Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 304/2026

Αριθμός  304/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 2ο

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών,  Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη-Εισηγήτρια και Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη   και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την …………….,   για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ:   ………….. οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Αναστάσιο Κώνστα.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ:   ………………. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγορο Χρήστο Καραμανλή (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).

Ο εκκαλών άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από  27.2.2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2020) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ  1298/2021  απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από  13.9.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ  ………/2021-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ  ……………../2022) έφεσή καθώς και με τους από 11.1.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ  …………../2024) πρόσθετους λόγους έφεσης. Δικάσιμος της έφεσης ορίσθηκε αρχικά η 11η.1.2024, μετά δε από αναβολή, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης. Δικάσιμος των προσθέτων λόγων έφεσης ορίσθηκε η αναφερόμενη  στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος, αφού έλαβε   τον λόγο από τον Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τις απόψεις του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. H υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1298/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον ενάγοντα, που ηττήθηκε πρωτοδίκως. Πρέπει, επομένως, να γίνει αυτή δεκτή από τυπική άποψη και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια τακτική διαδικασία ( άρθρ. 524, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ ), δεδομένου ότι έχει καταβληθεί και το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο άσκησης της έφεσης, όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση κατάθεσης του δικογράφου αυτής (βλ. e-παράβολο ………………/2021 ποσού 150 ευρώ). Με την ως άνω έφεση πρέπει να συνεκδικαστούν κατ’ άρθρ. 246 ΚΠολΔ και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, τους οποίους άσκησε παραδεκτά ο παραπάνω εκκαλών με ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο εγγράφηκε στο πινάκιο και επιδόθηκε στον εφεσίβλητο-καθ’ ου οι πρόσθετοι λόγοι (άρθρ. 520 παρ. 2, 591 παρ. 1 εδ. ζ΄ ΚΠολΔ).-

ΙΙ. Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 27-02-2020 και αριθ. κατάθεσης ……………./27-02-2020 αγωγή του κατά του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου ισχυρίστηκε ότι είναι ……………… και ότι κατά τους αναφερόμενους τόπο και χρόνους ο εναγόμενος, ……………. και ιεραρχικά ανώτερός του, ανέλαβε τη διεξαγωγή Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης (Ε.Δ.Ε.) για υπόθεση στην οποία αυτός (ενάγων) εμπλεκόταν. Ότι για τη διενέργεια της ΕΔΕ ο εναγόμενος τον ειδοποίησε τηλεφωνικά και όχι εγγράφως, όπως όφειλε, δημιούργησε δε σ’ αυτόν την εντύπωση ότι ήταν προκατειλημμένος εναντίον του. Ότι για το λόγο αυτό ζήτησε, όπως είχε δικαίωμα, την εξαίρεση του εναγομένου από τη διενέργεια της ΕΔΕ και την αντικατάστασή του από άλλον αμερόληπτο αξιωματικό. Ότι ο εναγόμενος, αντιδρώντας στην ως άνω αίτησή αυτού (ενάγοντος) για την εξαίρεσή του, τον κατεμήνυσε ψευδώς, ενώ υπέβαλε και ψευδή υπηρεσιακή αναφορά εναντίον του, εν γνώσει του ψεύδους τους, με μοναδικό σκοπό τη συκοφαντική δυσφήμησή του, το διασυρμό του και την προσβολή της προσωπικότητάς του. Ότι συνεπεία της ψευδούς καταμήνυσης και των ψευδών αναφορών του εναγομένου σε βάρος του, αυτός δικάσθηκε ως κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, για τις οποίες αθωώθηκε, ενώ υπέστη και δυσμενείς υπηρεσιακές επιπτώσεις (δυσμενής μετάθεση, παράλειψη βαθμολογικής εξέλιξης και πειθαρχική ποινή), βλάβη της σωματικής του υγείας, αναίτια οικονομική επιβάρυνση, ψυχικό άλγος και ηθική βλάβη. Με βάση δε τα παραπάνω ο ενάγων και ήδη εκκαλών ζήτησε, μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής : 1)  να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος προσέβαλε παράνομα την προσωπικότητά του, 2) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης να άρει την προσβολή, ζητώντας εγγράφως συγγνώμη, και να μην την επαναλάβει στο μέλλον και 3) να αναγνωριστεί ότι είναι υποχρεωμένος ο εναγόμενος να του καταβάλει για χρηματική του ικανοποίηση : α) για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που του προξένησε με την ψευδή του καταμήνυση και την ψευδή υπηρεσιακή του αναφορά το ποσό των 30.000 ευρώ, β) για την αναίτια δικαστική του ταλαιπωρία, τη βλάβη της υγείας του, τον εκφοβισμό και την παραβίαση θεμελιωδών συνταγματικών του δικαιωμάτων το ποσό των (2.000+2.000+3.000+8.000=) 15.000 ευρώ, γ) για τη βλάβη της υγείας του και το ψυχικό του άλγος λόγω της δυσμενούς υπηρεσιακής του μετάθεσης το ποσό των (10.000+10.000=) 20.000 ευρώ, δ) για τη βλάβη της προσωπικής, οικογενειακής και κοινωνικής του ζωής το ποσό των 10.000 ευρώ, για την παρεμπόδισή του από την άσκηση του δικαιώματός να ζητήσει την εξαίρεση του εναγομένου από τη διενέργεια ΕΔΕ σε βάρος του το ποσό των 5.000 ευρώ και ε) για την υπηρεσιακή του βλάβη λόγω της δυσμενούς μετάθεσής του, της αναβολής της μισθολογικής του εξέλιξης και της άδικης υπηρεσιακής του ποινής το ποσόν των 20.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 100.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στα δικαστικά του έξοδα. Επί της πιο πάνω αγωγής (ένδικης) εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1298/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για λόγους αναγομένους σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζητεί την εξαφάνιση αυτής και την καθ’ ολοκληρίαν αποδοχή της αγωγής του.-

