ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αριθμός 296/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
4o Τμήμα
Αποτελούμενο από τον δικαστή, Ηλία Σταυρόπουλο, εφέτη, τον οποίο όρισε η πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του Εφετείου Πειραιά και τη γραμματέα, Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις ……….. για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας – εφεσίβλητης : ……………, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Νικόλαου Φακατσέλη.
Του εφεσίβλητου – εκκαλούντος : ………….., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του, Ευαγγελίας Καπελάκου.
Η εκκαλούσα – εφεσίβλητη άσκησε την με αρ. κατ. …………/2024 αγωγή προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, το οποίο με την με αρ. 1928/2025 απόφαση την έκανε εν μέρει δεκτή κατ’ ουσία.
Την οριστική αυτή απόφαση προσέβαλαν η μεν ενάγουσα με την με αρ. κατ. …………./2025 (αρ. κατ. Εφ.Πειρ. ……../2025) έφεση, ο δε εναγόμενος με την με αρ. κατ. ………/2025 (αρ. κατ. Εφ.Πειρ. ………./2025) έφεση προς το δικαστήριο τούτο.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου οι με αρ. κατ. ……./2025 και …………./2025 εφέσεις κατά της υπ’ αρ. 1928/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι οποίες πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και επειδή έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και μειώνονται τα έξοδα (άρθρο 246 ΚΠολΔ).
Οι ως άνω εφέσεις ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (ΚΠολΔ 518 παρ. 2), τα σχετικά παράβολα εφέσεων [e-Παράβολα …………./2025 (………../2025 έφεση), …………/2025 (…………./2025 έφεση)], κατατέθηκαν χωρίς να απαιτούνται εκ του νόμου (ΚΠολΔ 495 παρ. 3 592 περ. 3) και γι’ αυτό πρέπει να επιστραφούν στους καταθέσαντες, ανεξάρτητα από την έκβαση των ενδίκων μέσων. Είναι συνεπώς τυπικά δεκτές και πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Με την πρωτοδίκως κριθείσα αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα – εφεσίβλητη, ιστορούσε ότι την 9.12.1995 τέλεσε με τον εναγόμενο, ήδη εφεσίβλητο – εκκαλούντα, νόμιμο γάμο, ο οποίος λύθηκε αμετάκλητα την 19.1.2024 και ότι κατά το χρόνο λύσης του γάμου, η τελική περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε με την απόκτηση του αναφερομένου στην αγωγή περιουσιακού στοιχείου, αξίας, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, 145.000 ευρώ και ότι στην αύξηση αυτή συνέβαλε πραγματικά και η ίδια με χρήματα σε ποσοστό 58% του τιμήματος απόκτησης αλλά και με την πέραν της εκ του νόμου επιβαλλόμενης υποχρέωσής της για συνεισφορά στις κοινές οικογενειακές ανάγκες, αυτής υπολογιζόμενης στο χρηματικό ποσό των 50 ευρώ μηνιαίως και συνολικά για το χρονικό διάστημα από της τελέσεως του γάμου έως το έτος 2021 στο ποσό των 16.800 ευρώ. Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των 22.500 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι της οφείλει επιπλέον το ποσό των 50.000 ευρώ για την πραγματική συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του άλλως, επικουρικώς, να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των 22.500 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι της οφείλει επιπλέον το ποσό των 25.833 ευρώ για την τεκμαρτή εκ του νόμου συμβολή της στην επαύξηση, άλλως τα ανωτέρω ποσά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής. Ο εναγόμενος με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την οποία περιέλαβε και στις πρωτοβάθμιες προτάσεις του, ισχυρίστηκε α) ότι η ενάγουσα δεν συνέβαλε καθόλου στην οποιαδήποτε επαύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου τους, β) ότι η εν λόγω αγωγή ασκείται καταχρηστικά επειδή η ενάγουσα άσκησε αυτήν, ενώ της είχε ήδη προτείνει να μεταβιβάσει το εν λόγω ακίνητο στα τέκνα τους λόγω γονικής παροχής με την παρακράτηση από μέρους του της επικαρπίας και επειδή νυμφεύτηκε την ενάγουσα που ήταν διαζευγμένη με ένα ανήλικο (7 ετών) τέκνο από τον προηγούμενο γάμο της, το οποίο διέτρεφε ο ίδιος μαζί με τα δικά τους ανήλικα τέκνα, συμβιώνοντας μαζί τους και η μητέρα της ενάγουσας, την οποία διέτρεφε και αυτήν και επειδή η ενάγουσα διατηρούσε κρυφό τραπεζικό λογαριασμό και γ) ότι διατηρεί εναντίον της αμοιβαία απαίτηση, ύψους 13.180 ευρώ, την οποία πρότεινε σε συμψηφισμό προς μερική εξόφληση της δικής της απαίτησης, η οποία συνίσταται αφενός μεν από απαίτηση από αποκτήματα γάμου και συγκεκριμένα από την αύξηση της περιουσίας της μετά την τέλεση του γάμου, που συνίστατο στην απόκτηση του ½ εξ αδιαιρέτου ενός αυτοκινήτου αξίας 2.000 ευρώ, το οποίο αγοράστηκε αποκλειστικά με δικά του χρήματα, αφετέρου από έξοδα 1.850 ευρώ που δαπάνησε ο ίδιος για έξοδα της δανειακής σύμβασης του …….., 140 ευρώ για έξοδα αντιγράφων του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, 90 ευρώ για την έκδοση πιστοποιητικού ενεργειακής απόδοσης του ακινήτου, 100 ευρώ για έξοδα κτηματολογίου και 10.000 ευρώ για την αγορά επίπλων, διακοσμητικών, διαφόρων χρηστικών αντικειμένων και τμήματος της οικοσκευής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ’ ουσίαν το κύριο αίτημα της αγωγής για απόδοση της πραγματικής συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου και, ως αόριστη, την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ενώ έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, ως προς τον τεκμαρτό υπολογισμό (1/3) της συνεισφοράς της ενάγουσας στα αποκτήματα του εναγομένου, υποχρεώνοντας τον τελευταίο να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των 22.500 ευρώ και αναγνωρίζοντας την υποχρέωσή του να της καταβάλει επιπλέον το χρηματικό ποσό των 9.166 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Εναντίον αυτής της απόφασης παραπονούνται αμφότεροι οι διάδικοι για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στις εφέσεις τους, ζητούν να εξαφανιστεί η απόφαση και (ο μεν εναγόμενος) να απορριφθεί η εναντίον του αγωγή, (η δε ενάγουσα) να γίνει καθ’ ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή της.
Σε σχέση με τον ισχυρισμό του εκκαλούντος (2ος λόγος της έφεσής του) ότι η συζήτηση της αγωγής έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη, γιατί δεν προσκομίστηκε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο έγγραφη ενημέρωση για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία, με ημερομηνία αυτού του εγγράφου προγενέστερη της άσκησης της αγωγής (άρ. 3 παρ. 2 του Ν. 4640/2019), αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, αφού προσκομίστηκε το από 26.6.2024 πρακτικό περάτωσης της αρχικής υποχρεωτικής συνεδρίασης, συνάγεται ότι πραγματοποιήθηκε και η ενημέρωση του διαδίκου για τη δυνατότητα της διαμεσολάβησης, ο σκοπός δηλαδή του νομοθέτη που ήθελε να επιτύχει με την έγγραφη ενημέρωση για τη δυνατότητα αυτήν πριν την έγερση της αγωγής, ώστε η εμμονή στην προσκόμιση τέτοιου σχετικού εγγράφου επί ποινή κήρυξης της συζήτησης της αγωγή απαράδεκτης ελλείψει αυτού, ενώ είχε ήδη πραγματοποιηθεί η αρχική υποχρεωτική συνεδρία διαμεσολάβησης, να οδηγεί σε ανεπίστρεπτη περιστολή του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Τα ίδια που έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής.
