Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 294/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός  294/2026

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Παπαδογρηγοράκου, Εφέτη και Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη-Εισηγητή και από τη Γραμματέα E.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την ……………, προκειμένου να δικάσει στην υπόθεση μεταξύ:

Των Καλουσών- Εκκαλουσών: (1)  …………….. (2) …………. (3) ………………. (4) …………… οι οποίες παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου τους Δημητρίου Ασημάκη (Δ.Σ.Α. …., βλ. το υπ’ αριθμόν Α ……./14-10-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Π. – άρθρο 61 Ν. 4194/2013).

Των Καθ’ ων η κλήση-Εφεσίβλητων: (1) ………………., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου του  Άννας Γ. Κοζώνη (Δ.Σ.Π ………- βλ. το υπ’ αριθμόν Α …………./14-10-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Π. – άρθρο 61 Ν. 4194/ 2013). (2) ………….., ο οποίος παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων Δικηγόρων τους Κρίτωνος Μεταξόπουλου (Δ.Σ.Α ……….. – βλ. το υπ’ αριθμόν Π ……../16-09-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Α. – άρθρο 61 Ν. 4194/2013) (Δικηγορική Εταιρεία «Α & Κ ΜΕΤΑΞΟΠΟΥΛΟΥΛΟΣ & Συνεργάτες» Α.Μ. ….) και Στυλιανού Μανουσάκη Δ.Σ.Π ….- βλ. το υπ’ αριθμόν Α ……/16-10-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Π. – άρθρο 61 Ν. 4194/2013),  οι οποίοι κατέθεσαν κοινή δήλωση, την 17η Σεπτεμβρίου 2025, προκειμένου να εκδικαστεί η υπόθεση χωρίς αυτοί να παραστούν, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ήτοι, χωρίς αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου.  (3) Της αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία «……………..», (Α.Φ.Μ. …………), με καταστατική έδρα στον Παναμά και πραγματική στον Πειραιά, (……….) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε, ομοίως δια των πληρεξούσιων Δικηγόρων τους Κρίτωνος Μεταξόπουλου (Δ.Σ.Α …….. – βλ. το υπ’ αριθμόν Π ………../16-09-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Α.), Δικηγορική Εταιρεία «Α & Κ ΜΕΤΑΞΟΠΟΥΛΟΥΛΟΣ & Συνεργάτες» Α.Μ. ……………) και Στυλιανού Μανουσάκη Δ.Σ.Π …………..- βλ. το υπ’ αριθμόν Α ……./16-10-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Π. – άρθρο 61 Ν. 4194/2013), σύμφωνα με τα παραπάνω/

Ο ενάγων ……………. άσκησε σε βάρος των εναγομένων και ήδη καθ’ ων η κλήση-εφεσίβλητων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 06.04. 2021 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, με γενικό αριθμό κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) ………../06.04.2021 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) ……./06.04.2021.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 908/2022 (οριστική) απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτήν.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο  ενάγων άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 30 Μαρτίου 2022 έφεσή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου (Γ.Α.Κ.) ……./11-04-2022 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) ……./11.04. 2022 και ακολούθως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με γενικό αριθμό κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) ………./11.04.2022 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) ………/11.04.2021, δικάσιμος δε ορίστηκε  η 17.11.2022, πλην όμως, ο ενάγων …………… απεβίωσε την 15.05.2022, οπότε επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης.

Μετά ταύτα, οι ήδη καλούσες, με την ιδιότητά τους, ως καθολικοί διάδοχοι-κληρονόμοι του αρχικώς ενάγοντος ………..: (1) ……….., (2) …………., (3) ………. και (4) …………. άσκησαν την από 04 Μαρτίου 2024 κλήση τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) ……../2024 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) …../2024, δικάσιμος ορίστηκε δε η 20η Φεβρουαρίου 2025, οπότε και συζητήθηκε αυτή.

Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 402/2025 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτή η δήλωση αποχής της Δικαστή Γεωργίας Παναγιωτοπούλου, που μετείχε στη σύνθεση του Δικαστηρίου και είχε οριστεί, ως Εισηγήτρια επί της υποθέσεως Δικαστής, και διατάχθηκε η επανάληψη της εκδίκασης της ένδικης υπόθεσης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτήν.

Στη συνέχεια, η ένδικη υπόθεση εισήχθη, προκειμένου να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την υπ’ αριθμόν 25/2025 πράξη της Προέδρου του Δικαστηρίου τούτου, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατά θεσης (Γ.Α.Κ.) …./2025 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) ……./2025, δικάσιμος δε αρχικά ορίστηκε η 20η Νοεμβρίου 2025  και τελικά ορίστηκε η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου.

Οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων, που παραστάθηκαν, όπως ανωτέρω, ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις έγγραφες προτάσεις, που προκατέθεσαν ο δεύτερος (2ος) και η τρίτη (3η) των εφεσίβλητων στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, οι δε λοιποί των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνει δεκτή η έφεση και οι προτάσεις, τις οποίες κατέθεσαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

            (Ι) Νόμιμα εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 30 Μαρτίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …./ (Ε.Α.Κ.Δ.) …………/11.04.2022 έφεση του ………. με την υπ’ αριθμόν 25/2025 πράξη της Προέδρου του Δικαστηρίου τούτου για εκδίκαση αυτής μετά την επελθούσα βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του αρχικώς ενάγοντος και στη συνέχεια εκκαλούντος.

(ΙΙ) Η κρινόμενη έφεση του αρχικώς ενάγοντος …………… κατά της υπ’ αριθμόν 908/2022 (οριστικής) απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), που εκδόθηκε την 22.03.2022 αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία (Διαδικασία άρθρων 1-465 Κ.ΠολΔ), αρμοδίως φερόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ.), έχει ασκηθεί, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν παρήλθε η καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από το χρόνο έκδοσης αυτής, κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/ 2015 (Φ.Ε.Κ. Α΄87/23.7.2015) σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εκκαλούμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε σε οποιονδήποτε διάδικο για γνώση του και για τις νόμιμες συνέπειες, αφού δεν προσκομίζεται από οποιονδήποτε διάδικο είτε έκθεση επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης είτε αντίγραφο αυτής με σχετική επισημείωση Δικαστικού Επιμελητή για επίδοση αυτής, ενώ συγχρόνως δεν προτείνεται ισχυρισμός για εκπρόθεσμη άσκηση της υπό κρίση έφεσης, με αποτέλεσμα να μην έχει αρχίσει να διαδράμει η προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 1 εδ. Β Κ.Πολ.Δ., το δε δικόγραφο της υπό κρίση εφέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την 11η Απριλίου 2022], (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Συνεπώς, εφόσον για το παραδεκτό της συζήτησής της καταβλήθηκε, κατ` άρθρο 495 παρ. 4 εδ. δ` ΚΠολΔ. παράβολο του Ελληνικού Δημοσίου, αξίας 150,00 ευρώ (βλ. το με αριθμό κωδικού ηλεκτρονικού παραβόλου …. ……/2022 με το σχετικό παραστατικό πληρωμής σε συνδυασμό με το υπ’ αριθμόν Α ……../11-04-2022 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Π.), πρέπει αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.

(ΙΙI) Με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι συμμετέχει, κατά ποσοστό 20%, στο μετοχικό κεφάλαιο της συσταθείσας κατά το έτος 1990 αλλοδαπής εταιρείας, με την επωνυμία «……………..», με καταστατική έδρα στη Λιβερία και πραγματική στον Πειραιά, εκπροσωπούμενη από το διαχειριστή της – πρώτο (1ο) των εναγόμενων, που συμμετέχει στο μετοχικό κεφάλαιο αυτής, κατά ποσοστό 80 %, η οποία αποτελεί εταιρεία χαρτοφυλακίου, καθώς κατέχει το 50 % των μετοχών της αλλοδαπής εταιρείας – τρίτης (3ης) των εναγόμενων αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία «……………», δραστηριοποιούμενη η τελευταία στον τομέα της μεσιτείας ναυτιλιακών ασφαλειών και εδρεύουσα στον Παναμά, με άδεια εγκατάστασης γραφείου στην ημεδαπή, κατά τις διατάξεις του Α.Ν. 378/1968. Ότι η εταιρεία «…………» δεν έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην ημεδαπή, και ως εκ τούτου θεωρείται ως ακύρως συσταθείσα κατά το ελληνικό δίκαιο κεφαλαιουχική εταιρεία, ισχύουσα δε αυτή, κατά μετατροπή (άρθρο 182 ΑΚ), ως «εν τοις πράγμασι» ομόρρυθμη, δεδομένου ότι εμφάνισε συναλλακτική δραστηριότητα, αν και δεν τήρησε τις διατυπώσεις δημοσιότητας, που προβλέπει το ελληνικό δίκαιο για το συγκεκριμένο εταιρικό τύπο. Ότι ο ίδιος ενημερώθηκε για πρώτη φορά κατά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2008, ότι η τρίτη (3η) των εναγομένων εταιρεία παρουσίαζε σημαντικά κέρδη, είχε δε προβεί σε διανομή μερισμάτων στους μετόχους της (δηλαδή και προς την εταιρεία «……….»), κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1990 μέχρι το έτος 2007 χρηματικού ποσού τριών εκατομμυρίων τετρακοσίων επτά χιλιάδων δολαρίων Η.Π.Α. (3.407.000,00) κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στον επισυναπτόμενο στην ένδικη αγωγή πίνακα διανομής. Ότι δεν διανεμήθηκε σε αυτόν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, κατά το αναλογούν ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρεία «…………..», καθόσον ο πρώτος (1ος) των εναγόμενων, έχοντας στην κατοχή του το σύνολο των κερδών της εταιρείας «…………….» και με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα αρνιόταν κατ’ εξακολούθηση, να του αποδώσει τα αναλογούντα σε αυτόν εταιρικά κέρδη, προβαίνοντας σε ψευδείς και απατηλές παραστάσεις σχετικά με  οικονομική δυσπραγία της εταιρείας. Ότι ο δεύτερος (2ος) των εναγομένων, τυγχάνοντας νόμιμος εκπρόσωπος της τρίτης (3ης) των εναγόμενων από το έτος 2007 και έπειτα, τελώντας σε γνώση της διαμάχης του με τον πρώτο (1ο) των εναγόμενων σχετικά με τα οφειλόμενα μερίσματα των προηγούμενων ετών, συνέργησε με τον τελευταίο κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, κατά την τέλεση της ένδικης πράξης της υπεξαίρεσης, καταβάλλοντας τα μερίσματα της εταιρείας «…………..», από τη συμμετοχή της στην τρίτη (3η) των εναγομένων, όχι  σε εταιρικό τραπεζικό λογαριασμό, δικαιούχος του οποίου θα ήταν η εταιρεία «………………»,  αλλά σε προσωπικό λογαριασμό του πρώτου (1ου) των εναγομένων σε κάθε δε περίπτωση, παρείχε συνδρομή στον τελευταίο μετά την τέλεση της πράξης, αρνούμενος να παράσχει σε αυτόν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο καταβολής των μερισμάτων. Ότι, κατ’ άρθρο 71 ΑΚ, ενέχεται αδικοπρακτικά και η τρίτη (3η) των εναγομένων εταιρεία για τις ένδικες πράξεις και παραλείψεις του νόμιμου εκπροσώπου της δευτέρου (2ου) αυτών. Ότι για το χρονικό διάστημα από την 30.09.2004 μέχρι την 30.09.2007, ο δεύτερος (2ος) των εναγομένων του οφείλει – για τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή για κάθε εταιρική χρήση, μερίσματα – το συνολικό χρηματικό ποσό των ενενήντα πέντε χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και οκτώ λεπτών (95,379,08 €). Ότι μόλις κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2019, πληροφορήθηκε ότι η θετική του ζημία εξαιτίας της μη διανομής σε αυτόν των μερισμάτων των εταιρικών χρήσεων των ετών 2008 έως 2020, ανήλθε – κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή – στο συνολικό χρηματικό ποσό των εκατόν ογδόντα οκτώ χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτών (188.685,99 €). Επικαλούμενος έννομο συμφέρον, κατόπιν μερικού περιορισμού του αιτήματος της ένδικης αγωγής, κατ’ άρθρα 223 εδ. β’, 294 και 295 ΚΠολΔ., παραιτούμενος από το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης – ζητεί να υποχρεωθούν να του καταβάλουν σε ολόκληρο: (α) όλοι οι εναγόμενοι, το συνολικό χρηματικό ποσό των εκατόν ογδόντα οκτώ χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτών (188.685,99 Ε), ως αποζημίωση της θετικής του ζημίας για το χρονικό διάστημα των ετών 2008 μέχρι και το έτος 2021, και (β) οι δεύτερος (2ος) και τρίτη (3η) των εναγομένων, αντίστοιχα το συνολικό χρηματικό ποσό των ενενήντα πέντε χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και οκτώ λεπτών (95.379,08 Ε), ως αποζημίωση της θετικής του ζημίας κατά το χρονικό διάστημα από την 30.09.2004 μέχρι την 30.09.2007, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση – όπως το παρεπόμενο αυτό αίτημα συμπληρώθηκε, κατ’ άρθρο 223 εδ. β’ στοιχ. α’ ΚΠολΔ, καθώς και να απαγγελθεί προσωπική κράτηση, σε βάρος των πρώτου (1ου) και δευτέρου (2ου) των εναγομένων, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, ένεκα της επικαλούμενης αδικοπρακτικής ευθύνης τους και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 908/2022 (οριστική) απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, με την παραδοχή ότι στην εταιρεία “……………” τυγχάνει εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο της ανώνυμης εταιρείας αναφορικά με τη λειτουργία αυτής και τις σχέσεις των εταίρων μεταξύ τους  και συνακόλουθα ο ενάγων (φερόμενος ως μέτοχος αυτής) κρίνεται, ως έμμεσα ζημιωθείς και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να στραφεί σε βάρος των εναγομένων για αποκατάσταση της επικαλούμενης ζημίας του από αδικοπραξία λόγω μη απόδοσης σε αυτόν των μερισμάτων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτήν.

Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων, έχοντας έννομο συμφέρον, ως ηττηθείς στον πρώτο βαθμό διάδικος, άσκησε την υπό κρίση έφεσή του, με την οποία παραπονείται για όσους λόγους ειδικότερα εκτίθενται στο εφετήριο και συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες στο σύνολό τους εκτιμώμενες, ανάγονται ουσιαστικά σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας την παραδοχή αυτής, ως βάσιμης, και την εξαφάνιση της εκκαλούμενης, έτσι ώστε, αφού κρατηθεί και εκδικασθεί εξαρχής η ένδικη υπόθεση, να γίνει δεκτή η σε βάρος των εναγομένων ένδικη αγωγή του και να καταδικαστούν αυτοί στη δικαστική δαπάνη του. Πλέον συγκεκριμένα, ο εκκαλών διατείνεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα του άρθρου 11 παρ. Δ΄ Ν. 3816/2010, με το να μην δεχθεί ακυρότητα της εταιρείας “……………” ως εταιρεία του αντίστοιχου εταιρικού τύπου και λειτουργούσα στην Ελλάδα, ως ομόρρυθμη εταιρεία «εν τοις πράγμασι» και ως εκ τούτου τα μέλη της διοίκησης αυτής και οι μέτοχοί της θεωρούνται, ως άμεσα ζημιωμένοι από αξιόποινες πράξεις, που τελέστηκαν σε βάρος της εταιρείας.

Ο κατά τα παραπάνω λόγος της υπό κρίση εφέσεως τυγχάνει επαρκώς ορισμένος, δεκτικός δικαστικής αξιολόγησης και παραδεκτά προβαλλόμενος, πρέπει δε να εξεταστεί ως προς τη βασιμότητά του, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.

