Αριθμός 307/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….» (η «………….»), που εδρεύει στη ……. Αττικής επί της ………., με Α.Φ.Μ. ……….. και αρ. Γ.Ε.ΜΗ …….., νομίμως αδειοδοτηθείσης από την Τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση υπ’ αριθ. 207/1/29.1 1.2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), ως εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις δυνάμει των Διατάξεων του Ν. 4354/2015 και της Πράξης 118/19.5.2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ’ αριθ. 153/8.1.2019 Πράξη, ενεργούσα εν προκειμένω ως διαχειρίστριας απαιτήσεων, και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….» (………….), που εδρεύει στο ………….., Ιρλανδία, οδός ……………., αριθμός μητρώου 657099, όπως εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία τελευταία, δυνάμει των από 30.04.2020 και 20.04.2021 συμβάσεων πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, όπως αυτές καταχωρήθηκαν νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 30.04.2020 και την 20.4.2021, με αριθμούς πρωτοκόλλου …/30.04.2020 στον τόμο … και με α.α. … και …./20.04.2021 στον τόμο …. Και με α.α. ……….. αντίστοιχα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.8 του Ν. 3156/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, μεταξύ των οποίων και η απορρέουσα από την ένδικη έννομη σχέση, έχει καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….» και τον δ.τ. «……….», με έδρα την Αθήνα, οδός Σταδίου αριθ. 40, με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ………, με ΑΦΜ ……….. (Επωφελούμενης), νομίμως εκπροσωπούμενης, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ………… και ΑΦΜ ………. (Διασπώμενης), κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στην ως άνω νεοσυσταθείσα εταιρεία – πιστωτικό ίδρυμα, εγκριθείσας της ως άνω διάσπασης με την αριθμ. πρωτ. 45.089/16.4.2021 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσιεύθηκε στα στοιχεία της Διασπώμενης και της Επωφελούμενης με τις υπ’ αριθμ. πρωτ. …./16.4.2021 και ……/16.4.2021 Ανακοινώσεις αντίστοιχα, στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, εννόμων σχέσεων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της οποίας («Διασπώμενης») έχει υπεισέλθει αυτοδικαίως η «Επωφελούμενη» και ενασκούνται αποκλειστικά από αυτήν (την «Επωφελούμενη»), νομίμως εκπροσωπούμενης, εξομοιούται κατά τη διάταξη του άρθρου 75 του κ.ν. 2190/1920, λόγο) συγχωνεύσεως με απορρόφηση, με καθολική διάδοχο της «………..», εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………….., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Δικηγόρο Πλάτωνα Ραδιώτη.
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ……………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Δικηγόρο Μαρία Αγγελάκη (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)
Ο εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 29.7.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2022) ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 976/2024 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την ανακοπή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η καθ΄ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα με την από 9.7.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………/2024-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ……………/2024) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 9-7-2024 και υπ’ αριθμ. έκθ. κατάθ………../2024 έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 976/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως διορθώθηκε με την υπ’ αριθμ. 1406/2024 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, αρμόδια φέρεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο τούτο (άρθρ. 19 ΚΠολΔ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 4 του ν.3994/2011), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε παρήλθε διετία από τη δημοσίευσή της (άρθρ. 495 παρ.1, 498, 511, 513 παρ.1, 516 παρ.1, 517, 518 παρ. 2, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και 591 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ.533 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, το νόμιμο παράβολο, όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία 12-7-2024 πράξη κατάθεσης παραβόλων του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Ο ανακόπτων, …………… και ήδη εφεσίβλητος, με την από 19-12-2022 και υπ’ αριθμ. εκθ. κατάθ. ……../2022 ανακοπή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της ανωνύμου εταιρείας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων κατά το Ν. 4354/2015 με την επωνυμία «…………» και, ήδη, εκκαλούσας, ως εκπροσώπου της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», με έδρα το ….., ειδικής διαδόχου της νεοσυσταθείσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….», μετά την απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας της τραπεζικής εταιρείας «…………………» και εισφοράς σε αυτή, ζήτησε, κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της και για τους αναφερόμενους σ’ αυτή λόγους, να ακυρωθεί η υπ΄ αριθμ. …./2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε για απαίτηση της ως άνω εταιρείας ειδικού σκοπού από την υπ’ αριθμ…………./19-6-2013 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου και των πρόσθετων πράξεων αυτής, ποσού 38.160 ευρώ, την οποία κατήρτισε, στον Πειραιά, ο ανακόπτων με την τραπεζική εταιρεία «……………..» και με την οποία (διαταγή πληρωμής) επιτάσσεται να καταβάλει στην ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού για κεφάλαιο και ενσωματωμένους τόκους το ποσό 44.824,68 ευρώ, εντόκως με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από την επομένη της επιδόσεως της εξωδίκου καταγγελίας, ήτοι από 16-3-2022 μέχρι της ολοσχερούς εξόφλησης, πλέον δικαστικών εξόδων. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 976/2024 απόφασή του, απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο το δεύτερο λόγο της ανακοπής περί μη νομιμοποιήσεως της καθ΄ης η ανακοπή να προβεί στην από 31-1-2022 καταγγελία της επίδικης με αριθμό ……/17-5-2013 σύμβασης δανείου, για την οποία νομιμοποιείτο μόνο η αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «. ………..», ήτοι, η δικαιούχος της απαίτησης, ακολούθως δε, δέχθηκε ως κατ΄ουσίαν βάσιμο τον τρίτο λόγο της ανακοπής ότι είναι άκυρη η καταγγελία της ένδικης σύμβασης δανείου, διότι οι υπογράψαντες αυτή δεν ήταν εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι της καθ’ ης και ως εκ τούτου, εφόσον η ένδικη απαίτηση δεν ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά την υποβολή της αίτησης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, δεν υφίσταντο οι νόμιμες προϋποθέσεις της έκδοσής της. Κατόπιν αυτού ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, χωρίς να εξετάσει τους λοιπούς λόγους της ανακοπής. Κατά της απόφασης και κατά το μέρος που δέχθηκε τον τρίτο λόγο της ανακοπής παραπονείται η καθ’ ης η ανακοπή, με την υπό κρίση έφεσή της, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί, δε, την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί η ανακοπή.
