Αριθμός 290/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
Α) ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ: Αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» με διακριτικό τίτλο «…………..» (πρώην «…………….» με διακριτικό τίτλο «……………….»), που εδρεύει στο Δήμο Αθηναίων (με αριθμ. ΓΕΜΗ ……….., και ΑΦΜ…………… ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσας σύμφωνα με τον ν. 4354/2015, από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ δυνάμει της με αριθμό 326/2/17.09.2019 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ τ.Β 3533/20.09.2019), η οποία, δυνάμει της από 11-6-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας με αριθμ. πρωτοκ…./29-7-2021 στον τόμο …. με α/α …. του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την από 24-11-2022 σύμβαση συμπλήρωσης του εντύπου δημοσίευσης με αρ.πρωτ…../24-11-2022 στον τόμο …. με α/α ….. των βιβλίων του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και του από 11-6- 2021 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Δουβλίνου ………….., ενεργεί εν προκειμένω ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία “ «της εταιρείας με την επωνυμία «………..» ( …………….), που εδρεύει στο …. Ιρλανδίας (με αρ. μητρώου ………., Δουβλίνο ……) , όπως εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία κατέστη ειδικός διάδοχός της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» που εδρεύει στην Αθήνα, κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν από την τελευταία επιχειρηματικών απαιτήσεων στα πλαίσια τιτλοποίησης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3156/2003, δυνάμει της από 16-3-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, διεπομένης από τα άρθρα 10 και 14 του ν. 3156/2003, νομίμως δημοσιευμένης σε περίληψη με αριθμ. Πρωτοκ. …./17-3-2021 στο τόμο …. και α/α ……, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την με αρ.πρωτ. …./24-11-2022 καταχώριση σύμβασης συμπλήρωσης εντύπου δημοσίευσης στον τόμο …. και με α/α ….. στα τηρούμενα στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών βιβλία του ν. 2844/2000, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της Δικηγόρο Ελένη Ζαννιά [ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α. ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ].
ΥΠΕΡ ΗΣ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία «……….», η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ……… και ΑΦΜ ……….. της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….» με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ….. και ΑΦΜ …. της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, μετά τη διάσπαση της τελευταίας (διασπώμενης) δια της απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της με σύσταση νέας εταιρείας-πιστωτικού ιδρύματος (επωφελούμενης), η οποία εγκρίθηκε με τη με αριθμ. πρωτ. 139241/30-12-2020 Απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων και καταχωρήθηκε στο ΕΕΜΗ δυνάμει της με αριθμ. πρωτ. …../30-12-2020 Ανακοίνωσης του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: …………., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Β) ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……………… τέως ομόρρυθμος εταίρος της Εταιρείας με την επωνυμία ……………., ήδη λυθείσης, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας, που εδρεύει στην Αθήνα, με την επωνυμία «…………….», η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς α) ο ………….. (μαζί με την εταιρεία με την επωνυμία «………» και τον διακριτικό τίτλο «………..», τον …………. και τον ………….) άσκησε την από 3.10.2012 (αριθ εκθ καταθ ………./2012) ανακοπή και β) η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………» την από 19.8.2017 (αριθ εκθ καταθ ………./2017) αυτοτελώς πρόσθετη παρέμβαση, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 2736/2019 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση και απέρριψε την ανακοπή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο …………….. (τέταρτος εκ των ανακοπτόντων και ήδη καθ΄ ου η πρόσθετη παρέμβαση-καλών-εκκαλών) με την από 10.3.2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………./2020-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………../2020) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η 18η.2.2021, οπότε ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής και -δυνάμει της υπ΄αριθ 94/2021 Πράξης της Προέδρου Εφετών, Ισιδώρας Πόγκα, (κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 4786/2021 (ΦΕΚ Α 43/23.3.2021) -ορίσθηκε νέα δικάσιμος η 23η.9.2021, οπότε ματαιώθηκε εκ νέου.