(ΙΙΙ) Κατά το άρθρο 10 ΑΚ η έδρα του νομικού προσώπου προσδιορίζει το δίκαιο, που διέπει την ικανότητά του. Το ίδιο αυτό δίκαιο ρυθμίζει μεταξύ άλλων τις προϋποθέσεις συστάσεως του νομικού προσώπου, την έναρξη και την έκταση της ικανότητας δικαίου, τη λύση του, την επωνυμία, τη διαχείριση, την αντιπροσωπευτική εξουσία και την ευθύνη των οργάνων του. Ως συνδετικό στοιχείο στον κανόνα του άρθρου 10 Α.Κ. νοείται η πραγματική έδρα διοικήσεως του νομικού προσώπου και όχι η καταστατική. Η έδρα του επομένως βρίσκεται στον τόπο, στον οποίο είναι εγκατεστημένα τα όργανα, που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου και από τον οποίο εκπορεύονται οι εντολές τους, καθώς και εκείνος, στον οποίο συντελούνται οι σπουδαιότερες εκδηλώσεις της υποστάσεως του νομικού προσώπου, όπου δηλαδή ασκείται πραγματικά η διοίκησή του, λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις και διαμορφώνεται η επιχειρηματική του πολιτική (Ολ. ΑΠ 461/1978, ΝοΒ 1979/211 = Δνη 1978/347 = ΕΕμπΔ 1979/251, ΑΠ 1699/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ [ποινική απόφαση], ΑΠ 201/2014, ΕΕμπΔ 2014/627, ΤριμΕφΠειρ. 701/2013, ΕΝαυτΔ 2013/100, ΜονΕφΠειρ. 149/ 2015, ΔΕΕ 2015/1025, Λ. Αθανασίου, σημείωμα κάτω από την ΕφΑΘ. 3865/1998, ΔΕΕ 1999/729, βλ. και Π. Γέσιου – Φαλτσή, Η έδρα των νομικών προσώπων κατά τα άρθρα 60 § 1 Καν. 44/2001, 10 ΑΚ και 25 ΚΠολΔ – Υποκειμενικά όρια δεδικασμένου και εκτελεστότητας ενδοκοινοτικής αποφάσεως κατά «εν τοις πράγμασι» ομόρρυθμης εταιρίας με πραγματική έδρα στην Ελλάδα, γνμδ σε ΕΠολΔ 2012/36 επομ. [39], την ίδια, Υποκειμενικά όρια της εκτελεστότητας των αλλοδαπών αποφάσεων κατά εταιριών που στο ελληνικό δίκαιο εξομοιώνονται με ομόρρυθμες σε ΕφΑΔ 2012/1035 επομ. [1038]). Κατά την έννοια αυτή η νομική προσωπικότητα μιας εταιρίας αναγνωρίζεται από την ελληνική έννομη τάξη, όταν η διοίκησή της λειτουργεί μέσα στα τοπικά όρια της καταστατικής της έδρας (Γ. Σωμαράκης, Η μέθοδος αναγνώρισης νομικών καταστάσεων στο Ιδιωτικό Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο, 2015, αρ. 661, σελ. 326). Εάν αντίθετα μια εταιρία δεν συστήθηκε σύμφωνα με το δίκαιο του τόπου της πραγματικής της έδρας ή μετά τη σύστασή της οι βασικές για τη λειτουργία της αποφάσεις λαμβάνονται πλέον σε άλλη επικράτεια, υπάγεται στο εξής στις ρυθμίσεις του εταιρικού δικαίου, που ισχύουν στο κράτος της νέας εγκατάστασής της, το οποίο και προσδιορίζει έκτοτε αν η εταιρία μπορεί να λειτουργήσει στην Ελλάδα με τη νομική μορφή, που απέκτησε με την έγκυρη κατά το δίκαιο του τόπου της καταστατικής της έδρας σύστασή της, δηλαδή, εάν η νομική της προσωπικότητα αναγνωρίζεται και εάν εξακολουθεί υφιστάμενη. Κατά συνέπεια, η εξ υπαρχής λειτουργία της διοίκησης της εταιρίας σε τόπο διαφορετικό από εκείνον της έδρας, που αναφέρεται στο καταστατικό της ή η μεταγενέστερη μεταφορά της πραγματικής έδρας της σε άλλο κράτος, στο δικαιϊκό σύστημα του οποίου ισχύει και εφαρμόζεται η θεωρία της πραγματικής έδρας, συνεπάγεται την απώλεια της ικανότητας δικαίου της αλλοδαπής εταιρίας και σε κάθε περίπτωση την απώλεια του εταιρικού τύπου, που έχει επιλεγεί από τους ιδρυτές της στο κράτος ίδρυσης, με αποτέλεσμα η διαφοροποίηση της πραγματικής από την καταστατική έδρα να αποτελεί λόγο λύσης της εταιρίας κατά το δίκαιο του κράτους υποδοχής, που είτε δεν της αναγνωρίζει νομική προσωπικότητα εάν δεν λυθεί και επανασυσταθεί κατά τους όρους της δικής του εμπορικής (εταιρικής) νομοθεσίας είτε, εάν έχουν τηρηθεί οι όροι σύστασης μόνο του δικαίου της καταστατικής έδρας αλλά η εταιρία έχει λειτουργήσει εμφανιζόμενη στις εμπορικές συναλλαγές της με τους τρίτους, ως εταιρικό μόρφωμα (ΑΠ 794/2008, ΧρΙΔ 2009/75 = Αρμ. 2009/1713 = Δνη 2010/739), την αντιμετωπίζει ως εν τοις πράγμασι εταιρία (I. Παπαδημόπουλος, Το τέλος της θεωρίας της έδρας και η επικράτηση της θεωρίας της ίδρυσης στο κοινοτικό δίκαιο, ΔΕΕ 2003/393 επομ., Β. Τουντόπουλος, Ελευθερία εγκατάστασης νομικών προσώπων στο κοινοτικό δίκαιο, ΔΕΕ 1999/1118 επομ. [1122]). Έτσι, εάν διαπιστωθεί ότι η πραγματική έδρα μιας κατά μετοχές εταιρίας, που έχει καταστατική έδρα σε άλλο κράτος, βρίσκεται στην Ελλάδα, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις ιδρύσεως (συστάσεως και δημοσιότητας), που προβλέπει το ελληνικό δίκαιο για το συγκεκριμένο εταιρικό τύπο, τότε η ανώνυμη αυτή εταιρία είναι άκυρη (ΑΠ 335/2001, ΔΕΕ 2001/608 = ΕΕμπΔ 2001/279= ΕπισκΕΔ 2001/397, με εισαγωγικό σημείωμα Κ. Παμπούκη) και, εάν λειτούργησε, θεωρείται (κατά μετατροπή σύμφωνα με το άρθρο 182 ΑΚ) ως «εν τοις πράγμασι» προσωπική (ομόρρυθμη) εμπορική εταιρεία (ΑΠ 975/ 1997, ΔΕΕ 1997/1083, Ηλ. Χαρίση – Στάμου, Οι ναυτιλιακές «Εταιρίες ευκαιρίας» σαν εταιρίες «εν τοις πράγμασι», σε Δνη 1985/1106 επομ), διεπόμενη από το δίκαιο της πραγματικής έδρας της, δηλαδή το ελληνικό, το οποίο εφαρμόζεται σε όλη του την έκταση (ΕφΠειρ. 549/2006, ΔΕΕ 2006/1027) και ρυθμίζει όχι μόνο την ικανότητα δικαίου της εταιρίας αλλά το σύνολο των σχέσεών της και ειδικότερα τη διαχειριστική και εκπροσωπευτική εξουσία των οργάνων της, καθώς και την ευθύνη των εταίρων της (ΤριμΕφΠειρ. 355/2019, ΤριμΕφΠειρ. 355/2019 269/2016, ΔΕΕ 2016/1536, Τριμ.Εφ. Πειρ. 85/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και των διαχειριστών της (Τριμ.Εφ. Πειρ. 151/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η αποδοχή της πραγματικής έδρας, ως στοιχείου προσδιοριστικού του εφαρμοστέου δικαίου, διευρύνει κατ’ αποτέλεσμα τη δυνατότητα κρατικού ελέγχου της δραστηριότητας του νομικού προσώπου και παρέχει εχέγγυα πληρέστερης προστασίας των μετόχων της μειοψηφίας αλλά και των τρίτων (δανειστών της εταιρίας και εργαζομένων της). Πλην των περιπτώσεων του άρθρου 24 § 3 εδαφ. β της κυρωθείσας με το Ν. 2893/1954 (ΦΕΚ A149/10.7.1954) Συνθήκης Φιλίας, Εμπορίου και Ναυτιλίας της 3ης.8.1951 μεταξύ της Ελλάδας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (ΑΠ 1835/2007, ΔΕΕ 2008/327), καθώς και των άρθρων 43, 48 και 293 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως, αφού κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 945/1979 (Φ.Ε.Κ. A170/27.7.1979), μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε, που αφορούν εταιρίες συσταθείσες σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εντός του εδάφους του οποίου έχουν την καταστατική έδρα τους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται πλέον τόσο οι νορβηγικές όσο και οι κυπριακές εταιρίες, για τις οποίες ίσχυαν παλαιότερα διμερείς συμβάσεις εμπορικής και νομικής συνεργασίας συναφθείσες με την Ελλάδα, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, ο ισχύων στο ελληνικό δίκαιο κανόνας της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου κάμπτεται, μόνον όταν με διάταξη νόμου καθορίζεται διαφορετικά από ότι στο άρθρο 10 ΑΚ η έννοια της έδρας του, ως συνδετικού στοιχείου για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, που θα διέπει το ζήτημα της αναγνώρισης και της κατάστασής του, ως αλλοδαπού εταιρικού μορφώματος. Τέτοια διάταξη (κανόνα συγκρούσεως) αποτελεί πράγματι το άρθρο 1 του Ν. 791/1978 (ΦΕΚ A109/6.7.1978), που αναφέρεται σε ναυτιλιακές εταιρίες συσταθείσες κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας και ορίζει ότι αυτές, υπό προϋποθέσεις, διέπονται ως προς τη σύσταση και την ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της χώρας, στην οποία βρίσκεται η καταστατική τους έδρα, ανεξάρτητα από τον τόπο, από τον οποίο διευθύνονται ή διευθύνονταν στο παρελθόν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει οι υποθέσεις τους. Οι διατάξεις του Ν. 791/1978 αποτελούν εξαιρετικό δίκαιο, κατ’ απόκλιση του άρθρου 10 ΑΚ, όπως η έννοιά του προσδιορίσθηκε ανωτέρω, αφού με αυτές συνδέεται ρητά η αναγνώριση της νομικής προσωπικότητας και η ικανότητα δικαίου στην Ελλάδα των συγκεκριμένων ναυτιλιακών εταιριών με το δίκαιο της χώρας της καταστατικής έδρας τους, έστω και αν εκεί ουδέποτε λειτούργησε πραγματικά η διοίκησή τους, η οποία στην πραγματικότητα συνήθως ασκείται από την ημεδαπή επικράτεια (ΟλΑΠ 2/2003, ΕΕμπΔ 2003/60 = ΧρΙΔ 2003/240 = ΔΕΕ 2003/525, με σημείωμα Λ. Αθανασίου και Σπ. Αλεξανδρή = ΕΝαυτΔ 2003/35, με σημείωση Α. Μαρκάκη = ΝοΒ 2003/1392 = ΕπισκΕμπΔ 2003/117, με εισαγωγικό σημείωμα Κ. Παμπούκη = Δνη 2003/388, όπου και η σχετική σύμφωνη πρόταση του Εισαγγελέως του ΑΠ, ΟλΑΠ 2/1999, ΑρχΝ 1999/351 = Δνη 1999/271 = ΔΕΕ 1999/605 = Δ 2000/210 = ΕΕμπΔ 1999/364 = Επισκ.ΕμπΔ 1999/451 = ΕΝαυτΔ 1999/81 = ΝοΒ 1999/1113, X. Παμπούκης, ΑΝ 89/67 και ΑΚ 10, γνμδ σε ΔΕΕ 2002/369 επομ.). Η ψήφιση του Ν. 791/1978 επακολούθησε αμέσως μετά την έκδοση της ΟλΑΠ 461/1978 (ο.π.), με την οποία παγιώθηκε στη νομολογία η θεωρία της πραγματικής έδρας και υπήρξε απόρροια της αναγκαιότητας να περισωθεί το κύρος πολυάριθμων εταιριών, οι οποίες δραστηριοποιούνταν στο χώρο της εμπορικής ναυτιλίας με πλοία υπό ελληνική σημαία ή με εγκατάσταση στην ελληνική επικράτεια, που είχαν συσταθεί κατ’ αλλοδαπό δίκαιο χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του ελληνικού δικαίου σχετικά με τη σύσταση κεφαλαιουχικών εταιριών (ΕφΠειρ. 