Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 241/2026

Αριθμός    241/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα  2ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χρυσή Φυντριλάκη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ:    …………………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Δικηγόρο Αικατερίνη Ζαχιώτη [ΙΩΑΝΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ]

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρείας με την επωνυμία «……………….» (η «……………»), που εδρεύει στη ……….. Αττικής, επί της ……………..με Α.Φ.Μ. ….. και αρ. ΓΕΜΗ ……., νομίμως αδειοδοτηθείσης από την Τράπεζα της Ελλάδος (απόφαση) υπ’ αριθμ. 207/1/29-11-2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) ως εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4354/2015 και της πράξης 118/19-05-2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ’ αριθμόν 153/08-01 -2019 Πράξη, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία ……………” (………..), με έδρα το …………….. Ιρλανδίας (…………..) και αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών Ιρλανδίας …… («ο δικαιούχος της απαίτησης»), κατά τα οριζόμενα στο από 18-06-2021 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Διαχείρισης Απαιτήσεων και σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, όπως ισχύει, στον οποίο Δικαιούχο της Απαίτησης, η Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «……………», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 30- 04-2020 Σύμβασης Μεταβίβασης Τιτλοποιούμενών Απαιτήσεων (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών) και σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Δικηγόρο Παντελεήμονα Στεργιάννη [ΑΓΛΑΪΑ ΚΡΕΤΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ].

Ο εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς  την από 15.4.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ  ……………./2022) ανακοπή καθώς και τον από 22.11.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ  ………………./2022) πρόσθετο λόγο ανακοπής, επί των οποίων (ανακοπής και προσθέτου αυτής λόγου) εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 169/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την ανακοπή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο ανακόπτων-ασκών τους πρόσθετους λογους ανακοπής και ήδη εκκαλών με την από 14.1.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ   ………………../2025 -ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ  …………./2025) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων,  αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Η κρινόμενη  με αριθμό καταθ. στη γραμματεία του Εφετείου  Πειραιά  …………../2025 έφεση κατά της  υπ΄αριθμόν 169/2023 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα  καθώς  η  εκκαλουμένη απόφαση  δημοσιεύτηκε  στις  19-1-2023  και  η  έφεση κατατέθηκε   στη γραμματεία του  Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά  στις 16-1-2025 δίχως να προηγηθεί επίδοση της εκκαλουμένης   (άρθρα 495,511,513,516 παρ 1, 517 εδαφ α, 518 παρ 1  και 147 ΚΠολΔ). Συνεπώς, πρέπει να γινει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής κατά την  αυτή  διαδικασία  δοθέντος ότι έχει καταβληθεί και το απαιτούμενο κατ΄αρθρο 409 παρ 3 ΚΠολΔ παράβολο άσκησης έφεσης (βλ. με κωδικό  αριθμό  ……………/2025 παράβολο).

Ο ανακόπτων  και ήδη εκκαλών με την με αριθμό καταθ. ………../2022  ανακοπή και τον με αριθμό καταθ. …………/2022 πρόσθετο λόγο ανακοπής που  άσκησε  ενώπιον  του Μονομελούς   Πρωτοδικείου Πειραιά  κατά της  καθ΄ης και ήδη  εφεσίβλητης   εταιρίας ως εταιρείας  διαχείρισης  απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις,  στην οποία είχε ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την  επωνυμία   «………….» με έδρα το …… Ιρλανδίας  στην οποία  η τραπεζική εταιρεία «……………………»,  είχε εκχωρήσει  και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες  απαιτήσεις της  από δάνεια και πιστώσεις μεταξύ των οποίων και η επίδικη, ζήτησε για τους αναφερόμενους σ΄αυτήν λόγους την ακύρωση της υπ΄αριθμον ……./2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποια υποχρεώθηκε  να καταβάλλει   στην καθ΄ης η ανακοπή  εταιρία  το ποσό των  46.867,39 ευρώ   πλέον τόκων και εξόδων προερχόμενο από σύμβαση στεγαστικού δανείου  και κατ΄επέκταση (ζήτησε)  και την ακύρωση  και της από 18-3-2022 επιταγής με την οποία επιτάχθηκε να καταβάλει  το ανωτέρω ποσό πλέον τόκων, δικαστικών εξόδων, εξόδων αντιγράφου του απογράφου, εξόδων επίδοσης   και αμοιβής για σύνταξη της   επιταγής  και συνολικά   το ποσό των 47.912,79 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Επί της ανακοπής αυτής  στην οποία παραδεκτά σωρεύεται  ανακοπή κατα διαταγής πληρωμής  και  ανακοπή κατά της εκτελέσεως  (άρθρο 632  παρ 6 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το ν 4335/2016) και επί του προσθέτου λόγου ανακοπής, εκδόθηκε η εκκαλουμένη με την οποία απορρίφθηκε τόσο η  ανακοπή όσο και ο  πρόσθετος λόγος ανακοπής .

