Αριθμός 303/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ………….. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Αστέριο Τόσκα (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ………… και 2) ……….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιό τους δικηγόρο Φώτιο Κυριακόπουλο.
Οι εφεσίβλητοι κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την αίτηση με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2023, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 3579/2025 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αίτηση.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο καθ΄ ου η αίτηση με την από 9.9.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …………/2025 -ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………/2025) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εφεσιβλήτων, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. H κρινόμενη έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3579/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον καθού η αίτηση, που ηττήθηκε πρωτοδίκως. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή από τυπική άποψη και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί και το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ παράβολο άσκησης της έφεσης (βλ. e-παράβολο ……………… ).
ΙΙ. Οι αιτούντες και ήδη εφεσίβλητοι με την από 23-11-2023 και με αριθ. κατάθεσης ………../24-11-2023 αίτησή τους ισχυρίστηκαν ότι ήταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και το διακριτικό τίτλο «………», που είχε συσταθεί νομίμως με την υπ’ αριθ. …../3-4-2007 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών ………., εδρεύουσας στο …… Αττικής, επί της οδού ………. και έχουσας ως αντικείμενο την εκμετάλλευση λατομείου. Ότι ο πρώτος αυτών κατείχε το 47,5 % των μετοχών της και 2,5% επιπλέον ως εταίρος της «……………… κατέχουσας το 5% της ανώνυμης εταιρείας, ο δε καθ’ ου η αίτηση αδελφός του κατείχε το αντίστοιχο υπόλοιπο ποσοστό μετοχών και τη θέση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας, όπως νομίμως είχε εκλεγεί από την έκτακτη Γενική Συνέλευση της 30-4-2022. Ότι από την ως άνω εκλογή του ο καθ’ ου και μέχρι τον χρόνο άσκησης της αίτησης ουδόλως είχε συγκαλέσει γενική συνέλευση, δεν εκτελούσε τα καθήκοντα της θέσης του, σύμφωνα με το καταστατικό και το νόμο, αλλά έχοντας ίδια συμφέροντα, που ήταν αντίθετα στο σκοπό της ανώνυμης εταιρείας και, φερόμενος καταχρηστικά, ευνοούσε τα συμφέροντα μίας τρίτης ανταγωνίστριας εταιρείας με την επωνυμία «……………..», την οποία διοικούσε ο κουμπάρος του, ………… και η οποία φερόταν πιστώτρια της ανώνυμης εταιρείας, με απαίτηση που δεν ήταν καταχωρημένη στα βιβλία της, ενώ παράλληλα επιβουλευόταν τα μισθωτικά δικαιώματα στο λατομείο, σε βάρος των συμφερόντων του άλλου μετόχου (πρώτου των αιτούντων) και των δανειστών της εταιρείας , ήτοι των : 1) «………………» , που διατηρούσε απαίτηση ύψους 2.747.904,93 ευρώ, 2) της «……………..», που διατηρούσε απαίτηση ποσού 2.238.815,86 ευρώ, 3) του Ελληνικού Δημοσίου (Δ.Ο.Υ.) , που είχε απαίτηση ύψους 2.426.311,91 ευρώ και 4) του Ε.Φ.Κ.Α., που είχε απαίτηση ύψους 206.078,75 ευρώ. Ότι ο καθ’ ου εκ της θέσεώς του παρέβλεπε την αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου, ως οργάνου διοίκησης της εταιρείας, παραχωρώντας αρμοδιότητες στην ως άνω τρίτη εταιρεία, συνυπογράφοντας με αυτήν κοινά ανακοινωθέντα ή συγκαλώντας από κοινού με αυτήν παρανόμως έκτακτη γενική συνέλευση. Ότι ο καθ’ ου, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους, από τις 25-10-2022 και μεταγενέστερα δεν παρίστατο σε καμία συνεδρίαση του Δ.Σ. ή της γενικής συνέλευσης, δεν συγκαλούσε Δ.Σ., ούτε και την υποχρεωτική γενική συνέλευση του έτους 2023 για την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων και ισολογισμών του έτους 2022. Ότι κάλεσαν τον καθ’ ου σε συνεδρίαση του Δ.Σ., στις 8 και 23-11-2023 με θέμα την οικονομική εξυγίανση της εταιρείας και την υποβολή αίτησής της να υπαχθεί στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης των οφειλών, πλην, όμως, αυτός ουδόλως προσήλθε, προκειμένου να μην υπάρχει απαρτία για τη λήψη σχετικής απόφασης. Ότι αυτός παρανόμως και κατά παράβαση του καταστατικού, με την αναρτηθείσα στο ΓΕΜΗ από 26-10-2023 πρόσκλησή του, επιχείρησε να συγκαλέσει από κοινού με την «………..» έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρείας «……………», αγνοώντας το Δ.