ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 295/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 4o
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα E.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος: …………… που εμφανίστηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο, Αλίκη Μπόκια (ΑΜ ΔΣΑ ………), η οποία κατέθεσε το με αρ. ………/30.09.2025 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.
Της εφεσίβλητης: ………….., που εμφανίστηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Ανδριανό Διακάτο (ΑΜ ΔΣΑ …..), ο οποίος κατέθεσε το με αρ. …../10.10.2025 γραμμάτιο προείσπραξης του ΔΣ Πειραιά.
Η εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σε βάρος του εκκαλούντος την από 29.07.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/01.08.2022) αγωγή, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 02.11.2022 οπότε και συζητήθηκε ερήμην του εκκαλούντος, με την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών, και εκδόθηκε επ΄ αυτής η με αριθμό 2113/30.06.2023 οριστική απόφαση, που δέχτηκε εν μέρει αυτήν. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών, με την από 24.07.2023 έφεση του, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αρχικά η 10.10.2024 και κατόπιν αναβολής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο (αρ. πιν. …..). Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 524 §§ 1 και 2 και 528 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 44 § 2 του v. 3994/2011 και το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν.4335/2015, προκύπτει ότι ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνον στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από τον διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, οπότε, με την τυπική παραδοχή της έφεσης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης, και αναδικάζεται η υπόθεση από το εφετείο, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικά. Στην περίπτωση αυτή, που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ και δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ή με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνον πληρεξουσίων, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση. Η κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ απαγόρευση της παράστασης με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου ισχύει όχι μόνον για το διάδικο, ο οποίος δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, αλλά και για τον αντίδικό του, ο οποίος είχε παραστεί κανονικά, (γιατί διαφορετικά προφορική συζήτηση δε νοείται), ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εκατέρωθεν ακροάσεως και κατ` αντιδικία συζητήσεως της υποθέσεως, για να εξασφαλίζεται η αρχή της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.
II.Στο πλαίσιο της καθιερούμενης από το άρθρο 106 ΚΠολΔ θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς, παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου. Αν παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση της διαφοράς και έκδοση απόφασης, τότε η απόφαση αυτή είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή (ΑΠ 165/2018 Δημ. Ιστοσελ. ΑΠ). Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη του άρθρου 215 § 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23-07-2015) και, σύμφωνα με τη μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ίδιου νόμου, ισχύει από 01-01-2016, «[σ]την περίπτωση του άρθρου 237, η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της και αν αυτός ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών. Αν η αγωγή δεν επιδοθεί μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα». Διευκρινίζεται ότι στον εναγόμενο επιδίδεται μόνο αντίγραφο της αγωγής, χωρίς κλήση προς συζήτηση, δοθέντος ότι ο ορισμός δικασίμου και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο λαμβάνουν χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στην τακτική διαδικασία, όπως αυτή αναμορφώθηκε πλήρως υπό την ισχύ του Ν. 4335/2015, η μη επίδοση στον εναγόμενο (κυρωμένου αντιγράφου) της αγωγής εντός της προθεσμίας των τριάντα (ή εξήντα) ημερών από την κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου ή, αν η αγωγή δεν επιδόθηκε νομότυπα κι εμπρόθεσμα στην προθεσμία αυτή, έχει ως συνέπεια αυτή να θεωρείται ως μη ασκηθείσα, δηλαδή ανυπόστατη. Η προθεσμία επίδοσης της αγωγής, η οποία μέχρι το Ν. 4335/2015 συνιστούσε προπαρασκευαστική προθεσμία (βλ. 228 και 229 ΚΠολΔ), καθίσταται πλέον προθεσμία ενεργείας και η μη επίδοση της αγωγής ή τα ελαττώματα αυτής (επίδοσης) εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικάζον δικαστήριο, μη δυνάμενα να θεραπευτούν μεταγενέστερα με την αναντίλεκτη συμμετοχή του εναγόμενου στη διαδικασία (με την προκατάθεση προτάσεων), καθώς πρόκειται για ελαττώματα, που πλήττουν την υπόσταση της αγωγής, η οποία θεωρείται αναδρομικά ανύπαρκτη και δεν αφορούν μόνο το παραδεκτό της συζήτησης αυτής, όπως γινόταν δεκτό υπό το προϊσχύσαν δικαιϊκό καθεστώς και εξακολουθεί να ισχύει στις ειδικές διαδικασίες. Ούτε, άλλωστε, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η επαγωγή της συνέπειας αυτής (ανυπόστατο της αγωγής) εξαρτάται από τη δυνατότητα του εναγόμενου να ανταποκριθεί στο δικονομικό βάρος επίκλησης και απόδειξης δικονομικής αυτού βλάβης από τη μη επίδοση, την παράτυπη ή εκπρόθεσμη επίδοση της αγωγής (πρβλ. άρθρο 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι με τη μεταβολή στον τρόπο άσκησης της αγωγής στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας σκοπείται η διασφάλιση του δικαιώματος ακρόασης των διαδίκων, ιδίως του εναγόμενου, καθώς μετά την προθεσμία ενέργειας επίδοσης της αγωγής, ακολουθεί η προπαρασκευαστική προθεσμία των 100 ημερών (ή 130 για τον διαμένοντα στο εξωτερικό), για την κατάθεση των προτάσεων και τη συγκέντρωση του αποδεικτικού του υλικού (Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, έκδ. 6η, 2019, τόμ. Ι, άρθρο 215 σημ. 8, Δ. Κράνη, στο 42ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ενώσεως Ελλήνων Δικονομολόγων, Η νέα τακτική διαδικασία υπό το πρίσμα των θεμελιωδών αρχών της πολιτικής δίκης, έκδ. 2018, σελ. 145 & εισήγηση ιδίου σε ημερίδα του Δ.Σ. Κοζάνης, την 09/07/2016, με θέμα «Τροποποιήσεις του ΚΠολΔ Ν. 4335/2015», Κ. Μακρίδου, Ειδικές Διαδικασίες στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας μετά το Ν. 4335/2015 (2017), § 1 αριθ. 3, σελ. 24-25, X. Απαλαγάκη, Συστηματική παρουσίαση των βασικών τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από το Ν. 4335/2015 (2016), σελ. 14, Κ. Μακρίδου – X. Απαλαγάκη – Γ. Διαμαντόπουλος, Πολιτική Δικονομία, Θεωρία – Νομολογία – Υποδείγματα (Β΄ έκδοση – 2018), σελ. 7-8, I. Κουκουράκη, Οι αλλαγές που επέφερε στην πολιτική δικονομία ο Ν. 4335/2015, ΕλλΔ/νη 2017.1015, Κ. Καλαβρός, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (4η έκδοση – 2016), § 33 αριθ. 10, Ε. Μπαλογιάννη/Π. Ρεντούλης σε Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας – Ερμηνεία κατ’ άρθρο (επιμέλεια X. Απαλαγάκη – 5η έκδοση – 2017), άρθρο 215 αριθ. 8, Ε. Τσιώρα, Εφαρμογή του Ν. 4335/2015 στην τακτική και τις ειδικές διαδικασίες – Ζητήματα Διαχρονικού Δικαίου – Επισκόπηση Νομολογίας, Αρμ. 2018, σελ. 1615 επ., ΤριμΕφΠειρ, 679/2019 Δημ. Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς, ΜονΕφΠειρ 107/2021, Δημ. Ιστοσελ. ΕφΠειρ, Δημ. Νόμος].
