Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 293/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

TAKTIKH ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός αποφάσεως  293/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(2o Τμήμα)

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις …………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων: 1) ………………., 2) …………….. και 3) ……………., οι οποίοι παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Φώσκολου (Α.Μ Δ.Σ.Α ………).

Της εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………………….», με τον διακριτικό τίτλο «…………….», που εδρεύει στην ……… Αττικής, με ΑΦΜ ………, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Βραχάτη (Α.Μ Δ.Σ Πειραιώς ……).

Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες άσκησαν σε βάρος της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 8/5/2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2023 αγωγή, με την οποία ζητούσαν τα αναφερόμενα σε αυτή. Το ως άνω Δικαστήριο, συζήτησε την ως άνω αγωγή στις 22/5/2024, ερήμην των εναγόντων και με την υπ’ αριθ. 2001/2025 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως οι ενάγοντες άσκησαν την από 13/5/2025 έφεση της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………/2025 και β) δικογράφου ……………/2025, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α. Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 του Ν. 3994/2011 και ισχύει και για τις ειδικές διαδικασίες (άρθρα 591 παρ.1, 7 ΚΠολΔ): «Αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Με το ανωτέρω περιεχόμενο επαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το Ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μίας και μοναδικής συζήτησης και έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας ανακοπής ερημοδικίας. Η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης από τον, δικασθέντα ερήμην πρωτοδίκως, διάδικο επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής (ΑΠ 546/2014 ΝοΒ 2014/1899, ΑΠ 1906/2008 ΝοΒ 2009/927, ΑΠ 1015/2005 ΕλλΔνη 2005/1101), με αποτέλεσμα η υπόθεση να δικάζεται εξ αρχής από το Εφετείο, που μετατρέπεται στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 495/2017 ΝοΒ 2017/2039). Η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης οριοθετείται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τα παράπονα, που διατυπώνονται με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους έφεσης του εκκαλούντος ή την αυτοτελή έφεση ή αντέφεση του εφεσίβλητου και των ισχυρισμών, που αυτός προβάλλει ως υπεράσπιση, κατά των λόγων της έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 527 περ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση, σχετικά με τα παράπονα της έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 579/2018 ΤΝΠ ΔΣΑ). Έτσι, αν ο εναγόμενος που δικάστηκε στην πρωτοβάθμια δίκη ερήμην (ή σαν να ήταν παρών), ισχυρίζεται ότι η αγωγή, που έγινε δεκτή, ήταν νομικά αβάσιμη ή αόριστη ή απαράδεκτη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά αν υφίστανται αυτές οι ελλείψεις, χωρίς να εξαφανίσει πρώτα την εκκαλουμένη απόφαση. Αν, όμως, ως λόγος έφεσης προβάλλεται η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, παραπονείται δηλαδή ο εναγόμενος για την πρωτόδικη κρίση, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, η εκκαλούμενη απόφαση πλήττεται στο σύνολό της και πρέπει να εξαφανιστεί, ως προς όλες τις διατάξεις της (ΕφΑθ 5998/2007 ΕλλΔνη 2009/235), ο, δε, εκκαλών – εναγόμενος μπορεί να προβάλει με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που θα μπορούσε να έχει προτείνει πρωτοδίκως, αν είχε παραστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 829/2008 ΝοΒ 2008/2457, ΑΠ 1015/2005 ο.π., ΑΠ 331/2001 ΕλλΔνη 2001/1320).

Η κρινόμενη από 13/5/2025 έφεση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………./2025 και β) δικογράφου ……../2025, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 2001/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 8/5/2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2023 αγωγής των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων κατά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, η οποία συζητήθηκε ερήμην των εναγόντων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 14/5/2025, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της απόφασης στους εκκαλούντες και εντός δύο (2) ετών από της δημοσιεύσεως της, που έλαβε χώρα στις 5/5/2025 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, να γίνει τυπικά δεκτή η κρινόμενη έφεση, με την οποία οι ενάγοντες και ήδη, εκκαλούντες παραπονούνται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον η αγωγή απορρίφθηκε λόγω της ερημοδικίας τους ως ουσία αβάσιμη, επιδιώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και ζητώντας να γίνει δεκτή η αγωγή τους, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση, ήτοι στο σύνολό της, αφού πλήττεται, ως προς την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, που οδήγησαν στην απόρριψη της αγωγής, δικαιούμενων των εκκαλούντων να προβάλουν όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσαν να προτείνουν πρωτοδίκως. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, κατά την ως άνω τακτική διαδικασία, ενώ πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του νομίμου παραβόλου της έφεσης, στους εκκαλούντες (άρθρο 495 περ. 3 τελ.παρ. εδαφ.γ ΚΠολΔ).