Η καταγγελία μίας σύμβασης μπορεί να γίνει και από πληρεξούσιο, οπότε εφαρμόζεται και η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ, κατά την οποία, μονομερής δικαιοπραξία, που επιχειρείται προς άλλον χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου είναι άκυρη, εάν αυτός προς τον οποίο γίνεται, την αποκρούσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι ο αποδέκτης της δήλωσης δια της οποίας συντελείται μονομερής δικαιοπραξία ή οιονεί δικαιοπραξία εκ μέρους προσώπου που φέρεται ως αντιπρόσωπος άλλου, μπορεί, εφ’ όσον δεν του επιδεικνύεται πληρεξούσιο έγγραφο, να την αποκρούσει, για το λόγο αυτό, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της απόκρουσης της δήλωσης χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, η επιχειρούμενη πράξη είναι άκυρη. Η ακυρότητα είναι απόλυτη, δεν θεραπεύεται με μεταγενέστερη έγκριση και επέρχεται, ανεξαρτήτως εάν ο φερόμενος ως πληρεξούσιος είχε ή όχι την πληρεξουσιότητα. Για να επέλθουν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της καταγγελίας και μάλιστα ex nunc, πρέπει αυτή να επιχειρηθεί εκ νέου εγκύρως. Ο αποδέκτης της δήλωσης την αποκρούει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, εφ’ όσον ενεργήσει εντός των χρονικών ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις περιστάσεις. Εάν το ως άνω πρόσωπο δεν ενεργήσει εντός των ως άνω χρονικών ορίων, η μονομερής δικαιοπραξία, που επιχειρείται χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου, είναι ισχυρή, εάν υπάρχει πληρεξουσιότητα ή επακολούθησε έγκριση, Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 216 και 217 ΑΚ, η εξουσία για αντιπροσώπευση δίνεται με πληρεξουσιότητα προς τον εξουσιοδοτούμενο, που υποβάλλεται στον τύπο τον απαιτούμενο για τη δικαιοπραξία στην οποία αφορά. Επί νομικών προσώπων την πληρεξουσιότητα δίνει εκείνος που για κάθε συγκεκριμένη δικαιοπραξία έχει το δικαίωμα εκπροσώπησής του. Αντίθετα αν δεν εναντιωθεί ο αποδέκτης της καταγγελίας το κύρος της, που βαρύνεται να αποδείξει ο καταγγέλλων ότι έγινε από αντιπρόσωπό του, θα εξαρτηθεί από την ύπαρξη ή μή του πληρεξουσίου εγγράφου ή της έγκρισης εκ μέρους του (καταγγέλλοντος), η οποία πρέπει να γίνει μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, είτε με την προσκόμιση συμβολαιογραφικού ή άλλου εγγράφου, είτε με δήλωση του παριστάμενου διαδίκου, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, διαφορετικά η καταγγελία είναι άκυρη (ΑΠ 139/2016, Α.Π. 687/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση ο ανακόπτων με τον τρίτο λόγο της ανακοπής ισχυρίζεται ότι είναι άκυρη η από 31-1-2022 καταγγελία της ένδικης δανειακής σύμβασης, βάσει της οποίας εκδόθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής, διότι ο εκπρόσωπος της καθ’ ης στερούνταν σχετικής πληρεξουσιότητας ούτε του επιδείχθηκε πληρεξούσιο έγγραφο. Ότι κατά συνέπεια, ελλείψει έγκυρης καταγγελίας της δανειακής σύμβασης δεν υφίστατο η σχετική προϋπόθεση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Με το ως άνω περιεχόμενο ο εν λόγω λόγος της ανακοπής είναι νομικά βάσιμος, ερειδόμενος στα άρθρα 167,216, 217 και 226 επ. ΑΚ και 623 ΚΠολΔ, πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
Από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθμ. …………… σύμβασης χορήγησης τοκοχρεολυτικού δανείου «……….», που καταρτίσθηκε και υπογράφηκε στις 19-6-2013, μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», ως πιστώτριας και του ανακόπτοντος, ως οφειλέτη, χορηγήθηκε από την πρώτη στο δεύτερο τοκοχρεολυτικό δάνειο ποσού 38.180 ευρώ. Η αποπληρωμή του δανείου συμφωνήθηκε να γίνει σε τριακόσιες (300) συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις ποσού 232,64 ευρώ, ενώ σε περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησης οποιοσδήποτε δόσης του δανείου ή μέρους αυτής, στην έννοια της οποίας εμπίπτει και οποιοδήποτε άλλο ποσό οφείλεται ληξιπρόθεσμα με βάση την ως άνω σύμβαση, για χρονικό διάστημα ενενήντα (90) ημερολογιακών ημερών, η Τράπεζα διατήρησε το δικαίωμα καταγγελίας της δανειακής σύμβασης, ενώ το ποσό του δανείου θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Με την από 24-112016 πρόσθετη πράξη ρύθμισης, ο ανακόπτων αναγνώρισε χρεωστικό υπόλοιπο του επιδίκου δανείου εκ ποσού 38.896,49 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί με την καταβολή διακοσίων εξήντα δύο (262) αλλεπάλληλων μηνιαίων τοκοχρεολυτικών δόσεων, σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες της πράξης αυτής. Στη συνέχεια, με την από 22-8-2018 πρόσθετη πράξη ρύθμισης ο ανακόπτων αναγνώρισε χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου δανείου εκ ποσού 41.657,77 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί με την καταβολή διακοσίων σαράντα μίας (241) αλλεπάλληλων μηνιαίων τοκοχρεολυτικών δόσεων, σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες της πράξης αυτής. Ακολούθως, με την από 13-9-2019 συμφωνία όρων εξόφλησης οφειλής μετά του παραρτήματος και των πρόσθετων όρων αυτής, η οφειλή ρυθμίστηκε εκ νέου και αναγνωρίστηκε από τον ανακόπτοντα ως χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου το ποσό των 43.209,05 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να εξοφληθεί σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες της τελευταίας αυτής πρόσθετης πράξης. Προς εξυπηρέτηση της δανειακής αυτής σύμβασης τηρήθηκαν οι με αριθμούς ….. και ….. λογαριασμοί. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι δυνάμει της από 30-4-2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………» και τον διακριτικό τίτλο «………..» και της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», με έδρα στο …………… της Ιρλανδίας, η οποία καταρτίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3156/2003 και δημοσιεύθηκε νόμιμα σε περίληψη την 30-4-2020 στο ειδικό βιβλίο του άρθρ. 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και συγκεκριμένα, στον τόμο …. με αριθμό ….. και αρ. πρωτ. ……../30-4-2020, μεταβιβάσθηκε από την προαναφερόμενη τράπεζα στην ανωτέρω αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού η επίδικη απαίτηση κατά του ανακόπτοντος. Ακολούθως, δυνάμει της από 30-4-2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αρ. πρωτ. ……/30-4-2020 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο ….. με αριθμό …., την 30-4-2020, η ως άνω αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..» ανέθεσε, κατ’ άρθρο 10 παρ. 14 ν. 3156/2003, την είσπραξη και διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων αρχικά στην τραπεζική εταιρία «………….» και τον διακριτικό τίτλο «………..». Στη συνέχεια, η είσπραξη και διαχείριση των ως άνω αναφερόμενων τιτλοποιημένων απαιτήσεων ανατέθηκε, δυνάμει της από 18- 6-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αρ. πρωτ. …/22-6-2021 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο ….. με αριθμό …, την 22-6-2021, στην καθ’ ης η ανακοπή, η οποία αποτελεί εταιρία παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων κατά το ν. 4354/2015, σύμφωνα με την υπ’ αρ. 207/1/29-11-2016 απόφαση τη ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος και της Πράξης 118/19-5-2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την με αριθμό 153/8-1-2019 Πράξη. Σύμφωνα, δε, με τα εκτεθέντα στο με αριθμό ……../15-6-2021 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, ………….., στην καθ’ ης η ανακοπή δόθηκε, από τους νομίμους εκπροσώπους της ως άνω αλλοδαπής εταιρίας, πληρεξουσιότητα όπως αυτή, μεταξύ άλλων, καταγγέλλει συμβάσεις δανείων, πιστώσεων, αλληλόχρεων λογαριασμών και οποιαδήποτε άλλη σύμβαση ή έννομη σχέση και να υπογράφει κάθε σχετικό με την καταγγελία έγγραφο και/ή να παρέχει εντολές σε οποιοδήποτε πρόσωπο (συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά δικηγόρων και δικαστικών επιμελητών) αναφορικά με την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας. Εξάλλου, αποδείχτηκε ότι λόγω μη εκπλήρωσης εκ μέρους του ανακόπτοντος των συμβατικών του υποχρεώσεων η καθ’ ης η ανακοπή έκλεισε τους ως άνω τηρούμενους λογαριασμούς στις 24-12-2021 και με την από 31-1-2022 εξώδικη δήλωσή της, η οποία κοινοποιήθηκε στον ανακόπτοντα στις 15-3-2022 (βλ. υπ’ αρθμ. …./15-3-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, ………….), κατήγγειλε την επίδικη δανειακή σύμβαση για το συνολικό ποσό των 44.824,68 ευρώ και κάλεσε τον ανακόπτοντα να καταβάλει το ποσό αυτό εντός πέντε (5) ημερών από την παραλαβή της ως άνω δήλωσης. Η εξώδικη αυτή καταγγελία έφερε τις υπογραφές των ……. και ………… Ο ανακόπτων δεν προέβη σε εξόφληση του χρεωστικού σε βάρος του ως άνω ληξιπροθέσμου υπολοίπου και κατόπιν αιτήσεως της καθ’ ης η ανακοπή εκδόθηκε στις 5-10-2022 η υπ’ αριθμ. ……/2022 ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δυνάμει της οποίας διατάχθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει στην καθ’ ης το ποσό των 44.824,68 ευρώ, έντοκα με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της εξώδικης καταγγελίας, ήτοι, από την 16-32022 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, καθώς και ποσό 800 ευρώ για δικαστική δαπάνη. Ο ανακόπτων, με την κρινόμενη ανακοπή του, προβάλει για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι η ως άνω καταγγελία του επιδίκου δανείου είναι άκυρη διότι δεν του επιδείχθηκε το πληρεξούσιο έγγραφο, δυνάμει του οποίου οι ως άνω υπογράφοντες την εξώδικη δήλωση προέβησαν σε αυτή για λογαριασμό της καθ’ ης. Η υπαίτια αυτή βραδύτητα που επέδειξε στο να αποκρούσει για το λόγο αυτό την επιδοθείσα σε αυτόν καταγγελία έχει ως συνέπεια, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ότι αυτή δεν είναι σε κάθε περίπτωση άκυρη (ανεξάρτητα δηλαδή από το αν υφίσταται πράγματι η σχετική πληρεξουσιότητα ή όχι), αλλά ότι πρέπει να ερευνηθεί αν υπάρχει έγγραφο από το οποίο να προκύπτει είτε η αντιπροσωπευτική εξουσία των ανωτέρω υπαλλήλων της καθ’ ης, αν έδρασαν, δηλαδή, ως υποκατάστατοι του Διοικητικού Συμβουλίου ή ως εντολοδόχοι τρίτοι δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης, είτε η τυχόν μεταγενέστερη έγκριση της καταγγελίας εκ μέρους των νομίμων εκπροσώπων της καθ’ ης. Εν προκειμένω, η καθ’ ης, που φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης του κύρους της ως άνω καταγγελίας, προσκομίζει το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατ’ άρθρ. 529 Κ.