Αριθμός 288 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2o
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Εταιρείας με την επωνυμία «…………….», με έδρα στο ….. Αττικής (………) και Α.Φ.Μ ….. και ΓΕΜΗ …., νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Δικηγόρο, Γεώργιο Τσώνη (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρείας με την επωνυμία «……………..» με έδρα στο …… Αττικής (…………) και Α.Φ.Μ. ……………, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της Δικηγόρο Φωτεινή Ντούρα.
Η εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 4.8.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2022) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθ 2464/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με την από 29.9.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …………../2023-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………./2023) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η 30η.5.2024, μετά δε από αναβολή, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε και η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας ενάγουσας κατά της 2464/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η εκκαλοούμενη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 15-9-2023, όπως προκύπτει από τη σφραγίδα του δικαστικού επιμελητή …………….. στο αντίγραφο της εκκαλουμένης που προσκομίζει με επίκληση η εκκαλούσα, ενώ το δικόγραφο της έφεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 4-10-2023, όπως προκύπτει από τη συνταχθείσα έκθεση κατάθεσης. Συνεπώς πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια διαδικασία, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α.β του ΚΠολΔ.
Στην από 4-8-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………./2022 αγωγή, η ενάγουσα εξέθεσε ότι στο πλαίσιο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, η οποία συνίσταται στην επισκευή και συντήρηση πλοίων και σκαφών καθώς και την εμπορία σχετικών προϊόντων, πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείται στη βαφή πλοίων (καθαρισμό, χρωματισμό πλοίων και σκαφών) δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, τα εμπορεύματα τα οποία αναφέρονται αναλυτικά κατά είδος, ποσότητα και αξία στα τιμολόγια πώλησης που λεπτομερώς αναφέρονται αλλά και επισυνάπτονται στην αγωγή. Ότι παρά το γεγονός ότι η εναγομένη παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα πωληθέντα εμπορεύματα, δεν κατέστη συνεπής στην καταβολή του τιμήματος με αποτέλεσμα η ίδια να επιδώσει σε αυτήν εξώδικη διαμαρτυρία, με την οποία ζητούσε την εξόφληση της οφειλής εντός προθεσμίας τριών ημερών, η οποία παρήλθε άπρακτη. Ότι η συνολική απαίτησή της για την αιτία αυτή ανέρχεται στο ποσό των 32.438,06 ευρώ, όπως το ποσό αυτό περιορίσθηκε με τις προτάσεις της, μετά την καταβολή από την εναγόμενη μέρους της απαίτησης. Με βάση τα παραπάνω, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 32.438,06 ευρώ, νομιμοτόκως από τη λήξη της προθεσμίας που τέθηκε με την όχληση, άλλως από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, κατά μεν την κύρια βάση αυτής βασιζόμενη στις διατάξεις της πώλησης, κατά δε την επικουρική βάση, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού δίκασε την υπόθεση με παρόντες τους διαδίκους, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 2464/2023 οριστική του απόφαση, με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή κατά την κύρια βάση της και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 32.438,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 9-7-2022 έως την εξόφληση. Κατά της παραπάνω απόφασης παραπονείται ήδη η εναγομένη με την ένδικη έφεση, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της εναντίον της αγωγής, για τους αναφερόμενους στην έφεση λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1 ΚΠολΔ και 513 επ. ΑΚ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο πωλητής ζητεί από τον αγοραστή την καταβολή του τιμήματος, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής η καταρτισθείσα σύμβαση κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία, ήτοι το πωληθέν και παραδοθέν στον αγοραστή πράγμα και το συμφωνηθέν τίμημα, αν δε τα πωληθέντα είναι περισσότερα να καθορίζεται το είδος και η ποσότητα ενός εκάστου και το συμφωνηθέν για ένα έκαστο τίμημα (ΑΠ 1376/2025 ΑΠ 819/2017, ΑΠ 577/2016, ΑΠ 220/2016, Τ.Ν.Π. Νόμος). Στην περίπτωση, ειδικότερα, σύναψης διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, των οποίων ζητείται το οφειλόμενο τίμημα, αυτή δεν πάσχει αοριστίας, εφόσον ο ενάγων προσδιορίζει, ή έστω μπορεί να προσδιοριστεί, κατ’ εκτίμηση από το δικόγραφο της αγωγής, ποιο ακριβώς ποσό είναι το οφειλόμενο (ΑΠ 725/2021, ΑΠ 473/2016, ΑΠ 577/2016, Τ.Ν.Π. Νόμος).Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής για τις ανάγκες του ελέγχου του σχετικού λόγου έφεσης, προκύπτει ότι στο δικόγραφό της περιέχονται αναλυτικά όλες οι συμβάσεις πώλησης που συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων, την ημερομηνία, την αξία των προϊόντων και το οφειλόμενο ποσό για καθεμία από αυτές, ενώ προς περαιτέρω προσδιορισμό των πωληθέντων ώστε να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία για την ταυτότητα των πωληθέντων, επισυνάφθηκαν στην αγωγή όλα τα τιμολόγια που εκδόθηκαν σε εκτέλεση των επίδικων συμβάσεων. Κατά συνέπεια η αγωγή, περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την πληρότητα της ιστορικής της βάσης και ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι αυτή (αγωγή) είναι ορισμένη και νόμιμη, παραθέτοντας και τις σχετικές διατάξεις επί των οποίων θεμελιώνεται η αξίωση της ενάγουσας, αφού τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγείται. Επομένως ο πρώτος λόγος έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ, AΠ 462/2019, Τ.