159/ 2004, ΠειρΝ 2004/197 = ΔΕΕ 2004/778 = ΕΝαυτΔ 2004/190 = ΕΕμπΔ 2004/319, Π. Τζίφρας, παρατηρήσεις κάτω από την ΟλΑΠ 461/1978, σε Δνη 1978/348 Γ. Σπαρτιώτης, Ναυτιλιακές Εταιρίες ΑΝ 89167, σελ. 78), αποσκοπούσε δε στην προστασία της ναυτιλιακής δραστηριότητας στην Ελλάδα και στην περαιτέρω ανάπτυξή της δια της παροχής νομικών κινήτρων στις εταιρίες αυτές και δια της διατηρήσεως του ευνοϊκού νομικού καθεστώτος, που τους εξασφάλιζαν τα αλλοδαπά δίκαια, κατά τους όρους των οποίων είχαν κατά το παρελθόν ιδρυθεί ή επρόκειτο στο εξής να συσταθούν (X. Παμπούκης, Οι Υπεράκτιες [Offshore] εταιρίες στο ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, ΔΕΕ 2001/ 965 επομ. [970]). Κατ’ ουσίαν μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 791/1978 οι εν λόγω ναυτιλιακές εταιρίες δεν διατρέχουν πλέον κίνδυνο να θεωρηθούν ως ανωμάλως ιδρυθείσες (X. Παμπούκης/Ε. Βασιλακάκης, σε Απ. Γεωργιάδη – Μ. Σταθόπουλου, Αστικός Κώδικας, Γενικές Αρχές, τόμος ΙΑ, 2016, άρθρο 10, αρ. 133, σελ. 284), δηλαδή, ως de facto προσωπικές εταιρίες και αποκλείστηκε το ενδεχόμενο της υπεγγυότητας της προσωπικής περιουσίας των μετόχων τους για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των εταιρικών δανειστών. Στο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του ο Ν. 791/1978 καταλαμβάνει εταιρίες, για τις οποίες συντρέχουν αθροιστικά δύο [2] προϋποθέσεις και συγκεκριμένα αφενός μεν να έχουν συσταθεί κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας (όχι δε κατ’ ανάγκη εκείνης, στην επικράτεια της οποίας βρίσκεται η καταστατική τους έδρα) αφετέρου δε να είναι πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες πλοίων (με εξαίρεση τα σκάφη αναψυχής) με ελληνική σημαία ή να είναι εγκατεστημένες ή να πρόκειται να εγκατασταθούν στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 27/1975 (Φ.Ε.Κ. A77/22.4.1975), όπως αυτό ισχύει αφού αντικατασταθέν με το άρθρο 28 του Ν. 814/1978 (Φ.Ε.Κ. A144/13.9.1978) και τροποποιηθέν με το άρθρο 75 § 5 του Ν. 1892/1990 (Φ.Ε.Κ. A101/31.7.1990), αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 4 του Ν. 2234/1994 (Φ.Ε.Κ. A142/31.8.1994) ή των ΑΝ 89/1967 (Φ.Ε.Κ. A 132/1.8.1967) και 378/1968 (Φ.Ε.Κ. A 82/17.4.1968). Κατά την εισαγωγή του Ν. 791/1978 αλλοδαπές εταιρίες μπορούσαν να είναι πλοιοκτήτριες πλοίων με ελληνική σημαία μόνον εάν αυτά είχαν νηολογηθεί, ως κεφάλαια εξωτερικού, σύμφωνα με το άρθρο 13 του αυξημένης τυπικής ισχύος ΝΔ 2687/1953, εάν δηλαδή τα πλοία ανήκαν σε αλλοδαπά νομικά πρόσωπα, τα οποία με τη σειρά τους ανήκαν κατά ποσοστό ανώτερο του 50% σε Έλληνες πολίτες (I. Ρόκας/Γ. Θεοχαρίδης, Ναυτικό Δίκαιο, 2015, αρ. 50, σελ. 29, για τα ήδη ισχύοντα βλ. άρθρο 5 ΚΔΝΔ, όπως ισχύει μετά το πΔ 11/2000 και Α. Κιάντου – Παμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος πρώτος, 2003, § 13 σελ. 66 επ., πρβλ I. Μαρκιανό – Δανιόλο, Η νομική αξιολόγηση των εγκριτικών πράξεων νηολόγησης πλοίων κατά το άρθρο 13 του ΝΔ 2687/53, σε ΕΝαυτΔ 2013/161 επ.), ενώ οι αλλοδαπές μη πλοιοκτήτριες εταιρίες, οι οποίες απλά διαχειρίζονται πλοία ελληνικής σημαίας, δεν είναι αναγκαίο να έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 27/1975 και των Α.Ν. 89/1967 και 378/1968, όπως αντιθέτως επιβάλλεται, για την υπαγωγή τους στο ευνοϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο του Ν. 791/1978, να συμβαίνει με τις λοιπές ναυτιλιακές εταιρίες, που δεν δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά στο τομέα της διαχείρισης πλοίων, αλλά ασχολούνται με εργασίες σχετικές με την εκμετάλλευση, τη ναύλωση, την ασφάλιση, το διακανονισμό αβαριών, τη μεσιτεία αγοραπωλησιών ή ναυπηγήσεων ή ναυλώσεων ή ασφαλίσεων πλοίων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 25 § 1 του Ν. 27/1975. Οι εταιρίες αυτές, μολονότι δε συνδέονται αμέσως ή εμμέσως, όπως οι προηγούμενες, με ελληνόκτητα (ή και κοινοτικά πλέον) επιχειρηματικά κεφάλαια, απολαμβάνουν της προστασίας του νόμου με την εγκατάστασή τους στην ημεδαπή, επειδή με αυτήν αποκτούν έναν οικονομικό δεσμό με την ελληνική έννομη τάξη μονιμότερο από εκείνον, που παράγεται από μόνη την άσκηση της διοίκησής τους από την ημεδαπή επικράτεια. Το πνεύμα εύνοιας υπέρ της εγκυρότητας της σύστασης των ναυτιλιακών εταιριών, που διέπει το Ν. 791/1978, είχε, ως αποτέλεσμα την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του τόσο ως προς τα χρονικά όσο και ως προς τα υποκειμενικά όριά του. Έτσι, rationae temporis, η νομολογία προσέδωσε αναδρομική ισχύ στις ρυθμίσεις του και δέχθηκε ότι εφαρμόζονται και σε εταιρίες, που είχαν ήδη κατά την εισαγωγή του Ν. 791/1978 ιδρυθεί, εφόσον δεν είχαν μέχρι τότε λυθεί (ΕφΠειρ. 938 και 939/1980, ΕΝαυτΔ 1981/139 επομ., Εφ. Πειρ. 423/1980, ΕΝαυτΔ 1980/497). Παράλληλα, ration aerersonae, με τη διάταξη του άρθρου 25 § 7 του Ν. 27/1975, όπως τροπο ποιήθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 2234/1994 (ΦΕΚ A142/1994), η εφαρμογή του άρθρου 1 του Ν. 791/1978 επεκτάθηκε και στις αλλοδαπές εταιρείες, πλοιοκτήτριες πλοίων με ξένη σημαία, εφόσον τα πλοία τους τα διαχειρίζονται γραφεία ή υποκαταστήματα εταιρειών του άρθρου 25 του Ν. 27/1975, όπως ισχύει. Η ανάγκη υπαγωγής και των εταιριών αυτών σε καθεστώς προστασίας καταδεικνύει ότι διέτρεχαν τον ίδιο κίνδυνο (ακυρότητας λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων δημοσιότητας του ελληνικού δικαίου), επειδή ακριβώς η πραγματική τους έδρα, που διέφερε από την καταστατική, εντοπιζόταν εντός της ελληνικής επικράτειας. Η διοίκηση των εταιριών αυτών κυρίως από τον Πειραιά υποδήλωνε ότι τα υπό διαχείριση πλοία ανήκαν σε έλληνες πλοιοκτήτες και ότι οι εταιρίες τους, μολονότι δεν είχαν αναρτήσει την ελληνική σημαία, είχαν μονιμότερο οικονομικό δεσμό με την ελληνική έννομη τάξη, επειδή είχαν αναθέσει τη διαχείρισή τους σε διαχειρίστριες εταιρίες, που είχαν εγκαταστήσει γραφεία ή υποκαταστήματα στην Ελλάδα λειτουργούντα υπό το ίδιο προστατευτικό καθεστώς. Η δεύτερη επέκταση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής του Ν. 791/1978 έγινε με το άρθρο 11Δ του Ν. 3816/2010 (ΦΕΚ A6/26.01.2010), με το οποίο προστέθηκε στην § 1 του άρθρου 1 του Ν. 791/1978 δεύτερο εδάφιο και ορίστηκε ότι «Τα αυτά ισχύουν και για τις εταιρείες χαρτοφυλακίου των παραπάνω εταιριών». Σχετικά με το σκοπό αυτής της νομοθετικής ρύθμισης δεν γίνεται αναφορά στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 3816/2010, δεδομένου ότι η διάταξη δεν είχε περιληφθεί στο προς ψήφιση νομοσχέδιο αλλά αποτέλεσε περιεχόμενο υπουργικής τροπολογίας. Από τα πρακτικά της συζητήσεώς της στο Κοινοβούλιο (περί των οποίων βλ. σχετική ανάρτηση στο διαδικτυακό Ιστότοπο της Βουλής των Ελλήνων) προκύπτει ότι προς υποστήριξή της η τότε Υπουργός Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ανέφερε ότι «… ως προς την παράγραφο, που αφορά τις εταιρίες χαρτοφυλακίου, θα ήθελα να πω ότι αυτό είναι για να στηριχθεί η ελληνική σημαία … Από το 1978 έχουν επέλθει πολλές αλλαγές. Μία από τις αλλαγές αυτές είναι ότι οι χρήστες των εταιριών αυτών, εάν δεν κάναμε αυτήν την επέκταση, δε θα μπορούσαν να τις χρησιμοποιούν, με αποτέλεσμα να μην είναι πλοιοκτήτριες πλοίων με ελληνική σημαία ούτε να διαχειρίζονται πλοία με ελληνική σημαία, πράγμα που θα ήταν πολύ επιζήμιο για την ελληνική οικονομία…». Από όλα όσα προαναφέρθηκαν συνάγεται πρώτον ότι οι περί ων ο λόγος εταιρίες χαρτοφυλακίου είναι κεφαλαιουχικές εταιρίες, που κατέχουν τίτλους συμμετοχής στις εταιρίες του άρθρου 1 § 1 του Ν. 791/1978 (holding companies), δραστηριοποιούμενες μόνο στην επενδυτική διαχείριση των τίτλων αυτών, χωρίς καταρχήν να έχουν άλλη επιχειρηματική (παραγωγική ή εμπορική) δραστηριότητα (X. Παμπούκης, σε του ιδίου Δίκαιο Διεθνών Συναλλαγών, 2009, αρ. 273, σελ. 128), δεύτερον, ότι οι ίδιες εταιρίες συμμετέχουν στο μετοχικό κεφάλαιο είτε των πλοιοκτητριών εταιριών πλοίων υπό ελληνική και ξένη σημαία, εφόσον αυτά τα τελευταία τελούν υπό τη διαχείριση εγκατεστημένων στην Ελλάδα διαχειριστριών είτε των εταιριών, που διαχειρίζονται πλοία, οι οποίες, εάν τα πλοία φέρουν την ελληνική σημαία, δε χρειάζεται να έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, ενώ, εάν φέρουν αλλοδαπή, πρέπει να έχουν εδώ γραφείο ή υποκατάστημα είτε των λοιπών ναυτιλιακών εταιριών του άρθρου 25 § 1 του Ν. 27/1975, όπως ισχύει, που έχουν νόμιμη εγκατάσταση στην ημεδαπή και τρίτο ότι η ανάγκη υπαγωγής και των εταιριών αυτών (holding) σε καθεστώς προστασίας υποδηλώνει ότι είναι αλλοδαπές, έχουν δηλαδή καταστατική έδρα σε άλλο κράτος και πραγματική έδρα στην Ελλάδα. Σε όλες τις εταιρίες αυτές ο Ν. 3816/2010 επεκτείνει την έννομη συνέπεια του Ν. 791/1978, τις υπάγει δηλαδή στο δίκαιο της καταστατικής τους έδρας, προκειμένου να κριθεί εάν αναγνωρίζονται και από τη ελληνική έννομη τάξη, ως νομικά πρόσωπα του εταιρικού είδους, που επέλεξαν κατά τη σύστασή τους, εάν δηλαδή θα αντιμετωπίζονται στην Ελλάδα, ως κεφαλαιουχικές ή ως προσωπικές εταιρίες. Ζήτημα όμως ανακύπτει σχετικά με τις προϋποθέσεις παραγωγής της έννομης συνέπειας και ειδικότερα σχετικά με το αν οι όροι του άρθρου 1 § 1 του Ν. 791/1978 αρκεί να συντρέχουν, μόνον όσον αφορά τις εταιρίες, που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο ή αν πρέπει να συντρέχουν και γι’ αυτές τις ίδιες τις εταιρίες χαρτοφυλακίου των εταιριών αυτών (του δευτέρου εδαφίου). Με δεδομένο ότι κατά τα προαναφερθέντα οι πλοιοκτήτριες και διαχειρίστριες πλοίων εταιρίες του Ν. 791/1978 δεν απαιτείται να είναι εγκατεστημένες στην ημεδαπή, με αποτέλεσμα τούτο να μην καθίσταται αναγκαίο ούτε για τις εταιρίες χαρτοφυλακίου αυτών, το ζήτημα εντοπίζεται στο αν οι εταιρίες χαρτοφυλακίου των λοιπών (μη πλοιοκτητριών ή διαχειριστριών πλοίων) ναυτιλιακών εταιριών πρέπει να είναι και αυτές εγκατεστημένες στην Ελλάδα, όπως και οι εταιρίες τις μετοχές των οποίων κατέχουν. Όμως, τέτοια εγκατάσταση δεν απαιτείται, αφού αυτή δεν τίθεται ως προϋπόθεση στο άρθρο 11Δ του Ν. 3816/2010. Άλλωστε, οι εταιρίες