Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 322/2026

Αριθμός   322/2026

ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

[ΤΜΗΜΑ 3ο]

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία–Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία  ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα E.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣΑΣΚΟΥΝΤΟΣ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΦΕΣΗΣ: Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ» (ΔΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ» που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη, ………….., νομίμως εκπροσωπουμένου, με ΑΦΜ …………, Δ.Ο.Υ Καλλιθέας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Σταυρούλα Αλικάκου (ΔΣΑ).

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ –  ΚΑΘΩΝ ΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΗΣ:  1. ……………, 2. …………, 3. ………….., 4. ………….., 5. ………………7. ……………..9. ……………, 11. ……………. 12. …………., 13. ……………., 14. ………….., 15. …………. 17. ……….., 18. ……….. και 19. …………, οι δύο τελευταίοι, υπό την ιδιότητα των νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος ……………  οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τουτζιαράκη Ιωάννη (ΔΣΑ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Το ανακόπτον ζήτησε να γίνει δεκτή η από 17.02.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2023 και ειδικό …./2023 ανακοπή του, ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 3005/2025 οριστική απόφασή του, απέρριψε την ανακοπή.

Το εκκαλούν – ανακόπτον προσβάλει την απόφαση αυτή: (Α) με την από 21.11.2025 έφεσή του που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …./25.11.2025 και ειδικό …./25.11.2025, προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/10.12.2025 και ειδικό ……./10.12.2025 για τη δικάσιμο την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο (1) και (Β) με τους από 2.3.2026 πρόσθετους λόγους έφεσης που κατατέθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2.03.2026  και ειδικό …./2.03.2026 και προσδιορίστηκαν για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκαν στο πινάκιο (11).

Οι υποθέσεις συνεκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, παραστάθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου, όπως αναφέρεται παραπάνω και ανέπτυξαν τις απόψεις τους  με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Φέρονται προς συζήτηση κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο η από 21.11.2025 έφεση και οι από 2.3.2026 πρόσθετοι λόγοι έφεσης του εκκαλούντος – ασκούντος πρόσθετους λόγους έφεσης – ανακόπτοντος. Ενόψει του ότι οι πρόσθετοι λόγοι, παρά την αυτοτέλεια τους, τελούν σε εξάρτηση από την έφεση και φέρουν σε σχέση με αυτή παρακολουθηματικό χαρακτήρα (βλ. Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση κατά τον ΚΠολΔ, έκδ. 2009, αρ. 584, σελ. 250) και δικάζονται υποχρεωτικά μαζί με την έφεση (βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τομ. I, άρθρο 520, αρ. 36, σελ. 930, ΕφΑθ 504/2020 ΝΟΜΟΣ), ενώ δεν μπορεί να νοηθεί χωριστή συζήτησή τους (βλ. Χ. Ευθυμίου, σε X. Απαλαγάκη – Σ. Σταματόπουλου, Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας – Ερμηνεία κατ’ άρθρο μετά τους Ν. 4842& 4855/2021, έκδ. 2022, άρθρο 520, αρ. 6, σελ. 1704-1705), πρέπει τα παραπάνω δικόγραφα να συνεκδικαστούν, διότι αφορούν στους ίδιους διαδίκους, υπάγονται στην ίδια διαδικασία, στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης (άρθρα 520 παρ. 2, 524 παρ. 1 και 246 του ΚΠολΔ).