Β. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 παρ. 1 ΑΚ, κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όποιος, δε, κατά το στάδιο αυτό των διαπραγματεύσεων προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε. Πιο συγκεκριμένα ως στάδιο διαπραγματεύσεων νοείται το χρονικό σημείο από την εκδήλωση ενδιαφέροντος για τη σύναψη της σύμβασης μέχρι την κατάρτιση εγγράφως της σύμβασης (είτε αυτή είναι έγκυρη είτε ελαττωματική) ή τον προσυμφώνου ή την οριστική της ματαίωση. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 197 ΑΚ, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη της σύμβασης, τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να τηρούν τη συμπεριφορά που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά, δε, το άρθρο 198 παρ. 1 του ΑΚ όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις από πταίσμα του προξενήσει στον άλλον ζημία υποχρεούται να την ανορθώσει και αν η σύμβαση δεν καταρτίστηκε. Προϋποθέσεις της προσυμβατικής ευθύνης είναι η ύπαρξη σταδίου διαπραγματεύσεων, η επιβλαβής, αντισυμβατική και ζημιογόνος, αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά τον αντισυμβαλλόμενου, η υπαιτιότητα, η επέλευση ζημίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στον νόμιμο λόγο ευθύνης, δηλαδή στην υπαιτιότητα και τη ζημία. Συγκεκριμένα, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 197 – 198 ΑΚ διαπραγματεύσεις νοούνται οι προφορικές ή έγγραφες ανταλλαγές απόψεων των ενδιαφερομένων για τη σύναψη ορισμένης σύμβασης με τις οποίες επιδιώκεται η βαθμιαία προσέγγιση των διαφορετικών αρχικών θέσεων τους σχετικά με τους όρους της υπό συζήτηση σύμβασης μέχρι την τελική σύμπτωσή τους ή την αδυναμία τέτοιας σύμπτωσης. Το στάδιο των διαπραγματεύσεων διαρκεί μέχρι τη διακοπή τους και τη ματαίωση της σύμβασης ή την κατάρτισή της. Κατά το στάδιο αυτό τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να τηρούν τη συμπεριφορά που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενώ όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις από πταίσμα του, δηλαδή την εκδήλωση συμπεριφοράς αντίθετης στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, προξενήσει στον άλλο ζημία, υποχρεούται να την αποκαταστήσει ακόμη και εάν δεν καταρτίσθηκε η σύμβαση. Ως καλή πίστη νοείται η αντικειμενική ή συναλλακτική καλή πίστη, δηλαδή η ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές, ενώ τα συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας ή συμπεριφοράς που ακολουθούνται σε ορισμένο τόπο ή σε ορισμένο κύκλο συναλλασσόμενων. Κατά το στάδια λοιπόν αυτό επιβάλλεται η παροχή διασαφητικών πληροφοριών και εξηγήσεων σε σχέση με το αντικείμενο, τούς πραγματικούς και νομικούς όρους της υπό διαπραγμάτευση σύμβασης και μάλιστα τέτοιων που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στη λήψη απόφασης από το άλλο μέρος, δηλαδή η λεγόμενη υποχρέωση διαφώτισης και προστασίας (ΑΠ 1399/2007 ΝΟΜΟΣ), η οποία όμως δεν φτάνει μέχρι το σημείο να επεκτείνεται και σε όσα θέματα το άλλο μέρος θα όφειλε και θα μπορούσε να πληροφορηθεί με δική του επιμελή έρευνα (ΕφΑθ 8566/2007, ΕλλΔνη 2008.841). Από την καλή πίστη, που οφείλουν να επιδεικνύουν οι συναλλασσόμενοι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων απορρέει και η υποχρέωση σοβαρής και γρήγορης διαπραγμάτευσης μέχρι την κατάρτιση έγκυρης σύμβασης ή η χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αναγγελία τυχόν απόφασης για διακοπή διαπραγματεύσεων και ματαίωση της σύμβασης. Σύμφωνα με την αρχή της συμβατικής ελευθερίας και τη διάταξη