ΙII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι : α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), δ) επέλευση ζημίας και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Παράνομη, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ενώ ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει, είτε από δικαιοπραξία, οπότε μάλιστα μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, και που είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις -εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι : α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου, κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είναι είτε μικρότερης σπουδαιότητας, στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1404/2024, ΑΠ 1190/2022). Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ ΑΠ 812/1980, ΑΠ 445/2023). Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914 επ. , 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της υλικής ζημίας του προσβληθέντος, ενώ αδιάφορη για τον χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου (ΑΠ 43/2023, ΑΠ 1190/2022, ΑΠ 149/2020). Εξάλλου, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 361-363 ΠΚ, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον πιο κάτω κρίσιμο χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (24-06-2021), ήτοι πριν την ισχύ του ν. 5090/2024. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις αυτές εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο (άρθρο 361 ΠΚ), ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ, που ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο) και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 ΠΚ). Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης. Αντιθέτως, δεν συνιστά γεγονός η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσης ή άλλοι χαρακτηρισμοί, εκτός αν τα παραπάνω σχετίζονται και συνδέονται άμεσα με γεγονός που συνιστά το κρίσιμο του αδικήματος στοιχείο, έτσι ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητά του, πράγμα που δεν συμβαίνει, όταν εκφράζονται ή εκδηλώνονται ανεξάρτητα και άσχετα με τον τρόπο αυτό. Συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική με αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι πρόσφορο (κατάλληλο) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση κατ’ άρθρο 362 ΠΚ, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 § 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 366 παρ. 1, 3 του ΠΚ, όπως αυτές ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με τις διατάξεις του ν. 5090/2024, προκύπτει ότι, αν το δυσφημιστικό γεγονός είναι αληθές, δεν στοιχειοθετείται ούτε το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 366 παρ. 1 ΠΚ), αλλά είναι δυνατό να στοιχειοθετείται το από το άρθρο 361 ΠΚ προβλεπόμενο έγκλημα της εξύβρισης, αν ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγιναν κακόβουλα, ήτοι από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει, όταν ο συγκεκριμένος τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς εν γνώσει του επιλέχθηκε, για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου.  Ειδικότερα, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης, κατ’ αρχήν, αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο νόμος εισάγει εξαιρέσεις, όσον αφορά την εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης, έστω και δυσμενούς, υπό περιστάσεις δε υπάρχει δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή άσκηση δικαιώματος σε δυσμενείς κρίσεις και εκδηλώσεις σε σχέση με δικόγραφα, ενώπιον των δικαστηρίων ή με εκδηλώσεις εξώδικες κατά τη διάρκεια της δικαστικής αντιδικίας και ενόψει αυτής, που τείνουν σε ενίσχυση των απόψεων του διαδίκου μέρους που συμμετέχει σε αυτές. Κατ’ εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν, κατ’ αντικειμενική κρίση, αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος, μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 756/2011). Όπως προαναφέρθηκε, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α΄ – δ΄ του ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις, που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ΄ και δ΄). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 367 ΠΚ), για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζεται αναλογικά και στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ (ΑΠ 343/2016, ΑΠ 271/2012). Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων [με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2], αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις, που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λ.π. και, συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση, κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 του ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση, που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 109/2012), περιστατικά που προτείνονται κατ’ αντένσταση από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγομένου από τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 1533/2022, ΑΠ 605/2021, AΠ 474/2020, ΑΠ 560/2020, ΑΠ 149/2020, AΠ 169/2019). Περαιτέρω, ενώπιον “τρίτου” τελούνται οι ανωτέρω πράξεις ακόμη και όταν ο ισχυρισμός ή η διάδοση για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων. Στην έννοια του “τρίτου”, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, όπως αυτές ίσχυαν πριν από την κατάργηση και τροποποίησή τους με τις διατάξεις του ν. 5090/2024, εφόσον δεν θεσπίζεται με αυτές οποιαδήποτε διάκριση, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημουμένου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, επομένως και τα πρόσωπα, τα οποία έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κ.λ.π., αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι’ αυτόν, στον οποίο αποδίδεται (Ολ. ΑΠ 3/2021 Ποιν, ΑΠ 1185/2024, ΑΠ 975/2024,  ΑΠ 959/2024 Ποιν, ΑΠ 615/2024, ΑΠ 476/2024, ΑΠ 68/2024, ΑΠ 512/2023, ΑΠ 855/2023, ΑΠ 292/2015). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 229§1 ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ’ αυτήν ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού (ΑΠ 1185/2024, ΑΠ 192/2023, ΑΠ 1360/2022, ΑΠ 5/2017, ΑΠ 268/2013, ΑΠ 236/2008).-

ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ’ αριθ. ……/22-10-2020 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ……………. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθήνας ………., που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων-εκκαλών και λήφθηκε μετά προηγούμενη νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου του, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Στις 26-9-2014 ο εναγόμενος ……….., ο οποίος υπηρετούσε στο …………. με το βαθμό τότε του ……., έλαβε τη με αριθ. ……………/26-09-2014 Διαταγή του Αρχηγού του ……………, με την οποία διορίστηκε να διεξαγάγει Ένορκη Διοικητική Εξέταση (ΕΔΕ), κατόπιν σήματος του ……………., σχετικά με συμβάν, που είχε λάβει χώραν στις 21-08-2014, στην περιοχή ………………, προκειμένου να διερευνηθούν πλήρως τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν και να καταλογιστούν τυχόν υπηρεσιακά παραπτώματα σε βάρος του ενάγοντος, ο οποίος υπηρετούσε στο ………… με το βαθμό τότε του …………. Στην ως άνω δε διαταγή επισυνάπτονταν η με στοιχεία ΩΠ:…………./08.14 αναφορά, στην οποία αναγράφονταν, μεταξύ άλλων, επί λέξει τα εξής : <<την 21.8.14 ενημερώθηκε τηλεφωνικά η υπηρεσία μας από τον ……………, κάτοικο ……., ότι στην ανωτέρω περιοχή υπάρχει συμπλοκή μεταξύ του υιού του και ενός αγνώστου ανδρός>>. Στις 07.10.2012, ο εναγόμενος κάλεσε τηλεφωνικά τον ενάγοντα, προκειμένου να τον ενημερώσει για τη διενέργεια ΕΔΕ σε βάρος του και να του ζητήσει να προσέλθει να καταθέσει ως μάρτυρας. Σε σχετική δε ερώτηση του τελευταίου για το λόγο για τον οποίο εκαλείτο να καταθέσει, ο εναγόμενος του ανέγνωσε το ως άνω τμήμα της συνημμένης στη διαταγή αναφοράς και συγκεκριμένα ότι επρόκειτο για μια αναφερόμενη συμπλοκή μεταξύ του υιού του ………… και του ενάγοντος. Ακούγοντας ο ενάγων τη λέξη «συμπλοκή» αντέδρασε, αρνούμενος ότι ενεπλάκη σε συμπλοκή και υποστήριξε ότι στην πραγματικότητα αυτός ήταν θύμα μονομερούς επίθεσης από τον υιό του …………., χαρακτήρισε δε τον εναγόμενο, χωρίς να υπάρξει ουδεμία εύλογη αφορμή, σαν «προκατειλημμένο» εναντίον του. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο ενάγων στην ένδικη αγωγή του αναφέρει ότι τον ίδιο χαρακτηρισμό απέδωσε και στα συντάξαντα την ως άνω αναφορά στελέχη του ………….. τα οποία, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, μεροληπτούσαν υπέρ του ………………. και ήταν προκατειλημμένα εναντίον του, καθόσον κατά τη σύνταξη της εν λόγω αναφοράς προσπαθούσαν, όπως ισχυρίζεται, να μεταστρέψουν τα λεγόμενά του και να καταγράψουν ότι έλαβε χώρα «συμπλοκή» και όχι μονομερής επίθεση εναντίον του. Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα (07-10-2014), ο ενάγων συνέταξε και απέστειλε την με αριθμό πρωτοκόλλου ………./08-10-2014 έγγραφη αναφορά σε βάρος του εναγομένου, με τον τίτλο «…………….», την οποία κοινοποίησε σε διάφορες υπηρεσίες του ……….. και στην οποία, ζητώντας την εξαίρεσή του, μεταξύ των άλλων, αναφέρει ότι ο εναγόμενος «Θέλει να με εξετάσει για τη συμπλοκή που είχα και γι’ αυτό γίνεται προφανές ότι ο ως άνω αξιωματικός (εναγόμενος) είναι ήδη προκατειλημμένος εναντίον μου και έχει ήδη προδιαγεγραμμένο αρνητικό πόρισμα σε βάρος μου, ενώ τα στοιχεία αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο». Μετά