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν την τροποποίηση της από το άρθρο 15 Ν. 5221/2025, το οποίο ορίζει πώς γίνεται η επίδοση στην κατοικία τού προς ον η επίδοση: “Αν κανείς από όσους αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν βρίσκεται στην κατοικία, α) το έγγραφο πρέπει να κολληθεί στην πόρτα της κατοικίας και σε ενσφράγιστο φάκελο, επί του οποίου θα υπάρχουν μόνο τα στοιχεία του δικαστικού επιμελητή και του προς ον η επίδοση, μπροστά σε ένα μάρτυρα. Σε περιπτώσεις πολυκατοικιών, οι οποίες είναι κλειστές και δεν είναι δυνατόν να κολληθεί το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας, η επικόλληση μπορεί να γίνεται κατά τα ανωτέρω και στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας, β) το αργότερο την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά τη θυροκόλληση, αντίγραφο του εγγράφου, που συντάσσεται ατελώς, πρέπει να παραδοθεί στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος ή σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας και αν λείπει ο προϊστάμενος, στον αξιωματικό ή υπαξιωματικό υπηρεσίας ή στο σκοπό του αστυνομικού καταστήματος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η παράδοση βεβαιώνεται με απόδειξη που συντάσσεται ατελώς κάτω από την έκθεση της επίδοσης, που αναφέρεται στο άρθρο 140 παράγραφος 1. Η απόδειξη αυτή πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία που έγινε η παράδοση, και το ονοματεπώνυμο, καθώς και την ιδιότητα εκείνου που παρέλαβε το αντίγραφο, ο οποίος υπογράφει την απόδειξη και τη σφραγίζει με την υπηρεσιακή σφραγίδα. Το αντίγραφο που παραδόθηκε φυλάγεται σε ιδιαίτερο φάκελο στο υπηρεσιακό γραφείο, όπου υπηρετεί εκείνος που το παρέλαβε, γ) το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την παράδοση, σύμφωνα με την περίπτωση β`, εκείνος που ενήργησε την επίδοση του εγγράφου πρέπει να ταχυδρομήσει σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία πρέπει να αναφέρεται το είδος του εγγράφου που επιδόθηκε, η διεύθυνση της κατοικίας, όπου έγινε η θυροκόλλησή του, η ημερομηνία της θυροκόλλησης, η αρχή στην οποία παραδόθηκε το αντίγραφο, καθώς και η ημερομηνία της παράδοσης. Η ειδοποίηση ταχυδρομείται με έξοδα εκείνου που ζητεί να γίνει η επίδοση. Το γεγονός ότι ταχυδρομήθηκε η ειδοποίηση βεβαιώνεται με απόδειξη, την οποία συντάσσει και υπογράφει ατελώς, κάτω από την επιδοτήρια έκθεση της παραγράφου 1 του άρθρου 140, εκείνος που ενεργεί την επίδοση. Η βεβαίωση πρέπει να αναφέρει το ταχυδρομικό γραφείο, με το οποίο έστειλε την ειδοποίηση, και τον υπάλληλο που την παρέλαβε, ο οποίος προσυπογράφει τη βεβαίωση. Ύστερα από προφορική αίτηση του παραλήπτη, η αρχή στην οποία είχε παραδοθεί το αντίγραφο, σύμφωνα με την άνω περίπτωση β` του παρόντος, του το παραδίδει, με έγγραφη απόδειξη που συντάσσεται ατελώς”. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 136 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, όπως, επίσης, ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν την κατάργησή του με το άρθρο 127 περιπτ. α` Ν. 5221/2025 “Στις επιδόσεις του άρθρου 128 παράγραφος 4 η επίδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε με τη θυροκόλληση του εγγράφου στην πόρτα της κατοικίας εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, με την προϋπόθεση ότι έγιναν όσα ορίζονται στην παράγραφο αυτή με τα στοιχεία β` και γ`”. Συνεπώς, αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο άρθρο 128 παρ. 4 στοιχ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, δηλαδή αν δεν παραδοθεί στον αστυνόμο κ.λπ. αντίγραφο του εγγράφου και δεν ταχυδρομηθεί σχετική έγγραφη ειδοποίηση σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται, η επίδοση δεν ολοκληρώνεται και άρα είναι ανυπόστατη.