του άρθρου 189 ΑΚ, η διακοπή των διαπραγματεύσεων και η μη αποδοχή της πρότασης προς κατάρτιση της σύμβασης αποτελεί δικαίωμα του διαπραγματευόμενου μέρους, αντίθετα όμως η αυθαίρετη και η αδικαιολόγητη (χωρίς σπουδαίο λόγο) ματαίωση της κατάρτισης της σύμβασης είναι αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όταν λαμβάνει χώρα σε χρόνο, κατά τον οποίο οι μεταξύ των μερών διαπραγματεύσεις έχουν τερματιστεί οριστικά και δεν υπολείπεται παρά μόνο η τυπική υπογραφή της σύμβασης περί της οποίας ο υπαίτιος της ματαίωσης είχε δώσει στον αντισυμβαλλόμενό του σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα πρέπει αυτή να θεωρείται βέβαιη (ΟλΑΠ 37/2005 ΕλλΔνη 2005.1040, ΑΠ 347/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1231/2008 ΕλλΔνη 2008.1394, ΑΠ 197/2007 ΝΟΜΟΣ) ή σημειώθηκε αδικαιολόγητη καθυστέρηση της αρνητικής απάντησης υπό συνθήκες που δημιούργησαν την πεποίθηση στο άλλο μέρος ότι θα ακολουθούσε αποδοχή (ΑΠ 1232 2000 ΕλλΔνη 2002.112). Στην περίπτωση αυτή, εκείνος που ματαίωσε τη σύμβαση μη τηρώντας τη συμπεριφορά που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι υποχρεωμένος να ανορθώσει τη ζημία που υπέστη ο αντισυμβαλλόμενος που πίστεψε ως επικείμενη την κατάρτισή της. Περαιτέρω, για τη δημιουργία ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις απαιτείται υπαίτια παράβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, για τη θεμελίωση δε αυτής αρκεί οποιοδήποτε πταίσμα (άρθρο 330 ΑΚ), δηλαδή και ελαφρά αμέλεια (ΑΠ 1435/2015, ΑΠ 1302/2010 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, όσον αφορά την έκταση της αποζημίωσης, που οφείλεται με τις ως άνω διατάξεις, αυτή καλύπτει μόνο το αρνητικό διαφέρον (διαφέρον εμπιστοσύνης), τη ζημία δηλαδή από τη διάψευση της εμπιστοσύνης του ζημιωθέντος σε σχέση με την τήρηση από τον ζημιώσαντα συμπεριφοράς σύμφωνης με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, στην οποία περιλαμβάνεται τόσο η θετική ζημία όσο και η αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), εφόσον βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το γεγονός που προκάλεσε τη ματαίωση κατάρτισης της σύμβασης. Ειδικότερα, ως ζημία νοείται το καλούμενο αρνητικό της σύμβασης διαφέρον ή διαφέρον εμπιστοσύνης, δηλαδή η ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης και την οποία θα είχε αποφύγει αν από την αρχή τηρούσε αρνητική στάση και όχι το διαφέρον εκπλήρωσης της σύμβασης αφού τα μέρη δεν είχαν νομική υποχρέωση για τη σύναψή της (ΟλΑΠ 37/2005 ΕλλΔνη 2005.1040). Επί αδικαιολόγητης διακοπής των διαπραγματεύσεων και ματαίωσης της κατάρτισης της υπό διαπραγμάτευση σύμβασης αποκαθίσταται ιδίως η ζημία που αυτός υπέστη, διότι πιστεύοντας δικαιολογημένα ότι επίκειται κατάρτιση της σύμβασης, υποβλήθηκε σε δαπάνες ή απέκρουσε άλλη ευκαιρία προς σύναψη παρόμοιας σύμβασης με τους αυτούς ή ευνοϊκότερους όρους (ΑΠ 197/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1242/2005 ΕλλΔνη 2006.117). Ο ζημιωθείς μπορεί επομένως να ζητήσει να περιαχθεί στην κατάσταση που θα βρισκόταν πριν από την έναρξη των διαπραγματεύσεων (αρνητικό διαφέρον) και όχι σε εκείνη που θα βρισκόταν αν οι διαπραγματεύσεις είχαν εν τέλει ευοδωθεί και καταλήξει στη σύναψη της σύμβασης (οιονεί θετικό διαφέρον). Το αρνητικό αυτό διαφέρον δεν μπορεί να υπερβεί το ύψος του θετικού, γιατί ο ζημιωθείς δεν μπορεί να βρεθεί σε καλύτερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν, εάν η σύμβαση είχε καταρτισθεί, αφού η εμπιστοσύνη του στη σύμβαση αυτή διαψεύσθηκε. Αντίθετα, μόνη η ματαίωση της σύμβασης