Ήδη, κατά της αποφάσεως αυτής βάλλει  ο εκκαλών ανακόπτων     παραπονούμενος    για εσφαλμένη ερμηνεία  και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων  και ζητεί    την εξαφάνιση  της εκκαλουμένης και  την παραδοχή  της ανακοπής  της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 623, 624 παρ. 1, 626, 628 παρ. 1 εδ. α`, 632 παρ. 1 και 633 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματική απαίτηση, εφόσον η απαίτηση αυτή δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και αποδεικνύεται (η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό) με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων που επισυνάπτονται στην αίτηση. Εάν η απαίτηση ή το ποσό δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο Δικαστής οφείλει, κατ` άρθρο 628 του ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής. Εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 του ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, η ακύρωση της διαταγής πληρωμής απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης και της δυνατότητας να αποδειχθεί αυτή με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1376/2018, ΑΠ 682/2015, ΕφΠειρ 399/2020, δημ. Νόμος). Ειδικότερα, κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 117 ή 118 και η παράγραφος 1 του άρθρου 119 του Κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής, πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ. 1 περ. α` του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που να εξατομικεύουν την απαίτηση, όσον αφορά στο αντικείμενο, το είδος και τον τρόπο γέννησής της και που να δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση, έναντι του αιτούντος (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 15/2007, δημ. Νόμος). Από δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 630 περ. γ’ και δ` ΚΠολΔ – που ορίζει ότι η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων στοιχείων, την αιτία της πληρωμής και το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, προκύπτει ότι αυτή δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά μόνον τίτλος εκτελεστός (άρθρα 631 και 904 παρ. 1 περ. ε’ ΚΠολΔ). Η αναφορά, ειδικότερα, στη διαταγή πληρωμής, του καταβλητέου ποσού χρημάτων, απαιτείται προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη, κατά την έννοια του άρθρου 916 ΚΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος. Η δε απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό, με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013, δημ. Νόμος). Αντίθετα, δεν απαιτείται η διαταγή πληρωμής να περιλαμβάνει και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, αλλά αρκεί ο συνοπτικός σ` αυτήν προσδιορισμός του γενεσιουργού λόγου της απαίτησης, κατά τρόπο που αυτή απλώς να εξατομικεύεται και να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της, δηλαδή δεν απαιτείται πλήρης περιγραφή όλων των περιστατικών που τη συγκροτούν (ΑΠ 1094/2006, δημ. Νόμος).

