Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 287/2026

Αριθμός    287 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα  2ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις   ………….,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία, «…………..» και το διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στο ……….. Αττικής, οδός ……….., με ΑΦΜ …………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Δικηγόρο, Γεώργιο Καραπάνο.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ήδη -από 27-12-2012- λυθείσας και τελούσας υπό εκκαθάριση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «……………..» και το διακριτικό τίτλο «…………», που έδρευε στον Πειραιά, οδός …………….., με ΑΦΜ …………., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Δικηγόρο Βασίλειο Παπανικολάου.

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε  ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 31-9-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2012  αγωγή της. Το ως άνω Δικαστήριο  με την υπ’ αριθμ. 12891/2019 οριστική απόφασή του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο κατά τόπον προς εκδίκαση της αγωγής, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της πρώτης εναγομένης (ήδη εκκαλούσας) και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το προαναφερθέν μέρος της προς συζήτηση στο κατά τόπον αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, το οποίο, συζητήσεως γενομένης, εξέδωσε την  υπ’  αριθμ. 1259/2023 απόφασή του, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή  η αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η πρώτη εκ των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα με την από 14-7-2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …………./2023-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………/2023) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η 18η.4.2024, οπότε, συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 308/2024  απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που -δικάζοντας ερήμην της εκκαλούσας -απέρριψε την έφεση.

Την ως άνω εφετειακή απόφαση προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η εκκαλούσα με την από 19.7.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ  …………../2024) ανακοπή ερημοδικίας, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων,  αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση ανακοπή ερημοδικίας, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 308/2024 οριστικής απόφασης του παρόντος δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην της εφεσίβλητης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 501, 502 παρ. 1, 503, 505 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 23-7-2024, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ……/2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά ……………., ενώ το δικόγραφο της ανακοπής κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 30-7-2024, όπως αποδεικνύεται από τη συνταχθείσα έκθεση κατάθεσης δικογράφου με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ……../2024. Πρέπει συνεπώς να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί το βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Στην έννοια της ανώτερης βίας, που συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 152 του ίδιου Κώδικα και είναι νομική έννοια από το ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 741/2016, ΝοΒ 2017.655, ΑΠ 1506/2013, Τ.Ν.Π. Νόμος), περιλαμβάνεται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός εντελώς εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν αναμενόταν, ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί από τον διάδικο, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ανεξάρτητα αν το γεγονός είναι εσωτερικό η όχι (ΟλΑΠ 29/1992, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1540/2017, AΠ 219/2016, ΕφΠειρ 353/2016, Τ.Ν.Π. Νόμος). Τέτοιο γεγονός μπορεί να θεωρηθεί και η αιφνίδια βαρεία ασθένεια του διαδίκου ή στενού συγγενικού του προσώπου και η εξαιτίας αυτής αδυναμία παραστάσεως και νομιμοποιήσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Δεν εμπίπτει όμως στην παραπάνω έννοια της ανώτερης βίας η ασθένεια του διαδίκου ή συγγενικού του προσώπου που εμποδίζει αυτόν να παραστεί στο δικαστήριο, όταν μπορεί να παραστεί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του (ΑΠ 290/2020, ΑΠ 224/2013, ΑΠ 273/2013, Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 141/2005, ΕλλΔνη 2005.1660, ΑΠ 320/2007, Τ.Ν.Π. Νόμος, Μ. Μαργαρίτη-Ά. Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ [2η έκδοση-2018], άρθρο 501, αρ. 5-8), ούτε η μη έγκαιρη άφιξη στο ακροατήριο του πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου, η οποία οφείλεται σε προηγούμενη ή παράλληλη απασχόλησή του σε άλλο δικαστήριο, ενώ ομοίως, δεν εμπίπτει στην έννοια της ανώτερης βίας το κώλυμα του συνηγόρου να εμφανιστεί στο δικαστήριο, λόγω παράστασής του την ίδια μέρα σε διαφορετικό δικαστήριο (ΑΠ 302/2007, ΕφΛαρ 5/2015, Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΚερκ 5/2016, ΕφΑΔ 2017.80, Κεραμέως-Κονδύλη-Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ2 [2020], υπό άρθρο 501, αρ. 4, σελ. 37). Περαιτέρω, τυχόν πταίσμα του δικαστικού πληρεξουσίου, εξισούται με πταίσμα του διαδίκου, συνεπώς δεν αποτελεί λόγο ανωτέρας βίας, καθόσον η δραστηριότητα του δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου δεν θα πρέπει να αποβαίνει εις βάρος του αντιδίκου του (ΑΠ 816/2020, ΕφΛαρ 5/2015, ΕφΔωδ 339/2006, Τ.Ν.Π. Νόμος). Εξάλλου, αν η ανακοπή ερημοδικίας ασκήθηκε εμπροθέσμως και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 503 παρ. 1 και 505 παρ. 1 ΚΠολΔ) και αν πιθανολογείται ότι είναι βάσιμος ο λόγος που προτάθηκε, τότε το Δικαστήριο εξαφανίζει την ερήμην απόφαση, διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο (άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠολΔ) και αμέσως προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέλθουν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που εξαφανίστηκε. Άλλως, αν δηλαδή η ανακοπή δεν ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ή αν δεν πιθανολογείται η βασιμότητα του λόγου της, το Δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή και διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 509 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις αυτές και με στόχο την ταχύτητα στην απονομή της Δικαιοσύνης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται για την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της ανακοπής ερημοδικίας αμέσως, με την ίδια απόφαση με την οποία θα κρίνει και το τυπικά παραδεκτό και νόμω βάσιμο της ανακοπής, αρκούμενο σε πιθανολόγηση, το δε ελάττωμα της κλητεύσεως ή η ύπαρξη του περιστατικού ανώτερης βίας, που προκάλεσαν την ερημοδικία του ανακόπτοντος, θα διαγνωσθούν με βάση τα στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν προαποδεικτικώς οι διάδικοι (ΕφΑιγ 51/2022, ΕφΔωδ 304/2019, ΕφΠατρ 320/2017, ΕφΔωδ 111/2004, ΕφΔωδ 274/2004, Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΑθ 5732/2002, ΕλλΔνη 44.1384).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, στο δικόγραφο της από 19-7-2024 ανακοπής η ανακόπτουσα εκθέτει ότι η καθ’ ης η ανακοπή άσκησε σε βάρος της την από 30-9-2012 και με αριθμό κατάθεσης ……………/2012 αγωγή, η οποία έγινε πρωτοδίκως εν μέρει δεκτή με την υπ’ αριθμ. 1259/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Ότι κατά της παραπάνω απόφασης η ανακόπτουσα άσκησε την από 14-7-2023 και με αριθμό κατάθεσης ………./2023 έφεση, ζητώντας την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την απόρριψη της εναντίον της αγωγής, η οποία (έφεση) προσδιορίστηκε να συζητηθεί στο παρόν δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 18-4-2024. Ότι κατά την παραπάνω δικάσιμο η ίδια (ανακόπτουσα) δικάστηκε ερήμην, με αποτέλεσμα επί της ως άνω έφεσης να έχει εκδοθεί η υπ’ αριθμ. 308/2024 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε. Περαιτέρω, με το μοναδικό λόγο της ανακοπής η ανακόπτουσα εκθέτει ότι η μη εκπροσώπησή της από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παραπάνω δικάσιμο, οφείλεται σε ανώτερη βία, συγκεκριμένα δε στο γεγονός ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της έπρεπε την ίδια ημέρα να παρασταθεί ενώπιον του Β΄ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, όπως άλλωστε γνωστοποίησε προς το δικαστήριο μέσω άλλης πληρεξουσίας δικηγόρου, η οποία παραστάθηκε μόνο για την υποβολή αιτήματος αναβολής της δίκης, ενώ αποχώρησε μετά την απόρριψή του. Με βάση τα παραπάνω, η ανακόπτουσα ζητεί να εξαφανιστεί η ανακοπτόμενη απόφαση, ώστε να συζητηθεί εκ νέου η έφεση με την παρουσία της και να γίνει δεκτή η έφεσή της.