χαρτοφυλακίου δεν μπορούν να λάβουν άδεια εγκατάστασης γραφείου ή υποκαταστήμα τος στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 27 § 1 του Ν. 27/1975 και 1 του ΑΝ. 378/1968, επειδή δεν περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής τους, δεδομένου ότι με το Ν. 3816/2010 δεν τροποποιήθηκαν οι νόμοι αυτοί αλλά συμπληρώθηκε απλά ο Ν. 791/1978. Πάντως, η διάταξη του άρθρου 11Δ του Ν. 3816/2010, εντασσόμενη στο πλέγμα των προστατευτικών ρυθμίσεων του Ν. 791/1978, έχει και αυτή αναδρομική δύναμη και καταλαμβάνει και τις εταιρίες χαρτοφυλακίου, που είχαν συσταθεί κατ’ αλλοδαπό δίκαιο πριν την εισαγωγή της και δεν είχαν μέχρι τότε λυθεί. Περαιτέρω, ως προς το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 1 § 1 του Ν. 791/1978 (ration aemateriae) έχει υποστηριχθεί ότι για τις υπαγόμενες σε αυτό εταιρίες το δίκαιο της καταστατικής τους έδρας ρυθμίζει όλα τα ζητήματα (ουσιαστικά και δικονομικά), που άλλως, αν δηλαδή η διάταξη αυτή έλλειπε, θα τα ρύθμιζε η διάταξη του άρθρου 10 ΑΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η διεθνής δικαιοδοσία του ελληνικού forum και οι σχέσεις, εσωτερικές και εξωτερικές, του νομικού προσώπου (ΑΠ 1627/1986, ΕΕμπΔ 1988/98 = ΕΝαυτΔ 1988/ 35 = ΝοΒ 1987/1050, Σπ. Βρέλλης, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 2008, σελ. 155, Ελ. Μουσταΐρα, παρατηρήσεις κάτω από την ΟλΑΠ 2/1999, σε Κοινοδίκιον 2001/19 επομ., Α. Βενάρδος, Το νομικόν καθεστώς των κατά τον Ν. 791/1978 αλλοδαπών ναυτικών εταιριών, ΠειρΝ 1979/375 επομ., Δ. – Π. Τζάκας, παρατηρήσεις κάτω από την ΠΠ. Πειρ. 4525/2014, σε ΕΕμπΔ 2014/983 επομ. [985]). Μετά όμως την ΟλΑΠ 2/1999 (ο.π.), με την οποία το Ακυρωτικό, κρίνοντας την έννοια της έδρας για τους σκοπούς του διεθνούς δικονομικού δικαίου με την έννοια της δωσιδικίας των Δικαστηρίων της έδρας της εναγόμενης αλλοδαπής εταιρίας, αποφάνθηκε ότι το άρθρο 1 § 1 του Ν. 791/1978 ως εξαιρετική πρόβλεψη καλεί σε εφαρμογή το δίκαιο του τόπου ίδρυσης του νομικού προσώπου μόνο για τα ρητώς και αποκλειστικώς σε αυτό απαριθμούμενα θέματα της σύστασης και της ικανότητας δικαίου, έχει επικρατήσει η άποψη ότι τα λοιπά, πλην του κύρους της ίδρυσης, της αναγνώρισης της νομικής προσωπικότητας και της ικανότητας δικαίου της αλλοδαπής εταιρίας, ζητήματα εταιρικής φύσεως, όπως η αντιπροσωπευτική εξουσία των οργάνων της, η ευθύνη των διαχειριστών της και των εκπροσώπων της και ο δικαστικός έλεγχος της διαχειρίσεώς της μετά από αίτημα της μειοψηφίας, κρίνονται κατά το δίκαιο της πραγματικής έδρας της, δηλαδή το ελληνικό (ΑΠ 803/2010, ΑΠ 186/2008, ΑΠ 812/2008, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ. 601/ 2011, ΔΕΕ 2012/30, ΤριμΕφΠειρ. 12/2011, ΕΝαυτΔ 2011/406 = ΕΕμπΔ 2012/365, ΕφΠειρ. 40/2010, Ε. ΝαυτΔ 2010/149 = ΔΕΕ 2011/314, Εφ. Πειρ. 618/2004, ΠειρΝ 2004/343 = ΕΝαυτΔ 2005/32, ΕφΠειρ. 403/ 2004, ΠειρΝ 2004/213 = ΔΕΕ 2004/910 = ΕΝαυτΔ 2004/177, ΕφΠειρ. 159/2004, ο.π., Ε. Βασιλακάκης, σε Α. Γραμματικάκη – Αλεξίου/Ζ. Παπασιώπη – Πασιά/Ε. Βασιλακάκη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 2017, σελ. 139, Ε. Τζίβα, Η διενέργεια έκτακτου ελέγχου με βάση τους κανόνες του ελληνικού δικαίου σε ανώνυμη εταιρία, που έχει την καταστατική της έδρα στην αλλοδαπή. Πραγματική όμως εγκατάσταση στην Ελλάδα, σε ΕΕμπΔ 1994/176 επομ. [180], βλ. και Α. Μεταλληνό, σε X. Παμπούκη, Δίκαιο Διεθνών Συναλλαγών, 2009, αρ. 159, σελ. 86 – 87). Η δεύτερη αυτή άποψη είναι ορθότερη, δεδομένου ότι ο Ν. 791/1978 αποσκοπούσε αποκλειστικά στη διασφάλιση της υπόστασης των αλλοδαπών ναυτιλιακών κεφαλαιουχικών εταιριών ελληνικών συμφερόντων, που πριν την εισαγωγή του θεωρούνταν άκυρες ή ανυπόστατες και όχι στην εν γένει ρύθμιση του εφαρμοστέου δικαίου και την ανατροπή ειδικά ως προς τις εταιρίες αυτές, της θεμελιώδους επιλογής του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου υπέρ του δικαίου της καταστατικής έδρας, που θα είχε ως αποτέλεσμα να απομονώσει τις εταιρίες αυτές από το δικαιϊκό καθεστώς, εντός του οποίου λειτουργούν (Χ. Παμπούκης, Νομικά Πρόσωπα και ιδίως Εταιρίες στις Συγκρούσεις Νόμων, 2004, σελ. 140 επ.). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου, δηλαδή η εξουσία διεξαγωγής του δικαστικού αγώνα για συγκεκριμένη έννομη σχέση, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης (ΑΠ 75/2018, πρώτη δημοσίευση σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών [ΤΝΠ] ΝΟΜΟΣ) και ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της (ΑΠ 1617/2011, ΝοΒ 2012/890). Η νομιμοποίηση συμπίπτει καταρχήν με την ιδιότητα του υποκειμένου του επίδικου δικαιώματος ή της υπό κρίση έννομης σχέσης, όπως αυτή ως προς το αντικείμενο και τους φορείς της καθορίζεται από τον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που καλείται σε εφαρμογή (ΟλΑΠ 18/2005, Δνη 2005/706 = Δ 2005/703). Για το λόγο αυτό τα γεγονότα, στα οποία θεμελιώνεται η (κατά κανόνα ή συνήθης) νομιμοποίηση ταυτίζονται με τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση και της ιστορικής βάσης της αγωγής (Κ. Μακρίδου, Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπείας της, 2006, σελ. 68). Επομένως, νομιμοποιείται καταρχήν, ως ενάγων ή εναγόμενος εκείνος, που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ως δικαιούχος ή υπόχρεος αντίστοιχα (ΑΠ 82/ 2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στο στάδιο της έρευνας του παραδεκτού της αγωγής η κατά κανόνα νομιμοποίηση έχει χαρακτήρα τυπικό (Λ. Κιτσαράς, Η πλαγιαστική άσκηση των δικαιωμάτων, 2007, σελ. 22) ή υποθετικό (Κ. Καλαβρός, Πολιτική Δικονομία, Γενικό Μέρος, 2016, § 38, σελ. 912, σημ. 1087), με την έννοια ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγόμενης προς κρίση έννομης σχέσης αρκεί για τη νομιμοποίηση αμφοτέρων (ΑΠ 380/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), χωρίς να ασκεί καταρχήν επιρροή η αλήθεια ή η αναλήθεια αυτού, έστω δηλαδή και αν το επίδικο ουσιαστικό δικαίωμα δεν υφίσταται στην πραγματικότητα ή είναι ξένο ως προς τους διαδίκους. Η επίκληση περιστατικών θεμελιωτικών της νομιμοποιήσεως καθιστά δυνατή την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας της διαφοράς (Α. Πλεύρη, Μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι στην πολιτική δίκη, 2014, σελ. 24), ενώ η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋποθέσεως συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 1736/2017, ΤριμΕφΠειρ. 224/2013, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ. 112/2006, ΕπισκΕΔ 2006/520= ΑχΝομ 2007/443, ΕφΠειρ. 455/2005, ΠειρΝ 2005/361, Εφ. Αθ. 5685/1999, Δνη 2000/528, ΜονΕφΘεσ. 1221/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), χωρίς περαιτέρω έρευνα από το Δικαστήριο. Η απόρριψη γίνεται τότε για λόγους τυπικούς και αποτελεί την κύρωση του απαραδέκτου που προκαλείται όταν, υπό τα επικαλούμενα, κάποιος από τους διαδίκους (ή και αμφότεροι) δεν έχει εξουσία διεξαγωγής της δίκης, επειδή δεν μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση, δεν είναι δηλαδή φορέας του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος ή της αντίστοιχης υποχρέωσης. Εξάλλου, εάν τα πραγματικά περιστατικά, που εκθέτει ο ενάγων, ως θεμελιωτικά του δικαιώματος, που ισχυρίζεται ότι έχει, δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, η αγωγή απορρίπτεται ως νομικά αβάσιμη (ΑΠ 1595/2014, ΕΕμπΔ 2015/101 = ΔΕΕ 2015/166 = ΕπισκΕΔ 2014/358, Μ. Σταθόπουλος – Κ. Μπέης, Συρροή έλλειψης νομιμοποίησης και νομικώς αβασίμου της αγωγής, γνμδ σε Δ 1994/278 επομ.), ενώ αν τα πραγματικά περιστατικά, των οποίων έγινε επίκληση προς θεμελίωση της νομιμοποιήσεως επάγονται μεν ως έννομη συνέπεια την κτήση του επίδικου δικαιώματος και τη γέννηση της αντίστοιχης υποχρέωσης αλλά παραμείνουν αναπόδεικτα κατά το στάδιο της έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, αυτή απορρίπτεται κατ’ ουσίαν (ΑΠ 199/2017, ΑΠ 455/2017, ΑΠ 1157/2015, ΑΠ 60/2010, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Ι. Δεληκωστόπουλος, Οι δικονομικοί λόγοι αναίρεσης, 2009, § 12, αρ. 30, σελ. 397) λόγω ανυπαρξίας του δικαιώματος (ΑΠ 40/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Λ. Σινανιώτης, Η νομιμοποίησις των διαδίκων εν τη πολιτική δίκη, 1965, σελ. 66 επ.). Προϋποτίθεται βέβαια ότι τα στοιχεία της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως έχουν εκτεθεί στο αγωγικό δικόγραφο με πληρότητα, ώστε να προκύπτει ο σύνδεσμος του ενάγοντος και του εναγομένου προς την επίδικη έννομη σχέση, διότι στην αντίθετη περίπτωση, αν οι ελλείψεις δεν συμπληρωθούν παραδεκτά κατ’ άρθρα 224 και 227 ΚΠολΔ, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 77/2016, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 632/2014, ΔΕΕ 2014/1066 = Ε7 2015/132 = ΕΕμπΔ 2015/350, ΑΠ 117/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 879/2004, Δ 2005/465 = Δνη 2006/1371, 1380, 1445). Η αμφισβήτηση της νομιμοποίησης από τον εναγόμενο συνιστά άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 75/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1272/1999, Δνη 2001/430, ΕφΘεσ. 1151/ 2006, ΕπισκΕΔ 2006/818, ΕφΘεσ. 1857/2003, Αρμ. 2005/372), το βάρος αποδείξεως της οποίας φέρει ο ενάγων (ΑΠ 1718/2012, Ε7 2013/1019, ΕφΘεσ. 424/2010, ΕΠολΔ 2011/109), όταν, βέβαια, το προβαλλόμενο ελάττωμα της νομιμοποίησης σχετίζεται με τη διάγνωση του επιδίκου ουσιαστικού δικαιώματος, γιατί σε κάθε άλλη περίπτωση (όπως λ.