Πολ.Δ., την από 22-6-2021 εξουσιοδότηση-εντολή, με την οποία χορηγείται από τους νομίμους εκπροσώπους της καθ’ ης στους υπαλλήλους της, ………. και ………., που υπέγραψαν την καταγγελία της ένδικης σύμβασης δανείου, το δικαίωμα υπογραφής, πλην άλλων εξωδίκων, στα οποία περιλαμβάνεται η ως άνω καταγγελία. Την προαναφερόμενη εξουσιοδότηση-επιστολή η καθ΄ης η ανακοπή, εκ παραδρομής δεν προσκόμισε πρωτόδικα και όχι από στρεψοδικία ή βαριά αμέλεια. Επομένως η καταγγελία της ένδικης δανειακής σύμβασης είναι έγκυρη και παρήχθησαν αποτελέσματα από αυτή, ήτοι, ενεργοποιήθηκε ο σχετικός συμβατικός όρος που παρείχε στην δικαιοπάροχο της καθ’ ης το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον ανακόπτοντα ολόκληρου του οφειλόμενου κεφαλαίου και των τόκων και κατέστη το σύνολο του ανεξόφλητου δανείου ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Ως εκ τούτου, εφόσον η ένδικη απαίτηση ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά την υποβολή της αίτησης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, υφίσταντο οι νόμιμες προϋποθέσεις της έκδοσής της και ο ως άνω τρίτος λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικα αβάσιμος. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ουσιαστικά βάσιμο τον τρίτο λόγο της ανακοπής περί ακυρότητας της καταγγελίας της ενδίκου συμβάσεως, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος της εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ’ ουσίαν βάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως κατ΄ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να απορριφθεί ο ως άνω λόγος της ανακοπής ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος και να προχωρήσει το παρόν Δικαστήριο στην έρευνα και των λοιπών λόγων της ανακοπής.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 4354/2015, στη σύμβαση μεταβίβασης (πώλησης) απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια, που έχουν χορηγήσει πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να είναι, ως πωλητές μόνον πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα και ως αγοραστές μόνον ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 α του ως άνω Ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 4643/2019, η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς και των απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, εκτός των αναφερόμενων στην περίπτωση δ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014, ανατίθεται στους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά: ήτοι, αα) σε ανώνυμες εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, υπό την επιφύλαξη της παρ. 20, που εδρεύουν στην Ελλάδα και ββ) σε εταιρίες που εδρεύουν σε κράτος – μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, με την προϋπόθεση ότι έχουν εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, με σκοπό τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων της Οδηγίας 2013/36 (EEL 176/338/27-6-2013), καθώς και της Οδηγίας 2004/39 (EEL 145/2004) και της περίπτωσης δ’ της παρούσας παραγράφου. Δηλαδή, στη σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) και αφετέρου ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις). Εξάλλου, οι ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) είναι ανώνυμες εταιρίες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα, λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εποπτεύονται, για τη συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου από την Τράπεζα της Ελλάδος (άρθρο 1 παρ. 1 περ. α’, όπως το δεύτερο εδάφιο της περ. α’ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 1 του Ν. 4549/2018). Αντικείμενο της δραστηριότητάς τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα (καθώς και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας) (άρθρο 1 παρ. α’), οι οποίες (απαιτήσεις) μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες είτε ενήμερες. Περαιτέρω, το άρθρο 2 παρ. 1 – 3 του ν. 4354/2015, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 70 του Ν. 4389/2016, προβλέπει ότι στις Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (περίπτωση δ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της, καθόσον, αφενός μεν εξουσιοδοτών (αναθέτων την