Σε σχέση με τον επιμέρους λόγο έφεσης του εκκαλούντος (πρώτος λόγος υπό στ. 2) περί της μη νόμιμης απόρριψης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, που πρόβαλε πρωτοδίκως, αυτός πρέπει να απορριφθεί, γιατί, αληθή υποτιθέμενα τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε ο εκκαλών εναγόμενος προς υποστήριξη της σχετικής ένστασης, η άσκηση της αγωγής δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας και τα ίδια που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο.
Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, ………., που νομότυπα εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ένορκη κατάθεση της μάρτυρα, ………….., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, γιατί είναι τέκνο της ενάγουσας από προηγούμενο γάμο της (ΚΠολΔ 597 παρ. αρ. 2), από την με αρ. ……/23.3.2026 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβ/φου Πειραιά, ……….. και την από 20.3.2026 ένορκη βεβαίωση της ……….., κατοίκου Δάφνης Αττικής, ενώπιον της …………., δικηγόρου Αθηνών, που ελήφθησαν μετά από νόμιμη κλήτευση της αντίδικης πλευράς (…./16.3.2026 του δικ. επιμ. ……..), οι οποίες προσκομίστηκαν νομίμως το πρώτον στο δικαστήριο και δεν προέκυψε ότι δεν προσκομίστηκαν πρωτοδίκως από στρεψοδικία ή από βαρεία αμέλεια της εκκαλούσας – εφεσίβλητης (ΚΠολΔ 529), από την με αρ. …………../8.10.2024 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβ/φου Ηρακλείου, ………., που ελήφθη κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της αντίδικης πλευράς (…../25.9.2024 του δικ. επιμ. ….. ….) και από όλα τα έγγραφα και των μη αμφισβητούμενης γνησιότητας φωτογραφιών που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η από 8.10.2024 ένορκη βεβαίωση της ………. ενώπιον της δικηγόρου Αθηνών ………., γιατί είναι τέκνο των διαδίκων αλλά και γιατί δόθηκε σε δικηγόρο Αθηνών, δηλαδή εκτός της έδρας του δικαστηρίου, ενώ η μάρτυρας κατοικεί στον Πειραιά, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 9.12.1995, ο οποίος λύθηκε στις 19.1.2024, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους οι διάδικοι εργάζονταν, ο μεν ενάγων, ως ιδιωτικός υπάλληλος, η δε εναγόμενη, ως εργάτρια σε βιοτεχνίες. Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου, οι διάδικοι δεν είχαν κανένα περιουσιακό στοιχείο. Κατά την ημερομηνία της λύσης του γάμου η τελική περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε με την απόκτηση λόγω αγοράς, δυνάμει του νομίμως μεταγραμμένου με αρ. ……../18.7.1997 συμβολαίου της συμβ/φου Αχαρνών, ……….., ενός διαμερίσματος και συγκεκριμένα του με στοιχεία Γ3 διαμερίσματος του τρίτου ορόφου τής στον Πειραιά, επί της οδού ……………., κειμένης πολυκατοικίας, επιφανείας τούτου 70 τ.μ., αποτελούμενου από τρία κύρια δωμάτια, χωλ, κουζίνα, λουτρό και χώρο γραφείου, χτισμένου με άδεια οικοδομής, έτους 1976. Το εν λόγω διαμέρισμα αγοράστηκε αντί τιμήματος 12.000.000 δραχμών, το οποίο εξοφλήθηκε με καταβολή στις πωλήτριες μετρητών 500.000 δραχμών κατά την υπογραφή του συμβολαίου, με χρηματικό ποσό 10.000.000 δραχμών από δάνειο που έλαβε ο εναγόμενος από τον …….., εξοφλητέο σε 50 εξαμηνιαίες δόσεις και με δέκα άτοκες μηνιαίες δόσεις των 150.000 δραχμών της πρώτης λήγουσας την 30.9.1997. Το ως άνω δάνειο και οι οφειλόμενες δόσεις του τιμήματος της αγοράς έχουν εξοφληθεί πλήρως κατά τη διάρκεια του γάμου. Το εν λόγω ακίνητο κατά το χρόνο λύσης του γάμου