χ. συμβαίνει όταν ο εναγόμενος, χωρίς να αρνείται τη γένεσή του, υποστηρίζει ότι ο ίδιος δεν είναι ο φορέας της εξ αυτού υποχρέωσης) ο σχετικός ισχυρισμός του συγκροτεί το περιεχόμενο ένστασης περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης (Στ. Κουταλιανός, σε Π. Κολοτούρου, Ενστάσεις κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, 2011, [8], αρ. 4, σελ. 259). Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν περιθώριο αμφισβητήσεως των περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται η ενεργητική νομιμοποίηση καταλείπεται, επομένως και στάδιο έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητάς τους ανακύπτει, μόνον όταν ο ισχυρισμός του ενάγοντος, αληθής υποτιθέμενος, προσδίδει πάντως στον εναγόμενο την ιδιότητα του υπόχρεου διαδίκου. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 ΑΚ, οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο του τόπου, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, με αποτέλεσμα η σχέση, που δημιουργείται με τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα, να διέπεται από το ελληνικό δίκαιο (Ολ.ΑΠ 14/1997). Κατά το δίκαιο αυτό, κρίνεται μεταξύ άλλων ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης, η υπαιτιότητα, το τυχόν οικείο πταίσμα του παθόντος, το ζήτημα της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, αν η ευθύνη είναι αντικειμενική ή υποκειμενική και οι προϋποθέσεις της θεμελίωσης αυτής, η ικανότητα προς καταλογισμό, ο κύκλος των προστατευόμενων έννομων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων, ο υπόχρεος σε αποζημίωση, το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης, καθώς και οι έννομες συνέπειες της αδικοπραξίας, ήτοι, η μορφή και η έκταση της αποζημίωσης, εάν παρέχεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρ. 932 ΑΚ), τα θέματα της αναγωγής των πλειόνων συνυποχρέων, καθώς και των οφειλόμενων τόκων από την επίδοση της αγωγής αποζημίωσης. Στην προαναφερθείσα έννοια του “κύκλου των προστατευομένων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων” περιλαμβάνονται και προσδιορίζονται απευθείας, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 26 Α.Κ, και όλα εκείνα τα πρόσωπα, που δικαιούνται και νομιμοποιούνται ενεργητικά στο να προβάλλουν κατά περίπτωση αντίστοιχες αξιώσεις, συνδεόμενες με την ένδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά, είτε με ορισμένη ιδιότητα, είτε εξ ιδίου δικαίου (ΑΠ 766/2015 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Έτσι, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 26 ΑΚ, θα κριθεί και εάν ο μέτοχος ανώνυμης εταιρείας έχει αξίωση σε βάρος προσώπου, που προκάλεσε ζημία στην εταιρεία [ΑΠ 949/1990 (σε Συμβ) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Άλλωστε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του με αριθμό 864/2007 Κανονισμού (ΕΚ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές («Ρώμη II»), ο οποίος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31 αυτού, κατά το οποίο υπό τον τίτλο «Χρονική εφαρμογή» «Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα ζημιογόνα γεγονότα, που λαμβάνουν χώρα μετά την έναρξη της ισχύος του» και 32 αυτού κατά το οποίο, υπό τον τίτλο «Ημερομηνία εφαρμογής» «Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από τις 11 Ιανουαρίου 2009, εκτός από το άρθρο 29, το οποίο εφαρμόζεται από τις 11 Ιουλίου 2008.», εφαρμόζεται σε ζημιογόνα γεγονότα, που λαμβάνουν χώρα από την 11.01.2009 και εντεύθεν, με τον τίτλο «Γενικός κανόνας»  «1. Το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής, η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας, στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας, στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός, καθώς και της χώρας ή των χωρών, στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα, εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό.». Επιπροσθέτως, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 14 του ιδίου Κανονισμού με τον τίτλο «Ελευθερία επιλογής δικαίου» «Τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν την υπαγωγή της εξωσυμβατικής ενοχής στο δίκαιο, που αυτά επιλέγουν: (α) με συμφωνία μεταγενέστερη της επέλευσης του ζημιογόνου γεγονότος ή (β) εφόσον όλα τα μέρη ασκούν εμπορική δραστηριότητα, επίσης με συμφωνία, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης πριν από την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος. Η επιλογή αυτή πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται με βεβαιότητα από τα δεδομένα της υπόθεσης και δεν θίγει δικαιώματα τρίτων». Κατά το άρθρο 15 του ιδίου Κανονισμούς, με τον τίτλο «Περιεχόμενο του εφαρμοστέου δικαίου» «Το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές δυνάμει του παρόντος κανονισμού διέπει ιδίως: (α) τη βάση και την έκταση της ευθύνης, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού των προσώπων, που δύνανται να φέρουν ευθύνη για τις πράξεις τους (β) τους λόγους αποκλεισμού της ευθύνης/απαλλαγής από την ευθύνη, καθώς και κάθε περιορισμό και καταμερισμό της ευθύνης (γ) την ύπαρξη, το χαρακτήρα και την αποτίμηση των ζημιών ή της επιδιωκόμενης αποκατάστασης της ζημίας, (δ) τα μέτρα, τα οποία μπορούν να ληφθούν για την πρόληψη ή την παύση βλάβης ή ζημίας ή για την εξασφάλιση της παροχής αποζημίωσης, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων του επιληφθέντος Δικαστηρίου δυνάμει του οικείου δικονομικού δικαίου, (ε) τη δυνατότητα μεταβίβασης του δικαιώματος αποζημίωσης ή αποκατάστασης της ζημίας, συμπεριλαμβανομένης της κληρονομικής διαδοχής, (στ) τα πρόσωπα, που δικαιούνται αποκατάστασης της προσωπικής ζημίας που υπέστησαν, (ζ) την ευθύνη για πράξεις τρίτου, (η) τους διάφορους τρόπους απόσβεσης των ενοχών, καθώς και τους κανόνες παραγραφών και αποσβεστικών προθεσμιών, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων σχετικά με την έναρξη της παραγραφής ή αποσβεστικής προθεσμίας και τη διακοπή ή την αναστολή τους.». Κατά την παρ. 2 περ. (δ) του άρθρου 1 του ιδίου Κανονισμού, από το ρυθμιστικό πεδίο του εν λόγω Κανονισμού εκφεύγουν μόνον «οι εξωσυμβατικές ενοχές, που απορρέουν από το δίκαιο των εταιρειών και άλλων ενώσεων ή νομικών προσώπων όσον αφορά θέματα, όπως η ίδρυση, με εγγραφή στο μητρώο ή κατ’ άλλον τρόπο, η ικανότητα δικαίου, η εσωτερική λειτουργία ή η εκκαθάριση εταιρειών και άλλων ενώσεων ή νομικών προσώπων, καθώς και από την προσωπική ευθύνη των εταίρων και των οργάνων για τις υποχρεώσεις της εταιρείας ή άλλων ενώσεων και νομικών προσώπων και από την προσωπική ευθύνη των ελεγκτών μιας εταιρείας ή των οργάνων της κατά τον νόμιμο έλεγχο των λογιστικών εγγράφων». Εν τούτοις, η περίπτωση, κατά την οποία έχει προβεί σε αδίκημα έναντι τρίτου όργανο του νομικού προσώπου δεν  εμπίπτει στην εξαίρεση αυτή από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού, οπότε τόσο η ευθύνη του νομικού προσώπου όσο και η ευθύνη του οργάνου διέπονται από τον Κανονισμό Ρώμης ΙΙ για ζημιογόνα γεγονότα, που λαμβάνουν χώρα μετά τη θέση σε ισχύ του (Μεταλληνός εις Απόστολο Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ τόμος Ι, υπό το άρθρο 26 σελ. 72 παρ.6).  Περαιτέρω, κατά  τη διάταξη του άρθρο 914 ΑΚ, για να υπάρχει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση του δράστη να αποζημιώσει τον παθόντα απαιτούνται: (α) ζημία κάποιου, (β) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως, (γ) ο ζημιώσας να βρίσκεται σε υπαιτιότητα, (δ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και (ε) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της ζημίας που επήλθε. Η κατά το άρθρο 914 ΑΚ παράνομη συμπεριφορά, που αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις αποζημίωσης από αδικοπραξία, μπορεί να συνίσταται σε υπαίτια πράξη ή παράλειψη από δόλο ή αμέλεια του δράστη κατά την έννοια του 330 ΑΚ. Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης υφίσταται, όταν η πράξη αυτή, καθ’ όν χρόνο και υφ’ όρους έλαβε χώρα, ήταν ικανή κατά την ανθρώπινη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει την προσγενόμενη ζημία. Η υποχρέωση για αποζημίωση από αδικοπραξία υφίσταται και στην περίπτωση, κατά την οποία ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπόκειται σε ποινικές κυρώσεις για την παρ’ αυτού τελεσθείσα ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη, υπό την προϋπόθεση, ότι η κατ’ αυτόν τον τρόπο παραβιασθείσα διάταξη έχει τεθεί για προστασία όχι μόνο του γενικού, αλλά και του ατομικού συμφέροντος, όπως είναι η αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης (ΑΠ 2039/2014), ήτοι, η παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων που περιήλθαν οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη (άρθρο 375 ΠΚ), όταν δηλαδή ο υπαίτιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο ή του το έχουν εμπιστευθεί, λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας (ΑΠ 1110/20, ΑΠ 2258/2014, ΑΠ 28/2010, ΑΠ 1441/2010).  