διαχείριση) μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις), αφετέρου δε διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον ΕΔΑΔΠ (Εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) που έχει λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος (1 παρ. 1 α’ Ν. 4354/2015). Επίσης, η πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ρυθμίζεται στο άρθρο 3 του Ν. 4354/2015, και μπορεί να γίνει μόνον προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) (ή ανάλογη αλλοδαπή εταιρεία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 β’ περιπτ. ββ και γγ Ν.4354/2015) και διέπονται (όπως και στις περιπτώσεις της μεταβίβασης απαιτήσεων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων), η μεν πώληση από τις διατάξεις του άρθρου 513 επομ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επομ. ΑΚ (άρθρο 3 παρ. 1). Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 4354/2015, η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων προς τις Ε.Δ.Α.Δ.Π (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο Ν. 4354/2015) και περιλαμβάνει, κατ’ ελάχιστο περιεχόμενο, τα ακόλουθα: (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, (β) τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871 – 872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ’ αριθμ. 116/25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013 και (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ του ν. 4354/2015, η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή, μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά τον παρόντα νόμο από την Τράπεζα της Ελλάδος, τα, δε, δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες, λόγω πώλησης, απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης. Αμφότεροι οι ως άνω νόμοι 3156/2003 και 4354/2015 έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής, καθώς και οι δύο καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την μεταβίβαση – πώληση των απαιτήσεων (ειδικά, δε, στην περίπτωση του Ν. 4354/2015 των τραπεζικών) από τους φορείς τους προς τρίτους, με τη διαφοροποίηση ότι στην περίπτωση του Ν. 3156/2003, μετά την πώληση ακολουθεί το στάδιο τη έκδοσης ομολογιών (της τιτλοποίησης) και ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών από εταιρείες διαχείρισης, ωστόσο ο Ν. 4354/2015 περιέχει πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο για το καθεστώς λειτουργίας των εταιρειών διαχείρισης, τόσο στο πεδίο του ουσιαστικού, όσο και στο πεδίο του δικονομικού δικαίου. Όπως προεκτέθηκε, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση σύμφωνα με το ν. 3156/2003, στο άρθρο 10 παρ. 14 αυτού ορίζεται ότι η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται συμβατικά σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, στον ίδιο τον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο – εγγυητή με τις προϋποθέσεις που ειδικότερα ορίζονται σ’ αυτή. Με τη διάταξη αυτή δεν παρέχεται ρητά στην εταιρεία διαχείρισης, η οποία, συμβαλλόμενη με την εταιρεία απόκτησης, αποκτά κατά το ουσιαστικό δίκαιο την εξουσία είσπραξης αλλότριας απαίτησης (ήτοι απαίτησης της εταιρείας απόκτησης), και η δικονομική εξουσία να εγείρει αγωγή και κάθε άλλο ένδικο βοήθημα για την είσπραξή της, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομά της, όπως ρητά προβλέπεται τούτο για τις εταιρείες διαχείρισης στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015, δυνάμει της οποίας ο νομοθέτης εξόπλισε τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, στις οποίες ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων, με βάση το νόμο αυτό, και με τη δικονομική εξουσία να ενεργούν, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, στο όνομά τους, το σύνολο των αναγκαίων δικαστικών, αλλά και εξώδικων ενεργειών, προς είσπραξη των υπό την διαχείρισή τους απαιτήσεων. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 εξαιρετική νομιμοποίηση της εταιρείας διαχείρισης ως μη δικαιούχου διαδίκου, διευκολύνει τις εταιρείες απόκτησης, οι οποίες συνήθως έχουν έδρα στην αλλοδαπή, καθώς απαλλάσσονται από το βάρος της διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών και της επιμέλειας της δικαστικής επιδίωξής τους, αφού αυτή ασκείται αποκλειστικά από τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (άρθρο 1 στοιχ. γ’ Ν. 4354/2015), χωρίς να βλάπτει τα ουσιαστικά δικαιώματα των δανειοληπτών – καταναλωτών, οι οποίοι ασκούν τα δικαιώματά τους ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων κατά εταιρειών, οι οποίες έχουν λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, που έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και οι οποίες εδρεύουν στην Ελλάδα και λειτουργούν εντός ενός συγκεκριμένου αυστηρού νομικού καθεστώτος εποπτευόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ενόψει αυτών είναι ερευνητέο, αν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων του Ν. 4354/2015 απολαμβάνουν την προβλεπόμενη από το νόμο αυτό εξαιρετική νομιμοποίηση ως μη δικαιούχοι διάδικοι και στην περίπτωση που τους έχει ανατεθεί η διαχείριση απαιτήσεων με το καθεστώς του Ν.3156/2003, μολονότι τέτοια νομιμοποίηση δεν θεσπίζεται ρητά με το Ν. 3156/2003. Στην ελληνική έννομη τάξη η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση προϋποθέτει ειδική νομοθετική ρύθμιση, η οποία απονέμει στο πρόσωπο την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, όπως λ.