σε συνδυασμό με τη μεταγενέστερη ανατίμηση ή υποτίμηση του αγαθού ή της υπηρεσίας, στην οποία αφορούσε η ματαιωθείσα σύμβαση, δεν δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης σχετικά με τη διαφορά της αξίας του αγαθού ή της υπηρεσίας πριν από την ανατίμηση σε σχέση με την αξία του αγαθού ή της υπηρεσίας μετά την ανατίμηση ή υποτίμηση (ΑΠ 1463/2001 ΕλλΔνη 2002.1634, ΑΠ 1565/2000 ΕλλΔνη 2001.1291). Το βάρος επίκλησης και απόδειξης των προϋποθέσεων γέννησης της ευθύνης από διαπραγματεύσεις φέρει ο ενάγων ζημιωθείς (βλ. αναλυτικά για τα ανωτέρω, Λέκκα σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ Ι, άρθρα 197-198, σελ. 362-368). Η αθέτηση, ωστόσο, των υποχρεώσεων που επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 197 – 198 ΑΚ δεν δημιουργούν υποχρέωση για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, γιατί η ευθύνη του υπαιτίου δεν είναι από αδικοπραξία, αλλά ευθύνη από αθέτηση ειδικής εκ του νόμου ενοχής (ΕφΔωδ 30/2004, ΝΟΜΟΣ).

Με την υπό κρίση αγωγή τους, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι ως εξ αδιαιρέτου συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι, κατά ποσοστό 75%, 8,5% και 16,5%, αντίστοιχα, του αναφερόμενου στην αγωγή καταστήματος, στη …………. Αττικής, το οποίο χρησιμοποιούσε η εταιρία με την επωνυμία «……………» για την πώληση ειδών ρουχισμού, συμφώνησαν με την εναγόμενη εταιρία την εκμίσθωσή του σε αυτήν για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών, ώστε η τελευταία να το χρησιμοποιήσει ως πολυκατάστημα (super market) αντί μηνιαίου μισθώματος 2.200 ευρώ αναπροσαρμοζόμενου ετησίως, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής αφενός μεν ματαίωσαν την εκμίσθωση του καταστήματος στον …………….., αντί μηνιαίου μισθώματος 2.000 ευρώ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, αφετέρου δε, προέβησαν σε εκτεταμένες εργασίες εκκένωσης αυτού από τα εμπορεύματα και τον κινητό εξοπλισμό που υπήρχε εντός αυτού. Ότι, ωστόσο, πριν την υπογραφή του, κοινής αποδοχής, μισθωτήριου συμβολαίου και την παράδοση του μισθίου στην εναγόμενη, στις 23/4/2018, η τελευταία υπαναχώρησε της σύμβασης με την αιτιολογία ότι το μίσθιο ήταν ακατάλληλο για πολυκατάστημα λόγω του ότι είχε πρόσοψη σε στενή οδό και όχι σε λεωφόρο. Ότι συνεπεία της αντίθετης με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη υπαναχώρησης της εναγόμενης, οι ενάγοντες ζημιώθηκαν, όπως έχει ήδη τελεσίδικα κριθεί, δυνάμει της υπ’ αριθ. 650/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως αυτή επικυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 291/2022 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, κατά το ποσό των 12.000 ευρώ (για το χρονικό διάστημα των 6 μηνών ήτοι από 5-4-2018 έως 4-10-2018 προς 2.000 ευρώ μηνιαίως). Ότι το εν λόγω κατάστημα εξακολουθούσε να είναι κλειστό για το χρονικό διάστημα από 5-10-2018 μέχρι 4-12-2022, οπότε και θα έληγε το μισθωτήριό τους με τον μισθωτή στον οποίο δεν εκμίσθωσαν το κατάστημα, διότι πίστεψαν στην κατάρτιση της σύμβασης με την εναγόμενη και συνεπώς απώλεσαν συνολικά μισθώματα ποσού 112.602 ευρώ, τα οποία θα κατέβαλε ο μισθωτής στον οποίο δεν εκμίσθωσαν το κατάστημα, όπως αναλυτικά αναλύονται στην αγωγή, και επομένως ζημιώθηκαν ο μεν πρώτος για το ποσό των 84.451 ευρώ, η δεύτερη για το ποσό των 9.571 ευρώ και η τρίτη για το ποσό των 18.579 ευρώ. Βάσει των ως άνω, και κατόπιν επιτρεπτής μεταβολής του αιτήματος της αγωγής, με επ’ ακροατηρίω δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους (άρθρο 223 εδ.