ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός αποφάσεως 332/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2o Τμήμα)
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Ε.Δ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας …………, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Αβαρκιώτη (Α.Μ Δ.Σ.Α ……….).
Της εφεσίβλητης ……………., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε σε βάρος της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 23/6/2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2015 αγωγή, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το ως άνω Δικαστήριο, συζήτησε την ως άνω αγωγή στις 5/12/2019, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 3313/2020 οριστική απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως, η εναγομένη άσκησε την από 11/5/2021 έφεση της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ……./2021 και β) δικογράφου …………./2025, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 11/5/2021 έφεση της εναγομένης, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ……./2021 και β) δικογράφου ……../2025, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 3313/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 23/6/2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2015 αγωγής της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης κατά της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 11/5/2021, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της απόφασης στην εκκαλούσα (αφού δεν προκύπτει επίδοση της από τα προσκομιζόμενα έγγραφα) και εντός δύο (2) ετών από της δημοσιεύσεως της, που έλαβε χώρα στις 30/10/2020 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (533 ΚΠολΔ).
Α. Σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, αξίωση δε αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί, η ικανοποίηση, δε, συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προστατεύεται έτσι, με τα ως άνω άρθρα, η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομα στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων ταυ για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παρανόμου προσβολής της προσωπικότητας. Στην περίπτωση αυτή, η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διατάξεως που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Β. Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και την υπόληψη του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361 – 363 ΠΚ (όπως αυτά ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης – άρθρο 533 παρ.2 ΚΠολΔ), που μπορεί να περιέχονται σε κάθε σύγχρονο μέσο διάδοσης πληροφοριών και ειδήσεων (τύπος, τηλεόραση, ραδιόφωνο, διαδίκτυο), αφού η κατοχυρωμένη, με το άρθρο 14 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία, υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρο 25 παρ. 3 Σ). Όριο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρα 361 – 363 ΠΚ και, επομένως, με πρόσχημα την ελευθεροτυπία δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με εκπομπές των μέσων μαζικής ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε), εξυβριστικές ή δυσφημιστικές για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά, εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ως γεγονός, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφ’ όσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά αποδείξεως. Δεν αποκλείεται δε στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη και χαρακτηρισμός οσάκις μέσω αυτών, αμέσως ή εμμέσως, υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα και μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 361 του ΠΚ. Ισχυρισμό δε του γεγονότος συνιστά κάθε σχετική με αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοινώσεως που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της δυσφημήσεως απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν, ενώπιον τρίτου, γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή, που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ’ αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως του, τόσο ως ποινικό, όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361 -367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της εννόμου τάξεως και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Έτσι, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 367 Π.Κ. ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης κατ’ αρχήν αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις. Κατ’ εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 367 Π.Κ., και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ’ αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 1897/2006 ΤΝΠ Νόμος). Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 2209/2013, ΑΠ 1265/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέτοιος τρόπος για την απόδειξη του σκοπού εξυβρίσεως συντρέχει, ιδίως, όταν αυτός δεν είναι αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψεως εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος, παρά ταύτα, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου (ΑΠ 1897/2006, ΑΠ 1573/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δεν είναι δε αναγκαίο, να προσδιορισθούν ειδικώς και οι φράσεις και οι εκφράσεις, οι οποίες ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν από τον εναγόμενο, αντί των χρησιμοποιηθέντων εξυβριστικών, λέξεων και φράσεων, για να αποδοθεί το νόημα των τελευταίων, χωρίς να θιγεί η τιμή και η υπόληψη του παθόντος (ΑΠ 628/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το ζήτημα εάν οι εκδηλώσεις, που προαναφέρθηκαν, ήταν πρόσφορες και αναγκαίες αντικειμενικά για τη διαφύλαξη του δικαιώματος του εναγομένου και περί του κατά πόσον οι εκδηλώσεις αυτές υπερέβησαν τελικά το αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του ίδιου δικαιώματος, αποτελεί νομική έννοια υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 129/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με την υπό κρίση αγωγή της, η ενάγουσα εκθέτει ότι είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά και από το 2011 εκπροσωπεί ως πληρεξουσία τον εντολέα της ………………, εν διαστάσει σύζυγο της εναγομένης, στην πολύχρονη μεταξύ τους ανοιγείσα δικαστική διαμάχη. Ότι στις 10-6-2015 ενημερώθηκε από τρίτους (εντολείς και συναδέλφους της) ότι η εναγόμενη ανήρτησε σε σελίδα του διαδικτυακού τόπου επικοινωνίας «FACEBOOK», που επιγράφεται «Δικαστήρια Πειραιά» (και δη στον «τοίχο» του προφίλ της σελίδας αυτής), η οποία είναι προσβάσιμη σε κάθε τρίτο, κείμενο που παρουσιάζει την ίδια ως άτομο που χρηματίζει Δικαστές για την έκδοση ευνοϊκών αποφάσεων στις υποθέσεις που χειρίζεται ως δικηγόρος, πράγμα ψευδές και συκοφαντικό, που σκοπό είχε να πλήξει την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας στον επαγγελματικό της χώρο. Ότι η παραπάνω συμπεριφορά της εναγομένης αποτελεί παράνομη προσβολή του απόλυτου δικαιώματος της προσωπικότητάς της, συνεπεία της οποίας η ίδια υπέστη ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζητά να υποχρεωθεί η εναγόμενη, να της καταβάλει το ποσό των 100.044 ευρώ, αφαιρούμενου του ποσού των 44 ευρώ, για το οποίο επιφυλάσσεται να ασκήσει την ένδικη αξίωσή της ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Στη συνέχεια, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 3313/2020 οριστική απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση της, η εναγόμενη προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση και παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή.