Σ. αυτής. Ότι, αποφεύγοντας να συγκαλέσει διοικητικό συμβούλιο, ματαίωνε τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ανώνυμης εταιρείας, η οποία, κατά μεθόδευση αυτού (καθ’ ου) και σε σύμπραξη με το γενικό διευθυντή και το λογιστή της, υφίστατο για να εξυπηρετεί την εταιρεία «……………», αγνοώντας το διοικητικό συμβούλιο. Ότι η αδυναμία συμφωνίας σε μια κοινή στρατηγική των κυρίων μετόχων της εταιρείας είχε οδηγήσει αυτήν σε αδυναμία εξυπηρέτησης του καταστατικού σκοπού της. Ότι η ως άνω ανώνυμη εταιρεία είχε δεσμευμένους λογαριασμούς και χρησιμοποιούσε την εταιρεία «………………», η οποία διαχειριζόταν τις χρηματορροές από την πώληση των εξορύξεων του λατομείου και ενεργούσε, επίσης, την πληρωμή διαφόρων λειτουργικών δαπανών της. Ότι οι πράξεις και παραλείψεις του καθ’ ου η αίτηση οδηγούσαν την εταιρεία οπωσδήποτε σε άμεση χρεοκοπία, παρά το ότι η επιχείρηση υπό ορθή διοίκηση ήταν οικονομικά βιώσιμη και μπορούσε να εξυπηρετήσει τα χρέη της. Ότι υπήρχε αδυναμία σύγκλησης νέου Δ.Σ., δεδομένου ότι ο καθ’ ου, ως κάτοχος του κεφαλαίου της, σε ποσοστό 50% μπορούσε να εμποδίσει μια τέτοια εξέλιξη. Με βάση τα παραπάνω οι αιτούντες ζήτησαν να διοριστεί προσωρινή διοίκηση της εταιρείας «…………», αποτελούμενη από τα δύο μέλη του εν ενεργεία Δ.Σ., με την αντικατάσταση του Προέδρου του Δ.Σ., ……………, στο πρόσωπο του οποίου συνέτρεχε πλασματική και πραγματική αδυναμία άσκησης των καθηκόντων του, από τον …………, λογιστή-φοροτεχνικό Β΄ τάξης, είτε από τον ορκωτό λογιστή που θα όριζε το Δικαστήριο από τη λίστα πραγματογνωμόνων, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών (3) ετών, προκειμένου να ενεργήσει τις αναγκαίες διαχειριστικές πράξεις και να υλοποιήσει τη διαδικασία εξυγίανσης της εταιρείας, κατά τον ισχύοντα πτωχευτικό νόμο. Επίσης, οι αιτούντες ζήτησαν να υποχρεωθεί με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπική κράτηση το απερχόμενο μέλος του διοικητικού συμβουλίου να παραδώσει στην προσωρινή διοίκηση, που θα οριζόταν, το ταμείο, τους κωδικούς Γ.Ε.ΜΗ., καθώς και κάθε αρχείο και έγγραφο της εταιρείας, που ήταν απαραίτητα για την προσωρινή διοίκηση των υποθέσεων της ως άνω ανώνυμης εταιρείας. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία αυτή (αίτηση) κρίθηκε ως νόμιμη, εκτός από το προαναφερόμενο τελευταίο αίτημά της, και στη συνέχεια αυτή έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και διορίστηκε ως μέλος της προσωρινής διοίκησης της εταιρείας «…………..», σε αντικατάσταση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, …………. (καθ’ ου η αίτηση) , που συντίθετο κατά τα λοιπά από τους 1) ……….. και 2) ……… (αιτούντες), ο ……….., λογιστής, κάτοικος Πειραιά, οδός …………, για τη νομότυπη άσκηση των αρμοδιοτήτων του Διοικητικού Συμβουλίου και τη λήψη των αναγκαίων αποφάσεων διοίκησης και εκπροσώπησης της εταιρείας για τη βιωσιμότητά της, συμπεριλαμβανομένης, σε περίπτωση που θα κρινόταν απαραίτητη, και της αίτησης υπαγωγής της στη διαδικασία εξυγίανσης του ν. 4738/2020 έως και το χρόνο λήξης της θητείας του Δ.Σ., στις 30-04-2027. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο καθ’ ου η αίτηση και ήδη εκκαλών με την κρινόμενη έφεση, για λόγους αναγόμενους σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζητεί την εξαφάνιση αυτής και την απόρριψη της ένδικης αίτησης.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ, η οποία, όπως προκύπτει από τη γενικότητά της, εφαρμόζεται και στις ανώνυμες εταιρείες (Ολ ΑΠ 18/2001, ΑΠ 1392/2014, ΑΠ 765/2005), προσωρινή διοίκηση σε νομικό πρόσωπο μπορεί να διορισθεί από το Δικαστήριο, ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, όπως είναι οι μέτοχοι, αλλά και τρίτα πρόσωπα, τα οποία επιδιώκουν την άσκηση των δικαιωμάτων τους κατά της εταιρείας και υπό την προϋπόθεση ότι α) λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση ή β) τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου. Ο διορισμός γίνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 739 και 786 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, από το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας, όπου έχει την έδρα της η εταιρεία. Με τη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ, που έχει εξαιρετικό χαρακτήρα και οριοθετείται με αυστηρό τρόπο από τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. γ΄ του Συντάγματος) και τις απορρέουσες από την τελευταία αρχές της προσωρινότητας, της φειδούς και της επικουρικότητας, επιδιώκεται η προστασία των συμφερόντων του νομικού προσώπου και των τρίτων προσώπων (εταίρων, πιστωτών) που σχετίζονται με αυτό, αλλά και του ευρύτερου συνόλου, ενόψει της σημασίας που έχουν τα νομικά πρόσωπα και ιδιαίτερα οι εμπορικές εταιρείες, ως μέσο άσκησης οικονομικής δραστηριότητας. Η κατά τα ανωτέρω έλλειψη διοίκησης, ώστε να επιτρέπεται ο διορισμός προσωρινής, μπορεί να είναι : α) πλασματική, όταν, μεταξύ άλλων, οφείλεται σε δυστροπία, κακοβουλία ή διαφωνίες των μελών του διοικητικού συμβουλίου, άρνηση ή αδιαφορία τους για την άσκηση των αναγκαίων πράξεων διοίκησης, β) πραγματική, ιδίως σε περιπτώσεις θανάτου, βαριάς ασθένειας, μακροχρόνιας απουσίας και γ) νομική, όπως συμβαίνει, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις παραίτησης, έστω και σιωπηρής, μέλους του διοικητικού συμβουλίου, ακύρωσης απόφασης της γενικής συνέλευσης, λήξης της θητείας του διοικητικού συμβουλίου. Ο διορισμός, άλλωστε, της προσωρινής διοίκησης έχει δημιουργική δύναμη, με αποτέλεσμα να καταλείπεται στο Δικαστήριο η εξουσία ελεύθερης επιλογής των καταλληλότερων από τα μέλη του νομικού προσώπου, στην ανάγκη δε και τρίτων, ξένων προς το τελευταίο, προσώπων, χωρίς να δεσμεύεται από τις, ενδεικτικά, υποβαλλόμενες προτάσεις των διαδίκων, η, δε, διορίζουσα την προσωρινή διοίκηση απόφαση του Δικαστηρίου μπορεί να περιορίσει την εντολή σε ορισμένες πράξεις, σε συνάρτηση με το λόγο, που προκαλεί το διορισμό της. (ΑΠ 133/2025, ΑΠ 1392/2014, ΑΠ 512/2013, ΑΠ 1601/2002, ΑΠ 395/2002).
ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των αιτούντων και ήδη εφεσιβλήτων, …………… και την ανωμοτί κατάθεση του καθ’ ου η αίτηση και ήδη, εκκαλούντος, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, την υπ’ αριθ. …………/09-09-2024 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα των αιτούντων, ………. ενώπιον του συμβολαιογράφου Πατρών, ………, που λήφθηκε νόμιμα μετά από προηγούμενη κλήτευση του καθ’ ου, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εταιρεία «………….» και το διακριτικό τίτλο «……….» συστάθηκε με την υπ’ αριθ. ……/03-04-2007 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών, ……….., με έδρα το …….. Αττικής, επί της οδού ……….. και με καταστατικό σκοπό την εκμετάλλευση λατομείου και τις πάσης φύσεως λατομικές χρήσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 2α του καταστατικού της, εκμεταλλεύεται μια δημόσια λατομική έκταση, κείμενη στην περιοχή «….» της πρώην κοινότητας … Τριφυλίας και ήδη του Δήμου …. Ν. Μεσσηνίας, συνολικής έκτασης 118.000,068 τ.μ., η οποία είχε μισθωθεί στον ……. με την υπ’ αριθ. …………../13-09-1999 πράξη μίσθωσης λατομικής έκτασης του Συμβολαιογράφου Καλαμάτας ……….. και στη συνέχεια στην ως άνω ανώνυμη εταιρεία. Το κεφάλαιό της, ήδη, ανέρχεται, κατόπιν διαδοχικών αυξήσεων, σε 5.850.000 ευρώ, διαιρούμενο σε 585.000 ονομαστικές μετοχές, αξίας 10 ευρώ εκάστη. Σύμφωνα με το άρθρο 11 του καταστατικού της, η γενική συνέλευση είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίζει για την έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων και το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να συγκαλεί σε έκτακτη συνεδρίαση τη Γενική Συνέλευση των μετόχων, όταν το κρίνει σκόπιμο. Επίσης, στο άρθρο 12 του καταστατικού προβλέπονται τα διαδικαστικά στοιχεία της πρόσκλησης της Γενικής Συνέλευσης και περαιτέρω, στην παράγραφο 5 ορίζεται ότι πρόσκληση για σύγκληση γενικής συνέλευσης δεν απαιτείται στην περίπτωση, κατά την οποία στη συνέλευση παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται μέτοχοι που εκπροσωπούν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου και κανείς απ’ αυτούς δεν αντιλέγει στην πραγματοποίησή της και στη λήψη αποφάσεων. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 21, το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο για τη διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και την επιδίωξη του σκοπού της. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 4 του καταστατικού, το Διοικητικό Συμβούλιο συγκαλείται από τον Πρόεδρο ή τον αναπληρωτή του με πρόσκληση που γνωστοποιείται στα μέλη δύο εργάσιμες ημέρες πριν τη συνεδρίαση. Ο πρώτος των αιτούντων και, ήδη, πρώτος των εφεσιβλήτων και ο καθ’ ου η αίτηση και, ήδη, εκκαλών είναι αδελφοί και μοναδικοί μέτοχοι της εταιρείας, διατηρώντας το ίδιο ποσοστό μετοχών, ήτοι 47,5% των μετοχών καθένας συν 2,5% ποσοστό στην εταιρεία «………………..», η οποία κατέχει το 5% των μετοχών της ως άνω ανώνυμης εταιρείας. Από την έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης οι δύο αδελφοί εναλλάχθηκαν στην προεδρία της εταιρείας, την οποία ορισμένα χρονικά διαστήματα άσκησαν και από κοινού. Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. πρωτ. ………/25-05-2022 ανακοίνωση της υπηρεσίας Γ.Ε.ΜΗ. του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά, η εταιρεία «……………» και το διακριτικό τίτλο «………….», με την από 30-04-2022 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, εξέλεξε νέο Διοικητικό Συμβούλιο με θητεία έως και την 30-04-2027, το οποίο συγκροτήθηκε σε σώμα με πρόεδρο τον καθ’ ου η αίτηση, ……………… και μέλη τους αιτούντες ……………. και …………., μητέρα τους, η οποία δεν είναι δικαιούχος μετοχών και συμμετέχει τιμής ένεκεν στην εταιρεία. Ο Πρόεδρος της εταιρείας ορίστηκε και εκπρόσωπός της, με δυνατότητα να τη δεσμεύει με μόνη την υπογραφή του, τιθέμενη κάτω από τη σφραγίδα της. Από την εκλογή του καθ’ ου ως Προέδρου και μεταγενέστερα οι σχέσεις μεταξύ των ως άνω κυρίων μετόχων διερράγησαν, κυρίως, λόγω διαφορετικής αντίληψης ως προς την εξυπηρέτηση του συμφέροντος και του σκοπού της εταιρείας. Μετά ταύτα οι αιτούντες απέστειλαν στον καθ’ ου σειρά εξωδίκων δηλώσεων, αιτούμενοι τη σύγκληση σε συνεδρίαση του Δ.Σ., σύμφωνα με το καταστατικό και ειδικότερα, απέστειλαν τις από 16-10-2023, 25-10-2023, 30-10-2023, 13-11-2023, 27-12-2023 και 27-12-2023 εξώδικες δηλώσεις τους, δεδομένου ότι ο καθ’ ου, μετά την εκλογή του, δεν προέβη σε νομότυπη σύγκληση γενικής συνέλευσης. Με την πρώτη ως άνω εξώδικη δήλωση οι αιτούντες ως μέλη του Δ.Σ. παραπονέθηκαν για την κακή διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων και ζήτησαν τη σύγκληση Δ.Σ. με θέματα: 1) την απόλυση του γενικού διευθυντή της επιχείρησης …………. και 2) την οικειοθελή παραίτηση ή απομάκρυνση του Προέδρου του Δ.Σ. και ορισμό νέου. Λόγω μή σύγκλησης του Δ.Σ., με τη δεύτερη εξώδικη δήλωση ο πρώτος των αιτούντων, ως μέλος του Δ.Σ., δήλωσε ότι συγκαλεί το Δ.Σ., την 01-11-2023, προκειμένου να συγκληθεί μετά απ’ αυτό νομότυπα η έκτακτη γενική συνέλευση με τα ανωτέρω θέματα. Με την τρίτη ως άνω εξώδικη όχληση οι ήδη αιτούντες-εφεσίβλητοι διαμαρτυρήθηκαν για την από 26-10-2023 πρόσκληση του καθ’ ου σε έκτακτη γενική συνέλευση, με σχετική ανάρτηση στο Γ.Ε.ΜΗ., η οποία έγινε μονομερώς από τον ίδιο, κατά παράβαση του νόμου και του καταστατικού. Επίσης, με την ίδια εξώδικη δήλωση εκφράστηκαν παράπονα για την αδράνεια του καθ’ ου να συγκαλέσει το Δ.Σ., καθώς και για τη συνεργασία του με την τρίτη και ανταγωνίστρια εταιρεία «……………..», η οποία επεδίωκε να αποκτήσει τα μισθωτικά δικαιώματα του λατομείου, που εκμεταλλεύεται η ως άνω ανώνυμη εταιρεία. Ακόμη, με την ίδια δήλωση (τρίτη) κλήθηκε εκ νέου ο καθ’ ου, ως Πρόεδρος του Δ.Σ., να παραστεί σε συνεδρίαση του Δ.Σ. στις 8-11-2023 στην έδρα της εταιρείας, με κύριο θέμα να συγκληθεί νομότυπα η γενική συνέλευση της εταιρείας για να αποφασίσει για τα ως άνω θέματα διοίκησης, που είχαν προκύψει, ενώ εκφράστηκαν και παράπονα για κακή και ανάρμοστη συμπεριφορά του τελευταίου τόσο προς υπαλλήλους της επιχείρησης όσο και προς τον πρώτο των αιτούντων. Περαιτέρω, με την ως άνω εξώδικη δήλωση της 13-11-2023 κλήθηκε ο καθ’ ου να παραστεί στη συνεδρίαση του Δ.Σ. της 23-11-2023, προκειμένου να συγκληθεί εκτάκτως γενική συνέλευση με κύριο θέμα τη λήψη απόφασης υποβολής αίτησης της εταιρείας προς ένταξή της στις διατάξεις του πτωχευτικού νόμου περί εξυγίανσης επιχειρήσεων. Περαιτέρω, με τις δύο εξώδικες δηλώσεις της 27-12-2023 οι αιτούντες ως μέλη του Δ.Σ. παραπονέθηκαν και πάλι για την κακή διαχείριση και την αδράνεια του καθ’ ου η αίτηση, ως Προέδρου του Δ.Σ., να συγκαλέσει νομότυπα το Δ.