β ΚΠολΔ), οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη, οφείλει να τους καταβάλει, ως αποζημίωση λόγω της ευθύνης της από τις διαπραγματεύσεις, τα ανωτέρω ποσά νομιμότοκα από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση καθώς και να καταδικασθεί στα δικαστικά τους έξοδα.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 19 ΚΠολΔ), για να δικασθεί κατά την τακτική διαδικασία, είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης περί αοριστίας της, και νόμιμη (άρθρα 197, 198, 330, 345, 346 ΑΚ, 176, 189, 191 § 2 ΚΠολΔ) και επομένως, εφόσον δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, λόγω του αναγνωριστικού της χαρακτήρα, η αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Γ. Κατ’ άρθρο 322 παρ.1 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μία έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Το δεδικασμένο εκτείνεται επίσης και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά. Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Επίσης κατ’ άρθρο 330 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το δεδικασμένο αφορά «έννομη σχέση» και όχι αυτοτελώς κατ’ ιδίαν στοιχεία της μείζονας ή της ελάσσονας πρότασης του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή δεν αφορά αυτοτελώς στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή διαπίστωση πραγματικών περιστατικών ή νομικό τους χαρακτηρισμό (ΑΠ 362/2006 ΕλλΔνη 2006/768). Ως «έννομη σχέση» νοείται το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες συνέπειες (ΑΠ 96/2010, ΑΠ 1803/2008, ΑΠ 522/2008, ΑΠ 1470/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 613/2007 Δ 2007/977, ΑΠ 47/2006 ΕλλΔνη 2006/1363). Το δεδικασμένο συνεπώς καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό ως σύνολο, ήτοι το δικαίωμα που κρίθηκε, αλλά και τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση του, καθώς και το νομικό χαρακτηρισμό που τους προσέδωσε το δικαστήριο (ΕφΑθ 2069/2001 Αρμ 2002/1352). Το δεδικασμένο ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει, εξ αφορμής άλλης δίκης, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη απόφαση, λαμβάνοντας το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 411/2016, ΑΠ 738/2014, ΑΠ 920/2013, ΑΠ 96/2010, ΑΠ 522/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ). Το δεδικασμένο καλύπτει, όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, καθώς και τη νομική αιτία. Τα ανωτέρω ισχύουν και όταν η έννομη σχέση που έχει τελεσιδίκως διαγνωσθεί, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα (ΑΠ 25/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ). Το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μία έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση. Το ποια είναι η έννομη σχέση που κρίθηκε συνάγεται τόσο από το αίτημα της αγωγής που κρίθηκε, όσο και από το περιεχόμενο της απόφασης που παράγει το δεδικασμένο. Το δεδικασμένο καλύπτει επίσης την ιστορική αιτία, ήτοι το σύνολο των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο ότι υπήρξαν ή δεν υπήρξαν, ως ιστορικό συμβάν και είναι κατά το νόμο αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό. Δεδικασμένο δηλαδή δημιουργείται και από τις αιτιολογίες της τελεσίδικης απόφασης, όταν αυτές αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και έτσι ανήκουν στο διαγνωστικό μέρος της απόφασης, στο οποίο υπάρχει η κρίση του δικαστηρίου για το δικαίωμα, έχοντας έτσι τα προσόντα διατακτικού (ΑΠ 128/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ). Το δεδικασμένο εκτείνεται επίσης και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά. Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις δεν αποτελούν ιδιαίτερο, αυτοτελές αντικείμενο της δίκης και για το λόγο αυτό εξετάζονται και επιλύονται με δύναμη δεδικασμένου πάντοτε σε σχέση με το αντικείμενο αυτό. Δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να υπάρξει επ’ αυτών διακεκριμένως τελεσίδικη απόφαση, δημιουργούσα ως προς αυτές αυτοτελές, ανεξάρτητο επί του ουσιαστικού αντικειμένου της δίκης, δεδικασμένο (ΟλΑΠ 4/1996, ΑΠ 621/2012 ΤΝΠ ΔΣΑ). Ως δικονομικό ζήτημα νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης διαδικαστικών προϋποθέσεων που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο), είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής). Αν η αγωγή απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν τελεσιδίκως, θεωρείται ότι το δικαστήριο έχει εξετάσει πρώτα τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, ως κύρια ζητήματα και δεσμεύεται το δικαστήριο που θα επιληφθεί νέας δίκης με το ίδιο αντικείμενο (Μ.Μαργαρίτης, Α.Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, 2η έκδ., άρθρο 322, παρ.2,4,8,15,17,18). Περαιτέρω, δεδικασμένο υπάρχει όταν το αντικείμενο της διαφοράς που κρίθηκε με την άλλη απόφαση ταυτίζεται με εκείνο της υπό κρίση, πράγμα που αναλύεται σε ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας ήτοι στο ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης έννομης σχέσης (ΑΠ 96/2010 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 481/2004 ΕλλΔνη 2006/456, ΑΠ 415/2004 Δ 2005/309). Επίσης, το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και συνακόλουθα νομική αιτία και όχι ως προς άλλες ιστορικές βάσεις που θα ήταν δυνατό να στηρίξουν το δικαίωμα και το αίτημα, οι οποίες όμως δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή (ΑΠ 727/2012 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 166/2010 ΝοΒ 2010/1492) ή απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες (ΑΠ 702/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ). Η ενέργεια του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει ότι η νέα δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία ήτοι στο ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης έννομης σχέσης (ΑΠ 1773/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ). Μεταξύ των προϋποθέσεων, λοιπόν, για την ύπαρξη δεδικασμένου περί του δικαιώματος που κρίθηκε είναι και η ταυτότητα της ιστορικής αιτίας με το δικαίωμα που προβάλλεται, δηλαδή προϋποτίθεται ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατά τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, το δικαίωμα ως έννομη συνέπεια του συλλογισμού (ΑΠ 918/2015 ΕπΠολΔικ 2016/517, ΑΠ 324/2003 ΧρΙδΔικ 2003/630). Τέλος, ιστορική αιτία (αιτιολογίες της απόφασης) είναι το σύνολο των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο ότι υπήρξαν ή όχι, ως ιστορικό συμβάν και είναι κατά νόμο αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό. Σκοπός της ιστορικής (όπως και της νομικής) αιτίας είναι να καταστήσει απόλυτα συγκεκριμένη και έτσι να διασφαλίσει την έννομη συνέπεια που απαγγέλει η απόφαση. Ταυτότητα υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε κατά την προηγούμενη δίκη, ήταν αναγκαία κατά το νόμο για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας και τα ίδια συγκροτούν το πραγματικό εν όλω ή εν μέρει της νομικής διάταξης που πρέπει να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (ΑΠ 96/2010 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 714/2008 Δ 2008/943, ΑΠ 415/2004 Δ 2005/309).