ταύτα στις 30-10-2014 ο εναγόμενος επέδωσε στον ενάγοντα την από 27-10-2014 εξώδικη δήλωση- γνωστοποίηση-πρόσκληση, με την οποία τον καλούσε όπως, εντός πενθημέρου από τη λήψη της, προβεί σε έγγραφη ανάκληση όλων των ψευδών και αρνητικών σχολίων προς το πρόσωπό του και να δηλώσει την έμπρακτη μετάνοιά του για τις υποτιμητικές αναφορές του προς αυτόν, κοινοποιώντας την απάντησή του τόσο στον ίδιο όσο και σε όλες τις υπηρεσίες που είχε αποστείλει την ως άνω από 07-10-2014 έγγραφη αναφορά του. Σε απάντηση της ως άνω εξώδικης δήλωσης του εναγομένου, ο ενάγων απέστειλε τη υπ’ αριθ. πρωτ. ………/04-11-2014 ατομική αναφορά στελέχους ……… με τον τίτλο «Απάντηση σε εξώδικη κοινοποίηση», την οποία κοινοποίησε, μεταξύ των άλλων, και στον Αρχηγό του …………., και στην οποία, αφού αναφέρει αναλυτικά τα ως άνω διαδραματισθέντα, επισημαίνει το γεγονός ότι στις 21-08-2014 στα …………… έλαβε χώρα μονομερής επίθεση σε βάρος του και όχι συμπλοκή, καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων έχει κάνει εμφανή την προκατάληψή του σε βάρος του, ότι η αποστολή προς αυτόν (ενάγοντα) της ως άνω από 27-10-2014 εξώδικης δήλωσης του τελευταίου (εναγομένου) συνιστά απόπειρα εκφοβισμού του, ζητεί δε και πάλι την εξαίρεση αυτού από την ΕΔΕ που θα διενεργηθεί. Μετά ταύτα ο εναγόμενος υπέβαλε την από 15-10-2014 αναφορά στελέχους του Λιμενικού Σώματος, απευθυνόμενη στον Αρχηγό αυτού, που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 23-03-2015, και με την οποία ο εναγόμενος εκφράζει τη γνώμη ότι ο ενάγων πρέπει να ελεγχθεί πειθαρχικά και ψυχολογικά, ζητεί δε να απαλλαγεί ο ίδιος (εναγόμενος) από τη διενέργεια ΕΔΕ σε βάρος του ενάγοντος. Ειδικότερα, στην εν λόγω αναφορά ο εναγόμενος επί λέξει αναφέρει τα εξής : «…Την 07-10-2014 τηλεφώνησα στο ………….΄ και ζήτησα τον εν θέματι βαθμοφόρο προκειμένου να τον ρωτήσω (ως μη όφειλα) πότε είναι διαθέσιμος να προσέλθει να καταθέσει ως μάρτυρας στην ΕΔΕ που διενεργώ βάσει της (α) σχετικής. Όταν με ρώτησε περί τίνος πρόκειται, του ανέγνωσα τις δύο πρώτες γραμμές της ΩΠ:…………./….. σηματικής αναφοράς του ………………..  που είναι προσαρτημένη στην (α) σχετική, όπου αναγράφεται και η λέξη “συμπλοκή”. Tότε ο ανωτέρω άρχισε να φωνασκεί αναιτίως διατεινόμενος ότι είναι θύμα επιθέσεως και ότι δεν είναι σωστά πράγματα αυτά και άλλες παρομοίου περιεχομένου εκφράσεις, που δεν συνάδουν σε καμία περίπτωση με στρατιωτική συμπεριφορά και μάλιστα υφισταμένου προς προϊστάμενο. Συμπλήρωσε δε, ότι δεν θέλει να μου αναφέρει πότε είναι εύκαιρος και να τον καλέσω εγγράφως. Στην (β) σχετική ο εν θέματι βαθμοφόρος υπερβαίνει τα εσκαμμένα, αναφέροντας ότι είμαι ήδη προκατειλημμένος και έχω ήδη προδιαγεγραμένο αρνητικό πόρισμα εις βάρος του. Σημειωτέον ότι τον εν λόγω δεν τον γνωρίζω ούτε κατ’ όψιν. Επίσης στην ίδια αναφορά ο εν θέματι βαθμοφόρος ζητάει, με εμφανώς ειρωνικό προς το πρόσωπο του Αρχηγού ύφος, να διεξαχθεί η ΕΔΕ από άλλον Αξιωματικό, ο οποίος τουλάχιστον (sic) να μην είναι τόσο εμφανώς προκατειλημμένος εναντίον της θέσης του. Κατόπιν των ανωτέρω, θεωρώ ότι ο εν θέματι βαθμοφόρος πρέπει να ελεγχθεί πειθαρχικώς. Φρονώ επίσης, ότι βάσει της εν γένει συμπεριφοράς του θα πρέπει να εξετασθεί από αρμόδια όργανα η ύπαρξη πιθανών ψυχολογικών ή ψυχικών διαταραχών (σύνδρομο καταδιώξεως κ.