Σ., προκειμένου να επακολουθήσει σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης και επίσης (παραπονέθηκαν) και για τη συνεργασία του με την εταιρεία «……………», η οποία ως ανταγωνίστρια εταιρεία δεν μπορούσε να συμμετέχει στη διοίκηση της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, ενώ, επίσης, δήλωσαν ότι δεν αναγνωρίζουν την εκ μέρους του καθ’ ου μονομερή σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης, ως αντίθετη προς το καταστατικό. Σύμφωνα, δε, με τους ως άνω όρους του καταστατικού η σύγκληση της έκτακτης γενικής συνέλευσης γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο, πλην όμως ο καθ’ ου συγκάλεσε ατομικά μόνον ο ίδιος δύο έκτακτες γενικές συνελεύσεις στις 28-11-2023 και στις 15-2-2024, κατά τις οποίες, όπως προκύπτει από τα πρακτικά αυτών, δεν συμμετείχαν οι αιτούντες και δεν επιτεύχθηκε απαρτία, καθόσον παραστάθηκε μόνον ο καθ’ ου, με ποσοστό 47,5% των μετοχών. Η πρόσκληση των μετόχων για τη συνέλευση της 28-11-2023 δημοσιεύθηκε στον τύπο από τον καθ’ ου με τα εξής θέματα : 1) τη θέση ως Γενικού Διευθυντή της εταιρείας του …………. και τα πεπραγμένα αυτού, 2) ενέργειες και πεπραγμένα έως τότε του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας και 3) διάφορα θέματα. Σύμφωνα όμως με το περιεχόμενο της σχετικής δημοσίευσης, την πρόσκληση απηύθυνε μονομερώς ο καθ’ ου, ως Πρόεδρος, δηλώνοντας ότι έλαβε υπόψη το αίτημα του πρώτου των αιτούντων για σύγκληση γενικής συνέλευσης και με τη σύμφωνη γνώμη του ………………., διαχειριστή και εκπροσώπου της διαχειρίστριας της ως άνω ανώνυμης εταιρείας «………….», τον οποίο και καλούσε με την ως άνω ιδιότητά του να παραστεί στη γενική συνέλευση, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Με το ίδιο περιεχόμενο ο καθ’ ου δημοσίευσε πρόσκληση για σύγκληση γενικής συνέλευσης στις 15-2-2024, λόγω ματαίωσης της προηγούμενης. Με τα δεδομένα αυτά η ως άνω σύγκληση της γενικής συνέλευσης από τον καθ’ ου δεν έγινε νομότυπα και σύμφωνα με το καταστατικό και ο καθ’ ου, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις από τους αιτούντες μέλη του Δ.Σ, δεν συγκάλεσε αυτό, προκειμένου στη συνέχεια να συγκληθεί νομότυπα έκτακτη γενική συνέλευση της ανώνυμης εταιρείας. Περαιτέρω, η ως άνω ενέργεια του καθ’ ου η αίτηση, ως Προέδρου της εταιρείας «……………», να αναφερθεί στην ως άνω δημοσιευθείσα πρόσκληση των μετόχων της εταιρείας, δύο φορές, στην εταιρεία «……………» και στο νόμιμο εκπρόσωπο αυτής υποδηλώνει κακοβουλία αυτού, λαμβανομένων υπόψη των πιο κάτω λόγων. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η ως άνω ανώνυμη εταιρεία είχε συναλλαγές και συνεργασία με την προαναφερόμενη εταιρεία «…………..», που είχε συσταθεί στις 29-1-2015 με νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή τον ……………….. και μοναδικό εταίρο την εταιρεία «…………….». Μετά ταύτα και σύμφωνα με το από 23-02-2024 απόσπασμα του Γ.Ε.ΜΗ., κύριος μέτοχος αυτής είναι ένα τρίτο πρόσωπο, ο ………… με ποσοστό 98,8%, ενώ εξακολουθεί να είναι διαχειριστής αυτής ο ως άνω ………., που είναι και κουμπάρος του καθ’ ου η αίτηση. Πλην, όμως, η εν λόγω εταιρεία (……………) υπήρξε μεν συνεργάτης αλλά και ανταγωνίστρια της Α.Ε., στη συνέχεια, δε, από τις μεταξύ τους συναλλαγές, κατέστη και πιστώτρια αυτής. Για το λόγο αυτό, στην εταιρεία «…………….» είχαν αρχικά εκχωρηθεί συναινετικά από την Α.Ε., νομίμως εκπροσωπούμενη, δικαιώματα εκμετάλλευσης του λατομείου της εταιρείας «…………….» με την υπ’ αριθ. ……………/08-02-2018 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών, …………., προκειμένου να εξοφληθεί απαίτησή της. Συγκεκριμένα, ο καθ’ ου η αίτηση, …………….., εκπροσωπώντας την ανώνυμη εταιρεία και συμβαλλόμενος στην ως άνω πράξη με τον ………., είχε παραχωρήσει για δέκα (10) έτη το δικαίωμα εκμετάλλευσης του δημοσίου λατομικού χώρου, που η ίδια (Α.Ε.) είχε δικαίωμα να εκμεταλλεύεται, προς την «…………….», προκειμένου να εξοφληθεί η απαίτησή της, το ύψος της οποίας δεν προσδιορίζονταν, υπό τον όρο έγκρισης του Ελληνικού Δημοσίου. Στη συνέχεια η εταιρεία «………………..» άσκησε για τις απαιτήσεις της αυτές την με αριθμ. έκθεσης κατάθεσης …………./2020 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και, τελικά, η διαφορά υπήχθη στη διαμεσολάβηση, με αποτέλεσμα το από 10-08-2020 πρακτικό επιτυχούς διαμεσολάβησης της διαπιστευμένης διαμεσολαβήτριας, ………….. Στο εν λόγω πρακτικό η εκεί εναγομένη εταιρεία «…………….», εκπροσωπούμενη από τον πρώτο των αιτούντων …………………, αναγνώρισε οφειλή της, ύψους 2.500.000 ευρώ, της οποίας υποσχέθηκε την άτοκη εξόφληση και επιπλέον οφειλή της, ύψους 1.300.000 ευρώ, την οποία ανέλαβε να καταβάλει, άτοκα, στις 30-12-2024. Ακολούθως, λόγω μη καταβολής των αναφερομένων στο εν λόγω πρακτικό, αντίγραφο του α΄ εκτελεστού απογράφου τούτου κοινοποιήθηκε προς την εταιρεία «………», ενώ με την υπ’ αριθμ. 