Από την εκτίμηση της υπ’ αριθ. ………./5-10-2023 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα …………, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών …. ….., η οποία λήφθηκε με επιμέλεια των εναγόντων, κατόπιν προηγούμενης εμπρόθεσμης και νομοτύπου κλητεύσεως της εναγομένης (βλ. την υπ’ αριθ. …./26-5-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, . ……), της υπ’ αριθ. ……../6-10-2023 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα ……………, ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς ………, η οποία λήφθηκε με επιμέλεια της εναγομένης, κατόπιν προηγούμενης εμπρόθεσμης και νομοτύπου κλητεύσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου και αντίκλητου των εναγόντων  (βλ. την υπ’ αριθ. ……/21-9-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ……….), της υπ’ αριθ. ………../20-12-2018 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα ……….., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών …………, την οποία προσκομίζουν οι ενάγοντες και της υπ’ αριθ. ……………/20-12-2018 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα ……….., ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς ……….., την οποία προσκομίζει η εναγομένη και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, εφόσον ελήφθησαν νομίμως για προηγούμενη δίκη μεταξύ των διαδίκων, καθώς και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 παρ.1 αρ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ.4 ΚΠολΔ) καθώς και έγγραφα που παραδεκτώς προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), εφόσον δεν προέκυψε ότι δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α΄ και 336 παρ. 3 ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, πλήρως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με την από 24/8/2018 αγωγή τους, η οποία έχει ταυτόσημο περιεχόμενο με την υπό κρίση αγωγή, οι ενάγοντες, μεταξύ άλλων, ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη, οφείλει να τους καταβάλει, ως αποζημίωση λόγω της ευθύνης της από τις διαπραγματεύσεις, συνολικά ποσό 49.200 ευρώ λόγω απώλειας μισθωμάτων από τον μισθωτή …….., για το χρονικό διάστημα 1/12/2017 – 30/11/2019. Επί της ως άνω αγωγής, εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αριθ. 650/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία επικυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 291/2022 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων. Με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, έγινε δεκτή η αγωγή για το χρονικό διάστημα από 5/4/2018 μέχρι την άσκηση της ως άνω αγωγής στις 4/10/2018, ήτοι για χρονικό διάστημα 6 μηνών και αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες συνολικά ποσό 12.000 ευρώ, ήτοι 6 μήνες προς μίσθωμα 2.000 ευρώ μηνιαίως, το οποίο θα είχε επιτευχθεί από την μίσθωση με τον έτερο εκμισθωτή ……… Απορρίφθηκε, δε, η ως άνω αγωγή για το χρονικό διάστημα από 1/12/2017 έως 4/4/2018, διότι κρίθηκε ότι σε αυτό δεν είχε συμφωνηθεί η κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης καθώς και για το χρονικό διάστημα μετά την κατάρτιση της αγωγής, ως προώρως ασκηθείσα, διότι μελλοντικά ήταν δυνατό να χωρήσει άλλη μίσθωση του επίδικου ακινήτου μέχρι το πέρας του χρονικού διαστήματος που είχαν συμφωνήσει τη μίσθωση με τον …………….. Περαιτέρω με την ως άνω απόφαση κρίθηκε τελεσιδίκως η ευθύνη της εναγομένης από τις διαπραγματεύσεις και ειδικότερα ότι: «… η εναγομένη επέδειξε κατά το στάδιο αυτό συμπεριφορά που δεν ήταν σύμφωνη με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η δε υπαιτιότητα της συνίσταται στο ότι δεν αντιμετώπισε με σοβαρότητα το γεγονός ότι οι ενάγοντες, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, έχαναν χρήματα λόγω απώλειας μισθωμάτων που θα εισέπρατταν αν είχαν συνάψει τη μίσθωση με τον έτερο υποψήφιο μισθωτή και δαπανούσαν χρόνο αποβλέποντας στην σύναψη της σύμβασης. Επομένως έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες επειδή πίστεψαν στην οριστική κατάρτιση της, ως άνω επικείμενης να συναφθεί, μεταξύ τους σύμβασης. Περαιτέρω … αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες πιστεύοντας ως επικείμενη τη σύναψη της συμβάσεως, απώλεσαν μισθώματα που θα είχαν εισπράξει αν είχαν προβεί στην υπογραφή της σύμβασης μίσθωσης με τον άλλο υποψήφιο μισθωτή ………..» Επίσης κρίθηκε τελεσιδίκως ότι: «Κατόπιν διαφόρων προσφορών, οι ενάγοντες κατέληξαν στην πρόταση μίσθωσης του ως άνω ακινήτου, του ……… … Κατόπιν διαπραγματεύσεων οι ενάγοντες με τον ως άνω υποψήφιο μισθωτή, κατέληξαν … σε συμφωνία μίσθωσης του ακινήτου τους έναντι μηνιαίου μισθώματος 