Αριθμός 232/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χρυσή Φυντριλάκη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: …………….., εταίρου και συν-διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» και τον διακριτικό τίτλο (δ.τ.) «…………….», ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Δικηγόρο Αγγελική Πολυδώρου (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία «……………» και τον διακριτικό τίτλο (δ.τ.) «……….», η οποία εδρεύει στον ………. Αττικής, επί της οδού …….., με Α.Φ.Μ.: …. και αρ. Γ.Ε.Μ.Η. ….., όπως νομίμως εκπροσωπείται και 2) ………….. ατομικώς και ως εταίρου και συν-διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» και τον διακριτικό τίτλο (δ.τ.) «…………..»., οι οποίοι αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιό του Δικηγόρο Γεώργιο Καραχάλιο [Καραχάλιος και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία]
Ο εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 22.5.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2023) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 38/2025 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 25.2.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ……../2025 -ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………../2025) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Η πληρεξούσια δικηγόρος εκκαλούντος, η οποία παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εφεσιβλήτων, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η με αριθμό κατάθεσης στην γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς …………/2025 έφεση κατά της υπ΄αριθμόν 38/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα καθώς η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 7-1-2025, επιδόθηκε στις 5-2-2025 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 25-2-2025 (άρθρα 495, 511, 513, 516 παρ 1, 517 εδαφ α, 518 παρ 1 και 147 ΚΠολΔ). Συνεπώς, πρέπει να γινει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής κατά την αυτή διαδικασία δοθέντος ότι έχει καταβληθεί και το προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 495 παρ 3 ΚΠολΔ παράβολο άσκησης έφεσης (βλ. με κωδικό ……………../2025 e- παράβολο).
Με την αγωγή επί της οποίας εξεδόθη η εκκαλουμένη απόφαση ο ενάγων ιστορούσε ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων δανείου που συνήψε με την πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία την οποία συνέστησε με τον δεύτερο εναγόμενο αδελφό του, με τον οποίο από τις αρχές του έτους 2019 βρίσκεται σε συνεχείς δικαστικές διαμάχες λόγω διατάραξης της εταιρικής σχέσης, μεταβίβασε κατά κυριότητα σ΄αυτήν κατά το χρονικό διάστημα από το 2011 έως 2019 τα παρακάτω ποσά: α) το ποσό των 159.925 ευρώ με κατάθεση στους λογαριασμούς αυτής, β) το ποσό των 86.700 ευρώ με μεταφορά από προσωπικό λογαριασμό στους λογαριασμούς αυτής και γ) το ποσό των 25811,45 ευρώ με πληρωμές οφειλών αυτής σε τρίτους και συνολικά το ποσό των 272.436,45 ευρώ εκ του οποίου η πρώτη εναγόμενη απέδωσε σ΄αυτόν 139.168 ευρώ αφήνοντας εναπομείναν υπόλοιπο εκ 41.268,45 ευρώ. Ζήτησε δε, ν΄αναγνωριστεί κατόπιν νομότυπου περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, ότι υποχρεούνται οι εναγόμενοι να καταβάλουν σ΄αυτόν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, το ανωτέρω ποσό με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως καθώς επίσης και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά του έξοδα. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ΄αριθμόν 38/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ΄ουσίαν καθώς το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα επίδικα ποσά από τον ενάγοντα καταβλήθηκαν από τον ενάγοντα στα πλαίσια χρηματοδότησης της εταιρείας για την επίτευξη του εταιρικού σκοπού και όχι βάσει δανειακών συμβάσεων.