χ. συμβαίνει με το σύνδικο της πτώχευσης, τον εκτελεστή διαθήκης, τον εκκαθαριστή κληρονομίας, τον αναγκαστικό διαχειριστή, τον Εισαγγελέα στη δίκη ακύρωσης του γάμου κλπ. Ωστόσο, η πρόβλεψη μιας περίπτωσης εξαιρετικής νομιμοποίησης από το νομοθέτη δεν απαιτεί πανηγυρική διατύπωση ότι πρόκειται για μη δικαιούχο ή μη υπόχρεο διάδικο, εφόσον από την τελολογική ερμηνεία της εφαρμοστέας διάταξης, σύμφωνα με την οποία μεταξύ των περισσοτέρων δυνατών νοημάτων, που καλύπτονται από το γράμμα του ερμηνευόμενου κανόνα δικαίου πρέπει να αναζητείται εκείνο που επιτυγχάνει την πληρέστερη πραγμάτωση του ρυθμιστικού σκοπού του, δηλαδή την πληρέστερη διασφάλιση της αξιολογικής στάθμισης των εκατέρωθεν συμφερόντων, προκύπτει ότι ο σκοπός του νομοθέτη είναι να εξοπλίσει το πρόσωπο, που νομιμοποιείται προς είσπραξη μιας απαίτησης τρίτου κατά το ουσιαστικό δίκαιο και με τη δικονομική εξουσία να ενεργεί κάθε αναγκαία για την είσπραξή της διαδικαστική πράξη και ενέργεια με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Προς τούτο συγκλίνει και η αντικειμενική θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο ερμηνευτής ενός κανόνα δικαίου αναζητεί το αντικειμενικό νόημα του νόμου, δηλαδή την ενυπάρχουσα στον κανόνα δικαίου λογική, έτσι ώστε αυτός, ενόψει του όλου συστήματος δικαίου, των υφισταμένων συνθηκών και των αντιμαχομένων συμφερόντων και αναγκών να μπορεί να επιτελέσει τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε. Ο νομοθέτης, στο άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 ρύθμισε ρητά το ειδικό δικονομικό καθεστώς των εταιρειών διαχείρισης, απονέμοντας σ’ αυτές την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Ωστόσο, αυτές οι εταιρείες διαχείρισης υπάγονται σε μια ευρύτερη κατηγορία εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, όπως είναι και εκείνες του Ν. 3156/2003. Ως εκ τούτου η διαφορετική αντιμετώπιση των εταιρειών διαχείρισης του Ν. 3156/2003 από εκείνες του Ν. 4354/2015 θα έχει ως συνέπεια λογική ανακολουθία στο εσωτερικό σύστημα του νόμου. Αυτό, άλλωστε, συνάγεται και από τη συστηματική ερμηνεία των ως άνω κανόνων δικαίου, οι οποίοι παρουσιάζουν νοηματική και λειτουργική συνοχή μεταξύ τους, αφού και οι δύο ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη απαιτήσεων τρίτων. Γι’ αυτό οι ανωτέρω δύο νόμοι θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να βρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους, ανεξαρτήτως αν η απόκτηση των απαιτήσεων από τις εταιρείες ειδικού σκοπού έγινε με τη διαδικασία της τιτλοποίησης και εκχώρησης βάσει του Ν. 3156/2003 ή με τη διαδικασία της πώλησης βάσει του Ν. 4354/2015. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 δ’ του Ν. 4354/2015 ορίζεται ότι οι διατάξεις του δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3156/2003, ενώ και στην αιτιολογική έκθεση αυτού σημειώνεται ότι παρέχονται στα πιστωτικά ιδρύματα τα θεσμικά εργαλεία αξιοποίησης του χαρτοφυλακίου τους, καθώς θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν είτε την εφαρμογή του νόμου περί τιτλοποίησης απαιτήσεων (Ν. 3156/2003) είτε το θεσμικό πλαίσιο που προκρίνεται με το Ν. 4354/2015). Η προβλεπόμενη με την πιο πάνω διάταξη παράλληλη εφαρμογή των δύο νομοθετημάτων αναφέρεται στη διαδικασία μεταβίβασης των απαιτήσεων και σκοπεύει να διευκολύνει τις συναλλαγές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3156/2003, απαλλάσσοντας τους συμβαλλόμενους από τις επιπλέον προβλεπόμενες ειδικότερες προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη μεταβίβαση των απαιτήσεων με βάση το Ν. 4354/2015. Η ως άνω ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται ενιαία εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, τόσο στις περιπτώσεις που η διαχείριση των απαιτήσεων έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, όσο και όταν έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, εξυπηρετεί το νομοθετικό σκοπό της διευκόλυνσης της διαχείρισης των απαιτήσεων και επιλύει κατά τρόπο ενιαίο το ζήτημα της δικονομικής υπόστασης των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, επιτυγχάνοντας έτσι την αρμονική ένταξη του ερμηνευόμενου Ν. 3154/2003 στο σύστημα, χωρίς η προσέγγιση αυτή να επηρεάζεται από τις διαφορετικές συνθήκες κάτω από τις οποίες θεσπίστηκαν