλαδή το ρυμουλκούμενο δεν έχει δικό του πλήρωμα και δεν είναι κύριο των δικών του κινήσεων, αλλά βρίσκεται στην παραφυλακή του ρυμουλκέα και υπό την εξουσία του πλοιάρχου του ρυμουλκούντος πλοίου και ακολουθεί το ρυμουλκό ως αδρανές σώμα, η ρυμούλκηση χαρακτηρίζεται ως σύμβαση ναύλωσης (ΕφΠειρ 751/2007 ΕΝΔ 36.52). Εξάλλου, η διαφορά της θαλάσσιας αρωγής από την απλή ρυμούλκηση έγκειται ακριβώς στο ότι η πρώτη προϋποθέτει τη συνδρομή σοβαρού κινδύνου απώλειας ή βλάβης του πλοίου, ο οποίος (κίνδυνος) δεν είναι ανάγκη να είναι επικείμενος (άμεσος), αλλά αρκεί να είναι ενδεχόμενος και πιθανός, ενώ στη δεύτερη (ρυμούλκηση) το πλοίο απλώς δεν μπορεί από άλλο λόγο (στέρηση γενικά ή κατά ένα μέρος της δικής του κινητήριας δύναμης) να συνεχίσει τον πλου του και ζητεί την συνδρομή άλλου πλοίου για να συνεχίσει (ΕφΠειρ 893/2013 δημ σε ΝΟΜΟΣ, 24/2011 ΕΕμπΔ 2011.654 ΕφΠειρ 830/2008 ο.π., ΕφΠειρ 73/2008 ΕΝΔ 36.133).
V. Με τον πρώτο λόγο έφεσης ο εκκαλών – ενάγων ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε σιγή ως κατ΄ουσίαν αβάσιμο, χωρίς ειδικήαιτιολογία, το υποβληθέν πρωτοβαθμίως αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με την εξέταση τεχνικών ζητημάτων που αφορούν τις ζημίες του σκάφους του. Ωστόσο ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος καθόσον από τις διατάξεις των άρθρων 368, 387 και 368 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος ή η διάταξη νέας ή επανάληψης ή συμπλήρωσης της αρχικής από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ελέγχεται αναιρετικά, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία, κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο, κατά το άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔ κρίνει ότι χρειάζονται “ειδικές” γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες (ΑΠ 11/2021, ΑΠ 1025/2014, ΑΠ 1088/2014). Πλην όμως, όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εκκαλουμένης απόφασης το Πολυμελές Πρωτοδικείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις έκρινε ότι δεν υπήρχε ανάγκη διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης για το αποδεικτέο θέμα της ζημίας του σκάφους του ενάγοντος, καθώς θεώρησε ότι αυτό δεν αποτελεί ζήτημα που απαιτεί για να γίνει αντιληπτό ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, αρκούμενο στα αποδεικτικά μέσα που εισφέρθηκαν σε αυτό από τους διαδίκους για το σχηματισμό πλήρους δικαστικής πεποίθησης επί του κρίσιμου θέματος απόδειξης.
VI. Από την επανεκτίμηση όλων, ανεξαιρέτως, των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν και τα οποία εκτιμώνται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις προσκομιζόμενες, με επίκληση από τον ενάγοντα υπ’ αριθμ. …/- & ../25-6-2021 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Μυκόνου ……….. των ………… . και του …………… και της υπ’ αριθ. ………/25-6-2021 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της Συμβολαιογράφου Άρτας ………., του ……………., που δόθηκαν κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας (βλ. τις υπ’αριθμ. …, ….. Δ/22-6-2021 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά …………. αντίστοιχα), από την προσκομιζόμενη, με επίκληση, από την εναγομένη υπ’ αριθμ. …../16-6-2021 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς ………., του ……………, που δόθηκε κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος (βλ. την υπ’ αριθμ. ….. Α/8-6-2021 έκθεση επίδοσης προς την ενάγουσα του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………….), την προσκομιζόμενη, με επίκληση, από την προσεπικαλούμενη- προσθέτως παρεμβαίνουσα υπ’ αριθ. ……../25-6-2021 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών …………….που δόθηκε κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος-καθ’ ου η πρόσθετη παρέμβαση (βλ. την υπ’αριθμ…… Β/22-6-2021 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………….), πλην της από 8-7-2021 βεβαίωσης του Ναυπηγού-Μηχανολόγου-Μηχανικού …………., η οποία αποτελεί βεβαίωση τρίτου και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενόψει του γεγονότος ότι πραγματοποιήθηκε, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη, χωρίς να προκύπτει σκοπός άλλης χρήσεως, {ΟλΑΠ 8/1987 ΝοΒ 1988.75, ΑΠ 421/1991 ΕλλΔνη 1992.127), επιπλέον δε την υπ’ αριθ. ………../2025 ένορκη βεβαίωση του ……….. και …………./2025 ένορκη βεβαίωση του ………., οι οποίες ελήφθησαν με επιμέλεια του εκκαλούντος – ενάγοντος για χρήση το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς ………… η πρώτη και της συμβολαιογράφου Βασιλικού Χαλκίδας ……….. η δεύτερη αντιστοίχως, κατόπιν προηγούμενης κλήτευσης των εφεσιβλήτων – εναγομένων ως τούτο προκύπτει από τις προσαγόμενες με επίκληση υπ’ αριθ. ………… Δ /- &5232Δ εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά ……………, (σύμφωνα με το άρθρο 422 παρ. 3, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει από 1η.1.2022 δυνάμει των άρθρων 22 και 120 Ν. 4842/2021, ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων ορίζεται «Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από των τριών (3) για κάθε διάδικο και δύο (2) για την αντίκρουση, για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας») σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων και ήδη εκκαλών της υπό στοιχείο Α έφεσης ……………. είναι πλοιοκτήτης και κυβερνήτης του υπό ελληνική σημαία επαγγελματικού τουριστικού σκάφους αναψυχής με το όνομα «Π.», το οποίο είναι καταχωρισμένο στο νηολόγιο Πειραιά και διαθέτει κύρια μηχανή ισχύος 269 ΗΡ, μήκος περίπου 13,97 μέτρων και πλάτος περίπου 4,80 μέτρων το οποίο εκμεταλλεύεται επαγγελματικώς στον θαλάσσιο τουρισμό. Η εναγομένη – προσεπικαλούσα – παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη είναι η ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία «……………», πλοιοκτήτρια και έχουσα την εκμετάλλευση του επαγγελματικού σκάφους