2.000 ευρώ με αυξητική αναπροσαρμογή κατά ποσοστό 5% ανά έτος, αρχομένης της μίσθωσης την 1.12.2017, για χρονικό διάστημα 5 ετών, ήτοι μέχρι την 30.11.2022…». Εκ των ως άνω εκτεθέντων, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω υπό στοιχείο Γ νομική σκέψη, προκύπτει σαφώς ότι εκ της ως άνω υπ’ αριθ. 650/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, υπάρχει δεδικασμένο, υπό την θετική του έννοια, το οποίο καλύπτει και την παρούσα αγωγή και ειδικότερα το θέμα της ευθύνης της εναγομένης από τις διαπραγματεύσεις της με τους ενάγοντες, η οποία υφίσταται αλλά και το θέμα της αποζημίωσης των εναγόντων, η οποία πρέπει να υπολογιστεί με βάση τα απωλεσθέντα μισθώματα τους από τη σύμβαση που θα είχαν συνάψει με τον …………., κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι για το χρονικό διάστημα 5/10/2018 – 30/11/2022 (οπότε και θα έληγε η μίσθωση με τον ……….), το επίδικο ακίνητο δεν μισθώθηκε από τους ενάγοντες, δεν αποδείχθηκε, δε, αδιαφορία των εναγόντων για την μίσθωση του ούτε και άλλη αμελής συμπεριφορά τους, που ματαίωσε την μίσθωση αυτού, όπως π.χ. άρνηση τους να προβούν σε μίσθωση, αφού δεν προέκυψε καμία πρόταση μίσθωσης προς αυτούς, η ίδια, δε, η εναγόμενη συνομολογεί ότι όλα τα καταστήματα της περιοχής παραμένουν μη μισθωμένα, στην δε εικόνα αυτή, συντέλεσε και η επιδημία του κορονοϊού για το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 2020 και μέχρι τον Νοέμβριο του 2022. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή, απορριπτομένης σχετικά και της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων, που υπέβαλλε η εναγομένη, αφού δεν εκτίθενται από την τελευταία πραγματικά περιστατικά που συνιστούν υπέρβαση της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος τους και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλλει στους ενάγοντες, ως αποζημίωση, συνολικά το ποσό που αυτοί θα εισέπρατταν ως μίσθωμα αν καταρτιζόταν η σύμβαση με τον …………… και ειδικότερα: α) για το χρονικό διάστημα 5/10/2018 – 31/10/2018 ποσό (2.000 ευρώ x 26/30 =) 1.733,33 ευρώ, β) για τον Νοέμβριο 2018 ποσό 2.000 ευρώ, γ) για το χρονικό διάστημα 12/2018 – 11/2019, ποσό (2.000 ευρώ + 5% αύξηση = 2.100 x 12 =) 25.200 ευρώ, δ) για το χρονικό διάστημα 12/2019 – 11/2020, ποσό (2.100 ευρώ + 5% αύξηση = 2.205 x 12 =) 26.460 ευρώ, ε) για το χρονικό διάστημα 12/2020 – 11/2021, ποσό (2.205 ευρώ + 5% αύξηση = 2.315,25 x 12 =) 27.783 ευρώ και στ) για το χρονικό διάστημα 12/2021 – 11/2022, ποσό (2.315,25 ευρώ + 5% αύξηση = 2.431,01 x 12 =) 29.172,12 ευρώ και συνολικά ποσό (1.733,33 + 2.000 + 25.200 + 26.460 + 27.783 + 29.172,12 =) 112.348,45 ευρώ. Εξ αυτών ο πρώτος ενάγων δικαιούται ποσό (112.348,45 x 75% =) 84.261,34 ευρώ, η δεύτερη ενάγουσα ποσό (112.348,45 x 8,5% =) 9.549,62 ευρώ και η τρίτη ενάγουσα ποσό (112.348,45 x 16,5% =) 18.537,49 ευρώ, και όλα τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.

Κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, κατά τα ειδικότερα εκτεθέντα στο διατακτικό, ενώ τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων – εκκαλούντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης – εφεσίβλητης, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 2001/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση επί της από 8/5/2023 αγωγής.

Δέχεται την αγωγή.

Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει: α) στον πρώτο ενάγοντα ποσό ογδόντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων εξήντα ενός ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (84.261,34), β) στην δεύτερη ενάγουσα ποσό εννέα χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα εννέα ευρώ και εξήντα δύο λεπτών (9.549,62) και γ) στην τρίτη ενάγουσα ποσό δεκαοκτώ χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα επτά ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (18.537,49), και όλα τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Επιβάλλει σε βάρος της εφεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων, τα οποία ορίζει, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, στο ποσό: α) των 7.500 ευρώ για τον πρώτο εκκαλούντα, β) των 850 ευρώ για την δεύτερη εκκαλούσα και γ) των 1.650 ευρώ για την τρίτη εκκαλούσα.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου για την άσκηση της έφεσης στον καταθέσαντα τούτο.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 4 Μαΐου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Β. ΠΟΡΤΟΚΑΛΛΗΣ                                                               ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