Κατά τη διάταξη αυτή, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως συνίσταται στην παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, που είναι κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος, η δε υποκειμενική, στην ύπαρξη του δόλου, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), ανήκει δηλαδή κατά κυριότητα σε άλλον, καθώς και τη θέληση να ιδιοποιηθεί το πράγμα παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (ΑΠ 487/2017). Ως εμπίστευση, νοείται η παράδοση ή άφεση της κατοχής του πράγματος σε πρόσωπο, που έχει τις προαναφερόμενες ιδιότητες, οι οποίες παρέχουν στον ιδιοκτήτη την προσδοκία ότι η κατοχή θα ασκηθεί για λογαριασμό του και ότι το πράγμα θα αποδοθεί σ’ αυτόν. Ο εντολοδόχος νοείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, δηλαδή πρέπει μεταξύ αυτού και του παθόντος να υπάρχει σύμβαση εντολής, ενώ ως διαχειριστής ξένης περιουσίας νοείται εκείνος, που ενεργεί (όχι απλώς υλικές αλλά) νομικές διαχειριστικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του παθόντος, την οποία αντλεί από τον νόμο ή από σύμβαση. Επιπλέον, απαιτείται το πράγμα να περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Διαχειριστής ξένης περιουσίας μπορεί να είναι και εκείνος που εν τοις πράγμασι (de facto). Στην έννοια δε του κινητού πράγματος συμπεριλαμβάνονται και τα χρήματα και κατ΄ επέκταση και τα λογιστικά χρήματα υπό ποινική έννοια και επομένως επ΄ αυτών, υπάρχει όχι μόνον κατοχή αλλά και κυριότητα. Η έννοια δε της κατοχής με την ποινική πάντοτε έννοια διαφέρει της αντιστοίχου εννοίας του αστικού δικαίου και συνίσταται στην πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή, κατά τις κοινωνικές αντιλήψεις των συναλλαγών, την εξουσίαση του πράγματος από τον δράστη κατά την βούλησή του (Ολ.ΑΠ. 1093/1991, Π.Χ. ΜΒ/39, Ανδρουλάκη, Π.Χ. ΜΕ/688, Συμεωνίδου-Καστανίδου, Υπερ. 1998 σελ. 943, Σπινέλλη, Π.Χ. ΜΣΤ/430). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, προκύπτει ότι υπόχρεος σε αποζημίωση είναι αυτός, που στο πρόσωπο του συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις γέννησης της αδικοπρακτικής ευθύνης, υποκειμενικής (άρθρα 914, 919, 920, 923) ή αντικειμενικής (άρθρα 922, 924 § 1, 925 κ.α.). Δικαιούχος δε της αποζημίωσης κατά την κρατούσα άποψη είναι κατά πρώτο λόγο ο φορέας του δικαιώματος ή του έννομου αγαθού, που προσβλήθηκε άμεσα με την αδικοπραξία. Επίσης, και αυτός, που προσβλήθηκε άμεσα στα προστατευόμενα συμφέροντά του. Αντιθέτως, αντανακλαστικές δυσμενείς επιπτώσεις της αδικοπραξίας στην περιουσία ενός τρίτου (έμμεσα ζημιωθέντος, όπως αποκαλείται) δεν παρέχουν κατ’ αρχήν στον τελευταίο αξίωση αποζημίωσης, με κύρια εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 928 και 929 εδ. β’. Η διάκριση ανάμεσα σε άμεσα και έμμεσα ζημιωθέντες και η παροχή αξίωσης για αποζημίωση κατ’ αρχήν μόνο στους πρώτους στηρίζεται κατά την κρατούσα άποψη, στη διατύπωση των (μη επιδεχόμενων ανάλογη εφαρμογή) άρθρων 914 και 919 ΑΚ, τα οποία παρέχουν αξίωση αποζημίωσης μόνο σε αυτόν, που ζημιώθηκε παράνομα ή με τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη και, εξ αντιδιαστολής, στις περιοριστικά εισαγόμενες εξαιρέσεις των άρθρων 928 και 929 εδ. β’ του ΑΚ, που οριοθετούν τις περιπτώσεις αποζημίωσης των έμμεσα ζημιωθέντων. Για την όχι πάντοτε ευχερή διάκριση ανάμεσα σε άμεσα και σε έμμεσα ζημιωθέντες (η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με τη διάκριση ανάμεσα σε άμεση και σε έμμεση ζημία) θα πρέπει να ερευνάται: (α) αν η ζημία βρίσκεται σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με το ζημιογόνο γεγονός και (β) αν το έννομο αγαθό, που προσβλήθηκε (και ο φορέας του) εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του ιδρυτικού της ευθύνης κανόνα. Αν δεν εμπίπτουν (και τούτο θα συμβαίνει συνήθως σε περιπτώσεις εμμέσως ζημιωθέντων), δεν θεμελιώνεται ευθύνη του ζημιώσαντος σε αποζημίωση, γιατί ακριβώς απέναντι στο συγκεκριμένο φορέα του συγκεκριμένου έννομου αγαθού δεν υπάρχει παρανομία. Με βάση τα παραπάνω, έμμεσα ζημιωθείς είναι και εκείνος, που ζημιώθηκε εξ αιτίας όχι καθεαυτού του ζημιογόνου γεγονότος, αλλά εξ αιτίας της ζημίας, που προκάλεσε το ζημιογόνο γεγονός στο θύμα (άμεσα ζημιωθέντα) [ΑΠ 656/2019 Ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου]. Περαιτέρω, από το σύνολο των διατάξεων του Ν. 4548/2018 προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρία είναι νομικό πρόσωπο διακεκριμένο από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των μετόχων της. Είναι επομένως υποκείμενο και φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει δε ίδια περιουσία, ανεξάρτητη από αυτήν των μετόχων της. Οι τελευταίοι έχουν, ως μέτοχοι, μόνο τα  παρεχόμενα σε αυτούς από το νόμο δικαιώματα, με τα οποία εκφράζεται και η έννομη σχέση, που τους συνδέει με την εταιρία. Στα δικαιώματα αυτά δεν περιλαμβάνεται και δικαίωμα συγκυριότητας στα  περιουσιακά στοιχεία ή δικαίωμα στην περιουσία (ως σύνολο) της ανώνυμης  εταιρίας [Ολ ΑΠ 14/1999]. Σε συνάφεια με τα ανωτέρω, σε περίπτωση, που τρίτος προκαλέσει ζημία στο νομικό πρόσωπο, μόνο νομιμοποιούμενο προς έγερση αγωγής αποζημιώσεως τυγχάνει το ίδιο το νομικό πρόσωπο (ΟλΑΠ 1/1994 (ποιν) Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 102 έως 106  του Ν. 4548/2018, 68, 714, 297 και 298 του ΑΚ, προκύπτει ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας, ευθύνονται έναντι του νομικού προσώπου της εταιρίας, για την προξενούμενη στην εταιρία ζημία συνεπεία πταίσματος τους, η δε ευθύνη τους αυτή υπάρχει και κατά τα άρθρα 914 και 919 του ΑΚ, όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη τους, αποτελεί και αδικοπραξία που θεμελιώνει άμεση και αυτοτελή υποχρέωση προς αποζημίωση. Στις περιπτώσεις αυτές της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως, που στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρίας, την προς αποζημίωση αξίωση έχει το αμέσως ζημιωθέν νομικό πρόσωπο της εταιρίας, το οποίο και νομιμοποιείται να ασκήσει την σχετική αγωγή σε βάρος των μελών της διοικήσεως, κατά τους όρους του άρθρου 104 του Ν.  4548/2018 (ΦΕΚ Α’ 104/13-06-2018) «Αναμόρφωση του δικαίου των ανωνύμων εταιρειών». Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 160 του Ν. 4548/2018: «1. Τα καθαρά κέρδη της εταιρείας απεικονίζονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων και είναι τα προκύπτοντα κατ’ εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας. 2. Τα καθαρά κέρδη, εφόσον και στο μέτρο που μπορούν να διατεθούν, σύμφωνα με το άρθρο 159, διατίθενται με απόφαση της γενικής συνέλευσης κατά την εξής σειρά: (α) Αφαιρούνται τα ποσά των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη. (β) Αφαιρείται η κατά τον παρόντα νόμο και το καταστατικό κράτηση για σχηματισμό τακτικού αποθεματικού. (γ) Κρατείται το απαιτούμενο ποσό για την καταβολή του ελάχιστου μερίσματος, όπως τούτο ορίζεται στο άρθρο 161. (δ) Το υπόλοιπο των καθαρών κερδών, όπως και τα τυχόν λοιπά κέρδη, που μπορεί να προκύψουν και να διατεθούν, σύμφωνα με το άρθρο 159, διατίθεται κατά τους ορισμούς του καταστατικού και τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης. 3. Το προς διανομή ποσό καταβάλλεται στους μετόχους μέσα σε δύο (2) μήνες από την απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης που ενέκρινε τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις και αποφάσισε τη διανομή». Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η διανομή μερίσματος γίνεται μετά τη λήψη απόφασης από τη Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Εταιρείας, οι οποίοι μέχρι τότε δεν αποκτούν το σχετικό δικαίωμα, θεωρούμενοι ότι υφίστανται έμμεση ζημία και ως εκ τούτου δεν έχουν και παράλληλη αξίωση αποζημιώσεως για τη ζημία αυτή, διότι, ως τρίτοι, δεν συνδέονται με τα μέλη της διοικήσεως και γιατί πρόκειται για έμμεση ζημία τους, που δεν ανορθώνεται έναντι αυτών, κατά την έννοια των άρθρων 297 και 298 ΑΚ. σε αντιδιαστολή με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, που κρίνεται, ως άμεσα ζημιωμένο  νομιμοποιούμενο μόνο αυτό να στραφεί σε βάρος του υπαιτίου. Οι εν λόγω διατάξεις, εξάλλου, συμπορεύονται προς τα οριζόμενα με τις διατάξεις των άρθρων 96 έως 102 του Ν. 4548/2018, με τα οποία ρυθμίζονται τα θέματα σχετικά με την ευθύνη των μελών της διοικήσεως της ανώνυμης εταιρίας έναντι της εταιρίας και τα της ασκήσεως της σχετικής αγωγής από το νομικό πρόσωπο της εταιρίας, κατόπιν αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως ή αιτήσεως μετόχων, εκπροσωπούντων το 1/10 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, από τις οποίες συνάγεται ότι δεν δημιουργείται ευθύνη των μελών της διοικήσεως έναντι των κατ` ιδίαν μετόχων και δεν παρέχεται σε αυτούς δικαίωμα ατομικής αγωγής προς αποκατάσταση της έμμεσης ζημίας τους,[ΑΠ 1847/2023, Α.Π. 1489/2017 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, ΑΠ 1285/1980 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ],καθώς στην περίπτωση υπεξαίρεσης της εταιρικής περιουσίας, η πράξη αυτή στρέφεται σε βάρος της εταιρείας, η δε ζημία του μετόχου δεν είναι αυτοτελής, πρόσθετη της ζημίας της εταιρείας, αλλά αποτελεί αντανάκλαση στην περιουσία του μετόχου, της ζημίας της εταιρείας [ΑΠ 1285/1980 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Γεροντίδης, Η ατομική αξίωση αποζημίωσης του μετόχου από «συγχρόνως έναντι της εταιρίας και των μετόχων» αδικοπρακτική συμπεριφορά του ΔΣ στην ανώνυμη εταιρία- Ανασκόπηση και σκέψεις με αφορμή τη ΜΠΑ 12468/2012, ΕπισκΕΔ 2013, σελ. 244-245, πρβλ. ΑΠ 1489/2017 ο.π. η οποία δέχθηκε ότι οι μέτοχοι τυγχάνουν έμμεσα ζημιωθέντες από τη ζημία της εταιρείας από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προέδρου του διοικητικού συμβουλίoυ όλων των ως άνω κοινών εταιρειών και διαχειριστής του συνόλου των μετοχών αυτών,  ο οποίος ανέλαβε σταδιακά από τα χρηματικά διαθέσιμα μίας εκ των κοινών εταιρειών και δη της διαχειρίστριας εταιρείας, το συνολικό χρηματικό ποσό των 20.288.300 δολ. ΗΠΑ, εξοφλώντας προσωπικές του υποχρεώσεις ή χρησιμοποιώντας αυτά κατά βούληση για άλλους προσωπικούς τους λόγους, Τριμ. Εφ. Πειραιώς 14/2024 δημοσιευμένη στην Ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς].