επιθαλάσσιας αρωγής «Α.», κυβερνήτης του οποίου κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν ο …………….. Η καθ’ ης η προσεπίκληση – προσθέτως παρεμβαίνουσα– παρεμπιπτόντως εναγόμενηκαι ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχείο Β΄ έφεσης είναι η ασφαλιστική εταιρεία «……………..», η οποία ως ασφαλίστρια της πρώτης εναγόμενης παρενέβη προσθέτως υπέρ αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι την 14.7.2020 και περί ώρα 21:45 το σκάφος «Α.», ευρισκόμενο στη θαλάσσια περιοχή «ΕΛΙΑ» Μυκόνου, κατέστη ακυβέρνητο λόγω αποκοπής των αγκυρών του και, συνεπεία επιδείνωσης των καιρικών συνθηκών με ανέμους (βόρειους – βορειοδυτικούς, εντάσεως 6 έως 7 Bf, άρχισε να παρασύρεται ανεξέλεγκτα προς το ανοικτό πέλαγος. Ελλείψει διαθέσιμου μέσου της Λιμενικής Αρχής ή ιδιωτικού ρυμουλκού, ειδοποιήθηκε ο ενάγων, ο οποίος περί ώρα 22:10 αποδέχθηκε να συνδράμει και απέπλευσε άμεσα με το σκάφος του από τον όρμο Πλατύ Γιαλού, με πλήρωμα και λιμενικό όργανο. Το ακυβέρνητο σκάφος εντοπίστηκε περί ώρα 22:50 ανοικτά του Κάβου Μακροκέφαλου, υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες, με ανέμους έως 7-8 Bf, παρασυρόμενο με ταχύτητα περίπου 3 ναυτικών μιλίων ανά ώρα προς βραχώδη ακτή της βόρειας Νάξου, την οποία θα προσέγγιζε εντός ολίγων ωρών. Περί ώρα 22:10′ ο ενάγων συμφώνησε στη παροχή σωστικής βοήθειας στο κινδυνεύον σκάφος και απέπλευσε άμεσα από τον όρμο «Πλατύς Γιαλός», με συνεπιβαίνοντες σε αυτό τον ίδιο και τους ………, ………….. (μέλη πληρώματος) καθώς και το λιμενικό ………., προς αναζήτηση του σκάφους αυτού, το οποίο εντέλει εντοπίστηκε, περί ώρα 22:50′, να πλέει στη θαλάσσια περιοχή ανοικτά του Κάβου Μακροκέφαλου, περί τα δυο μίλια ανοιχτά στο πέλαγος και σε στίγμα φ= 37ο 23′ 15’rB, λ:025ο 24′ 59″ Α. Καθ’ ο δε χρόνο το σκάφος του ενάγοντος προσέγγισε το σκάφος «Α », οι καιρικές συνθήκες ήταν ιδιαιτέρως δυσχερείς (τοπικοί άνεμοι της τάξεως των 7- 8 Bf, όπως προκύπτει και από το υπ’ αριθ. πρωτ. 2913/26-8-2020 πιστοποιητικό της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας). Το κινδυνευον σκάφος ανευρέθη ακυβέρνητο, παρασυρόταν με μεγάλη ταχύτητα (περί τα 3 ναυτικά μίλια ανά ώρα) προς βραχώδη ακτή στην περιοχή της βόρειας Νάξου, την οποία θα προσέγγιζε βάσει της απόστασης του από αυτή σε χρονικό διάστημα τριών περίπου ωρών, σύμφωνα και με τις καταθέσεις των ενόρκως βεβαιωσάντων μαρτύρων ………… και ………….. Να σημειωθεί ότι, εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών, δεν υπήρχαν άλλα παραπλέοντα σκάφη για την παροχή σχετικής συνδρομής. Κατόπιν επικοινωνίας του λιμενικού ………… με το Ενιαίο Κέντρο Έρευνας και Διάσωσης του ΕΚΣΕΔ/ΝΤ και προκειμένου να αποφευχθεί πρόσκρουση του ακυβέρνητου σκάφους στις βραχώδεις ακτές της βόρειας Νάξου και ενδεχόμενη πρόκληση θαλάσσιας ρύπανσης, κρίθηκε επιβεβλημένη η ρυμούλκησή του προς ασφαλές αγκυροβόλιο λαμβανομένων υπόψη των επικρατουσών δυσμενών συνθηκών (υψηλός κυματισμός, έλλειψη ορατότητας – σκοτάδι) κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή της ανεύρεσης του κινδυνεύοντος σκάφους. Προς τούτο κρίθηκε ως καταλληλότερος τρόπος παροχής σωστικής υπηρεσίας στο εν λόγω σκάφος η ρυμούλκηση του από το αρωγό σκάφος το οποίο και προσέγγισε το κινδυνεύον, προκειμένου να επιβιβαστεί μέλος του πληρώματος σε αυτό, το οποίο θα επιχειρούσε τη πρόσδεση αυτού ώστε να ξεκινήσει η διαδικασία της ρυμούλκησης, η οποία και επιτεύχθηκε με δυσκολία λόγων κακών καιρικών συνθηκών, μετά δύο διαδοχικών προσπαθειών πρόσδεσης. Στη συνέχεια ο επιβιβασθείς από το σωστικό σκάφος ναύτης ……………., αφού προσέδεσε το κινδυνεύουν σκάφος, μετέβη στο τιμόνι του προκειμένου να ευθυγραμμίσει τη πορεία αυτού με το αρωγό σκάφος «Π.» τηρώντας μια απόσταση ασφαλείας προκειμένου να αποφευχθεί η πρόσκρουση των δυο σκαφών. Υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες το σκάφος «Α.», ρυμουλκούμενο από το αρωγό σκάφος «Π.» κατέπλευσε με ασφάλεια, περί ώρα 00:30′, στον όρμο «Πλατύ Γιαλός» Μυκόνου, όπου και αγκυροβόλησε. Η επιχείρηση διάσωσης του πλοίου διήρκεσε συνολικώς 2 ώρες και 20 λεπτά ενώ τα έξοδα και οι πρόσθετες δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων κατά την παροχή των υπηρεσιών αρωγής, ανήλθαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 800 ευρώ συνολικά, στο οποίο περιλαμβάνονται τα πετρέλαια και η χρήση σχοινιών – κάβων, τα οποία κατανάλωσε το αρωγό σκάφος, λόγω της εντατικής λειτουργίας των μηχανών, μη αποδειχθείσας περαιτέρω δαπάνης, που να προκύπτει από κάποιο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο ή παραστατικό. Επομένως, οι προσπάθειες του ενάγοντος κυβερνήτη του αρωγού σκάφους «Π.» είχαν τελικά θετικό και ωφέλιμο αποτέλεσμα αφού χάρη σε αυτές επετεύχθη η ασφαλής αγκυροβολία του σκάφους «Α.» και απεφεύχθησαν σημαντικοί κίνδυνοι. Με βάση τα ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά από την εκκαλουμένη και δεν αμφισβητήθηκαν ειδικότερα με λόγους έφεσης από κανένα από τους διαδίκους, συνάγεται ότι ο κίνδυνος τον οποίο διέτρεξε το πλοίο της εναγομένης ήταν άμεσος και πραγματικός, οπότε και συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη γέννηση του δικαιώματος αμοιβής του ενάγοντος από επιθαλάσσια αρωγή, δεδομένου ότι οι υπηρεσίες που παρασχέθηκαν υπ’ αυτού ήταν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, υπηρεσίες επιθαλάσσιας αρωγής, και όχι ρυμούλκησης. Ειδικότερα το σκάφος «Α.» τελούσε, κατά τον χρόνο παροχής της βοήθειας, σε κατάσταση πραγματικού και ουσιώδους κινδύνου, ο οποίος δεν ήταν απλώς ενδεχόμενος ή απομακρυσμένος, αλλά συγκεκριμένος και υπαρκτός, δεδομένης της ακυβερνησίας του, των δυσμενών καιρικών συνθηκών και της κατεύθυνσής του προς επικίνδυνη ακτογραμμή. Ακολούθως για τον καθορισμό του ύψους της εύλογης αμοιβής, το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 13 παρ. 1 της οικείας Διεθνούς