΄Ηδη, κατά της απόφασης αυτής βάλλει ο ενάγων παραπονούμενος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την παραδοχή της αγωγής του. Με το δικόγραφο των προτάσεων δε, ζήτησε και την καταδίκη του δεύτερου εναγόμενου σε χρηματική ποινή κατ΄αρθρο 205 ΚΠολΔ λόγω της από μέρους του παράβασης του καθήκοντος αληθείας συνιστάμενης στο ότι επικαλείται την υπ΄αριθμόν ……./14-3-2025 πράξη διορισμού πραγματογνώμονα της 3ης Προανακρίτριας Πειραιά ισχυριζόμενος ότι με την πράξη αυτή διατάχθηκε να ερευνηθεί αν ο ενάγων κατέβαλε χρήματα από την ατομική του περιουσία για την χρηματοδότηση της πρώτης εναγόμενης και για το εάν έλαβαν χώρα αδικαιολόγητες μεταφορές ή αναλήψεις χρημάτων, παρέστησε, δηλαδή, ψευδώς ότι το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης ταυτίζεται με το αντικείμενο της κρινόμενης αγωγής και για το λόγο αυτό ζήτησε την αναβολή κατ΄ άρθρο 250 ΚΠολΔ της συζήτησης της δίκης μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της ποινικής αυτής υποθέσεως, ενώ το αληθές είναι ότι η Πράξη αυτή δεν σχετίζεται μ΄αυτό αφού εκδόθηκε στα πλαίσια έγκλησης που υπέβαλε ο ενάγων σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου οι λογαριασμοί του οποίου ελέγχονται με την αιτούμενη πραγματογνωμοσύνη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 527, 532 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έρευνα διέρχεται τρία στάδια, κατά τα οποία εξετάζονται πρώτα το παραδεκτό της ασκηθείσας έφεσης (άρθρο 532), δεύτερο το παραδεκτό ενός εκάστου των λόγων αυτής και τρίτο το κατ’ ουσίαν βάσιμο αυτών (άρθρο 533 παρ. 1). Το βάσιμο ή μη των λόγων της έφεσης κρίνεται από το Εφετείο από την εκτίμηση του σε αυτό και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συγκεντρωθέντος εν γένει αποδεικτικού υλικού, συμπεριλαμβανόμενου και του προσκομισθέντος το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη, κατά τις προϋποθέσεις και τους ορισμούς του άρθρου 529 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ. Το Εφετείο όμως, του νόμου μη ορίζοντος το αντίθετο, κατά την ορθή έννοια των ως άνω διατάξεων, δεν κωλύεται για την κατά την κρίση του ολοκλήρωση της έρευνας περί της βασιμότητας των λόγων της έφεσης και την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις με τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, καθώς και επανάληψη της συζήτησης, όταν κατά τη μελέτη και τη διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάστηκαν κενά, που χρειάζονται συμπλήρωση (άρθρο 254 ΚΠολΔ), ώστε μετά την εκτίμηση των αποδείξεων αυτών, καθώς και αυτών που εκτιμήθηκαν από την εκκαλούμενη απόφαση, να κρίνει εάν είναι εσφαλμένη ή μη η πληττόμενη με την έφεση απόφαση και, σε καταφατική περίπτωση, να αποφανθεί περί της βασιμότητας των λόγων της έφεσης και εκ τούτου, κατ’ επιταγή πλέον του νόμου (άρθρο 535 παρ. 1), να εξαφανίσει τότε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, κατά την έννοια της άνω διάταξης, προϋπόθεση της εξαφάνισης αυτής (απόφασης) είναι η προηγούμενη διάγνωση από το Εφετείο της βασιμότητας των λόγων έφεσης, η οποία επιτυγχάνεται κυριαρχικά από αυτό, κατά τα προεκτεθέντα. Το αντίθετο δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά τουναντίον: α) από τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 524 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, και στην κατ’ έφεση δίκη, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση και β) από την έχουσα επίσης εφαρμογή στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) διάταξη του άρθρου 245 του ιδίου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει οτιδήποτε μπορεί να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δικαιούται να διατάξει επανάληψη της