204/2021 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά διατάχθηκε, κατ’ άρθρο 1022 ΚΠολΔ, η κατάσχεση της περιουσίας της τελευταίας από την «………………», με δικαίωμα στην εκμετάλλευση του λατομείου μέχρι την ικανοποίηση του δικαιώματός της και όχι πλέον των δέκα (10) ετών. Μετά ταύτα, κατόπιν της άσκησης τριτανακοπών κατά της πιο πάνω απόφασης από άλλη πιστώτρια εταιρεία, την «………….», καθώς και από το Ελληνικό Δημόσιο, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 200/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, με την οποία ακυρώθηκε η προηγούμενη απόφαση, λόγω απαγόρευσης της υπομίσθωσης εκμετάλλευσης λατομείων και της αναφερόμενης δυνατότητας μεταβίβασης των δικαιωμάτων αυτών μόνο μετά από έγκριση του μισθωτή, με συμβολαιογραφική πράξη. Κατά της ως άνω απόφασης έχουν ασκηθεί εφέσεις από τις εταιρείες «………» και «………………..». Περαιτέρω, η εταιρεία «…………….», ως δανείστρια της ως άνω ανώνυμης εταιρείας «…………», είχε καταθέσει παρόμοια αίτηση για την κατ’ άρθρ. 1022 ΚΠολΔ κατάσχεση της ως άνω λατομικής επιχείρησης, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 33/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους, ενώ, μετά την άσκηση έφεσης, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 39/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, η οποία έκανε δεκτή αυτήν, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έκανε δεκτή την αίτηση, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα μεταβίβασης των σχετικών δικαιωμάτων και, στη συνέχεια, επέτρεψε την κατάσχεση της επιχείρησης από την πιστώτρια εταιρεία «……………..». Κατά της εν λόγω απόφασης έχει ασκηθεί αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου. Μετά ταύτα και παρά την αντίθετη άποψη του Ν.Σ.Κ. και του Ελληνικού Δημοσίου περί του ότι τα μισθωτικά δικαιώματα του δημόσιου λατομείου είναι αμεταβίβαστα, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. πρωτ. 102752/22-11-2023 απόφαση του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου με θέμα «Έγκριση μεταβίβασης μισθωτικών δικαιωμάτων του λατομικού χώρου αδρανών υλικών, δημόσιας έκτασης 118.068 τμ, καθώς και του συμπληρωματικού χώρου έκτασης 25.847,497 τμ, που βρίσκονται εντός λατομικής περιοχής στη θέση «…..» της Τ.Κ. ….. της Δ.Ε. ….. του Δήμου ….. της Π.Ε. Μεσσηνίας της Περιφέρειας Πελοποννήσου από την εταιρεία «………………» στην εταιρεία «…………….», κατόπιν της έκδοσης της με αριθ. 30/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας (Διαδικασία Εκουσίας Δικαιοδοσίας)». Οι αιτούντες ως μέλη του Δ.Σ. της εταιρείας «…………» και ενόψει της ως άνω αδράνειας του καθ’ ου η αίτηση Προέδρου αυτού άσκησαν την από 21-12-2023 ένσταση-αίτηση θεραπείας κατά της ως άνω, υπ’ αριθμ. πρωτ. 102752/22-11-2023 απόφασης του Γ. Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Περιφέρειας Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας, Ιονίου. Αντίθετα, η εταιρεία «…………..», ως δανείστρια και έχοντας ως σκοπό και δικαίωμα την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων, άσκησε την από 28-11-2023 προσφυγή της κατά της πιο πάνω απόφασης του Γ. Γραμματέα, ζητώντας να αποδοθούν σ’ αυτήν τα ως άνω μισθωτικά δικαιώματα. Τελικά η εν λόγω απόφαση της Διοίκησης ανακλήθηκε με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 18151/28-02-2024 απόφαση του ίδιου οργάνου. Βεβαίως από τα παραπάνω συνάγεται ότι πράγματι η εταιρεία «………» συνεργάστηκε με την εταιρεία «……………» σε κάθε περίπτωση με τη συναίνεση και του πρώτου των αιτούντων, ενός από τους κύριους μετόχους αυτής (Α.Ε.), ο οποίος μάλιστα και την εκπροσώπησε στο ως άνω πρακτικό διαμεσολάβησης, με το οποίο αναγνωρίστηκαν οι παραπάνω οφειλές αυτής. Όμως, στη συνέχεια, τα συμφέροντα και οι σκοποί των ως άνω δύο εταιρειών διαφοροποιήθηκαν και στη συνέχεια ήλθαν σε πλήρη αντίθεση και σύγκρουση. Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί και το ότι η εταιρεία «………………….», εκτός από την ως άνω πιστώτρια εταιρεία «………..», είχε δημιουργήσει από την πολυετή λειτουργία της και άλλες οφειλές σε τρίτους και συγκεκριμένα : 1) προς την εταιρεία «………………….» οφειλή ύψους 2.747.904,93 ευρώ, 2) προς την εταιρεία «………………….» οφειλή ύψους 2.238.815,86 ευρώ, 3) προς το Ελληνικό Δημόσιο (Δ.Ο.Υ.) οφειλή ύψους 2.426.311,91 ευρώ και 4) προς τον Ε.