Με τον πρώτο λόγο έφεσης ο ανακόπτων  ο  οποίος  ανέλαβε ευθύνη εγγυητή στη επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου ισχυρίζεται ότι κατ΄εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε με την εκκαλουμένη  ως  αόριστο το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου  ανακοπής με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη για το λόγο ότι  στην αίτηση προς έκδοση αυτής, αλλά και στην διαταγή πληρωμής  δεν αναφέρεται  το κεφάλαιο επί του οποίου υπολογίζονται οι τόκοι, το επιτόκιο, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ίσχυσε το εκάστοτε επιτόκιο, το ποσό των τόκων το οποίο κεφαλαιοποιήθηκε κάθε φορά, οι τόκοι υπερημερίας, το επιτόκιο βάσει των οποίων υπολογίστηκαν, τα ποσά των εισφορών, τα ποσοστά προμήθειας καθως και οι λοιπές πρόσθετες επιβαρύνσεις καθώς και οι τοκοφόρες  ημερομηνίες (valeur) με συνέπεια να καθίσταται αδύνατος  ο έλεγχος της νομιμότητας του επιδικασθέντος ποσού. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος καθόσον στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που να εξατομικεύουν την απαίτηση, όσον αφορά στο αντικείμενο, το είδος και τον τρόπο γέννησής της και που να δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση, έναντι του αιτούντος. Επιπρόσθετα,   η διαταγή πληρωμής αρκεί να περιλαμβάνει   συνοπτικό προσδιορισμό  του γενεσιουργού λόγου της απαίτησης, κατά τρόπο που αυτή απλώς να εξατομικεύεται και να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της, δηλαδή δεν απαιτείται πλήρης περιγραφή όλων των περιστατικών που τη συγκροτούν, κατά τα αναφερόμενα στην προεκτιθέμενη μείζονα σκεψη. Ως εκ τούτου  ο σχετικός λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον λόγο αυτό έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται από τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής ορθά κατ΄αποτέλεσμα έκρινε και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με το σχετικό λόγο της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 527, 532 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έρευνα διέρχεται τρία στάδια, κατά τα οποία εξετάζονται πρώτα το παραδεκτό της ασκηθείσας έφεσης (άρθρο 532), δεύτερο το παραδεκτό ενός εκάστου των λόγων αυτής και τρίτο το κατ’ ουσίαν βάσιμο αυτών (άρθρο 533 παρ. 1). Το βάσιμο ή μη των λόγων της έφεσης κρίνεται από το Εφετείο από την εκτίμηση του σε αυτό και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συγκεντρωθέντος εν γένει αποδεικτικού υλικού, συμπεριλαμβανόμενου και του προσκομισθέντος το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη, κατά τις προϋποθέσεις και τους ορισμούς του άρθρου 529 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ. Το Εφετείο όμως, του νόμου μη ορίζοντος το αντίθετο, κατά την ορθή έννοια των ως άνω διατάξεων, δεν κωλύεται για την κατά την κρίση του ολοκλήρωση της έρευνας περί της βασιμότητας των λόγων της έφεσης και την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση,  να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις με τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, καθώς  και επανάληψη της συζήτησης , όταν κατά τη μελέτη και τη διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάστηκαν κενά, που χρειάζονται συμπλήρωση (άρθρο 254 ΚΠολΔ), ώστε μετά την εκτίμηση των  αποδείξεων αυτών, καθώς και αυτών που εκτιμήθηκαν από την εκκαλούμενη απόφαση, να κρίνει εάν είναι εσφαλμένη ή μη η πληττόμενη με την έφεση απόφαση και, σε καταφατική περίπτωση, να αποφανθεί περί της βασιμότητας των λόγων της έφεσης και εκ τούτου, κατ’ επιταγή πλέον του νόμου (άρθρο 535 παρ. 1), να εξαφανίσει τότε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, κατά την έννοια της άνω διάταξης, προϋπόθεση της εξαφάνισης αυτής (απόφασης) είναι η προηγούμενη διάγνωση από το Εφετείο της βασιμότητας των λόγων έφεσης, η οποία επιτυγχάνεται κυριαρχικά από αυτό, κατά τα προεκτεθέντα. Το αντίθετο δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά τουναντίον: α) από τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 524 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, και στην κατ’ έφεση δίκη, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση και β) από την έχουσα επίσης εφαρμογή στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) διάταξη του άρθρου 245 του ιδίου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει οτιδήποτε μπορεί να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δικαιούται να διατάξει επανάληψη της συζήτησης και να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις, που θα συντελούν στη διάγνωση της βασιμότητας του λόγου έφεσης και της εν γένει διαφοράς, κατά τα δι’ αυτού οριζόμενα όρια, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη (ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 1844/2011, ΑΠ 2/2006 ΤΝΠ  ΝΟΜΟΣ). Με επόμενο λόγο έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι κατ΄εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου  το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε με την εκκαλουμένη τον τρίτο λόγο ανακοπής και το δεύτερο σκέλος  του  τέταρτου λόγου ανακοπής  περί μη απόδειξης της απαίτησης  από τα προσκομισθέντα έγγραφα και αναντιστοιχίας  των αναφερόμενων σ΄ αυτά ποσών  με το συνολικά επιδικασθέν με την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής.  Εκ του σώματος  της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής προκύπτει   ότι  η τελευταία  εξεδόθη βάσει των αποσπασμάτων των με αριθμούς ……………….. λογαριασμών. Ωστόσο, μεταξύ των προσκομισθέντων από τους διαδίκους εγγράφων δεν  περιλαμβάνονται  τα αποσπάσματα των με αριθμούς ………………… λογαριασμών  με συνέπεια να καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος  της αδιάκοπης σειράς των ποσών εκ των οποίων προέκυψε το επιδικασθέν με την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής ποσό. Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου  να προσκομισθούν τα έγγραφα αυτό αφού, το Εφετείο, δεν κωλύεται για την κατά την κρίση του ολοκλήρωση της έρευνας περί της βασιμότητας των λόγων της έφεσης και την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς, να διατάξει επανάληψη της συζήτησης, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, όταν κατά τη μελέτη και τη διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάστηκαν κενά, που χρειάζονται συμπλήρωση (άρθρο 254 ΚΠολΔ), ώστε μετά την εκτίμηση του συνόλου των  αποδείξεων, να κρίνει εάν είναι εσφαλμένη ή μη η πληττόμενη με την έφεση απόφαση και, σε καταφατική περίπτωση, να αποφανθεί περί της βασιμότητας των λόγων της έφεσης,  κατά τα αναφερόμενα στη προεκτιθέμενη μείζονα σκέψη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθούν με επιμέλεια  οιουδήποτε των διαδίκων τα   αποσπάσματα των με αριθμούς   ………  και   …….. (πρώην …………..)  λογαριασμών τα οποία περιλαμβάνονται μεταξύ των εγγράφων βάσει των οποίων εξεδόθη η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής. Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις    20 Απριλίου 2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