Σύμβασης, συνεκτιμά ενιαία και αλληλοσυμπληρούμενα τα ακόλουθα κρίσιμα στοιχεία: 1) Η διασωθείσα αξία του σκάφους «Α.», η οποία με βάση τα τεχνικά χαρακτηριστικά του, ήτοι το μέγεθος, την κατηγορία και την ηλικία του, καθώς και από συγκριτικά στοιχεία της αγοράς σκαφών αναψυχής παρόμοιας κατηγορίας, προκύπτει ότι πρόκειται για σκάφος αναψυχής μέσης κατηγορίας, του οποίου η αγοραία αξία κατά τον χρόνο του περιστατικού προσδιορίζεται στο ποσό των 120.000 ευρώ. Η αποτίμηση αυτή συνάγεται από την αξία αντίστοιχων σκαφών μήκους περίπου δέκα έως έντεκα μέτρων και παρόμοιας ηλικίας στην αγορά μεταχειρισμένων σκαφών αναψυχής, όπου η αξία τους κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 100.000 και 140.000 ευρώ. Αντίστοιχα η αξία του σκάφους του ενάγοντος που παρείχε την αρωγή, δηλαδή του σκάφους «Π.», προκύπτει ότι πρόκειται για επαγγελματικό ταχύπλοο σκάφος και χρησιμοποιείται για υπηρεσίες ρυμούλκησης και παροχής θαλάσσιας συνδρομής με βάση δε τα τεχνικά χαρακτηριστικά του, ήτοι το μήκος του, τον εξοπλισμό του και την κατηγορία των επαγγελματικών σκαφών αυτού του τύπου, η αγοραία αξία του μπορεί να προσδιορισθεί περίπου στο ποσό των 180.000 ευρώ. Η αποτίμηση αυτή προκύπτει από συγκριτικά στοιχεία της αγοράς επαγγελματικών σκαφών παρόμοιων διαστάσεων και εξοπλισμού, τα οποία εμφανίζουν αξία μεταξύ 160.000 και 200.000 ευρώ, ανάλογα με την ηλικία και την κατάσταση συντήρησης. 2) Η φύση και η έκταση του κινδύνου αξιολογούνται ως ουσιώδεις, πλην όμως όχι εξαιρετικής έντασης, καθόσον, παρά την ακυβερνησία και τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, δεν αποδείχθηκε ύπαρξη επιπρόσθετων επιβαρυντικών παραγόντων, όπως εισροή υδάτων, πυρκαγιά ή επικείμενη άμεση καταστροφή του σκάφους. 3) Το μέγεθος της επιτυχίας υπήρξε πλήρες, δεδομένου ότι επετεύχθη η διάσωση του πλοίου, πλην όμως το στοιχείο αυτό συνεκτιμάται σε συνδυασμό με τα λοιπά κριτήρια και δεν οδηγεί αυτοτελώς σε επιδίκαση υψηλής αμοιβής. 4) Η επιτηδειότητα και οι προσπάθειες του αρωγού σκάφους κρίνονται επαρκείς και σύμφωνες με τις απαιτήσεις της περίστασης, χωρίς όμως να προκύπτει ότι καταβλήθηκαν εξαιρετικές ή ιδιαίτερα σύνθετες ενέργειες πέραν των συνήθων που απαιτούνται σε ανάλογες επιχειρήσεις. 5) Ο χρόνος που διατέθηκε για την ολοκλήρωση της επιχείρησης ήταν περιορισμένος, η δε επιχείρηση δεν παρουσίασε ιδιαίτερη διάρκεια ή επιχειρησιακή πολυπλοκότητα, ενώ σε κάθε περίπτωση κατά τη διάρκειά της δεν προέκυψε κίνδυνος θαλάσσιας ρύπανσης. 6) Δεν αποδείχθηκε ότι το αρωγό σκάφος υποβλήθηκε σε σημαντικές δαπάνες ή υπέστη απώλειες, ούτε ότι οι επικαλούμενες ζημίες του σκάφους του συνδέονται αιτιωδώς και αποκλειστικά με την επίδικη επιχείρηση αρωγής, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων στο αγωγικό του δικόγραφο. Συγκεκριμένα ο ενάγων για την αποδεικτική τεκμηρίωση της αιτούμενης αμοιβής στο πλαίσιο των κριτηρίων συνεκτίμησης των κινδύνων που συνέτρεξαν κατά τη διενεργηθείσα επιχείρηση διάσωσης του κινδυνεύοντος πλοίου της εναγομένης αναφέρεται στην ύπαρξη εκτεταμένων ζημιών που ανέκυψαν κατά τη ρυμούλκηση του άνω σκάφους, οι οποίες αναλυτικά εκτίθενται στην από 17.7.2020 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του …………., διπλωματούχου Ναυπηγού – Μηχανολόγου Μηχανικού, ΕΜΠ που προσκομίζει προς θεμελίωση τόσο της έκτασης των ζημιών του σκάφους του όσο και της αιτιώδους συνάφειας αυτών με την επίδικη επιχείρηση επιθαλάσσιας αρωγής, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των 106.810 ευρώ. Ωστόσο, από τη συνολική αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού της δικογραφίας προκύπτει ότι η εν λόγω τεχνική έκθεση δεν μπορεί να τεκμηριώσει με σαφήνεια και πληρότητα τους αγωγικούς ισχυρισμούς ώστε να δημιουργήσει στο παρόν Δικαστήριο πλήρη δικανική πεποίθηση σε σχέση με το αποδεικτέο θέμα της ένδικης ζημίας καθώς η εν λόγω τεχνική έκθεση περιορίζεται κυρίως στην καταγραφή των φθορών που φέρεται να παρουσίασε το σκάφος «Π.» μετά το επίδικο περιστατικό, προβαίνοντας σε περιγραφική αποτύπωση των επιμέρους βλαβών και σε εκτίμηση του κόστους αποκατάστασής τους. Ωστόσο, από την επισκόπηση του περιεχομένου της δεν προκύπτει σαφής τεχνική ανάλυση του μηχανισμού δημιουργίας των ζημιών, ούτε εξειδικευμένη αιτιολόγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο αυτές συνδέονται με τις δυνάμεις που ασκήθηκαν κατά τη διαδικασία ρυμούλκησης του σκάφους «Α.». Η έκθεση αυτή, κατά κύριο λόγο, αναφέρεται στη διαπίστωση της ύπαρξης ορισμένων φθορών στο κύτος και σε επιμέρους κατασκευαστικά στοιχεία του σκάφους, χωρίς όμως να τεκμηριώνει επαρκώς ότι οι φθορές αυτές δημιουργήθηκαν κατά τον χρόνο του επίδικου συμβάντος ούτε να αποκλείει το ενδεχόμενο προϋπάρχουσας ή σταδιακής φθοράς που μπορεί να προκύπτει από τη συνήθη χρήση ενός επαγγελματικού σκάφους. Αντιθέτως η εναγομένη, προς αντίκρουση των ισχυρισμών του ενάγοντος σχετικά με την έκταση και την αιτιώδη συνάφεια των ζημιών που φέρεται ότι υπέστη το σκάφος «Π.», προσκόμισε την τεχνική έκθεση του ναυπηγού-μηχανολόγου μηχανικού ……., η οποία αξιολογεί τις φθορές που επικαλείται ο ενάγων υπό το πρίσμα της λειτουργίας και των καταπονήσεων που υφίσταται ένα σκάφος κατά την εκτέλεση ρυμουλκήσεων, εξετάζοντας κατά πόσον οι συγκεκριμένες φθορές μπορούν πράγματι να αποδοθούν σε τέτοια αιτία. Από την ανάλυση αυτή προκύπτει ότι το σύνολο των επικαλούμενων ζημιών δεν εμφανίζει χαρακτηριστικά πρόσφατης μηχανικής καταπόνησης, αλλά αντιθέτως συνάδει με μορφές φθοράς που αναπτύσσονται σταδιακά κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του σκάφους, γεγονός που καθιστά αβέβαιη τη σύνδεσή τους με το συγκεκριμένο περιστατικό. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, συνεκτιμώντας τις δύο αυτές εκθέσεις σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και ιδίως με τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η επίδικη επιχείρηση, το παρόν Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε η αιτιώδης σύνδεση του συνόλου των επικαλούμενων ζημιών με την επιχείρηση διάσωσης, η κρίση δε αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η επιχείρηση ρυμούλκησης ολοκληρώθηκε σε περιορισμένο χρονικό διάστημα και χωρίς να προκύψει ιδιαίτερη επικινδυνότητα ή έντονη μηχανική καταπόνηση των εμπλεκόμενων σκαφών, στοιχείο που καθιστά τεχνικά δυσχερή την πρόκληση εκτεταμένων δομικών βλαβών στο σκάφος του ενάγοντος. Εξάλλου με βάση τα διδάγματα της λογικής η πρόκληση εκτεταμένων δομικών βλαβών στο αρωγό σκάφος θα προϋπέθετε ιδιαίτερα έντονες μηχανικές καταπονήσεις, οι οποίες όμως δεν τεκμηριώνονται από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας ούτε αναλύονται επαρκώς στην έκθεση που επικαλείται ο ενάγων. Επίσης η αξιοπιστία της εν λόγω έκθεσης αποδυναμώνεται από το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνει σαφή τεχνική τεκμηρίωση σχετικά με τον χρόνο δημιουργίας των φθορών. Η απλή διαπίστωση ύπαρξης ορισμένων ζημιών στο σκάφος δεν αρκεί για να θεμελιώσει αιτιώδη σύνδεση με το συγκεκριμένο περιστατικό επιθαλάσσιας αρωγής, ιδίως όταν πρόκειται για σκάφος που χρησιμοποιείται επαγγελματικά και υπόκειται κατ’ ανάγκην σε πολλαπλές μηχανικές καταπονήσεις κατά τη συνήθη λειτουργία του. Υπό τα δεδομένα αυτά, ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε πως οι επικαλούμενες ζημίες συνδέονται αιτιωδώς με την επίδικη επιχείρηση και δεν τις έλαβε υπόψη για την αύξηση της επιδικασθείσας αμοιβής επιθαλάσσιας αρωγής. 7)Τα έξοδα και οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων για την παροχή των σωστικών υπηρεσιών του ανήλθε στο ποσό των 800 ευρώ καταδεικνύουν το μικρό κόστος της δαπάνης στην οποία υποβλήθηκε ο ενάγων στο πλαίσιο της παρασχεθείσας υπηρεσίας επιθαλάσσιας αρωγής, το οποίο συνεκτιμάται και με το στοιχείο της χρονικής διάρκειας αυτής, η οποία δικαιολογεί το χαμηλό κόστος των πραγματικών δαπανών λειτουργίας του αρωγού σκάφους δεδομένου ότι τούτο δεν ήταν το μοναδικό στη περιοχή που παρείχε σχετικές υπηρεσίες αλλά συμπωματικά ήταν το μοναδικό τη δεδομένη κρίσιμη χρονική στιγμή λόγω απασχόλησης των ετέρων κατά τα ανωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα, 8) Ο κίνδυνος στον οποίο εκτέθηκε το αρωγό σκάφος και το πλήρωμά του, αν και υπαρκτός λόγω των καιρικών συνθηκών και της νυκτερινής εκτέλεσης της επιχείρησης, δεν υπερέβη τα όρια των συνήθων κινδύνων που συνεπάγεται η ναυσιπλοΐα και η παροχή συναφών υπηρεσιών. 9) Το έγκαιρο της παρέμβασης του ενάγοντος συνετέλεσε καθοριστικά στην αποτροπή επιδείνωσης της κατάστασης, στοιχείο που συνεκτιμάται θετικά, χωρίς όμως να μεταβάλλει καθοριστικά το ύψος της αμοιβής σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ίδιο σκάφος δεν διέτρεξε κάποιο κίνδυνο. 10) Τέλος, δεν προέκυψε χρήση ειδικού εξοπλισμού υψηλής αξίας ή εξειδίκευσης, αλλά αξιοποίηση των συνήθων μέσων του σκάφους του ενάγοντος. Κατόπιν συνεκτίμησης όλων των ανωτέρω κριτηρίων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ένδικη επιχείρηση επιθαλάσσιας αρωγής εντάσσεται σε περιπτώσεις μέσης έντασης, στις οποίες η επιδίκαση ιδιαίτερα υψηλής αμοιβής δεν δικαιολογείται. Ενόψει τούτων, η εύλογη αμοιβή του ενάγοντος πρέπει να καθορισθεί σε ποσό ανάλογο της πραγματικής συμβολής του και της αξίας του διασωθέντος πλοίου, αποκλειομένης της επιδίκασης της αιτούμενης υπερβάλλουσας αμοιβής, η οποία, κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων της διεθνούς σύμβασης στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το παρόν Δικαστήριο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εύλογη αμοιβή πρέπει να οριστεί στο ποσό των 30.000 ευρώ. Κατά συνέπεια η εκκαλούμενη απόφαση η οποία έκρινε τα ίδια και όρισε το ίδιο ακριβώς ποσό ως εύλογη αμοιβή του ενάγοντος για την παρασχεθείσα επιθαλάσσια αρωγή ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα όσα δε αντίθετα διατείνεται ο εκκαλών – ενάγων με τους τέταρτο και πέμπτο λόγο της έφεσής του πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 παρ.1 ΑΚ προκύπτει, ότι ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής γίνεται υπερήμερος και εντεύθεν οφείλει στο δανειστή τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται στον νόμο ή τη δικαιοπραξία, αν προηγήθηκε εκ μέρους τού δανειστή δικαστική ή εξώδικη όχληση, η οποία αποτελεί μονομερή και ανακοινωτέα σε άλλον δήλωση βουλήσεως και έχει ισχύ και παράγει τα αποτελέσματά της, μόνο εφόσον γίνει όπως την εννοεί και απαιτεί ο νόμος. Ειδικότερα, η όχληση πρέπει κατά το περιεχόμενό της να είναι ακριβής, ορισμένη, σαφής και καθαρά, πρέπει δηλαδή να προκύπτουν από αυτή, κατά τρόπο αναμφίβολο, το είδος, το ποσό και τα άλλα προσδιοριστικά στοιχεία της απαίτησης, επιπλέον δε να είναι απαλλαγμένη από αίρεση ή άλλο όρο και να απαιτεί ακριβώς από τον οφειλέτη την εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής του (ΑΠ 1605/2013). Με τον δεύτερο λόγο εφέσεως ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την επιδίκαση τόκων, διότι απέρριψε το αίτημά του να υπολογιστούν τόκοι από την επόμενη ημέρα του ένδικου συμβάντος και όχι από την επίδοση της αγωγής καθώς η απαίτηση του ήταν ήδη ληξιπρόθεσμη από τον χρόνο του ατυχήματος και ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, ο τόκος πρέπει να επιδικαστεί από την επέλευση της ζημίας. Ωστόσο η εκκαλουμένη, η οποία απέρριψε το σχετικό αίτημα του ενάγοντος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε ειδική όχληση της εναγομένης πριν την άσκηση της αγωγής και όρισε ως χρόνο έναρξης τοκοφορίας την επίδοση αυτής ορθά εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως ο σχετικός λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 176 του ΚΠολΔ, ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, ενώ σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 178 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας του καθενός. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 189 παρ.1ΚΠολΔ αποδίδονται μόνο τα δικαστικά και εξώδικα έξοδα που ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης και ιδίως α)τα τέλη χαρτοσήμου για τη σύνταξη των αποφάσεων … β) το τέλος δικαστικού ενσήμου γ) η αμοιβή των δικηγόρων ή άλλων δικαστικών πληρεξουσίων σύμφωνα με τις διατιμήσεις που ισχύουν δ)τα ποσά που καταβάλλονται στους μάρτυρες για έξοδα και αποζημίωση … ε) τα ποσά που καταβλήθηκαν για την προσαγωγή άλλων αποδεικτικών μέσων και κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, δεν αποδίδονται τα έξοδα που έγιναν α) από απείθεια, απροσεξία ή σφάλμα του ίδιου του διαδίκου β) από υπερβολική πρόνοιά του. Η διάταξη περιέχει ενδεικτική απαρίθμηση των επί μέρους εξόδων που αποδίδονται στο διάδικο που νίκησε, τα οποία εντάσσονται στα αναγκαία έξοδα για τη διεξαγωγή της δίκης και τα οποία μόνον οριοθετούν τη δικονομική αξίωση, όπως αυτή καθορίζεται στο δικονομικό δίκαιο. Η κρίση ότι τα υπό του διαδίκου γενόμενα δικαστικά ή εξώδικα έξοδα ήταν αναγκαία για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης και δεν εγένοντο από υπερβάλλουσα πρόνοια, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικάζοντος δικαστηρίου, το οποίο κρίνει βάσει των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξάλλου κατ’ άρθρο 190 παρ. 1,2 ΚΠολΔ. για τον προσδιορισμό και την εκκαθάριση του ποσού των εξόδων που πρέπει να αποδοθούν, κάθε διάδικος πρέπει να επισυνάψει στη δικογραφία έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, κατάλογο των εξόδων … . Ο κατάλογος της παραγράφου 1 μπορεί να περιληφθεί και στις προτάσεις που υποβάλλονται στην πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, και κατ’ άρθρο 191 παρ. 1 ιδίου κώδικα όταν το δικαστήριο αποφασίζει οριστικά για ολόκληρη την κύρια ή την παρεμπίπτουσα δίκη ή για ένα μέρος της πρέπει, εφόσον έχει υποβληθεί ο κατάλογος του άρθρου 190 να περιλάβει διάταξη στην απόφαση για την υποχρέωση της πληρωμής των εξόδων καθορίζοντας και το ποσό τους, ενώ κατά την παρ. 2 ίδιου κώδικα αν δεν υποβληθεί ο κατάλογος εξόδων το δικαστήριο προχωρεί στην εκκαθάρισή τους, αν έχει υποβληθεί αίτημα για την επιδίκασή τους (ΑΠ 1465/2013). Περαιτέρω, η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης κατά το άρθρο 191 ΚΠολΔ προϋποθέτει την επιδίκαση δικαστικών εξόδων. Όταν το δικαστήριο προβαίνει σε συμψηφισμό αυτών κατ’ άρθρο 178 ΚΠολΔ, δεν υφίσταται καταδίκη ενός διαδίκου σε δικαστική δαπάνη και συνεπώς δεν υπάρχει αντικείμενο εκκαθάρισης του πίνακα εξόδων (ΑΠ 657/2023, ΑΠ 1515/2007 ΚΠολΔ του Μ. Μαργαρίτη άρθρο 178 ). Τέλος για το ορισμένο, όμως, του σχετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης το αποδιδόμενο στην πληττόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης και δη αν ο καθορισμός του σε βάρος του εκκαλούντος ποσού για δικαστικά έξοδα οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη αιτία, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος (ΕφΠατρ 104/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 625/2020 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 176/2020 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 160/2019 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της έφεσης του ο εκκαλών – ενάγων διατείνεται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις περί καθορισμού των δικαστικών εξόδων και δη αυτές των άρθρων 176, 178, 190, 191, 192 ΚΠολΔ, καθώς παρά την υποβολή από τον ίδιο αναλυτικού πίνακα εξόδων και αμοιβών δικηγόρου με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν προέβη στην απαιτούμενη εκκαθάριση αυτού, αλλά επιδίκασε αυθαίρετα το ποσό των 675 ευρώ, επικαλούμενη ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν υποχρεούνταν στην εκκαθάριση του πίνακα αυτού λόγω συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης στο πλαίσιο της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 178 παρ.1 ΚΠολΔ. Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Ο ενάγων κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κοινές προτάσεις επί της αγωγής και της πρόσθετης υπέρ της εναγομένης παρέμβασης, όπου οι δύο πληρεξούσιοι δικηγόροι με τους οποίους παραστάθηκε περιέλαβαν κατάλογο- πίνακα εξόδων με τον οποίο αιτήθηκε την καταβολή της δικαστικής του δαπάνης με διάταξη του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Ακολούθως η εκκαλουμένη, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, έκαμε δεκτή εν μέρει την αγωγή για το ποσό των 30.000 ευρώ αντί του αιτουμένου ποσού των 267.444 ευρώ. Στο σχετικό αίτημα του ενάγοντος για την καταδίκη της εναγομένης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας στη καταβολή της δικαστικής του δαπάνης, η εκκαλουμένη, χωρίς να προβεί στην εκκαθάριση του άνω πίνακα δικαστικών εξόδων, επικαλούμενη τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 178 ΚΠολΔ, επέβαλε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος λόγω της εν μέρει νίκης του σε βάρος της εναγομένης και της υπέρ της εναγομένης προσθέτως παρεμβαίνουσας με την επισήμανση ότι στην υπό κρίση περίπτωση το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να προβεί στην εκκαθάριση του υποβληθέντος πίνακα εξόδων θεωρώντας ότι προέβη σε συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων κατ’ άρθρο 178 ΚΠολΔ, χωρίς ωστόσο στο αιτιολογικό της μέρος να διαλάβει τέτοια περί συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης αιτιολογία. Με βάση τις ανωτέρω διαπιστώσεις προκύπτουν τα εξής: Η εκκαλουμένη απόφαση, αφού έκρινε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, επικαλούμενη τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 178 ΚΠολΔ, προέβη στη κατανομή της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος λόγω της μερικής νίκης και της ήττας των διαδίκων. Στην περίπτωση αυτή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν προέβη σε συμψηφισμό, αλλά σε κατανομή της δαπάνης, χωρίς όμως να προβεί σε εκκαθάριση του υποβληθέντος πίνακα δικαστικών εξόδων. Δηλαδή επιδίκασε υπέρ του ενάγοντος μόνο μέρος της δαπάνης λόγω της εν μέρει νίκης του, ενώ κατά το υπόλοιπο μέρος ο ενάγων θεωρήθηκε ηττηθείς. Αντίθετα για να υπάρξει συμψηφισμός δικαστικών εξόδων η εκκαλουμένη όφειλε να είχε διαλάβει σχετική αιτιολογία από την οποία να προκύπτει η περί συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης κρίση της (άρθρο 179 ΚΠολΔ). Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που επιδίκασε μέρος της δικαστικής δαπάνης υπέρ του ενάγοντος λόγω της μερικής νίκης του, πρόκειται για κατανομή της δικαστικής δαπάνης κατ’ άρθρο 178 ΚΠολΔ και όχι για συμψηφισμό δικαστικών εξόδων, οπότε η εκκαλούμενη, όφειλε να προβεί στην εκκαθάριση του υποβληθέντος με τις προτάσεις του ενάγοντος πίνακα δικαστικών εξόδων, αφού ουδέποτε προέβη σε συμψηφισμό αυτής, οπότε και η εκκαθάριση του πίνακα δεν κρίνεται αλυσιτελής, ως εσφαλμένα έκρινε η εκκαλουμένη, σύμφωνα με τα όσα αναφερθήκαν ανωτέρω στη άνω μείζονα σκέψη, αφού ούτε προέκυψε, αλλά ούτε και αιτιολόγησε τον συμψηφισμό αυτής. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκρινε τα αντίθετα, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών νομικών διατάξεων κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας του υπό κρίση τρίτου λόγου της έφεσης του εκκαλούντος – ενάγοντος. Ακολούθως, σύμφωνα και με τα όσα ειδικότερα θα εκτεθούν κατωτέρω, το παρόν Δικαστήριο θα προβεί στον επανακαθορισμό της επιβληθείσας πρωτοδίκως δικαστικής δαπάνης, οπότε με βάση τον υποβληθέντα με τις πρωτόδικες προτάσεις πίνακα εξόδων, οι δαπάνες του ενάγοντος προκύπτουν ως εξής: Τα επιμέρους έξοδα της δίκης ανέρχονται στο ποσό των οκτώ (8) ευρώ για ένσημα αγωγής (ΤΑΧΔΙΚ), έξι (6) ευρώ για ένσημα τριών αντιγράφων της αγωγής (ΤΑΧΔΙΚ), σαράντα τριών ευρώ και σαράντα λεπτών (43,40 €) για την επίδοση της αγωγής στην εναγομένη, τεσσάρων (4) ευρώ για ένσημα προτάσεων, δύο χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα δύο ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (2.832,77 €) για δικαστικό ένσημο με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, ογδόντα έξι ευρώ και ογδόντα λεπτών (86,80 €) για επίδοση κλήσεων λήψης ενόρκων βεβαιώσεων, διακοσίων εξήντα έξι ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (266,28 €) για αμοιβή συμβολαιογράφου για τη λήψη τριών ενόρκων βεβαιώσεων και διακοσίων σαράντα οκτώ (248) ευρώ για τα έξοδα υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης. Το άθροισμα των ανωτέρω εξόδων ανέρχεται στο ποσό των τριών χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα πέντε ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (3.495,25 €). Περαιτέρω, σύμφωνα με τον πίνακα αμοιβών, η αμοιβή για κάθε έναν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους υπολογίζεται ως εξής: για τη σύνταξη της αγωγής ποσοστό 1,5% επί του αιτηθέντος ποσού των 267.444 ευρώ, δηλαδή 267.444 × 1,5% = 4.011,66 ευρώ, και για τη σύνταξη προτάσεων ποσοστό 0,75% επί του ίδιου ποσού, δηλαδή 267.444 × 0,75% = 2.005,83 ευρώ. Το άθροισμα των δύο αυτών επιμέρους αμοιβών ανέρχεται στο ποσό των έξι χιλιάδων δεκαεπτά ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (6.017,49 €) για κάθε έναν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους. Ωστόσο, κατά το άρθρο 189 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν λαμβάνονται υπόψη για την επιδίκαση της δικαστικής δαπάνης έξοδα που έγιναν από υπερβολική πρόνοια του διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων εκπροσωπήθηκε από δύο πληρεξουσίους δικηγόρους, χωρίς να προκύπτει ιδιαίτερη νομική ή πραγματική δυσχέρεια της υπόθεσης που να καθιστά αναγκαία την παράσταση περισσοτέρων του ενός δικηγόρων, ώστε η αμοιβή του δεύτερου να θεωρηθεί αναγκαία δαπάνη της δίκης (ΑΠ 1101/1993 ΕλΔνη 1995.145). Για τον λόγο αυτό λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της δικαστικής δαπάνης η αμοιβή ενός μόνον πληρεξουσίου δικηγόρου, ήτοι το ποσό των 6.017,49 ευρώ. Κατά συνέπεια, η συνολική δικαστική δαπάνη του ενάγοντος που λαμβάνεται υπόψη ανέρχεται στο άθροισμα των ανωτέρω εξόδων και της αμοιβής ενός πληρεξουσίου δικηγόρου, δηλαδή 3.495,25 ευρώ + 6.017,49 ευρώ = 9.512,74 ευρώ Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή ασκήθηκε για το συνολικό ποσό των 267.444 ευρώ και έγινε δεκτή εν μέρει για το ποσό των 30.000 ευρώ. Το ποσοστό επιτυχίας του ενάγοντος ανέρχεται συνεπώς σε 30.000 / 267.444 = 0,11217, δηλαδή περίπου 11,2%, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό περίπου 88,8% η αγωγή απορρίφθηκε. Επομένως, από τη συνολική δικαστική δαπάνη των 9.512,74 ευρώ πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα ποσοστό αντίστοιχο της επιτυχίας του, ήτοι 9.512,74 × 11,2% = 1.067,07 ευρώ. Συνεπώς, η δικαστική δαπάνη που πρέπει να επιδικασθεί υπέρ του ενάγοντος σε πρώτο βαθμό ανέρχεται στο ποσό των περίπου χιλίων εξήντα επτά ευρώ και επτά λεπτών (1.067,07 €) και κατά στρογγυλοποίηση σε 1.100 ευρώ και όχι στο ποσό των 675 ευρώ, ως εσφαλμένως όρισε η εκκαλουμένη. Μετά ταύτα, πρέπει το παρεπόμενο περί δικαστική δαπάνης αγωγικό αίτημα του ενάγοντος να γίνει δεκτό ως βάσιμο κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη και η υπέρ της εναγομένης προσθέτως παρεμβαίνουσα στη καταβολή της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος την οποία ορίζει στο ποσό των 1.100 ευρώ. Επομένως, μετά την παραδοχή του τρίτου λόγου της έφεσης ως βάσιμου κατ’ ουσίαν και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου έφεσης προς εξέταση, το