ΙΙ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 21.11.2025 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στην Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ……………/2025  και με αριθμό πρωτ. προσδ. …../2025 στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 3005/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, επί της από 17.02.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικ. …………./2023 ανακοπής για ακύρωση α. της υπ’ αριθμ. ………../2022 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε σε βάρος του ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στους αντιδίκους του το ποσό των 239.496,59 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων για απαιτήσεις που επιδικάστηκαν σε αυτούς με την με αριθμό 300/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά (Διαδικασία Περιουσιακών – Εργατικών – Διαφορών) και β. της από 03.02.2023 επιταγής προς πληρωμή που έχει τεθεί κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, με την οποία επιτάσσεται το ανακόπτον να καταβάλει στους καθ’ ων η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητους το συνολικό ποσό των 274.963,54 ευρώ πλέον τόκων από την επίδοση της επιταγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.    Η έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 § 1 εδ. α’ στοιχ. β, 516 § 1, 517 εδ. α’, 518 § 1 ημιπ. α’ και γ’ συνδ. 144 επ., 518 παρ. 2 καθώς και 520 § 1 ΚΠολΔ, επειδή από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στους καθ’ ων η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητους, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια, ενώ εξάλλου δεν έχει παρέλθει η καταχρηστική προθεσμία των δύο [2] ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης [30.6.2025], σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α’87 /23-7-2015] κατά τη (μεταγενέστερη της 19-08-2020) άσκηση της ένδικης έφεσης, (ήτοι κατάθεση της στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στις 25.11.2025 και δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης στις 30.06.2025). Συνεπώς (η έφεση) αρμοδίως φερόμενη προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η κατάθεση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, αφού το εκκαλούν, ως Ν.Π.Δ.Δ., δεν υποχρεούται στην καταβολή του, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 4 του Ν. 2579/1998, που ορίζει ότι «οι διατάξεις των άρθρων 11 του κανονιστικού διατάγματος της 26ης Ιουνίου-10ης Ιουλίου 1944 «περί κώδικος των νόμων περί δικών του δημοσίου» έχουν εφαρμογή και επί των Ν.Π.Δ.Δ., τα οποία έτσι απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιοσδήποτε παράβολου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσων ή βοηθημάτων ή για τη διενέργεια οποιοσδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών», πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 533 ΚΠολΔ ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία (άρθρα 522, 524 παρ.1, 2, 533 παρ.1, 591 παρ.7, 632 παρ.2, 614 επ ΚΠολΔ, όπως τα δύο τελευταία ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο 1, άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015).

ΙΙΙ. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 520 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ.1 εδαφ. ζ του ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης, που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά, ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης. Από τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ  προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται στα εκκληθέντα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης ή στα αναγκαία με αυτά συνεχόμενα, άλλως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως. Ως αναγκαία συνεχόμενα κεφάλαια είναι οι διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης που έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες διατάξεις είτε διότι αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε διότι πηγάζουν από την ίδια ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσιδιάζουν το αντικείμενο εκείνων, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του Εφετείου σχετικά με την πρωτόδικη απόφαση να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 76/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 238/2001 ΕλλΔνη 42. 1598, ΕφΑθ 328/2019 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, το εκκαλούν – ανακόπτον άσκησε πρόσθετους λόγους έφεσης με το από 2.3.2026  ιδιαίτερο δικόγραφό του, το οποίο επιδόθηκε στους εφεσίβλητους – καθ’ ων η ανακοπή στις 2.3.2026, (βλ. τις υπ’αριθμ. …../2.3.2026 και …../2.3.2026 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……….). Οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, οι οποίοι αφορούν σε κεφάλαιο της απόφασης που έχει προσβληθεί με τους λόγους της κρινόμενης έφεσης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδαφ. ζ του ΚΠολΔ, με την κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου την 2.03.2026, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης με αριθμό γενικό …../2.3.2026 και ειδικό ……./2.3.2026  της γραμματέως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στο δικόγραφο και την επίδοση αυτού στους εφεσίβλητους – καθ’ ων η ανακοπή την 2.3.2026, αφού τόσο η κατάθεση του δικογράφου, όσο και η επίδοσή του, έλαβαν χώρα πριν από την τιθέμενη αποκλειστική προθεσμία των οκτώ ημερών από τη συζήτηση της υπό κρίση έφεσης. Κατόπιν τούτων, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης πρέπει επίσης να γίνουν τυπικά δεκτοί, συνεκδικαζόμενοι, όπως προαναφέρθηκε, με την από  21.11.2025 έφεση.