ήταν σε καλή κατάσταση, συντηρημένο, με κουφώματα αλουμινίων παλαιού τύπου, δάπεδα από μωσαϊκό, φρεσκοβαμμένο, με ανακαινισμένη κουζίνα από το έτος 2009, με πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης κατηγορίας Ε και με κεντρική θέρμανση. Η εμπορική αξία του ως άνω διαμερίσματος, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, λαμβανομένου υπόψη της θέσης της, της παλαιότητάς της και της πραγματικής της κατάστασης, ανέρχεται σε 95.000 ευρώ. Η περιουσία της ενάγουσας αυξήθηκε μετά το γάμο με την απόκτηση του ½ εξ αδιαιρέτου ενός αυτοκινήτου Hyundai accent, αγνώστων λοιπών στοιχείων, το οποίο διατηρούσε η ενάγουσα κατά τη λύση του γάμου και ήδη έχει πωληθεί αντί συνολικού τιμήματος 1400 ευρώ. Τα εκ της εργασίας τους χρήματα αποτελούσαν το κοινό οικογενειακό ταμείο τους, από το οποίο αναλάμβαναν κάθε φορά χρηματικά ποσά για την κάλυψη των οικογενειακών δαπανών τους και της δαπάνης αγοράς των διαφόρων περιουσιακών στοιχείων, καθώς και της συντήρησης ή της ανακαίνισης αυτών, της εξόφλησης των δανειακών τους υποχρεώσεων, ανεξάρτητα από το ποιος ήταν αυτός που κάθε φορά έκανε την καταβολή της δαπάνης ή στο όνομα του οποίου ήταν η οφειλή. Από τις ως άνω δραστηριότητές τους, κατά το χρονικό διάστημα από το 1996 έως και το 2022 (που εξοφλήθηκε το δάνειο), ο εναγόμενος και η ενάγουσα, αντίστοιχα, εσόδευσαν ετησίως τα ακόλουθα χρηματικά ποσά (όλα σε ευρώ): το 1996 9.752,99 και 1.260,02, το 1997 10.806,17 και 0 (η ενάγουσα), το 1998 10.585,69 και 1.845,14, το 1999 13.148 και 5.824,16, το 2000 13.005,8 και 6.417,9, το 2001 15.714,7 και 6.906,79, το 2002 15.829,03 και 7.611,87, το 2003 15.823,57 και 6.057,12, το 2004 25.506,46 και 8.455,87, το 2005 24.750,09 και 9.075,33, το 2006 24.737,5 και 10.747,39, το 2007 27.605,83 και 12.504,30, το 2008 37.855,54 και 13.622,16, το 2009 13.530,82 και 15.568,06, το 2010 15.723,06 και 14.554,77, το 2011 14.135,75 και 14.985,10, το 2012 14.221,24 και 14.961,42, το 2013 14.520,55 και 13.046,06, το 2014 14.578,61 και 13.374,31, το 2015 14.643,12 και 13.264,51, το 2016 14.574,67 και 13.305,26, το 2017 14.249,69 και 13.147,97, το 2018 14.202,48 και 13.292,39, το 2019 14.209,40 και 13.349,68, το 2020 10.029,89 και 13.815,66, το 2021 14.791,92 και 15.187,33 και το 2022 22.013,17 και 13.742,20. Συνολικά ο εναγόμενος εσόδευσε 450.545,74 ευρώ και η ενάγουσα εσόδευσε 285.922,77 ευρώ και συνολικά και οι δύο μαζί 736.468,51 ευρώ (ο εκκαλών στις προτάσεις του έχει υπολογίσει εσφαλμένα την άθροιση των επιμέρους ποσών σε 726.468,51). Επιπλέον η ενάγουσα εκτός της σε χρήμα συνεισφοράς της στις οικογενειακές δαπάνες με τα χρήματα που συνεισέφερε στο κοινό οικογενειακό ταμείο, απασχολούταν αποκλειστικά η ίδια με τις οικιακές εργασίες και με τη φροντίδα για τα πρόσωπα των δύο ανηλίκων τέκνων των διαδίκων (…. και …..), συμβάλλοντας έτσι πέραν της εκ του νόμου επιβαλλόμενης υποχρέωσής της (ΑΚ 1389) και η συμβολή αυτή, καθ’ ο μέρος υπερβαίνει τη νόμιμη υποχρέωσή της, ανέρχεται κατά μέσο όρο σε 50 ευρώ μηνιαίως, ήτοι 600 ευρώ ετησίως και συνολικά για τα 28 έτη που διήρκησε ο γάμος σε 16.800 ευρώ, τα οποία πρέπει να προστεθούν ως αποτιμητή αξία που συνεισέφερε η ενάγουσα στο κοινό ταμείο. Επομένως, μετά και τη συνεισφορά αυτή, ο εναγόμενος συνεισέφερε στο κοινό οικογενειακό ταμείο 450.545,74 ευρώ και η ενάγουσα (285.922,77 + 16.800) 302.722,77 ευρώ και το