Αριθμός 305 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
Α) ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………» και το διακριτικό τίτλο «……………» πρώην με την επωνυμία «…………..» και διακριτικό τίτλο «………….» (υπ αριθμ. ……./10-06-2020 Ανακοίνωση Γ.Ε.ΜΗ), η οποία εδρεύει στο ………. Αττικής, επί της οδού ………… με ΑΦΜ ………. Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά και με αρ. ΓΕΜΗ …………, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015, δυνάμει της με αριθμ. 220/1/13.03.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθμ. 880/16.3.2017 ΦΕΚ (τ. Β΄)], ως μη δικαιούχου διαδίκου και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..) που εδρεύει στο ……. της Ιρλανδίας (οδός ……………..), με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας (Irish Companies Registry Office) με αριθμό …………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα. Η ανωτέρω εταιρεία ειδικού σκοπού, στο πλαίσιο τιτλοποίησης και μεταβίβασης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις Ν. 3156/2003, κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία «……………» και το διακριτικό τίτλο «…», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………., με ΑΦΜ ….., Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Αθηνών και με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. …., όπως νομίμως εκπροσωπείται. Η άνω ανώνυμη τραπεζική εταιρεία υπό την επωνυμία «……………» και το διακριτικό τίτλο «Eurobank» κατέστη προγενέστερα καθολική διάδοχος της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία «……………» και το διακριτικό τίτλο «…………» (με ΑΦΜ …. ΔΟΥ ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ και με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ………..), λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της ως άνω νέας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας (άρθρο 16 ν. 2515/1997 και άρθρα 57 παρ. 3 και 59-74 του ν. 4601/2019- υπ’αριθμ. … και ……/20.3.2020 Ανακοινώσεις Γ.Ε.ΜΗ), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Δικηγόρο Μάριο Χατζηπαναγή [ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α. ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ].
ΥΠΕΡ ΗΣ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «…………….» και το διακριτικό τίτλο «……………» που εδρεύει στην Αθήνα με ΑΦΜ …., Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Αθηνών (Γ.Ε.ΜΗ., με αριθμό …), νόμιμα εκπροσωπούμενη ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..» (ΑΦΜ ………..), λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της πρώτης τραπεζικής εταιρείας (άρθρο 16 ν. 2515/1997 και άρθρα 57 παρ. 3 και 59-74 του ν. 4601/2019-Ανακοινώσεις για καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ υπ’αριθμ…. και ……/20.3.2020).
ΚΑΘ’ΗΣ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: ……………., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο.
Β) ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..» και το διακριτικό τίτλο «……………..», που εδρεύει στην Αθήνα, με ΑΦΜ … Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Αθηνών και αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. …..), νόμιμα εκπροσωπούμενης, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» (ΑΦΜ …. και αριθμό Γ.Ε.ΜΗ ….), (πρώην «…………….»), λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας της και σύστασης της πρώτης τραπεζικής εταιρείας ( άρθρο 16 ν. 2515/1997 και άρθρα 57 παρ. 3 και 59-74 του ν. 4601/2019 – Ανακοινώσεις Γ.Ε.ΜΗ υπ’ αριθμ. …. και …../20.3.2020), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Δικηγόρο Μάριο Χατζηπαναγή [ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α. ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ].
ΚΑΘ’ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ……………. η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο.
Η καθ΄ ης η πρόσθετη παρέμβαση-καθ΄ης η κλήση-εκκαλούσα (……………..) άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 8.8.2010 (αριθ εκθ καταθ …………/2010) ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 4986/2011 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε τις σωρευόμενες στο προαναφερόμενο ενιαίο δικόγραφο ανακοπές.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η ανακόπτουσα και ήδη καθ΄ ης η πρόσθετη παρέμβαση-καθ΄ης η κλήση-εκκαλούσα με την από 26.4.2014 (αριθ εκθ καταθ ΠΡΩΤ …/2014- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ../……/2014) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η 21η.5.2015, και μετέπειτα η 3η.3.2016, οπότε δεν εκφωνήθηκε.