IV. Το εκκαλούν – ανακόπτον, ζήτησε με την από 17.02.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2023 και ειδικό ………/2023 ανακοπή του τόσο κατά διαταγής πληρωμής του άρθρου 632 του ΚΠολΔ, όσο και κατά της εκτέλεσης του άρθρου 933 ΚΠολΔ, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, να ακυρωθεί, για τους λόγους που ειδικότερα εκτίθεται σε αυτήν, η υπ’ αριθ. ……/2022 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των 239.496,59 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, στους εφεσίβλητους – καθ’ ων η ανακοπή, για απαιτήσεις που αναγνωρίστηκαν ότι οφείλονται σε αυτούς με την με αριθμό 300/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά (Διαδικασία Περιουσιακών – Εργατικών – Διαφορών) και β. της από 03.02.2023 επιταγής προς πληρωμή που έχει τεθεί κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, με την οποία επιτάσσεται το ανακόπτον να καταβάλει στους καθ’ ων η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητους το συνολικό ποσό των 274.963,54 ευρώ πλέον τόκων από την επίδοση της επιταγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστή­ριο, με την εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 3005/2025 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 14 παρ. 2, 18, 614 επ., 632 παρ. 1, 2, 937 παρ.3 του ΚΠολΔ), απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη αναφορικά με το μέρος που βάλλει κατά της με αριθμό ………/2022 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, επικυρώνοντας αυτήν, έκανε τυπικά δεκτή την ανακοπή αναφορικά με το μέρος που βάλλει κατά της από 03.02.2023 επιταγής προς πληρωμή και απέρριψε αυτήν στην ουσία της, συμψηφίζοντας τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. Κατά της ανωτέρω απόφασης παραπονείται το εκκαλούν – ανακόπτον με την κρινόμενη έφεσή του, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, προκειμένου να γίνει δεκτή η ανακοπή, να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και η από 03.02.2023 επιταγή προς πληρωμή που συντάχθηκε παρά πόδας του αντιγράφου εκ πρώτου απογράφου εκτελεστού αυτής.

V. Κατά το άρθρο 315 του ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του. Σε διόρθωση κατά τα άρθρα 315 επ. ΚΠολΔ υπόκεινται επίσης και τα σφάλματα που υπάρχουν στο αιτιολογικό τμήμα της απόφασης, (Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Άρθρα 1-590, 4η έκδοση, υπό άρθρο 315, σελ. 867, 4). Από τη διάταξη αυτή, η οποία, ως εξαιρετική, υπηρετεί στο πλαίσιο της επιταγής για ασφάλεια δικαίου τον κύριο σκοπό της δίκης, που είναι η δικαιοσύνη, προκύπτει ότι είναι δυνατό να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης, που οφείλονται στην ασυμφωνία μεταξύ αυτών που προδήλως θέλησε το δικαστήριο, όπως τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της προς διόρθωση απόφασης σε συνδυασμό και με άλλα στοιχεία που ορίζουν το περιεχόμενό της, όπως πρακτικά, προτάσεις ή δικόγραφα των διαδίκων και εκείνων που έχουν διατυπωθεί στο διατακτικό της, έστω και αν από τη διόρθωση της ανακρίβειας της διατύπωσης του διατακτικού επέρχεται μεταβολή σε αυτό, αφού η μεταβολή αυτή, η οποία δεν ανατρέπει, αλλά ορθώς διατυπώνει την αληθή δικαιοδοτική βούληση του δικαστηρίου, δεν αποτελεί παραβίαση του δεδικασμένου. Αρκεί η μεν παραδρομή στην οποία οφείλονται τα λάθη να προκύπτει προδήλως από την όλη διάρθρωση της απόφασης και των συμβάντων κατά τη σύνταξή της, είτε από το συνδυασμό αυτής προς τα πρακτικά του δικαστηρίου ή και τα διαδικαστικά έγγραφα, η δε διόρθωση να μην σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και να μεταβάλλει ή ανακαλεί το περιεχόμενό της (Ολ.ΑΠ 17/2017, ΑΠ 536/2020). Τούτο σημαίνει ότι, για τη διαπίστωση του σφάλματος του δικαστηρίου, δεν πρέπει να γίνεται επανεξέταση της ουσίας της διαφοράς, αλλά να προκύπτει αυτό από την απλή επισκόπηση της απόφασης, των πρακτικών ή και των δικογράφων των διαδίκων, ώστε να γίνεται στη συνέχεια η διόρθωσή της. Κατά συνέπεια, αντικείμενο διόρθωσης δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης και μεταβάλλουν ή αλλοιώνουν ηθελημένα το περιεχόμενο της απόφασης, τα οποία αίρονται μόνο με την οδό των ένδικων μέσων, αλλά μόνον ακούσιες πλημμέλειες, που παρεισφρέουν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 64/2021, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 529/2020, ΑΠ 1479/2019, ΑΠ 266/2019, ΑΠ 318/2018, ΑΠ 359/2017, ΑΠ 1/2015, ΤρΕφΑθ 328/2024, ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 254 παρ. 1 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της κατ’ έφεση δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει για το βάσιμο ή μη των προβαλλόμενων λόγων έφεσης, που ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, μπορεί, χωρίς να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση (ΕφΑθ 1597/2011, ΜονΕφΑθ 2106/2022, ΜονΕφΘεσσαλ 1322/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η απόφαση πρέπει να μνημονεύει, απαραιτήτως, τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η εξουσία που παρέχεται από τις διατάξεις αυτές (βλ. και τα άρθρα 522, 533, 535 παρ. 1 και 245 ΚΠολΔ), περιλαμβάνει το δικαίωμα του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, να διατάξει ιδίως, μεταξύ άλλων, νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις, με τα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και η προσκόμιση των αναγκαίων διαδικαστικών ή αποδεικτικών εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν, αλλά δεν τα προσκόμισαν, όπως και κάθε κρίσιμο έγγραφο, χωρίς το οποίο καθίσταται αδύνατη η ασφαλής διάγνωση της υπόθεσης (ΑΠ 1321/2021, ΑΠ 412/2020, ΑΠ 820/2018, ΤριμΕφΘεσσαλ 415/2022, ΜΕφΠειρ 275/2025, Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).