παρόν Δικαστήριο αφού εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση μόνον ως προς το μεταβιβασθέν κεφάλαιο του καθορισμού της δικαστικής δαπάνης της πρωτοβάθμιας δίκης, θα κρατήσει και θα δικάσει την αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό, (άρθρο 535 του ΚΠολΔ), την οποία δέχεται ως βάσιμη κατ’ ουσίαν εν μέρει κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας αναφερόμενα. Στη συνέχεια, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ως προς την διάταξη της για τη δικαστική δαπάνη, μέρος των δικαστικών εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας του εκκαλούντος ενάγοντος πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της πρώτης εφεσίβλητης εναγομένης λόγω της παραδοχής της εφέσεως του λαμβανομένης υπόψη της έκτασης της ήττας της τελευταίας εναγόμενης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, η οποία υπολογίζεται ως εξής: [ δικαστική δαπάνη Α’ Βαθμού = 1.100 ευρώ + δικαστική δαπάνη Β Βαθμού (αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου για τη σύνταξη της έφεσης και των προτάσεων υπολογίζεται με τα ίδια ποσοστά επί του αντικειμένου της δίκης, ήτοι 267.444 × 1,5% = 4.011,66 ευρώ για τη σύνταξη της έφεσης και 267.444 × 0,75% = 2.005,83 ευρώ για τη σύνταξη προτάσεων, δηλαδή συνολικά 6.017,49 ευρώ Χ 2 δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 69 Κώδικα Δικηγόρων η αμοιβή στο δεύτερο βαθμό είναι διπλάσια του πρώτου βαθμού, οπότε αυτή ανέρχεται στο ποσό των 12.034,98 ευρώ. Εφαρμοζόμενης της ίδιας αναλογίας επιτυχίας (11,2%), το μέρος της δικαστικής δαπάνης που πρέπει να επιδικασθεί υπέρ του εκκαλούντος για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας ανέρχεται σε 12.034,98 × 0,112 = 1.347, 91 ευρώ και κατά στρογγυλοποίηση στο ποσό των] 1.350 ευρώ. Συνολικά δε για αμφοτέρους τους βαθμού δικαιοδοσίας το ποσό των [1.100 + 1.350] = 2.450 ευρώ (άρθρα 178,183,191 παρ 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 495 παρ.4 ΚΠολΔ όπως, αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του νόμου 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012, ενόψει της μερικής νίκης του εκκαλούντος πρέπει να του επιστραφεί το καταβληθέν από αυτούς παράβολο άσκησης της έφεσης.
Ακολούθως, όπως προέκυψε από τις ίδιες ως άνω αποδείξεις, με σύμβαση ασφαλίσεως που καταρτίστηκε μεταξύ της εφεσίβλητης – παρεμπιπτόντως ενάγουσας και της εκκαλούσας της υπό στοιχείο Β έφεσης – παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλίστηκε το σκάφος ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης της υπό στοιχείο Α έφεσης με το όνομα «Α.» (Νηολογίου Σαρωνικού με αριθ. 269) σύμφωνα με όρους, προϋποθέσεις και καλύψεις που προβλέπει η ρήτρα του Ινστιτούτου Ασφαλιστών Λονδίνου για Σκάφη Αναψυχής (CL328/1/11/85) και μέχρι του ποσού των 378.234,00 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 11-5-2020 έως 1-1-2021.Ο ……………., ενάγων της πρώτης αγωγής, ιδιοκτήτης του αρωγού σκάφους «Π.» με την από 20-7-2020 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ισχυρίστηκε ότι διατηρεί απαίτηση κατά της εφεσίβλητης στο πλαίσιο της παρασχεθείσας επιθαλάσσιας αρωγής και ζήτησε, προς εξασφάλιση της ικανοποίησης αυτής την επιβολή του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης στην περιουσία της, μέχρι του ποσού των 260.000,00 ευρώ. Επί της ως άνω αιτήσεως εκδόθηκε η με αριθμό 1676/2020 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία πιθανολόγησε ως βάσιμη την αξίωση αμοιβής για την επιθαλάσσια αρωγή και ότι η εύλογη αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό των 30.000,00 ευρώ και διέταξε τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της εφεσίβλητης –εναγομένης της αρχικής αγωγής – παρεμπιπτόντως ενάγουσας και δη του σκάφους «Α.», μέχρι του ποσού των 40.000,00 ευρώ, παρέχοντας την ευχέρεια αντικατάστασης του ασφαλιστικού μέτρου με εγγυοδοσία, ήτοι με την κατάθεση εγγυητικής επιστολής αξιόχρεου τραπέζης στην Ελλάδα. Δεδομένου ότι οι δαπάνες για τη διάσωση του σκάφους «Α.» καλύπτονταν από τη μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως, η εφεσίβλητη – παρεμπιπτόντως ενάγουσα προκειμένου να αποδεσμευτεί το σκάφος της, ζήτησε από την αντίδικο της ασφαλιστική εταιρεία να της καταβάλει το ποσό των 40.000,00 ευρώ, ώστε να εκδοθεί η εγγυητική επιστολή. Η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία πράγματι δέχθηκε να καταβάλει στην εφεσίβλητη ασφαλισμένη της την 9-6-2021 το ποσό των 30.000,00 ευρώ, ως ασφάλισμα, ως τούτο προκύπτει από την υπό την ίδια ημεροχρονολογία εξοφλητική απόδειξη που καταρτίστηκε μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων μερών, η δε εφεσίβλητη – παρεμπιπτόντως ενάγουσα κατέβαλε εξ ιδίων χρημάτων το υπόλοιπο ποσό των 10.000,00 ευρώ, οπότε και εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή τραπέζης ποσού 40.000,00 ευρώ, και ακολούθως διατάχθηκε η ελευθεροπλοϊα του άνω σκάφους της. Επιπλέον στην ίδια εξοφλητική απόδειξη η ασφαλισμένη – παρεμπιπτόντως ενάγουσα δηλώνει ότι διατηρεί την αξίωση της κατά της παρεμπιπτόντως – εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας από τη μεταξύ τους σύμβαση ασφάλισης για κάθε ποσό αποζημίωσης που θα επιδικαστεί σε βάρος της για κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη πέραν του καταβληθέντος ποσού των 30.000 ευρώ, ενώ η ίδια (ασφαλισμένη) δηλώνει ότι περιορίζει την αξίωσή της, όπως αυτή υποβλήθηκε με την παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο θα αφαιρεθεί από το ποσό της αποζημίωσης που τυχόν υποχρεωθεί να καταβάλει αυτή στον ενάγοντα της κυρίας αγωγής ……………. δυνάμει τελεσίδικης αποφάσεως επί της ασκηθείσας αγωγής του ή εξώδικου συμβιβασμού. Η εκκαλούμενη αξιολογώντας τα παραπάνω έκρινε ότι ο σχετικός ισχυρισμός συνιστά ένσταση μερική καταβολής κατ’ άρθρο 416 ΑΚ και ότι η καταβολή των 