Με το παραπάνω περιεχόμενο η ανακοπή, η οποία αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (άρθρα 495, 501, 502 ΚΠολΔ) είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, αφού τα περιστατικά τα οποία συγκροτούν την ιστορική βάση του μοναδικού της λόγου, ακόμη και αν υποτεθούν αληθή, δεν υπάγονται στην έννοια της ανώτερης βίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγείται και, κατά συνέπεια, ουδόλως στοιχειοθετείται ανώτερη βία κατά την έννοια που αναλύθηκε παραπάνω, εξαιτίας της οποίας η ανακόπτουσα δεν μπόρεσε να παρασταθεί στο δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ώστε να παρίσταται δικαιολογημένη η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επισημαίνεται ιδιαίτερα ότι εν προκειμένω ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ανακόπτουσας, ο οποίος είναι δεδομένο ότι γνώριζε εκ των προτέρων την υποχρέωσή του για παράσταση στο προαναφερόμενο ποινικό δικαστήριο, είχε κάθε ευχέρεια να προκαταθέσει τις προτάσεις του και να συμμετέχει πλασματικά στη συζήτηση της έφεσης κατά τους ορισμούς του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η συζήτηση στον πρώτο βαθμό είχε γίνει αντιμωλία αμφοτέρων των διαδίκων. Η επιλογή του ανωτέρω δικηγόρου να μην πράξει με τον παραπάνω τρόπο και να ζητήσει αναβολή, με δεδομένο ότι εξαρχής οι πιθανότητες ευδοκίμησης του αιτήματος αναβολής (το οποίο στηριζόταν στον ίδιο λόγο, ήτοι στην υποχρέωσή του να παρασταθεί σε έτερο δικαστήριο) ήταν μηδαμινές, συνιστά δικό του πταίσμα, το οποίο, όπως εκτέθηκε παραπάνω, αντανακλά στην ίδια την ανακόπτουσα χωρίς να συνιστά λόγο ανώτερης βίας.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου (βλ. την από 30-7-2024 έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου της Γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς) στο δημόσιο ταμείο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 και 509 εδάφ. β΄ του ΚΠολΔ, ενώ τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η ανακοπή πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ανακόπτουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ   ΤΟΥΣ   ΛΟΓΟΥΣ   ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει με παρόντες τους διαδίκους.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την ανακοπή ερημοδικίας κατά της υπ’ αριθμ. 308/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Επιβάλει σε βάρος της ανακόπτουσας τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η ανακοπή, τα οποία καθορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου της ανακοπής που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας (υπ’ αριθμ. ………………./2024 e-παράβολο) στο δημόσιο ταμείο.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 30 Απριλίου 2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