Φ.Κ.Α. οφειλή ύψους 206.078,75 ευρώ. Εξάλλου, εκτός από τα παραπάνω, αποδείχθηκε και άλλη μια πράξη αδράνειας του καθ’ ου η αίτηση, ως Προέδρου του Δ.Σ. της Α.Ε. ως προς τη διεκπεραίωση ορισμένων τυπικών ζητημάτων αυτής, όπως το ότι το αίτημα μεταβολής στοιχείων εκπροσώπησης της εταιρείας προς το ΚΕ.ΦΟ.ΔΕ. Αττικής υποβλήθηκε, μόλις, στις 11-09-2024, ήτοι, την ημέρα της συζήτησης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, της ένδικης αίτησης, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη. Επίσης, από την υπ’ αριθμ. ……/….. ανακοίνωση του Γ.Ε.ΜΗ. προκύπτει ότι η εταιρεία «……», λόγω της μη εμπρόθεσμης δημοσίευσης στο Γ.Ε.ΜΗ., των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων του οικονομικού έτους 2022, τέθηκε σε αναστολή καταχώρισης. Επομένως, η ως άνω συμπεριφορά του καθ’ ου η αίτηση, Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής και συγκεκριμένα, οι προαναφερόμενες ενέργειες και παραλείψεις του, κατά τον χρόνο της Προεδρίας του και εφεξής, από τον Απρίλιο του έτους 2022 και, ειδικότερα, η προαναφερόμενη αδράνεια αυτού και οι παράνομες πράξεις του, που οφείλονται σε κακοβουλία, άρνηση και αδιαφορία για την άσκηση των αναγκαίων πράξεων διοίκησης εκ μέρους του, καθώς και γενικότερα η διάρρηξη της ομόνοιας και της επιχειρηματικής κοινής στρατηγικής των δύο μεγαλομετόχων της Α.Ε. ………… και …… και οι μεταξύ τους έντονες διαφωνίες ως προς όλα σχεδόν τα αναφυόμενα ζητήματα αυτής, υποδηλώνουν πλασματική έλλειψη της διοίκησης του ως άνω νομικού προσώπου (ανώνυμης εταιρείας). Περαιτέρω, υφίσταται και πραγματική έλλειψη διοίκησης, εφόσον ο καθ’ ου η αίτηση, ………., ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Α.Ε., κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης και πίστης προς το νομικό πρόσωπο της Α.Ε., επέδειξε για μεγάλο χρόνο αδράνεια και αδιαφορία για τη νομότυπη σύγκληση του Δ.Σ, παρά τις πολλές υπομνήσεις, που του έγιναν και δεν επιμελήθηκε εγκαίρως τη σύγκληση συνέλευσης για την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας για το 2022, ούτε ενημέρωσε έγκαιρα τις αρμόδιες αρχές για την αλλαγή του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας, ενώ, με συγκεκριμένες πράξεις του, έδινε ιδιαίτερη σημασία και σπουδαιότητα στην επιχειρηματική πολιτική του κουμπάρου του, ……., νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας «…………..», με κύριο μέτοχο ένα τρίτο πρόσωπο, τον ………., η οποία, όμως, εταιρεία («………….»), κατά τα ως άνω εκτιθέμενα, είναι πιστώτρια και ανταγωνίστρια της εταιρείας «…………..», την οποία επιδιώκει να υποκαταστήσει στην εκμετάλλευση του παραπάνω λατομείου. Ακόμη, πρέπει να τονιστεί και το ότι ο ως άνω, ……… είναι διαχειριστής-σύμβουλος και μοναδικός μέτοχος μιας άλλης συνεργάτιδας εταιρείας και οφειλέτιδας της Α.Ε., της «……………..», με έδρα τη δημοτική ενότητα Ελληνικού του Δήμου Ελληνικού-Αργυρούπολης, η οποία πληρώνει υποχρεώσεις της «………..» σε τρίτους, εξυπηρετώντας την, στη λειτουργικότητά της και μειώνοντας με αυτόν τον τρόπο την οφειλή της. Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση, κατά τη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και στις ανώνυμες εταιρείες, αντικατάστασης του τρίτου μέλους του Δ.Σ. της εταιρείας «……………..», εκτός των δύο αιτούντων και συγκεκριμένα του καθ’ ου η αίτηση, για τη νομότυπη σύνθεσή του και προς αντικατάσταση του Προέδρου του, κρίνεται, δε, αναγκαίο να οριστεί ένα τρίτο προς τα διάδικα μέρη πρόσωπο και συγκεκριμένα, ο οικονομολόγος-λογιστής, …………., που περιλαμβάνεται στον κατάλογο των πραγματογνωμόνων του Πρωτοδικείου Πειραιά, κάτοχος αδείας ασκήσεως οικονομικού επαγγέλματος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, καθώς και άδειας ασκήσεως επαγγέλματος Λογιστή-Φοροτεχνικού Α΄ Τάξης, του ιδίου ως άνω Επιμελητηρίου, ως μέλος προσωρινής διοίκησης μέχρι την 30-04-2027 που λήγει η θητεία του Δ.Σ.. Ο εν λόγω λογιστής, χωρίς να έλκει οποιοδήποτε συμφέρον από τους μετόχους, θα ενημερωθεί από το λογιστή της «…………….», τους μετόχους και τους συνεργάτες οικονομολόγους της εταιρείας, προκειμένου να μορφώσει αντικειμενική άποψη για τα οικονομικά και πραγματικά της δεδομένα και να λάβει με το Δ.Σ. τις αναγκαίες αποφάσεις διοίκησης και εκπροσώπησης της εταιρείας για τη βιωσιμότητά της, συμπεριλαμβανομένης, σε περίπτωση που κριθεί απαραίτητη, της αίτησης υπαγωγής της στη διαδικασία εξυγίανσης του ν. 4738/2020.