Με τον πρώτο λόγο της έφεσης της, η εναγομένη παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ως ορισμένη και νόμιμη την αγωγή της ενάγουσας, ενώ θα έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη άλλως ως μη νόμιμη. Ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού στο περιεχόμενο αυτού, η εναγομένη αναλώνεται στην αντίκρουση επί της ουσίας των ισχυρισμών της ενάγουσας και στην άρνηση τέλεσης από την ίδια της επίδικης αδικοπραξίας, χωρίς να προβάλλει συγκεκριμένα σε τι συνίσταται η αοριστία και το νόμω αβάσιμο της επίδικης αγωγής, πέραν από αναφορές σε συμπεράσματα της θεωρίας και νομολογίας, τα οποία δεν συνδέει με την επίδικη αγωγή.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, ………… και ………….., οι οποίοι εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση, απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, της με αριθμό ………/2012 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα …………., ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιώς, την οποία προσκομίζει η εκκαλούσα και λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, εφόσον ελήφθη στα πλαίσια προηγούμενης δίκης μεταξύ των διαδίκων, της από 2/2/2017 τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του …………., την οποία προσκομίζει η εκκαλούσα, καθώς και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και έγγραφα που παραδεκτώς προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), εφόσον δεν προέκυψε ότι δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, πλήρως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η ενάγουσα είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά και από το 2011 εκπροσωπεί ως πληρεξουσία τον εντολέα της ………….., εν διαστάσει σύζυγο της εναγομένης, στην πολύχρονη μεταξύ τους ανοιγείσα δικαστική διαμάχη, που αφορά σε θέματα διατροφής της εναγομένης και ρύθμισης της χρήσης της οικογενειακής τους εστίας. Στο πλαίσιο της εν λόγω αντιδικίας αμφότερα τα μέρη έχουν ασκήσει σειρά σχετικών αγωγών, για τις περισσότερες από τις οποίες έχουν ήδη εκδοθεί τελεσίδικες αποφάσεις από τα αρμόδια Δικαστήρια. Κατά την εξέλιξη αυτής της αντιδικίας και συγκεκριμένα στις 10-6-2015 η ενάγουσα ενημερώθηκε από τον εντολέα της . ……… ότι η εναγόμενη ανήρτησε σε σελίδα του διαδικτυακού τόπου επικοινωνίας «FΑCΕΒΟΟΚ», που επιγράφεται «Δικαστήρια Πειραιά» (και δη στον «τοίχο» του προφίλ της σελίδας αυτής), η οποία είναι προσβάσιμη σε κάθε τρίτο, το ακόλουθο κείμενο: «Παρακαλώ οι αποφάσεις βγαίνουν δια του λαδώματος σε αυτήν την όμορφη πόλη;; Ο πρώην σύζυγός μου απέσυρε κρυφά όλα τα χρήματα από τον κοινό μας τραπεζικό λογαριασμό εκ των οποίων τα μισά προορίζονταν για τις σπουδές του γιού μας και η απάντηση προς το παιδί ήταν «τώρα δεν θα σπουδάσεις, τα χρήματα τα έδωσα στην δικηγόρο μου …………… για να λαδώσει τους δικαστές» δυστυχώς η συγκεκριμένη κυρία με μόνο όπλο τα ψέματα και ότι ισχυρίζεται ο πρώην καταφέρνει να βγαίνουν αποφάσεις καθ’ υπαγόρευσή της». Η εναγόμενη για την ανάρτηση αυτή χρησιμοποίησε το