Από το συνδυασμό, δε, των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η έκθεση επίδοσης, που έχει συνταχθεί από τον αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον δικαστικό επιμελητή, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο περιέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του. Ανταπόδειξη χωρεί μόνον εφόσον προσβληθεί το έγγραφο αυτό ως πλαστό. Για τα περιστατικά, αντίθετα, που περιέχονται στην πιο πάνω έκθεση αλλά δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψη του δικαστικού επιμελητή και των οποίων την αλήθεια όφειλε να εξετάσει αυτός, η έκθεση επίδοσης αποτελεί κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης, όμως, ανταπόδειξης, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθειά τους (ΑΠ 175/2019 ΝΟΜΟΣ). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι, σε περίπτωση απουσίας από την κατοικία του, τού προσώπου στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, η τελευταία συντελείται με τη θυροκόλληση του εγγράφου στην πόρτα της κατοικίας του, εφόσον τηρηθούν και οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων β` και γ` του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΑΠ 2010/2025, ΑΠ 869/2024, ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1355/2023 ΝΟΜΟΣ).
Η υπό κρίση από 24.07.2023 έφεση του ηττηθέντος στον πρώτο βαθμό εναγόμενου κατά της υπ’ αριθμ. 2113/30.06.2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε ερήμην του, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρα 591 § 1, 592 § 1 α, 593-602 ΚΠολΔ), την από 29.07.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./01.08.2022) αγωγή της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, με αντικείμενο την καταβολή στην ενάγουσα διατροφής για τον εαυτό της (άρθρ. 1442 ΑΚ) αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 19 περ. α΄ ΚΠολΔ, αφού αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στις 24.07.2023, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./24.07.2023) της Γραμματέως του εν λόγω Δικαστηρίου, που έχει επισυναφθεί στο δικόγραφο και έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495, 511, 513, 516, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, που έλαβε χώρα την 20-07-2023 (βλ. την επισημείωση στο σώμα της εκκαλουμένης του δικαστικού επιμελητή, …………….) και η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε με κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου (άρθ. 495 αρ. 1 ΚΠολΔ) στις 24.07.2023 και συνεπώς, παραδεκτά, κατ’ άρθρο 532 ΚΠολΔ. Επομένως, δεδομένου ότι οι διαφορές των άρθρων 592 επ. ΚΠολΔ, όπως εν προκειμένω, εξαιρούνται από την υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου του άρθρου 495 § 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ, η έφεση, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αρχικά η 10.10.2024, επιμελεία του εκκαλούντος [ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ………./24.07.2023] και κατόπιν αναβολής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο (αρ. πιν. ……..), είναι παραδεκτή και, εφόσον με αυτήν ο εκκαλών παραπονείται για κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, με σκοπό να απορριφθεί η σε βάρος του αγωγή της εφεσίβλητης, οι δε διάδικοι εμφανίστηκαν νομότυπα στο δικαστήριο με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, πρέπει, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό I νομική σκέψη της παρούσας, να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, χωρίς έρευνα των λόγων της, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να δικαστεί εκ νέου η αγωγή, κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία. Με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί o εναγόμενος, ο γάμος της με τον οποίο έχει λυθεί αμετάκλητα, να της καταβάλει μηνιαία διατροφή σε χρήμα, ποσού τετρακοσίων 400,00 ευρώ και δη προκαταβολικά στην αρχή κάθε μήνα, καθόσον δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή της από τα εισοδήματα ή την περιουσία της, διότι βρίσκεται σε ηλικία που δεν της επιτρέπει να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος και για λόγους επιείκειας, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ΄ αριθμ. 