Με την κατατεθείσα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από 26.9.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2022) κλήση του καθ΄ ου η πρόσθετη παρέμβαση-καλούντος-εκκαλούντος η προκειμένη υπόθεση επανεισήχθη προς συζήτηση ενώπιόν του στη δικάσιμο της 27ης.4.2023 και μετά από διαδοχικές αναβολές στις δικασίμους 16.11.2023 και 30.5.2024, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η ήδη προσθέτως παρεμβαίνουσα άσκησε την από 6.4.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2023) αυτοτελώς πρόσθετη παρέμβαση, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η 16.11.2023, μετά δε από αναβολή στη δικάσιμο της 30ης.5.2024, η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Η πληρεξούσια δικηγόρος της υπό στοιχ προσθέτως παρεμβαίνουσας αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου: α) η από 10-3-2020 και υπ’ αριθμ. εκθ. κατάθ. …………./2020 έφεση και β) η από 6-4-2023 και υπ’ αριθμ. εκθ. κατάθ. ………./2023, ασκηθείσα με ιδιαίτερο δικόγραφο, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης και κατά του εκκαλούντος, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της υπαγωγής τους στην αυτή διαδικασία και της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας και της σχέσης τους ως κυρίου και παρεπόμενου, ενώ περαιτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, επί πλέον, δε, επέρχεται μείωση εξόδων (άρθρο 31 και 246 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 εδάφιο α’ του ΚΠολΔ “σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή”. Η απόρριψη της έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ’ ουσίαν, και όχι κατά τύπους. Και τούτο διότι, παρότι στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους (Ολ.ΑΠ 16/1990, Α.Π. 894/2022, ΑΠ 51/2021). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ συνάγεται ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Εφετείου, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασηςς που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος, δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν έχει προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1329/2017, ΕφΛαρ 499/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 368/2019 ό.π., ΑΠ 1485/2006 ΤΜΠ ΝΟΜΟΣ). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 368/2019 ό.π., ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 274 παρ. 2 περ. α ΚΠολΔ αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, τότε αν δεν λάβουν μέρος κανονικά στη δίκη και οι δύο αρχικοί διάδικοι ή ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην του αντιδίκου εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 271 και 272 ΚΠολΔ, ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 περ. β` του ιδίου ως άνω άρθρου, αν δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη μόνο εκείνος υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην του μεταξύ εκείνου που άσκησε την παρέμβαση και του αντιδίκου εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, ο απολειπόμενος διάδικος αντιπροσωπεύεται από τους παριστάμενους υπό την έννοια ότι θεωρείται ότι παρίσταται και αυτός, ότι συμμετέχει στη συζήτηση και ότι ενεργεί με τον ίδιο τρόπο που ενεργεί και ο παριστάμενος αναγκαίος ομόδικός του, γι’ αυτό και η απόφαση που εκδίδεται είναι κατ’ αντιμωλίαν απόφαση ως προς όλους τους ομοδίκους και η διαδικασία διεξάγεται σαν να ήταν παρών και ο απών αναγκαίος ομόδικος (ΑΠ 192/2012, ΑΠ 1332/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη από 10-3-2020 και υπ’ αριθμ. εκθ. κατάθ. …………/2020 έφεση κατά της υπ΄αριθμ.2736/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, ερήμην της καθ’ ης η ανακοπή και κατ’ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, α) επί της από 3-10-2012 και υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. δικογράφου ……./2012 ανακοπής, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι ανακόπτοντες 1) εταιρεία με την επωνυμία «………….», 2) …………, 3) …………… και 4) …………. και ήδη εκκαλών κατά της Κυπριακής Δημόσιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «……………..», όπως μετονομάστηκε η τράπεζα με την επωνυμία «……………….», ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………» κατόπιν της· διασυνοριακής συγχώνευσης διά απορροφήσεως της «…………» από την «……………..» και β) επί της από 10-8-20172012 και υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. δικογράφου ……./2017 αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και ήδη εφεσίβλητης, ως ειδικής διαδόχου της καθ΄ης η ανακοπή-υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, με την οποία (ανακοπή) ζήτησαν να ακυρωθεί, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, η υπ’ αριθμ……../2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε για απαίτηση της καθ’ ης από σύμβαση χορήγησης τοκοχρεωλυτικού δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………….», καθολική διάδοχος της οποίας είναι η καθ΄ης η ανακοπή και της πρώτης των ανακοπτόντων ως πιστούχου και των δεύτερου, τρίτου και τετάρτου εξ αυτών ως εγγυητών, με βάση την οποία οι ανακόπτοντες επιτάσσονται να καταταβάλουν στην καθ` ης η ανακοπή, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των 32.826,75 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, με την εκκαλούμενη, δε, απόφαση απορρίφθηκε η ανακοπή και έγινε δεκτή η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση.