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό κρίση αγωγή, όπως προεκτέθηκαν, η τρίτη εναγομένη εταιρεία «…………..» έχει καταστατική έδρα στον Παναμά και έχει εγκαταστήσει γραφείο στον Πειραιά σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΝ 378/1968, δραστηριοποιoύμενη στον τομέα της μεσιτείας ναυτιλιακών ασφαλειών. Η εταιρεία “………….” με καταστατική έδρα στη Λιβερία και πραγματική στον Πειραιά, που κατέχει ποσοστό 50% των μετοχών της τρίτης εναγομένης («…………..») αποτελεί εταιρεία χαρτοφυλακίου της τελευταίας, με συνέπεια για  το κύρος της συστάσεως αλλά και για την ικανότητα δικαίου  της  “………………….” ως κεφαλαιουχικής εταιρείας να εφαρμόζεται το δίκαιο της Λιβερίας, δηλαδή το δίκαιο της καταστατικής της έδρας και όχι  το δίκαιο της Ελλάδας. Όμως κατά τα λοιπά, λόγω της πραγματικής έδρας της εταιρείας (“……………”),  εφαρμοστέο τυγχάνει το ελληνικό δίκαιο για την ανώνυμη εταιρεία, προς το νομοθετικά ρυθμισμένο τύπο της οποίας αντιστοιχεί κάθε λιβεριανή εταιρεία τύπου incorporated [INC.].  Επίσης  προκειμένου να υπαχθεί η εταιρεία “………..” στο προστατευτικό καθεστώς του Ν. 791/1978- δεν απαιτείται εγκατάσταση αυτής στην Ελλάδα, καθώς τέτοια προϋπόθεση δεν προβλέπεται στο άρθρο 11 παρ. Δ΄ του Ν. 3816/2010, η οποία σημειωτέον εντάσσεται στο πλέγμα των προστατευτικών ρυθμίσεων του Ν. 791/1978, έχει δε  αυτή αναδρομική δύναμη και καταλαμβάνει και τις εταιρείες χαρτοφυλακίου, που είχαν συσταθεί, κατ’ αλλοδαπό δίκαιο πριν την εισαγωγή του νόμου και δεν είχαν μέχρι τότε λυθεί, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν (βλ. σχετ. και  την υπ’ αριθμόν 355/2019 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε μεταξύ του αρχικώς ενάγοντος και του πρώτου (1ου) των εναγομένων επί αγωγής με αντικείμενο τη λογοδοσία του τελευταίου για τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και με την οποία κρίθηκε ως εφαρμοστέος ο Ν. 2190/1920). Επομένως, επί των εσωτερικών ζητημάτων (=«interna corporis») της εταιρείας “…………..”, όπως του καθορισμού  του μερίσματος και της διανομής αυτού στους μετόχους και εν προκειμένω επί του ζητήματος εάν υφίσταται αξίωση αποζημίωσης του μετόχου ……….  λόγω  της μη διανομής σε αυτόν μερισμάτων της εταιρείας “………………” από τον πρώτο εναγόμενο, που ως διαχειριστής της τελευταίας (“…………….”) κατείχε τα κέρδη της εταιρείας και συνεργούντος του δευτέρου εναγομένου, νομίμου εκπροσώπου της τρίτης εναγομένης «…………..» παράνομα ιδιοποιήθηκε, τυγχάνει εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο των ανωνύμων εταιρειών και ειδικότερα ο Ν. 4548/2018 και προγενέστερα ο Ν. 2190/1920, αναφορικά με την ευθύνη του διοικητικού οργάνου-συμβουλίου της εταιρείας ως προς τη σύνταξη εταιρικών λογαριασμών, τη σύγκληση  των Γενικών Συνελεύσεων, τη λήψη αποφάσεων επί των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων για την εταιρική χρήση, τον καθορισμό του διανεμητέου μερίσματος στους μετόχους, τη λήψη απόφασης της Γενικής Συνέλευσης για τη διανομή του μερίσματος, τον καθορισμό των προσώπων – η εταιρία ή οι μέτοχοι – που νομιμοποιούνται να αξιώσουν  αποζημίωση  σε βάρος του οργάνου που ιδιοποιήθηκε τα ποσά του μερίσματος. Στην ένδικη αγωγή δεν  γίνεται μνεία περί λήψης απόφασης της γενικής συνέλευσης των μετόχων για τη διανομή  μερίσματος σ’ αυτούς, καθώς έκτοτε και μόνο αποκτούν οι μέτοχοι την αξίωση καταβολής του αναλογούντος σε αυτούς μερίσματος, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν. Επομένως, αναφορικά με την αγωγική αξίωση, αυτή ασκείται κατά τους όρους και τις διατάξεις του Ν. 4548/2018 και ως εκ τούτου μόνο νομιμοποιούμενο προς άσκηση αυτής τυγχάνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας “………….” και όχι ατομικά ο αρχικώς ενάγων ………….., ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, τυγχάνει μέτοχος και λόγω της ιδιότητάς του αυτής θεωρείται έμμεσα ζημιωμένος από την εκτιθέμενη στην ένδικη αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, ήτοι κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της παράνομης ιδιοποίησης από την πλευρά του πρώτου (1ου) εναγόμενου, συνεργούντος του δευτέρου εναγομένου, που ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της τρίτης εναγομένης.  Συνεπώς, μόνον η εταιρεία “…………………” μπορεί να ασκήσει τη σχετική αγωγή, νομιμοποιούμενη ενεργητικά ως φορέας του εννόμου αγαθού της περιουσίας που υπέστη προσβολή από την εκτιθέμενη στην ένδικη αγωγή αδικοπρακτική ενέργεια των εναγομένων και όχι ατομικά ο ενάγων (βλ. σχετ. επί αναλόγου ζητήματος την υπό στοιχεία ΕφΑθ 5864/2011 απόφαση). Με την αποκατάσταση της ζημίας του νομικού προσώπου της εταιρίας αποκαθίσταται και η ζημία των μετόχων, που υπέστησαν από την κακή διαχείριση της εταιρικής περιουσίας εκ μέρους των μελών της διοίκησης  (Ρόκας, Εμπορικές Εταιρίες, 1996, παρ. 29, σελ. 227 και παραπομπές εκεί στη νομολογία, ΑΠ 1483/2010 ΔΕΕ 2011, 569, ΑΠ 1888/2005 ΔΕΕ 2006, 392, ΑΠ 725/2004 ΕλλΔ 45, 1519, ΑΠ 1405/1998 ΔΕΕ 1998, 972, ΑΠ 1077/1995 ΕλλΔ 36, 1641, ΑΠ 1074/1995 ΕλλΔ 36, 1642, ΕφΑΘ 3494/2007 ΔΕΕ 2007, 1191, ΕφΑΘ 252/2007 ΕπισκΕμπΔ 2007, 558, ΕφΑΘ 4860/2006 ΕΕμπΔ 2007, 590, ΕφΑΘ 1076/2006 ΕπισκΕμπΔ 2006, 248). Συνεπώς, ανεξαρτήτως του παραδεκτού και της βασιμότητας του λόγου της υπό κρίση εφέσεως, το Δικαστήριο αυτό στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ένδικης έφεσης κρίνει ότι η ένδικη αγωγή σε βάρος των εναγομένων με το προεκτεθέν περιεχόμενο τυγχάνει ενεργητικά ανομιμοποίητη και συνεπώς έπρεπε να απορριφθεί, ως απαράδεκτη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που   έκρινε την αγωγή ως παραδεκτώς ασκηθείσα αλλά την απέρριψε, ως νομικά αβάσιμη, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και για το λόγο αυτό, σύμφωνα  με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, η εκκαλούμενη απόφαση να εξαφανιστεί, κατ’ αποδοχή της εφέσεως, και, αφού κρατηθεί η υπόθεση κατ’ άρθρο 535 § 1 ΚΠολΔ, να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως. Επιπλέον, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, κατά το σχετικό αίτημά τους, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, σε βάρος των εκκαλουσών λόγω της ήττας των τελευταίων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό και τέλος να αποδοθεί στις εκκαλούσες το κατατεθέν παράβολο, δεδομένου ότι με βάση το διατακτικό της παρούσας αποφάσεως θεωρούνται αυτές νικήτριες, ανεξαρτήτως αν η τελική κρίση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως δεν ήταν ευνοϊκή γι’ αυτήν (ΑΠ 532/2016, σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

                                              ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 -ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και κατ’ ουσίαν

-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στις εκκαλούσες του υπ’ αριθμόν κωδικού …………………./2022  παραβόλου του Ελληνικού Δημοσίου.

-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη απόφαση.

 -ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση.

 -ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

 -ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εκκαλουσών τα δικαστικά έξοδα των  εφεσίβλητων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία καθορίζει στο χρηματικό ποσό των οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων (8.500) Ευρώ (Ε).

-ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στον Πειραιά, την 19 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                     Η   ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ δε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του στο ακροατήριο του, με άλλη σύνθεση, λόγω προαγωγής και αναχωρησεως της Εφέτου Μαρίας Παπαδογρηγοράκου, αποτελούμενη από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών,  Σωκράτη Γαβαλά και Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτες και με Γραμματέα την Ελένη Δούκα, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους Δικηγόρους τους, την 4η  Μαΐου 2026.

  Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                     Η   ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