2113/2023 εξαφανισθείσα οριστική απόφασή του έκρινε ότι από την υπ’ αριθμ. …../03-08-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ………………, που η ενάγουσα επικαλείται και νόμιμα προσκομίζει προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον εναγόμενο. Ότι ο τελευταίος δεν εκπροσωπήθηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και ότι, συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην (ΚΠολΔ 271 παρ. 1 και 2 εδ. α σε συνδυασμό με 591 παρ. 1 εδαφ.α). Ότι το Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΚΠολΔ 595, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4335/2015 και ισχύει από 01-01-2016 για τις κατατεθειμένες από 01-01-2016 αγωγές). Ότι, περαιτέρω, με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιόν του, ως καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιου (άρθρα 17 περ. 2 και 39 Α ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 591, 592, 593 — 602 και 610 — 613 ΚΠολΔ (όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 — ΦΕΚ Α’ 87/2015, λόγω του χρόνου κατάθεσης της αγωγής, βλ. άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του νόμου αυτού), στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων, 340, 341 εδαφ. α, 345, 1442, 1443, 1493, 1498 ΑΚ, 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 907 και 910 παρ. 4 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών η αγωγή εξετάστηκε και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το καταψηφιστικό της αντικείμενο καταβλήθηκε το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το υπ’ αριθμ. ………….. e- παράβολο με σχετικό τραπεζικό ένταλμα πληρωμής) ενώ για το παραδεκτό συζήτησης της αγωγής προσκομίστηκε το από 01-11-2022 πρακτικό περάτωσης της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας (ΥΑΣ) διαμεσολάβησης, από το οποίο προκύπτει ότι η ΥΑΣ δεν είχε επιτυχή έκβαση ενώ δεν απαιτείται για το παραδεκτό της συζήτησης της αγωγής η προσκόμιση από την ενάγουσα και της προβλεπόμενης από το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 4640/2019 έγγραφης ενημέρωσης του διαδίκου για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία (ΥΑΣ) διαμεσολάβησης, το οποίο (έγγραφο) αποτελεί το έλασσον σε σχέση με το ανωτέρω έγγραφο, καθώς από το περιεχόμενο του ανωτέρου εγγράφου συνάγεται ότι έχει επιτευχθεί η επιβαλλόμενη από την ανωτέρω διάταξη ενημέρωση του διαδίκου, ενώ ενόψει της ερημοδικίας του εναγόμενου δεν καταβλήθηκαν τα προκαταβλητέα έξοδα της δίκης, ούτε κατά τη συζήτηση. Τέλος, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όρισε το παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους του απολιπόμενου εναγόμενου στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ, δέχτηκε, κατά τα λοιπά, εν μέρει την αγωγή, υποχρέωσε τον εναγόμενο να προκαταβάλλει μηνιαίως στην ενάγουσα, για την τακτική διατροφή της, το ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ, εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός και για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την επίδοση της αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση της πληρωμής κάθε μηνιαίας παροχής και μέχρι την εξόφληση, κήρυξε την απόφαση, ως προς την αμέσως προηγηθείσα καταψηφιστική της διάταξη, προσωρινά εκτελεστή και καταδίκασε τον εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία όρισε στο ποσό των τετρακοσίων (400,00) ευρώ. Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους διαδίκους υπ΄ αριθμ. ……./03.08.2023 έκθεση επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή, της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, . ……., του Αναστασίου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου στις 2-11-2022 και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε στον εναγόμενο, o οποίος και δεν παραστάθηκε όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το οικείο πινάκιο και δικάστηκε ερήμην. Ειδικότερα, ο ως άνω δικαστικός επιμελητής βεβαιώνει ότι δεν βρήκε τον εναγόμενο στην κατοικία του, που βρίσκεται στην ………….., Αττικής, στην οδό ………….., ούτε και κάποιον από τους συνοίκους που αναφέρονται στο άρθρο 128 παρ. 3 ΚΠολΔ και γι’ αυτό προέβη στη θυροκόλληση του δικογράφου της αγωγής, μέσα σε ενσφράγιστο φάκελο, στην κατοικία του, ενώπιον της κατονομαζόμενης μάρτυράς του, …………. Ακολούθως, την ίδια ημέρα, ήτοι στις 3 Αυγούστου έτους 2022, ο εν λόγω δικαστικός επιμελητής παρέδωσε στον αξιωματικό υπηρεσίας, του Α.