σύνολο ανήλθε σε (736.468,51 + 16.800) 753.268,51, ήτοι ο εναγόμενος συμμετείχε με ποσοστό 59,8% και η ενάγουσα με ποσοστό 40,2%. Αυτή είναι και η συνεισφορά της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου μετά το γάμο, η οποία με βάση την αξία του ακινήτου του εναγόμενου (95.000 ευρώ) αποτιμάται σε 38.190 ευρώ, το οποίο δικαιούται να απαιτήσει από τον εναγόμενο. Στην απαίτησή της αυτή πρέπει να καταλογιστεί η απαίτηση του εναγόμενου για τη δική του συμβολή (59,8%) στην επαύξηση της περιουσίας της ενάγουσας, ήτοι στο ½ της αξίας του αυτοκινήτου (1400/2), ήτοι στο ποσό των 700 ευρώ, που αποτιμάται σε 420 ευρώ, που παραδεκτά και νόμιμα πρότεινε σε συμψηφισμό ο εναγόμενος, δεκτής γενομένης έτσι εν μέρει της ένστασης συμψηφισμού, απορριπτομένης αυτής ως προς τις λοιπές απαιτήσεις, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, αφού δεν γίνεται σαφής και ακριβής περιγραφή των απαιτήσεων αυτών, ως προς τι αφορούν αναλυτικά κατ’ είδος και όχι γενικά, καθώς επίσης και ο χρόνος γέννησης αυτών. Μετά ταύτα η ενάγουσα δικαιούταν να απαιτήσει από τον εναγόμενο το χρηματικό ποσό των (38.190 – 420) 37.770 ευρώ, για την πραγματική συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του μετά το γάμο και, επομένως η αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή, ως προς την κύρια βάση της, αυτή της πραγματικής συμβολής, απορριπτομένης της ένστασης του εκκαλούντος περί μηδενικής συμβολής και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των 22.500 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να της καταβάλει επιπλέον το χρηματικό ποσό των 15.270 ευρώ, όλα δε τα ποσά νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την κύρια βάση της αγωγή έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, γι’ αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση της ενάγουσας εκκαλούσας, να απορριφθεί η έφεση του εναγόμενου εκκαλούντος, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να διακρατηθεί η υπόθεση και να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή σύμφωνα με τα ανωτέρω και με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να υποχρεωθεί ο εκκαλών – εφεσίβλητος – εναγόμενος να καταβάλει στην εκκαλούσα – εφεσίβλητη – ενάγουσας τη δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας του (ΚΠολΔ 183, 176).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις εφέσεις αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την με αρ. κατ. ……/2025 (αρ. κατ. Εφ.Πειρ. ………./2025) έφεση, και απορρίπτει την με αρ. κατ. …………../2025 (αρ. κατ. Εφ.Πειρ. ………/2025) έφεση.
Εξαφανίζει την υπ’ αρ. 1928/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της αγωγής.
Δέχεται εν μέρει αυτήν.
Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 22.500 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.
Αναγνωρίζει ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 15.270 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.
Διατάσσει την επιστροφή των παραβόλων των εφέσεων στους καταθέσαντες.
Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη της εκκαλούσας – εφεσίβλητης – ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος του εκκαλούντος – εφεσίβλητου – εναγομένου, που καθορίζει σε 2.500 ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους, στον Πειραιά στις 4 Μαΐου 2026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