ο.κ.). Τέλος, για ευνόητους λόγους βάσει των ανωτέρω, αλλά και επειδή προτίθεμαι να κινηθώ ποινικώς εναντίον του, παρακαλώ όπως με απαλλάξετε της διενέργειας της σχετικής ΕΔΕ». Στη συνέχεια ο εναγόμενος υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Πειραιά την από 17-12-2014 έγκλησή του κατά του ενάγοντος, της οποίας ο τελευταίος έλαβε γνώση με την κοινοποίησή της σ’ αυτόν στις 23-03-2015, και με βάση την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του (ενάγοντος) για τις αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης ανωτέρου όχι κατά την υπηρεσία ή για λόγους που έχουν σχέση με αυτήν, της ψευδούς αναφοράς στην αρχή κατ’ εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμησης ανωτέρου. Επί της έγκλησης αυτής εκδόθηκε η  υπ’ αριθ. 217/2018 απόφαση του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ο ενάγων κρίθηκε ομόφωνα ένοχος σε πρώτο βαθμό για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμηση ανωτέρου και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ενώ έπαυσε υφ’ όρον η ποινική του δίωξη για την πράξη της εξύβρισης κατ’ άρθρ. 8 του Ν. 4411/2016 και κηρύχθηκε αθώος για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς αναφοράς στην Αρχή κατ’ εξακολούθηση. Ειδικότερα με την εν λόγω απόφαση ο ενάγων κηρύχθηκε ένοχος για το ότι «ενώ ήταν στρατιωτικός, δηλαδή ….. με ΑΜ …… και υπηρετούσε στο ………….., στο …………. την 01-11-2014 υποβάλλοντας την υπηρεσιακή αναφορά του ενώπιον του …………. (μέσω των προβλεπόμενων ιεραρχικώς ενδιάμεσων αρμοδίων οργάνων και του δικηγόρου κ. ………….), την οποία κοινοποίησε και στο Αρχηγό του …….., της οποίας έλαβαν γνώση και άλλα πρόσωπα, που λόγω των καθηκόντων τους η αναφορά περιήλθε σε γνώση τους, ανέφερε εν γνώσει του ψευδώς σε αυτήν, και συγκεκριμένα στο προοίμιο αυτής : “Με μεγάλη μου έκπληξη έλαβα την εξώδικη επιστολή του …………, με τις άδικες και ανυπόστατες κατηγορίες εναντίον μου και την εμφανή προσπάθεια εκφοβισμού μου”, ενώ στη δεύτερη παράγραφο αυτής αναφέρει “Διαπίστωσα κατά την τηλεφωνική συνομιλία μας ότι είχε ήδη υιοθετήσει την άποψη των αντιδίκων μου, διακείμενος πλέον μεροληπτικά υπέρ αυτής”. Eπιπλέον αναφέρει ότι ο ………………. τον επέπληξε με άκρως αυταρχικό ύφος, καθώς και ότι του είπε “αυτό θα το δούμε”, όταν εκείνος του είπε ότι δεν πρόκειται περί συμπλοκής. Τέλος δε αναφέρει ότι ο χαρακτηρισμός του περιστατικού ως “συμπλοκή” αποτελεί ήδη προσωπική πεποίθηση του …….., η οποία υιοθετεί πλήρως την θέση των αντιδίκων του, χωρίς καν να έχει διεξαχθεί η ΕΔΕ. Ωστόσο, όσα κατέθεσε στην εν λόγω υπηρεσιακή αναφορά του ήταν εν γνώσει ψευδή, καθώς το αληθές ήταν ότι ο ……………… ως διενεργών την ΕΔΕ απλά ανέγνωσε τη σηματική αναφορά, όταν κάλεσε τον κατηγορούμενο για να καταθέσει, χωρίς να έχει σχηματίσει προσωπική άποψη και ουδέποτε του είπε τη φράση “αυτό θα το δούμε” ή τον επέπληξε με άκρως αυταρχικό ύφος ώστε να τον πιέσει να δεχθεί τον όρο “συμπλοκή”, o ίδιος δε τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των γεγονότων που ισχυρίστηκε, τα οποία περιήλθαν σε γνώση των προαναφερομένων τρίτων προσώπων και ήταν σε θέση