VI. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 3005/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς προκύπτει ότι ενώ το διατακτικό της είναι υπαρκτό και πλήρες, στο αιτιολογικό της υπάρχει ασυνέχεια, επειδή το 4ο φύλλο της ανήκει προφανώς σε άλλη απόφαση του ίδιου δικαστή. Η παραπάνω ενσωμάτωση ξένου κειμένου στην εκκαλουμένη έχει γίνει από πρόδηλη παραδρομή και συνεπώς συντρέχει νόμιμη περίπτωση διόρθωσης της απόφασης προκειμένου η ως άνω παραδρομή να αποκατασταθεί προσηκόντως, κατ’ αρθρ. 315 επ. ΚΠολ, δηλαδή να περιληφθεί σ’ αυτήν το πλήρες αιτιολογικό που πράγματι αντιστοιχεί στην κρινόμενη υπόθεση. Τούτο καθίσταται αναγκαίο καθώς από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της εκκαλουμένης, δεν δύναται να διαπιστωθεί με ποια αιτιολογία απορρίφθηκαν οι πρώτος έως και πέμπτος λόγοι της ανακοπής, ενώ στο 5ο φύλλο της, πρώτη παράγραφος όπου αναγράφεται ότι: «..Άρα, οι παραπάνω λόγοι απαράδεκτα προβάλλονται με την κρινόμενη ανακοπή κατά τους όρους του άρθρου 935 ΚΠολΔ…», δεν δύναται να διαπιστωθεί σε ποιους λόγους αναφέρεται ο δικαστής που εξέδωσε την εκκαλουμένη. Υπό τα δεδομένα αυτά, το παρόν δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην εξέταση της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων της έφεσης, οι οποίοι αναφέρονται στην απόρριψη των πρώτου έως και πέμπτου λόγων της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω και για τη συμπλήρωση των ως άνω ελλείψεων, πρέπει να διαταχθεί επανάληψη της συζήτησης της υπό κρίση έφεσης, κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να προσκομισθεί με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης με διορθωμένο το αιτιολογικό της, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα. Τα παραπάνω, διατάσσονται στην παρούσα φάση, χωρίς την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης (ΜΕφΑθ 442/2024 ΤΝΠ-Νόμος), ενώ επιφυλάσσεται το Δικαστήριο να εκδώσει την οριστική απόφασή του, ως προς τη βασιμότητα των λόγων της εφέσεως, στην επαναληφθησομένη συζήτηση, κατά τα ειδικότερα επίσης εκτιθέμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων, την από 21.11.2025 έφεση και τους από 2.3.2026 πρόσθετους λόγους αυτήςΑΝΑΒΑΛΛΕΙ την έκδοση οριστικής απόφασης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση να προσκομισθεί με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης με πλήρες αιτιολογικό, ήτοι με την αποκατάσταση της ασυνέχειας μεταξύ του 3ου και του 5ου φύλλου αυτής.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την  7η  Μαΐου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