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ «Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς, στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα, ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπρόσθετα, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Περαιτέρω, η ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ εφαρμόζεται προς απόκρουση δικαιώματος που ασκείται από τον δικαιούχο και επιδιώκει την πραγματοποίηση της κατάστασης που αρμόζει στο δικαίωμα. Έτσι η διάταξη αυτή του νόμου δεν έχει εφαρμογή επί ισχυρισμού που αποτελεί άρνηση του ασκουμένου δικαιώματος (Ολ ΑΠ 6/2016, AΠ 2115/2025, ΑΠ 1634/2025, ΑΠ 1374/2024, ΑΠ 783/2023, ΑΠ 214/2022, ΑΠ 914/1987).
Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών με λόγο της έφεσής του παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αλλά και, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε σιγή την από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έντασή του περί καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος των αιτούντων, δεδομένου ότι αυτοί τόσο στην αίτησή τους όσο και στις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κακόβουλα διαστρέβλωσαν την αλήθεια και αποπειράθηκαν να αντιστρέψουν το βάρος της απόδειξης δι’ ακραίων και αναπόδεικτων ισχυρισμών, με σκοπό να δημιουργήσουν μια πλάνη και να αποφύγουν την αλήθεια, ενώ δεν τίθεται ζήτημα περί πραγματικής κακοδιαχείρισης της εταιρείας εκ μέρους του (καθ’ ου), δεδομένου ότι απώτερος στόχος των αιτούντων ήταν η καθαίρεσή του, δολίως, ώστε να μπορούν να ασκούν τον πλήρη έλεγχο της εταιρείας, η, δε, αναφερόμενη στάση τους συνιστά καταχρηστική επίκληση του θεσμού της προσωρινής διοίκησης. Πλην, όμως, ο ως άνω ισχυρισμός του εκκαλούντος-καθ’ ου η αίτηση είναι μη νόμιμος, καθόσον τα ως άνω εκτιθέμενα απ’ αυτόν περιστατικά δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο την προβαλλόμενη ως άνω ένσταση κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω, αφού δεν νοείται καταχρηστική άσκηση μη πραγματικά υφιστάμενης αξίωσης, ενόψει και του ότι η εν λόγω διάταξη δεν έχει εφαρμογή επί του ισχυρισμού του αυτού, που αποτελεί άρνηση του ασκουμένου δικαιώματος. Επομένως, ο ως άνω λόγος της έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, όσον αφορά την αίτηση των και ήδη αιτούντων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, περί προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης, την εκδοθείσα προσωρινή διαταγή και τη μεταρρύθμιση αυτής καθώς και την εκδοθείσα επί της εν λόγω αιτήσεως απόφαση κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (των ασφαλιστικών μέτρων), πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 695 του ΚΠολΔ, δεν ασκούν έννομη επιρροή στην παρούσα κύρια υπόθεση. Με βάση τα δεδομένα αυτά και, εφόσον συντρέχουν οι ως άνω, από το νόμο προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 69 ΑΚ, η υπό κρίση αίτηση κρίνεται ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη.
VI. Επομένως, κρίνοντας ως ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται και συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε, αλλά ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος-καθ’ ου η αίτηση, που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της έφεσής του, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και να καταδικαστεί ο εκκαλών, ως ηττώμενος διάδικος, στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 183, 176, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως, ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Πρέπει, επίσης, λόγω της απόρριψης της έφεσης, να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ το παράβολο, που προκατέβαλε για το παραδεκτό της έφεσης ο εκκαλών-καθ’ ου η αίτηση.
Γ Ι Α Τ Ο Υ Σ Λ Ο Γ Ο Υ Σ Α Υ Τ Ο Υ Σ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 09-09-2025 και υπ’ αριθμ. κατάθ. ενώπιον του Εφετείου Πειραιά …………/10-09-2025 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3579/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια ευρώ(300€).
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου άσκησης της έφεσης με αριθΜ. ………………. στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 5 Μαΐου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