30.000,00 ευρώ που έγινε υπό την αίρεση υπάρξεως οφειλής δεν είναι προσήκουσα, και δεν επιφέρει την απόσβεση της οφειλής. Με τον πρώτο λόγο της υπό στοιχείο Β΄ έφεσης η εκκαλούσα – παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία διατείνεται ότι η εκκαλούμενη έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εκκαλούσας -παρεμπιπτόντως εναγομένης να καταβάλει στην εφεσίβλητη–παρεμπιπτόντως ενάγουσα κάθε ποσό που αυτή θα καταβάλει στην τελευταία, χωρίς να λάβει υπόψη ότι η εκκαλούσα είχε ήδη καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ ως ασφάλισμα στο πλαίσιο της ασφαλιστικής σύμβασης, θεωρούσα ότι επήλθε απόσβεση της αντίστοιχης αξίωσης και δεν πρόκειται για καταβολή υπό αίρεση. Επί του λόγου αυτού πρέπει να λεχθούν τα εξής: Όπως προέκυψε από τις αποδείξεις η εν λόγω καταβολή του ποσού των 30.000 ευρώ έλαβε χώρα σε εκτέλεση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία πιθανολογήθηκε ότι η εύλογη αμοιβή για την παρασχεθείσα επιθαλάσσια αρωγή ανερχόταν στο ποσό των 30.000 ευρώ και διατάχθηκε η καταβολή αυτού προς διασφάλιση της σχετικής απαίτησης του ενάγοντος. Η καταβολή αυτή, όπως άλλωστε ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων της υπό κρίση έφεσης με το από 20.5.2021 ιδιωτικό συμφωνητικό – εξοφλητική απόδειξη, δεν συνιστά οριστική εξόφληση της συνολικής απαίτησης, ούτε συνεπάγεται απόσβεση της ασφαλιστικής υποχρέωσης της εκκαλούσας, αλλά αποτελεί μερική καταβολή έναντι της τελικώς επιδικασθησόμενης απαίτησης. Σύμφωνα δε με την ΑΚ 416, η μερική καταβολή επιφέρει απόσβεση της ενοχής μόνο κατά το μέρος που καταβλήθηκε, χωρίς να αναιρεί την ύπαρξη της υπολειπόμενης οφειλής. Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης προκύπτει ότι η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να καλύπτει την ευθύνη της ασφαλισμένης της έναντι τρίτων για ζημίες που εμπίπτουν στον ασφαλισμένο κίνδυνο, μέχρι του ορίου της ασφαλιστικής κάλυψης. Εφόσον δε η ευθύνη της ασφαλισμένης εταιρείας για την καταβολή αμοιβής επιθαλάσσιας αρωγής προς τον δικαιούχο της απαίτησης κρίθηκε ορθά με την εκκαλουμένη απόφαση ότι ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ, η προγενέστερη καταβολή του εν λόγω ποσού στο πλαίσιο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων συνιστά πλήρη εξόφληση της επιδικασθείσας πρωτοβαθμίως απαίτησης κάτι το οποίο άλλωστε προβλέφθηκε συμβατικά στο πλαίσιο του από 20.5.2021 ιδιωτικού συμφωνητικού. Να σημειωθεί ότι η γενόμενη καταβολή δεν εξαρτήθηκε από κανένα μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός (ΑΚ 201), οπότε και η καταβολή του ποσού αυτού δεν συνδέθηκε με κάποια μορφή αναβλητικής αίρεσης. Κατά συνέπεια η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκρινε ότι η καταβολή του ποσού των 30.000 ευρώ δεν ήταν η προσήκουσα και δεν επιφέρει απόσβεση της οφειλής, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες νομικές διατάξεις και εκτίμησε τις αποδείξεις κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας του πρώτου λόγου της έφεσης της. Επομένως, μετά την παραδοχή του πρώτου λόγου της έφεσης ως βάσιμου κατ’ ουσίαν, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών δύο λόγων της έφεσης συνεπεία της απόσβεσης οιασδήποτε υποχρέωσης της λόγω εξοφλήσεως, το παρόν Δικαστήριο αφού εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση ως προς το μεταβιβασθέν κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής, θα κρατήσει και θα δικάσει αυτή (άρθρο 535 του ΚΠολΔ), την οποία απορρίπτει στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας αναφερόμενα. Τέλος, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ως προς το κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής πρέπει να επανακαθορισθούν τα δικαστικά έξοδα, τα οποία πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εφεσίβλητης της υπό στοιχείο β΄ έφεσης – παρεμπιπτόντως ενάγουσας λόγω της ήττας της και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματος της εκκαλούσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως επίσης ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις: α) από 23.2.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………. (Πρωτ) και β) από 26.2.2024 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2024 (Πρωτ) εφέσεις.
Α) Ως προς την από 23.2.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……….. (Πρωτ) έφεση.
Δέχεται τυπικά την έφεση.
Δέχεται κατ’ ουσίαν την έφεση ως προς την πρώτη εφεσίβλητη.
Διατάσσει την επιστροφή του e-παραβόλου με αριθμό ……/2024 e- παραβόλου του Δημοσίου στον εκκαλούντα.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμό 3881/2024 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά το μέρος που αφορά την κύρια αγωγή ως προς τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης μόνον.
Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα (2.450) ευρώ.
Β) Ως προς την από 26.2.2024 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2024 (Πρωτ) έφεση.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Διατάσσει την επιστροφή του e-παραβόλου με αριθμό ………….. e-παραβόλου του Δημοσίου στην εκκαλούσα.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη με αριθμό 3881/2024 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά το μέρος που αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή.
Κρατεί και Δικάζει την από 12-4-2021 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………../2021.
Απορρίπτει την παρεμπίπτουσα αγωγή στο σύνολό της.
Καταδικάζει την εφεσίβλητη- παρεμπιπτόντως ενάγουσα στη δικαστική δαπάνη της εκκαλούσας–παρεμπιπτόντως εναγομένης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 19.3.2026 και δημοσιεύθηκε στις 28 Απριλίου 2026 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους με παρούσα τη γραμματέα.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