Ο εκκαλών-τέταρτος των ανακοπτόντων άσκησε κατά της εκκαλουμένης την κρινόμενη έφεση, συνταχθείσης σχετικώς της ως άνω έκθ. κατάθ. από το Γραμματέα του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατέθεσε δε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., το νόμιμο παράβολο, όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία 12-3-2020 πράξη κατάθεσης παραβόλων του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ακολούθως, με την από 12-3-2020 πράξη ορισμού δικασίμου της Γραμματέως του παρόντος Δικαστηρίου, η έφεση προσδιορίστηκε προς συζήτηση με επιμέλεια του εκκαλούντος για τη δικάσιμο της 18-2-2021 και εγγράφηκε στο πινάκιο, όπως, δε, προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ……………, στο αντίγραφο της έφεσης, που επικαλείται και προσκομίζει η προσθέτως παρεμβαίνουσα, αντίγραφο της έφεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο επιδόθηκε στην νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εφεσίβλητη, κατόπιν παραγγελίας της πληρεξουσίας δικηγόρου του εκκαλούντος ……………… Κατά την ως άνω δικάσιμο δεν εκφωνήθηκε η συζήτησή της έφεσης λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής λειτουργίας των Δικαστηρίων (από 11-2-2021 έως 22-3-2021) λόγω της πανδημίας Covid. Στη συνέχεια η συζήτηση της έφεσης επαναπροσδιορίστηκε οίκοθεν για τη δικάσιμο 23-9-2021, εγγράφηκε, δε, στο πινάκιο της εν λόγω δικασίμου από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, εγγραφή η οποία και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κατά τις διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 2 ν. 4690/2020, ματαιώθηκε, δε. η συζήτησή της κατά την εν λόγω δικάσιμο. Στη συνέχεια η συζήτηση της έφεσης επαναπροσδιορίστηκε οίκοθεν για τη δικάσιμο 15-10-2020, εγγράφηκε, δε, στο πινάκιο της εν λόγω δικασίμου από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, εγγραφή η οποία και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κατά τις διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 2 ν. 4690/2020. Ακολούθως η έφεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 26-9-2022 και υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2022 κλήση του εκκαλούντος, η οποία, όπως προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………….., στο αντίγραφο της κλήσης που επικαλείται και προσκομίζει η προσθέτως παρεμβαίνουσα, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εφεσίβλητη, για τη δικάσιμο της 27-4-2023, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τις 16-11-2023 και εκ νέου για τις 30-5-2024 και τέλος για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων κατά το Ν. 4354/2015 με την επωνυμία «…………..» με το από 6-4-2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με Γ.Α.Κ. …../2023 και Ε.Α.Κ. ……./2023 και επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα σε όλους τους διαδίκους, υπό την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση στη δίκη της έφεσης υπέρ της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι κατέστη, μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας, διαχειριστής των τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, δυνάμει συμβάσεως διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και απαιτήσεις από την ένδικη σύμβαση δανείου, που είχε συνάψει με την αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………….», ειδική διάδοχο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………………..», προς το σκοπό απόρριψης της υπό κρίση έφεσης. Ειδικότερα από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας από την άσκηση της ανωτέρω έφεσης, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………….,», ειδική διάδοχος της καθ΄ης η ανακοπή, μέσω τιτλοποίησης απαιτήσεων μεταβίβασε χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην εταιρία ειδικού σκοπού, με την επωνυμία «…………….» με την από 12-9-2019 συμφωνία, που έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθ. πρωτ. …./16-9-2019 στον τόμο ….. και αριθμό ….. και έτσι η τελευταία κατέστη ειδική διάδοχος της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………,», στην ανωτέρω έννομη σχέση, Στη συνέχεια, η ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού ανέθεσε τη διαχείριση της επίδικης δανειακής σύμβασης στη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………….» δυνάμει της 12-9-2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθ. πρωτ. …../16-9-2019 στον τόμο ….. και αριθμό ……… Ακολούθως τροποποιήθηκε η από 12-9-2019 συμφωνία διαχείρισης με την από 18-9-2019 μεταβολή του προσώπου του διαχειριστή, που έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθ. πρωτ. …../23-9-2019 στον τόμο ….. και αριθμό ….., ορίστηκε, δε, διαχειριστής η προσθέτως παρεμβαίνουσα, πρώην «…………..». Κατόπιν της διάσπασης της ανωτέρω τραπεζικής εταιρίας, διά απόσχισης του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα τραπεζική εταιρία «…………»( η ως άνω εταιρία ειδικού σκοπού, με την επωνυμία «………………» επανεκχώρησε μέρος των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι επίδικες, στην ανωτέρω τραπεζική εταιρία και κατόπιν η τελευταία μεταβίβασε εκ νέου τις απαιτήσεις αυτές, δυνάμει της από 16-3-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας, έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου …./17-3-21, στον τόμο …. και με αριθμό ….., στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στο …… της Ιρλανδίας και έτσι η τελευταία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………,», στην ανωτέρω έννομη σχέση, ενώ τη διαχείριση των απαιτήσεών της, που πηγάζουν από αυτή, την ανέθεσε δυνάμει της από 16-3-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας, έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου …./17-3-21, στον τόμο …. και με αριθμό ……, στην παρεμβαίνουσα, η οποία (σύμβαση) στη συνέχεια λύθηκε με την από 11-6-2021 σύμβαση, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο δημόσιο βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …../29-7-2021 (τόμος …. και αριθμός …….) και αντικαταστάθηκε με την από 11-6-2021 σύμβαση, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο δημόσιο βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτ. …./29-7-2021 (τόμος …. και αριθμός …..). Περαιτέρω, η ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού και η «…………» την 24-11-2022 προέβησαν σε συμπλήρωση της ως άνω από 16-3-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας, έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου …./17-3-21, στον τόμο …. και με αριθμό …., ως προς την περιγραφή των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας νομίμως δημοσιεύθηκε με αριθμό πρωτοκόλλου …./24-11-2022 στο Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (τόμος …. και αριθμός …….). Στο σκέλος Β’ (Μεταβολές-Προσθήκες) της από 24-11-2022 σύμβασης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων γίνεται ειδικότερη μνεία στις απαιτήσεις που μεταβιβάστηκαν με την από 17-3-2021 σύμβαση πώλησης, το σύνολο των οποίων ανατέθηκαν προς διαχείριση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, στην παρεμβαίνουσα. Τέλος η ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού και η παρεμβαίνουσα προέβησαν την 23-11-2022 σε αντίστοιχη συμπλήρωση της από 11-6-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο δημόσιο βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτ. …./29-7-2021 (τόμος …. και αριθμός ……), ως προς το νόμισμα και το ποσό της αμοιβής της διαχείρισης, καθώς και ως προς τις εξουσίες του διαχειριστή των εν λόγω απαιτήσεων, περίληψη, δε, αυτής νομίμως δημοσιεύθηκε με αριθμό πρωτοκόλλου …./24-11-2022 στο Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (τόμος …… και αριθμός ….). Στο σκέλος Β’ (Μεταβολές-Προσθήκες) της από 24-11-2022 σύμβασης διαχείρισης γίνεται ειδικότερη μνεία της εξουσίας διαχείρισης της παρεμβαίνουσας εταιρείας και του συνόλου του χαρτοφυλακίου τιτλοποιημένων απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, από την «……………» στην ως εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………». Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, η οποία, σύμφωνα και με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, έχει, σαφώς, το χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία δικάζεται και η έφεση (άρθρα 31, 80, 83, 225 παρ. 2 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ. και είναι παραδεκτή και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 80, 83 και 225 παρ. 2 εδ. β` ΚΠολΔ, με συνέπεια μεταξύ της κυρίας διαδίκου εφεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαστικής ομοδικίας. Ο εκκαλών ουδόλως παραστάθηκε κατά την μετ’ αναβολήν δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ενώ η εφεσίβλητη, καίτοι δεν παραστάθηκε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχεία 2 μείζονα σκέψη, αντιπροσωπεύεται από την παριστάμενη αναγκαία ομόδικό της προσθετως παρεμβαίνουσας και θεωρείται σαν να ήταν παρούσα. Συνεπώς, ενόψει και του ότι η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή (άρθρ. 226 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση των διαδίκων, πρέπει η έφεση να απορριφθεί κατ’ ουσίαν, χωρίς να επακολουθήσει περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη υπό στοιχεία 1 μείζονα σκέψη. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται ελλείψει σχετικού αιτήματος. Για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας από τον ερήμην δικασθέντα εκκαλούντα πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, εφόσον η έφεση απορρίπτεται, πρέπει, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον εκκαλούντα κατά την άσκηση της έφεσής του. Λόγω, δε, απόρριψης της κρινόμενης έφεσης ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης και δεδομένου, του παρεπομένου χαρακτήρα, σε σχέση με την κύρια δίκη, της πρόσθετης παρέμβασης (διότι η τελευταία, είτε είναι απλή είτε αυτοτελής, όπως εν προκειμένω, δεν περιέχει αίτημα αφού με αυτήν δεν ζητεί ο παρεμβαίνων παροχή έννομης προστασίας για τον ίδιο, ούτε υποβάλλει δικαίωμα προς διάγνωση), δεν απαιτείται στην απόφαση να περιλαμβάνεται διάταξη για την πρόσθετη παρέμβαση, οπότε δεν θα περιληφθεί τέτοια στο διατακτικό της παρούσας (Εφ.Αθ. 5722/2011 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ. Πειρ. 160/2022). Τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας για τον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, θα επιβληθούν εις βάρος του εκκαλούντος – καθ’ ου η πρόσθετη παρέμβαση, λόγω της ήττας του (άρθρα 182,183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την α) από 10-3-2020 και υπ’ αριθμ. εκθ. καταθέσεως …………/2020 έφεση και β) από 6-4-2023 και υπ’ αριθμ. εκθ. κατάθ. ………../2023, ασκηθείσα με ιδιαίτερο δικόγραφο, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης και κατά του εκκαλούντος της ανώνυμης εταιρείας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων κατά το Ν. 4354/2015 με την επωνυμία «………………», ερήμην του εκκαλούντος-καθ’ ου η παρέμβαση και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, της εφεσίβλητης αντιπροσωπευόμενης από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα.
Ορίζει το παράβολο ανακοπής ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο του παραβόλου της έφεσης που κατέθεσε ο εκκαλών.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, για τον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, εις βάρος του εκκαλούντος-καθ’ ου η παρέμβαση, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ(300€).
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 30 Απριλίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και της πληρεξουσίας δικηγόρου της υπό στοιχ Α προσθέτως παρεμβαίνουσας.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