Ν.Π. Νόμος), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 277/2020, AΠ 386/2015, Τ.Ν.Π. Νόμος), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα εταιρεία είναι εμπορική εταιρεία με αντικείμενο την επισκευή και συντήρηση σκαφών και πλοίων καθώς και την εμπορία σχετικών προϊόντων, έχοντας την έδρα της δραστηριότητάς της στο Πέραμα. Η εναγόμενη δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών καθαρισμού και χρωματισμού πλοίων και σκαφών, έχει δε την έδρα της επίσης στο Πέραμα Αττικής. Στα πλαίσια της ως άνω δραστηριότητας της τελευταίας δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, που καταρτίστηκαν προφορικά στην έδρα των εν λόγω εταιρειών, η ενάγουσα εταιρεία πώλησε και παρέδωσε στην εναγόμενη τα πιο κάτω αναφερόμενα κατ’ είδος, ποσότητα, τιμή μονάδας, αξία Φ.Π.Α. και τελική αξία, υλικά αντί του πιο κάτω συμφωνηθέντος τιμήματος, όπως αναλυτικότερα αναγράφονται στα κατωτέρω παρατιθέμενα τιμολόγια-δελτία αποστολής:
————–
Παρά το γεγονός όμως ότι η εναγομένη παρέλαβε τα ανωτέρω προϊόντα ανεπιφύλακτα, γεγονός άλλωστε το οποίο δεν αρνήθηκε ούτε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, δεν έχει καταβάλει στην ενάγουσα το τίμημα για τα πωληθέντα εμπορεύματα, το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 32.438,06 ευρώ. Το ποσό αυτό, συντίθεται από μέρος της αξίας του με αριθμό ………/11-11-2021 τιμολογίου ύψους 241,69 ευρώ (εκ του αρχικού ποσού του συγκεκριμένου τιμολογίου που ανέρχεται σε 453,05 ευρώ) καθώς και από την αξία όλων των υπολοίπων των παραπάνω αναφερομένων τιμολογίων, τα οποία παρέμειναν ανεξόφλητα, παρά τις επανειλημμένες προφορικές οχλήσεις της ενάγουσας προς την εναγομένη. Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα επέδωσε στις 5-7-2022 στην εναγομένη εξώδικη δήλωση-όχληση, με την οποία ζητούσε την καταβολή του οφειλόμενου ποσού, ύψους κατά το χρονικό εκείνο σημείο 36.138,06 ευρώ, τάσσοντας προθεσμία τριών (3) ημερών από τη λήψη της εξώδικης δήλωσης για την εξόφληση, ήτοι έως τις 8-7-2022, προθεσμία που παρήλθε άπρακτη, καθώς η εναγομένη προέβη σε μερικές καταβολές μικρού μέρους από το οφειλόμενο ποσό, εξοφλώντας προγενέστερα τιμολόγια από τα επίδικα, κατόπιν των οποίων το οφειλόμενο ποσό διαμορφώθηκε σε αυτό των 32.438,06 ευρώ. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι η ενάγουσα δεν αμφισβήτησε ειδικά, όπως είχε τη σχετική δικονομική υποχρέωση (άρθρο 461 ΚΠολΔ), την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων πώλησης, το συμφωνηθέν τίμημα αυτών, την παράδοσή τους από την ενάγουσα και την ανεπιφύλακτη παραλαβή τους, στοιχεία τα οποία αποδεικνύονται από τα έγγραφα που προσκομίζει με επίκληση η ενάγουσα, ο δε αρνητικός ισχυρισμός της εναγομένης, πέραν του γενικόλογου και της αοριστίας αυτού (καθώς απλά αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης η φράση «της υποτιθέμενης οφειλής μας»), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, ο ισχυρισμός τον οποίο προέβαλε η εναγομένη σύμφωνα με τον οποίο η συμπεριφορά της ενάγουσας είναι καταχρηστική, για το λόγο ότι οι δύο διάδικες εταιρείες συνδέονται με ιδιαίτερη επαγγελματική και προσωπική σχέση, αφού η εταίρος της εναγόμενης, Μαρία Σταυρίδη, συμμετείχε στο παρελθόν ως εταίρος στην ενάγουσα και για το λόγο αυτό είχε χορηγηθεί στην ίδια εκ μέρους της ενάγουσας πίστωση επ’ αόριστον, είναι νόμω αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο, διότι ακόμη και αν υποτεθεί αληθής ο ως άνω ισχυρισμός, η δικαστική διεκδίκηση του οφειλόμενου από πώληση τιμήματος εκ μέρους μίας εταιρείας σε βάρος μίας άλλης, με την οποία υπάρχει στενή επαγγελματική ή και προσωπική σχέση, ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ότι υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της πωλήτριας.
Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις που τέθηκαν υπόψη του. Γι’ αυτό, όλοι οι λόγοι έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όπως και η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με 63 παρ. 1.iα], 68 παρ. 1 και 69 παρ. 1 Ν. 4194/2013), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης (βλ. την από 4-10-2023 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέως ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Πειραιά) στο δημόσιο ταμείο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει με παρόντες τους διαδίκους.
Δέχεται τυπικά και κατ’ απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της 2464/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Επιβάλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία καθορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας (υπ’ αριθμ. ………………….. e-παράβολο) στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 30 Απριλίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