τα ως άνω δύο νομοθετήματα. Η διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος, σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του Ν. 4354/2015 διαθέτουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 αυτού, μόνο όταν η μεταβίβαση και ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρείες γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 και όχι όταν έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του Ν. 3156/2003, θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ενότητας και ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδαφ. α’ του Συντάγματος και επιβάλλει τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε νομοθετικών ρυθμίσεων, η οποία πρέπει να τηρείται, ιδίως όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους ενδιαφερόμενους, όπως οι προαναφερόμενες διατάξεις. Τέλος, υπέρ της ανωτέρω ερμηνευτικής προσέγγισης ότι ο διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων του Ν. 3156/2003 νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος αποτελεί και η ιστορική καταγωγή του Ν. 3156/2003. Ειδικότερα, η τιτλοποίηση απαιτήσεων προβλέφθηκε για πρώτη φορά στην ελληνική νομοθεσία με το άρθρο 14 του Ν. 2801/2000 και αφορούσε την τιτλοποίηση απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, στη συνέχεια δε, ο θεσμός αυτός επεκτάθηκε και στον ιδιωτικό τομέα με τη θέσπιση του Ν. 3156/2003. Με την παρ. 13 του άρθρου 14 του άνω Ν. 2801/2000 ορίστηκε ότι η είσπραξη των εκχωρούμενων απαιτήσεων συνεχίζει να γίνεται από το Ελληνικό Δημόσιο στο όνομα και για λογαριασμό αυτού, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, για την είσπραξη δημόσιων εσόδων και με όλα τα διαδικαστικά προνόμια του Ελληνικού Δημοσίου, σαν να μην είχε λάβει χώρα εκχώρηση ή μεταβίβαση των σχετικών απαιτήσεων, οι, δε, προβλεπόμενες επί των εσόδων κρατήσεις και δικαιώματα υπέρ τρίτων αποδίδονται στους δικαιούχους τους, με βάση τις ισχύουσες διατάξεις. Ο εκδοχέας των απαιτήσεων δεν νομιμοποιείται να παρέμβει ή να συμμετάσχει κατά οποιονδήποτε τρόπο στις σχετικές διαδικασίες. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται κατ` αναλογία και όταν πρόκειται για εκχώρηση απαιτήσεων ΝΠΔΔ.
Συνεπώς, με βάση τον ως άνω νόμο, που προηγήθηκε του Ν. 3156/2003, το Ελληνικό Δημόσιο ως διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων έχει την αποκλειστική εξουσία να ενεργεί στο όνομά του ως μη δικαιούχος διάδικος όλες τις αναγκαίες ενέργειες και διαδικασίες για την είσπραξη των εκχωρημένων ή μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, ενώ ο εκδοχέας των απαιτήσεων στερείται νομιμοποίησης. Η υποστηριζόμενη άποψη ότι οι εταιρείες διαχείρισης νομιμοποιούνται ως μη δικαιούχοι διάδικοι μόνο όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισης σ’ αυτές γίνεται με βάση τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, λόγω του ότι προβλέπεται διαφορετική φορολογική μεταχείριση των εταιρειών διαχείρισης στους δύο νόμους, καθώς ο Ν. 3156/2003 θέτει τις τιτλοποιημένες απαιτήσεις υπό καθεστώς φορολογικής ατέλειας, ενώ οι μεταβιβάσεις που γίνονται με βάση το Ν. 4354/2015 υπόκεινται σε φορολογία, δεν μπορεί να στηρίξει πειστικά αυτή τη διαφορετική άποψη. Επίσης, το επιχείρημα υπέρ της ίδιας ως άνω άποψης, λόγω του ότι ο Ν. 4354/2015 θέτει ως απαραίτητη προϋπόθεση για την πώληση των μη εξυπηρετούμενων δανείων των καταναλωτών την προηγούμενη πρόσκληση του συνεργάσιμου δανειολήπτη και του εγγυητή για να διακανονίσουν τις οφειλές τους (άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 4354/2015), ενώ ο Ν. 3156/2003 δεν περιλαμβάνει τέτοια πρόβλεψη, είναι ατελέσφορο, διότι η τήρηση αυτής της προϋπόθεσης δεν απαιτείται σε όλες τις περιπτώσεις, αφού εξαιρούνται από την προϋπόθεση αυτή απαιτήσεις επίδικες ή επιδικασθείσες και απαιτήσεις κατά οφειλετών μη συνεργάσιμων (άρθρο 3 παρ. 2 εδαφ. β Ν. 4354/2015). Κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Ολ. Α.Π. 1/2023).
Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι είναι άκυρη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, διότι η καθ’ ης δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά να καταθέσει αίτηση προς έκδοσή της, καθώς η μεταβίβαση της ένδικης απαίτησης έγινε στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων βάσει του ν. 3156/2003, το άρθρο 10 του οποίου δεν επιτρέπει στις προβλεπόμενες σε αυτό εταιρείες διαχείρισης να επιχειρούν δικαστικές ενέργειες στο όνομα της αποκτώσας εταιρείας εναντίον των οφειλετών για την είσπραξη των απαιτήσεων αυτών. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, νομιμοποιείται η καθ’ ης διαχειρίστρια εταιρεία στην υποβολή αίτησης για έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, αφού έχει την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ενδίκου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων.