Με την κατατεθείσα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από 8.9.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2023) κλήση της καλούσας-εφεσίβλητης η προκειμένη υπόθεση επανεισήχθη προς συζήτηση ενώπιον αυτού στη δικάσιμο της 21η.3.2024, μετά δε από αναβολή στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η προσθέτως παρεμβαίνουσα άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 20.3.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2024) πρόσθετη παρέμβαση, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της υπό στοιχ Α προσθέτως παρεμβαίνουσας και της υπό στοιχ Β καλούσας-εφεσίβλητης αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου: α) η από 26-4-2014 και υπ’ αριθμ. έκθ. κατάθ. ……/28-4-2014 έφεση και β) η από 20-3-2024 και υπ’ αριθμ. έκθ. κατάθ. ………/2024, ασκηθείσα με ιδιαίτερο δικόγραφο, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης και κατά της εκκαλούσας, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της υπαγωγής τους στην αυτή διαδικασία και της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας και της σχέσης τους ως κυρίου και παρεπόμενου, ενώ περαιτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, επί πλέον δε επέρχεται μείωση εξόδων (άρθρο 31 και 246 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 εδάφιο α’ του ΚΠολΔ “σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή”. Η απόρριψη της έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ’ ουσίαν, και όχι κατά τύπους. Και τούτο διότι, παρότι στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους (Ολ.ΑΠ 16/1990, Α.Π. 894/2022, ΑΠ 51/2021). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ συνάγεται ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Εφετείου, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης, που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν έχει προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1329/2017, ΕφΛαρ 499/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 368/2019 ό.π., ΑΠ 1485/2006 ΤΜΠ ΝΟΜΟΣ). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 368/2019 ό.π., ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 274 παρ. 2 περ. α ΚΠολΔ αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, τότε αν δεν λάβουν μέρος κανονικά στη δίκη και οι δύο αρχικοί διάδικοι ή ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην του αντιδίκου εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 271 και 272 ΚΠολΔ, ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 περ. β` του ιδίου ως άνω άρθρου, αν δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη μόνο εκείνος υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην του μεταξύ εκείνου που άσκησε την παρέμβαση και του αντιδίκου εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, ο απολειπόμενος διάδικος αντιπροσωπεύεται από τους παριστάμενους υπό την έννοια ότι θεωρείται ότι παρίσταται και αυτός, ότι συμμετέχει στη συζήτηση και ότι ενεργεί με τον ίδιο τρόπο που ενεργεί και ο παριστάμενος αναγκαίος ομόδικός του, γι’ αυτό και η απόφαση που εκδίδεται είναι κατ’ αντιμωλία απόφαση ως προς όλους τους ομοδίκους και η διαδικασία διεξάγεται σαν να ήταν παρών και ο απών αναγκαίος ομόδικος (ΑΠ 192/2012, ΑΠ 1332/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη από 26-4-2014 και υπ’ αριθμ. εκθ. καταθέσεως …../28-4-2014 έφεση κατά της υπ΄αριθμ.4986/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 8-8-2010 και υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. …../3-8-2010 ανακοπής, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η ανακόπτουσα ………. και ήδη εκκαλούσα κατά της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………» και ήδη εφεσίβλητης, με την οποία (ανακοπή) ζήτησε να ακυρωθεί, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, η υπ’ αριθμ ……./2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε για απαίτηση της καθ’ ης από σύμβαση χορήγησης τοκοχρεωλυτικού δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της ανακόπτουσας, με βάση την οποία επιτάσσεται να καταβάλει στην καθ` ης η ανακοπή το ποσό των 50.457,72 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, καθώς και η από 15-7-2010 επιταγή προς πληρωμή παρά πόδας αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής, με την εκκαλούμενη, δε, απόφαση απορρίφθηκε η ανακοπή.
Η εκκαλούσα-ανακόπτουσα άσκησε κατά της εκκαλουμένης την κρινόμενη έφεση, συνταχθείσης σχετικώς της ως άνω έκθεσης κατάθεσης από το Γραμματέα του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατέθεσε, δε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., το νόμιμο παράβολο, όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία 28-4-2014 πράξη κατάθεσης παραβόλων του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ακολούθως, με την από 18-9-2014 πράξη ορισμού δικασίμου της Γραμματέως του παρόντος Δικαστηρίου, η έφεση προσδιορίστηκε προς συζήτηση με επιμέλεια της εκκαλούσας για τη δικάσιμο της 21-5-2015 και εγγράφηκε στο πινάκιο, ματαιώθηκε, δε, η συζήτησή της κατά την εν λόγω δικάσιμο Ακολούθως η έφεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 8-9-2023 και υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2023 κλήση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………», καθολικής διαδόχου της εφεσίβλητης, η οποία επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εκκαλούσα (βλ. υπ΄αριθμ. ……………/28-9-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, ……….., που επικαλείται και προσκομίζει η προσθέτως παρεμβαίνουσα) για τη δικάσιμο της 21-3-2024, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Η εδρεύουσα στο ……. Αττικής ανώνυμη εταιρεία παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων κατά το Ν. 4354/2015, με την επωνυμία «………….» με το από 20-3-2024 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με Γ.Α.Κ. …../2024 και Ε.Α.