να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του του ως άνω κατά βαθμό ανωτέρου του ………..». Εξάλλου, μετά την ως άνω αναφορά του εναγομένου, ο ενάγων με την υπ’ αριθ. πρωτ. ………..10-07-2015 απόφαση επιβολής πειθαρχικής ποινής του Διευθυντή της Διεύθυνσης Προσωπικού του Αρχηγείου Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής …………… τιμωρήθηκε με την πειθαρχική ποινή της δεκαήμερης φυλάκισης, μετά δε την άσκηση από τον ενάγοντα αναφοράς παραπόνων κατά της εν λόγω απόφασης τιμωρήθηκε με την πειθαρχική ποινή του δεκαήμερου περιορισμού, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. πρωτ. ………../01-10-2015 μείωση πειθαρχικής ποινής του Διευθυντή του Κλάδου Δ΄ της Διεύθυνσης Προσωπικού του Αρχηγείου Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής ………….. Περαιτέρω, τα ως άνω αναφερόμενα από τον εναγόμενο στις ως άνω έγκληση και αναφορά του δεν είναι ψευδή, αλλά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και είναι αληθή, εκφράζονται δε οι εύλογες ανησυχίες αυτού για τη συμπεριφορά του ενάγοντος. Επίσης, αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν αξιολογικές του κρίσεις με προσβλητικό ή περιφρονητικό χαρακτήρα για τον ενάγοντα, που έγιναν από τον εναγόμενο εν γνώσει του και με σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του πρώτου. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση δεν στοιχειοθετείται η τέλεση από τον εναγόμενο-εφεσίβλητο της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης, καθόσον  στο περιεχόμενο των ως άνω αναφοράς και έγκλησής του δεν περιλαμβάνονται ψευδή γεγονότα, αλλά ούτε και της συκοφαντικής δυσφήμησης και ως εκ τούτου θα πρέπει να ερευνηθεί αν έχει τελεσθεί η αξιόποινη πράξη της δυσφήμησης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε σε κάθε περίπτωση ότι ο εναγόμενος-εφεσίβλητος υπέβαλε την παραπάνω έγκλησή του κατά του ενάγοντος-εκκαλούντος ενεργώντας από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματός του, αιτούμενος δικαστική προστασία, προκειμένου να γίνει σχετική δικαστική διερεύνηση των καταγγελλομένων και να αξιολογηθούν αυτά ποινικά από τους αρμόδιους εισαγγελείς και δικαστές, ώστε να μη στερηθεί δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο της υφιστάμενης ήδη ως άνω συμπεριφοράς του ενάγοντος-εκκαλούντος σε βάρος του. Επομένως, η παραδεκτά προταθείσα από τον εναγόμενο-εφεσίβλητο καταλυτική της αγωγής ένσταση περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης της απλής δυσφήμησης του ενάγοντος-εκκαλούντος απ’ αυτόν κατ’ άρθρο 367 παρ. 1 στοιχ. γ΄ του ΠΚ είναι βάσιμη και κατ’ ουσίαν. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων δεν προέβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο την από την ως άνω διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 του ΠΚ αντένσταση περί ύπαρξης ειδικού σκοπού εξύβρισης εκ μέρους του εναγομένου. Ακόμη πρέπει να τονιστεί ότι η μνεία του εναγομένου στην ως άνω αναφορά του περί πιθανών ψυχολογικών ή ψυχιατρικών διαταραχών στο πρόσωπο του ενάγοντος δεν υποδηλώνει βούληση αυτού να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αλλά έγινε προκειμένου να τονιστεί το αναίτιο και αδικαιολόγητο της αναφερόμενης συμπεριφοράς τούτου. Επίσης, η από τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ ένσταση του εναγομένου περί παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος είναι αβάσιμη, καθόσον από τον ως άνω χρόνο που αυτός έλαβε γνώση με την επίδοση της έγκλησης των ως άνω ενεργειών του εναγομένου (22-03-2015) και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 03-03-2020 δεν παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την πενταετία. Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον δεν στοιχειοθετούνται στο πρόσωπο του εναγομένου οι αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, η ένδικη αγωγή είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή ως βάσιμης και κατ’ ουσίαν της ως άνω καταλυτικής της αγωγής ένστασης του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης της ως άνω απλής δυσφήμησης σε βάρος του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος απ’ αυτόν (εναγόμενο-εφεσίβλητο) κατ’ άρθρ. 367 παρ. 1 στοιχ. γ΄ του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 136  του Ν. 5090/2024, για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος και δικαιολογημένο ενδιαφέρον αυτού. Κατά συνέπεια τούτων και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω ο εναγόμενος-εφεσίβλητος δεν προσέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο παράνομα και υπαίτια την τιμή και την προσωπικότητα του τελευταίου (ενάγοντος-εκκαλούντος), ούτε τέλεσε σε βάρος του οποιαδήποτε αδικοπραξία. Επομένως, κρίνοντας ως ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται και συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε, αλλά ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος-ενάγοντος, που περιλαμβάνονται στους λόγους της έφεσης (κύριους και πρόσθετους), καθώς και οι λόγοι αυτοί, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.-

VI. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης (κύριος ή πρόσθετος) προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν. Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί ο εκκαλών, ως ηττώμενος διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 183, 176, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Περαιτέρω, πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλε ο εκκαλών-ενάγων, λόγω της ήττας του.-

Γ Ι Α  Τ Ο Υ Σ  Λ Ο Γ Ο Υ Σ  Α Υ Τ Ο Υ Σ

-ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 13-09-2021 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά …………../13-09-2021 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1298/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και τους από 11-01-2024 και υπ’ αριθ. κατάθεσης …………./11-01-2024 πρόσθετους λόγους αυτής (έφεσης) .-

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής .-

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.-

-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου άσκησης της έφεσης με αριθ. ……………/2021 στο Δημόσιο Ταμείο.-

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 19η Μαρτίου 2026  και δημοσιεύθηκε στις  5 Μαΐου 2026 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους αυτών δικηγόρους.

    Ο   ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