συζήτησης και να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις, που θα συντελούν στη διάγνωση της βασιμότητας του λόγου έφεσης και της εν γένει διαφοράς, κατά τα δι’ αυτού οριζόμενα όρια, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη (ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 1844/2011, ΑΠ 2/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν στα πλαίσια προγενέστερων δικών και ενεργειών και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το από 20-3-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό μητρώου ………. και αριθμό κατάθεσης …./21-3-2007, ο ενάγων και ο δεύτερος εναγόμενος αδελφός του, αμφότεροι λογιστές κατ΄επάγγελμα συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «………» και τον διακριτικό τίτλο «……….» με έδρα τον ………….., επί της οδού ……….. με αόριστη αόριστη διάρκεια και σκοπό α) την κατασκευή, εγκατάσταση, λειτουργία, επέκταση και εκμετάλλευση σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (ιδίως φωτοβολταϊκών και άλλων ήπιας μορφής) κυρίως με την εκμετάλλευση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ), β) την εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας και γ) την παροχή υπηρεσιών τεχνικών και οικονομικών στην εκπόνηση μελετών που έχουν σχέση με την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών πάρκων και άλλων ΑΠΕ. Διαχειριστές, ταμίες και νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας ορίστηκαν αμφότεροι οι εταίροι οι οποίοι είχαν το δικαίωμα να ενεργούν είτε από κοινού, είτε κατά μόνας, εκτός από την περίπτωση δέσμευσης της εταιρείας για ποσό άνω των 5.000 ευρω για την οποία απαιτούνταν η σύμπραξη αμφοτέρων. Καθένας των εταίρων κατέβαλε το ποσό των 5.000 ευρώ και η συμμετοχή αμφοτέρων σε κέρδη και ζημίες ορίστηκε σύμμετρη. Οι εταίροι είχαν αγαστή συνεργασία μέχρι αρχές του έτους 2019 που διαταράχθηκαν οι σχέσεις τους καθώς ο δεύτερος των εναγομένων μήνυσε τον ενάγοντα για υπεξαίρεση αρχικά του ποσού των 121.593 ευρώ, ακολούθως του ποσού των 50.505 ευρώ και τέλος του ποσού των 30.325 ευρώ επικαλούμενος οικονομικές εκθέσεις του οικονομολόγου – λογιστή . ………. Ενόψει των μηνύσεων αυτών διατάχθηκε από την ανακρίτρια του Δ΄Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς τον Σεπτέμβριο του έτους 2021 με την υπ΄αριθμόν …../2021 Διάταξή της πραγματογνωμοσύνη με πραγματογνώμονα τον οικονομολόγο φοροτεχνικό …………… σχετικά με το αν κατά το χρονικό διάστημα από 2007 έως 2019 έλαβαν χώρα αδικαιολόγητες μεταφορές ή αναλήψεις χρηματικών ποσών της πρώτης εναγόμενης εταιρείας εκ μέρους του ενάγοντος. Ο πραγματογνώμονας τον Ιανουάριο του 2022 συνέταξε πραγματογνωμοσύνη εκ της οποίας προέκυπτε ότι είχαν γίνει μεταφορές από το προσωπικό λογαριασμό του ενάγοντος στους λογαριασμούς της πρώτης εναγομένης καθώς και ότι είχαν γίνει καταθέσεις από τον ενάγοντα στους λογαριασμούς της εναγομένης αλλά και πληρωμές απ΄αυτόν προς τρίτους για οφειλές της πρώτης εναγομένης. Επιπλέον, με την υπ΄αριθμόν ……/14-3-2025 Πράξη Διορισμού Πραγματογνώμονα της 3ης Προανακρίτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά, διατάχθηκε στις 14-3-2025, ήτοι ένα μήνα μετά τον προσδιορισμό της κρινόμενης έφεσης, πραγματογνωμοσύνη από την φοροτεχνικό ……………… σχετικά με το αν έχουν καταβληθεί από τον εκεί εγκαλούμενο χρήματα από ατομικά του κεφάλαια στην πρώτη εναγομένη εταιρεία κατά την διάρκεια της λειτουργίας αυτής και σχετικά με το αν έλαβαν χώρα αδικαιολόγητες μεταφορές ή αναλήψεις χρηματικών ποσών εκ μέρους του από την περιουσία της πρώτης εναγομένης, με αίτημα να προσδιοριστεί το ύψος αυτών, ο χρόνος που έλαβαν χώρα, αλλά και η αιτία ανάληψης αυτών. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η πραγματογνωμοσύνη αυτή διατάχθηκε για να διαπιστωθεί αν ο ενάγων κατέβαλε χρήματα από την ατομική του περιουσία για την χρηματοδότηση της εταιρείας και για το αν έλαβαν χώρα αδικαιολόγητες μεταφορές ή αναλήψεις χρημάτων, δηλαδή πρόκειται για το αντικείμενο της κρινόμενης αγωγής. Από την πλευρά του ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η πραγματογνωμοσύνη αυτή διατάχθηκε κατόπιν έγκλησης της πρώτης εναγομένης και του ιδίου σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου προκειμένου να ελεγχθεί αν έλαβαν χώρα καταβολές ή αναλήψεις από ατομικά κεφάλαια του δεύτερου εναγόμενου προς την πρώτη εναγόμενη. Προς τούτο, προσκομίζει ένα πληροφοριακό σημείωμα ηλεκτρονικής υπηρεσίας στο οποίο αναγράφεται το πρώτο γράμμα του ονόματος και του επώνυμου του κατηγορούμενου και των μηνυτών και ζητεί την επιβολή χρηματικής ποινής ύψους 2500 ευρώ κατ΄άρθρο 205 ΚΠολΔ λόγω παράβασης από μέρους των εναγομένων του καθήκοντος αληθείας, των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών ηθών. Ωστόσο, εκ του πληροφοριακού αυτού σημειώματος καθίσταται αδύνατη η με ασφάλεια διακρίβωση της ταυτότητας των εγκαλούντων και του εγκαλούμενου καθώς δεν αναφέρεται σ΄αυτό ολόκληρο το όνομα εγκαλούντων και εγκαλούμενου αλλά μόνο τα αρχικά αυτών, ενώ τέτοια αδυναμία προκύπτει και από την Πράξη της Προανακρίτριας με την οποία διατάσσεται η πραγματογνωμοσύνη αφού δεν αναφέρεται σ΄αυτήν ούτε το όνομα του εγκαλούμενου ούτε τα ονόματα των εγκαλούντων. Εξάλλου, ούτε από το προσκομισθέν σώμα της υποβληθείσας έγκλησης αίρονται οι σχετικές αμφιβολίες καθώς είναι δυνατόν να έχουν συσχετισθεί και έτερες εγκλήσεις και να ερευνώνται ταυτόχρονα. Ως εκ τούτου δεν δύναται να ελεγχθεί η βασιμότητα του σχετικού ισχυρισμού. Κρίνεται, όμως, αναγκαία η προσκόμιση της σχετικής πραγματογνωμοσύνης είτε αφορά τον ενάγοντα, είτε αφορά τον δεύτερο εναγόμενο αφού στην πρώτη περίπτωση η πραγματογνωμοσύνη αφορά τις ένδικες καταβολές , ενώ στην δεύτερη τις καταβολές στις οποίες προέβη ο δεύτερος εναγόμενος προς την πρώτη εναγόμενη εταιρεία, η επιβεβαίωση ή η αμφισβήτηση των οποίων είναι αναγκαία για την διάγνωση της συμπεριφοράς των εταίρων έναντι της εταιρείας για την λειτουργία της και εντεύθεν για την ουσιαστική βασιμότητα ή μη της ένδικης αγωγής. Συνεπώς, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης κατ΄αρθρο 254 ΚΠολΔ προκειμένου να προσκομισθεί η έκθεση της πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε με την προαναφερόμενη Πράξη της Προανακρίτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά αφού, το Εφετείο, δεν κωλύεται για την κατά την κρίση του ολοκλήρωση της έρευνας περί της βασιμότητας των λόγων της έφεσης και την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς, να διατάξει επανάληψη της συζήτησης, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, όταν κατά τη μελέτη και τη διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάστηκαν κενά, που χρειάζονται συμπλήρωση (άρθρο 254 ΚΠολΔ), ώστε μετά την εκτίμηση των διεξαχθησομένων τούτων αποδείξεων, καθώς και αυτών που εκτιμήθηκαν από την εκκαλούμενη απόφαση, να κρίνει εάν είναι εσφαλμένη ή μη η πληττόμενη με την έφεση απόφαση και, σε καταφατική περίπτωση, να αποφανθεί περί της βασιμότητας των λόγων της έφεσης, κατά τα αναφερόμενα στη προεκτιθέμενη μείζονα σκέψη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθεί με επιμέλεια οιουδήποτε των διαδίκων η έκθεση της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης της φοροτεχνικού …………….. που διατάχθηκε με την υπ΄αριθμόν …../14-3-2025 Πράξη Διορισμού Πραγματογνώμονα της 3ης Προανακρίτριας Πειραιά.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 14 Απριλίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