Κ. ……/2024 και επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα σε όλους τους διαδίκους, υπό την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση στη δίκη της έφεσης υπέρ της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι κατέστη, μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας, διαχειριστής των τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων δυνάμει συμβάσεως διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και απαιτήσεις από την ένδικη σύμβαση δανείου, που είχε συνάψει με την αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………», ειδική διάδοχο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..», προς το σκοπό απόρριψης της υπό κρίση εφέσεως. Ειδικότερα από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας από την άσκηση της έφεσης, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………..», καθολική διάδοχος της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………», μέσω τιτλοποίησης απαιτήσεων μεταβίβασε χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην εταιρία ειδικού σκοπού, με την επωνυμία «………..», με έδρα το ……… Ιρλανδίας, με την από 25-5-2021 σύμβαση, που έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθ. πρωτ. …/25-5-2021 στον τόμο … και αριθμό ……. Στη συνέχεια η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία τη διαχείριση των απαιτήσεών της που πηγάζουν από αυτή, την ανέθεσε δυνάμει της από 25-5-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας, έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου …./25-5-2021, στον τόμο …. και με αριθμό …., στην παρεμβαίνουσα. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας, της οποίας καθολική διάδοχος κατέστη η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………..», η οποία, σύμφωνα και με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, έχει, σαφώς, το χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία δικάζεται και η έφεση (άρθρα 31, 80, 83, 225 παρ. 2 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ. και είναι παραδεκτή και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 80, 83 και 225 παρ. 2 εδ. β` ΚΠολΔ, με συνέπεια μεταξύ της κυρίας διαδίκου εφεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαστικής ομοδικίας. Η υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση-εφεσίβλητη, η οποία, κατά τα προαναφερόμενα, κλήθηκε να παραστεί, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Μάριο Χατζηπαναγή χωρίς όμως να καταθέσει προτάσεις και ως εκ τούτου θεωρείται δικονομικά απούσα (άρθ. 94 παρ.1 και 2 και 115 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και δικάζεται ερήμην (Α.Π. 1735/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ127/2025), αντιπροσωπεύεται, όμως, από την αναγκαία ομόδικό της, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτή παρούσα. Η εκκαλούσα ουδόλως παραστάθηκε κατά την μετ’ αναβολήν δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ενώ η εφεσίβλητη, καίτοι δικάζεται ερήμην, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχεία 2 μείζονα σκέψη, αντιπροσωπεύεται από την παριστάμενη αναγκαία ομόδικό της, προσθέτως παρεμβαίνουσα και θεωρείται σαν να ήταν παρούσα. Συνεπώς, ενόψει και του ότι η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή (άρθρ. 226 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση των διαδίκων, πρέπει η έφεση να απορριφθεί κατ’ ουσίαν, χωρίς να επακολουθήσει περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη υπό στοιχεία 1 μείζονα σκέψη. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται ελλείψει σχετικού αιτήματος. Για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας από την ερήμην δικασθείσα εκκαλούσα πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, εφόσον η έφεση απορρίπτεται, πρέπει, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την εκκαλούσα κατά την άσκηση της έφεσής της. Λόγω, δε, απορρίψεως της κρινόμενης έφεσης, ως κατ’ ουσίαν αβασίμου και δεδομένου, του παρεπομένου χαρακτήρα, σε σχέση με την κύρια δίκη, της πρόσθετης παρέμβασης (διότι η τελευταία, είτε είναι απλή, είτε αυτοτελής, όπως εν προκειμένω, δεν περιέχει αίτημα αφού με αυτήν δεν ζητεί ο παρεμβαίνων παροχή έννομης προστασίας για τον ίδιο, ούτε υποβάλλει δικαίωμα προς διάγνωση), δεν απαιτείται στην απόφαση να περιλαμβάνεται διάταξη για την πρόσθετη παρέμβαση, οπότε δεν θα περιληφθεί τέτοια στο διατακτικό της παρούσας (Εφ.Αθ. 5722/2011 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ. Πειρ. 160/2022). Τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας για τον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, θα επιβληθούν εις βάρος της εκκαλούσας – καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση, λόγω της ήττας της (άρθρα 182,183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την α) από 26-4-2014 και υπ’ αριθμ. εκθ. καταθέσεως …./28-4-2014 έφεση και) από 20-3-2024 και υπ’ αριθμ. εκθ. καταθέσεως ………../2024, ασκηθείσα με ιδιαίτερο δικόγραφο, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ της εφεσίβλητης και κατά της εκκαλούσας, της ανώνυμης εταιρείας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων κατά το Ν. 4354/2015 με την επωνυμία «……………….», ερήμην της εκκαλούσας-καθ’ ης η παρέμβαση και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, της εφεσίβλητης αντιπροσωπευόμενης από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα.
Ορίζει το παράβολο ανακοπής ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο του παραβόλου της έφεσης που κατέθεσε η εκκαλούσα.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, για τον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, εις βάρος της εκκαλούσας-καθ’ ης η παρέμβαση, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300 €).
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 5 Μαΐου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και του πληρεξουσίου δικηγόρου της υπό στοιχ Α προσθέτως παρεμβαίνουσας και της υπό στοιχ Β καλούσας-εφεσίβλητης.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