Τ. Ηλιούπολης, ………….., απλό αντίγραφο του θυροκολληθέντος δικογράφου της αγωγής. Αντί, όμως, στη συνέχεια, ο δικαστικός επιμελητής να αποστείλει, μέσω του ταχυδρομείου, ειδοποίηση για τις προαναφερθείσες ενέργειές του στον εναγόμενο ……….., ταχυδρόμησε την προβλεπόμενη ειδοποίηση, ναι μεν στην προαναφερθείσα διεύθυνση κατοικίας του (του εναγόμενου), που βρίσκεται στην …………, Αττικής, στην οδό ………., πλην, όμως, σε ανύπαρκτο εκεί κάτοικο, ήτοι στον …………….., όπως τούτο αποδεικνύεται από την με ίδια ημερομηνία (03.08.2022) Βεβαίωση Ταχυδρομικού Γραφείου, που συνέταξε o ίδιος ο ως άνω δικαστικός επιμελητής. Επιπροσθέτως, όπως αποδεικνύεται από την βεβαίωση αυτή, ο ενεργήσας δικαστικός επιμελητής παρέδωσε τη συστημένη επιστολή, που περιείχε τη σχετική ειδοποίηση στον υπάλληλο του προαναφερθέντος ταχυδρομικού γραφείου, ……………. και έλαβε αριθμό βεβαίωσης ……. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, η βεβαίωση αυτή του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, στον οποίο είχε ανατεθεί η επίδοση αντιγράφου της αγωγής με κλήση για συζήτηση κατά την αναγραφόμενη δικάσιμο αποτελεί πλήρη απόδειξη για όλους τους διαδίκους ότι o εν λόγω βεβαιώσας δημόσιος λειτουργός δεν απηύθυνε στον εναγόμενο την από 03.08.2022 συστημένη επιστολή που απέστειλε ταχυδρομικώς από το Ταχυδρομικό Γραφείο Αθηνών (επί της οδού …….) και η οποία φέρεται να περιείχε ειδοποίηση προς αυτόν (τον εναγόμενο) ώστε να λάβει γνώση, σύμφωνα με το εδάφιο γ’ του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, ότι αντίγραφο του δικογράφου της κρινόμενης αγωγής είχε θυροκολληθεί στον τόπο της κατοικίας του και ότι, επιπλέον, έτερο, απλό αντίγραφό της είχε παραδοθεί στον αξιωματικό υπηρεσίας του αρμόδιου Α.Τ. Ηλιούπολης αλλά, αντιθέτως, ο εν λόγω δικαστικός επιμελητής ανέγραψε εσφαλμένα ως παραλήπτη της (της επιστολής του) το ανύπαρκτο, στη προαναφερθείσα διεύθυνση, φυσικό πρόσωπο με το όνομα, …………… Κατόπιν αυτών και σύμφωνα με όσα λέχθηκαν στην υπό ΙΙ μείζονα σκέψη της παρούσας, ο εναγόμενος δεν έλαβε γνώση του περιεχομένου της εν λόγω επιστολής, καθόσον αυτή δεν απευθυνόταν σ’ αυτόν (στον εναγόμενο), αλλά σε κάποιο άλλο, άγνωστο σ’ αυτόν, φυσικό πρόσωπο, που έφερε άλλο επώνυμο, ήτοι το εσφαλμένο «….», αντί του ορθού «……..») και επομένως αυτός δεν κλητεύτηκε νομότυπα με θυροκόλληση, αφού δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 128 αρ. 4 στοιχ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της ενάγουσας. Επομένως, η επίδοση προς τον εναγόμενο του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου (ένδικης αγωγής), με προσδιορισμό δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης κατ’ αυτήν στο διάδικο προς τον οποίον αφορά (εν προκειμένω τον εναγόμενο, που κλητεύθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας), δεν είναι ολοκληρώθηκε κατά το νόμο και είναι ανυπόστατη, ζήτημα το οποίο εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε περίπτωση ερημοδικίας του. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, εφόσον δεν αποδεικνύεται νόμιμη κλήτευση του εναγόμενου ο οποίος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο στην ορισθείσα δικάσιμο της αγωγής την 02.11.2022, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής [ΑΠ 68/2023 ΝΟΜΟΣ]. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας του εκκαλούντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εφεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την έφεση.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση.
Κρατεί και δικάζει την αγωγή.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής.
Καταδικάζει την εφεσίβλητη στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του εκκαλούντος, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, ύψους επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 4.5.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