Με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι είναι άκυρη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, καθόσον η καθ΄ης για να αποδείξει ότι έγινε μεταβίβαση της απαίτησης από την ένδικη σύμβαση δανείου προσκόμισε με την αίτησή της μόνο τις υπ’ αριθμ. πρωτ. …../30-4-2020 και ……./20-4-2021 περιλήψεις των δημοσιεύσεων της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και της σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων και όχι ολόκληρο το σώμα των συμβάσεων. Ο λόγος αυτός της ανακοπής κρίνεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, καθόσον δεν ήταν αναγκαίο κατά το άρθρο 626 παρ. 3 του ΚΠολΔ να προσκομισθεί ολόκληρο το σώμα των ως άνω συμβάσεων πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων για την απόδειξη της νομιμοποίησης της καθ΄ης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ανακόπτων, δεδομένου μάλιστα ότι πρόκειται για αποσπάσματα δημοσίων εγγράφων που φυλάσσονται σε δημόσια αρχή (Ενεχυροφυλακείο) ελεύθερα προσβάσιμη για την πληροφόρηση των τρίτων, έλαβε, δε, χώρα στην προκείμενη περίπτωση καταχώριση των συμβάσεων στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 (άρθρο 10 παρ. 8 Ν. 3156/2003) κατά τα ανωτέρω.
Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν.2251/1994 που έχει τίτλο “προστασία καταναλωτών”, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007, και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (Ολ.ΑΠ 15/2007), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται. Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ίδιου ως άνω άρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ` αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών (Όλ.ΑΠ 15/2007 ό.π.). Περαιτέρω, από την γραμματική διατύπωση της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν 128/1975 κατά την οποία «επιβάλλεται εισφορά βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα… υπέρ του, εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου, λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστό…», προκύπτει ότι ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς αυτής και το υπόχρεο να την αποδώσει στο Δημόσιο πρόσωπο, χωρίς όμως να προβλέπει τη δυνατότητα μετακύλισής της (από τα πιστωτικά ιδρύματα) στους δανειολήπτες, ούτε όμως και να την απαγορεύσει. Σκοπός θέσπισης της συγκεκριμένης εισφοράς είναι, η μέσω αυτής έμμεση ενίσχυση της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ` ωφέλεια της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει τελικά να επιβαρυνθεί με αυτήν είναι τα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία απλά ορίζεται ότι βαρύνονται να την αποδώσουν στο Δημόσιο. Συνεπώς, σε καθεστώς ελεύθερου προσδιορισμού των επιτοκίων, οι τράπεζες δεν απαγορεύεται να συμφωνήσουν τον υπολογισμό του ποσοστού της συγκεκριμένης εισφοράς στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς να απαιτείται και ειδική αναφορά της ειδικότερης αιτίας μετακύλισής της στο δανειολήπτη. Η επιβολή της συγκεκριμένης εισφοράς στο δανειολήπτη μπορεί να ελεγχθεί μόνον από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο. Έτσι σε περίπτωση που στην σύμβαση γίνεται κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί της % και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και κατά συνέπεια η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη (ΑΠ 669/2020, 368/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, εφόσον η μετακύλιση της εισφοράς είναι νόμιμη και εντάσσεται στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, λογίζεται ως τόκος και συνεπώς νόμιμα ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (βλ. ΑΠ 669/2020 ο.π.). Με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής, ο ανακόπτων, κατ΄ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ισχυρίζεται ότι είναι άκυρος ο όρος της σύμβασης δανείου περί μετακύλισης και ανατοκισμού της εισφοράς του ν. 128/1975 στον πιστούχο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον είναι νόμιμη τόσο η μετακύλιση της εισφοράς, όσο και ο ανατοκισμός αυτής, αφού πλέον αποτελεί μέρος του πραγματικού επιτοκίου. Στην εν λόγω σύμβαση, όπως συνομολογεί ο ανακόπτων, γίνεται ρητή και σαφής αναφορά ότι ο πιστούχος θα βαρύνεται με την εισφορά αυτή του ν. 128/75, η οποία θα χρεώνεται στο λογαριασμό θα κεφαλοποιείται και θα ανατοκίζεται ανά εξάμηνο και επομένως συντρέχει η προϋπόθεση της διαφάνειας για το έγκυρο του όρου αυτού, που απαιτείται και μόνο. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι δεν προσβάλλονται και τα κατ` ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού, όπως απαιτείται για το ορισμένο του, δεδομένου ότι η τυχόν αποδοχή του λόγου αυτού θα επέφερε εν μέρει μόνο ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ανακοπή, να επικυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν δυσχερής (άρθρ. 179, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην εκκαλούσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, την από 9-7-2024 και υπ’ αριθμ. έκθ. κατάθ. ……/2024 έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 976/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως διορθώθηκε με την υπ’ αριθμ. 1406/2024 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου,
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 976/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως διορθώθηκε με την υπ’ αριθμ. 1406/2024 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου,
Διακρατεί την υπόθεση και δικάζει α) επί της από 19-12-2022 και με αριθμ. εκθ. κατάθ. ………./2022 ανακοπής.
Απορρίπτει την ανακοπή.
Επικυρώνει την υπ’ αριθμ. …………/2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην εκκαλούσα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 5 Μαΐου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