όνομα χρήστη «……………», ήτοι το πατρικό της όνομα, το οποίο χρησιμοποιεί και στην προσωπική της σελίδα στον ίδιο διαδικτυακό τόπο κοινωνικής δικτύωσης. Το περιεχόμενο της εν λόγω ανάρτησης ήταν ψευδές, δεδομένου ότι και η ίδια η εναγόμενη ουδόλως ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι όσα διαλαμβάνονται στο επίμαχο δημοσιευμένο κείμενο, αναφορικά με την αιτίαση ότι η ενάγουσα χρηματίζει Δικαστές ή ότι με τη συνδρομή αθέμιτων μέσων καταφέρνει να εκδίδονται ευνοϊκές προς τα συμφέροντα του εντολέα της αποφάσεις, καθ` υπαγόρευσή της, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η επίδικη, δε, ανάρτηση είναι καταφανώς δυσφημιστική, καθώς είναι απολύτως ικανή να πλήξει καίρια την τιμή, το κύρος και την επαγγελματική υπόληψη της ενάγουσας έναντι κάθε τρίτου επισκέπτη της εν θέματι σελίδας, η οποία, σημειωτέον, είναι ελεύθερα προσβάσιμη σε κάθε χρήστη, δοθέντος ότι την εμφανίζει, απροκάλυπτα, ως μια δικηγόρο διεφθαρμένη, που μετέρχεται παράνομες μεθόδους προκειμένου να επιτύχει την ικανοποίηση των αιτημάτων των εντολέων της. Τα ανωτέρω ψευδή και δυσφημιστικά για την ενάγουσα γεγονότα, τα ισχυρίστηκε η εναγόμενη εν γνώσει της αναληθείας τους, καθώς σκοπός της ήταν ακριβώς αυτός, ήτοι να πλήξει την αξιοπρέπεια, την επαγγελματική και προσωπική εντιμότητα της ενάγουσας στο μέγιστο βαθμό έναντι απροσδιόριστου αριθμού τρίτων, επισκεπτών της εν λόγω ιστοσελίδας, λόγος, μάλιστα, για τον οποίο δεν κοινοποίησε το παραπάνω κείμενο στην προσωπική της ιστοσελίδα, στον εν λόγω διαδικτυακό τόπο, αλλά επέλεξε τη δημοσίευση του κειμένου σε διαδικτυακή σελίδα μεγαλύτερης επισκεψιμότητας και απόλυτα σχετιζόμενης με τον επαγγελματικό χώρο που δραστηριοποιείται η ενάγουσα και τον οποίο μπορεί να επισκέπτονται συνάδελφοι της ενάγουσας, δικαστές, γραμματείς των Δικαστηρίων, αλλά και απλοί πολίτες που θέλουν να σχολιάσουν την παραπάνω ιστοσελίδα. Περαιτέρω, αναφορικά με τον ισχυρισμό της εναγομένης, σύμφωνα με τον οποίο η ανάρτηση αυτή δεν έγινε από την ίδια αλλά από τρίτο πρόσωπο, το οποίο και δημιούργησε νέο λογαριασμό στο Facebook υπό το όνομα χρήστη «………» και όχι «……………», που αποτελεί το ακριβές όνομα του δικού της λογαριασμού στην οικεία πλατφόρμα, αυτός τυγχάνει παντελώς αναπόδεικτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, δοθέντος αφενός ότι το περιεχόμενο της ανάρτησης έχει αυστηρά προσωπικές αναφορές και τόνο, γεγονός που καταδεικνύει απίθανη τη σύνταξή του από έτερο πρόσωπο πλην της αμέσως και σαφώς εμπλεκομένης εναγομένης, αφετέρου ότι ουδείς τρίτος έλκει οποιοδήποτε συμφέρον από την επίμαχη ανάρτηση, παραδοχή την οποία άλλωστε δεν κατάφερε να αμφισβητήσει ούτε η ίδια η εναγόμενη, η οποία ισχυρίστηκε ότι την εν λόγω ανάρτηση έκανε για λόγους εκδίκησης, ο . …………, ισχυρισμός ο οποίος είναι αναπόδεικτος. Ενισχυτικό, δε, της κρίσης του Δικαστηρίου τυγχάνει και το γεγονός ότι ουδεμία πειστική εξήγηση δόθηκε από την εναγόμενη αναφορικά με τη διαγραφή της επίμαχης ανάρτησης από τον οικείο διαδικτυακό τόπο κοινωνικής δικτύωσης ήδη κατά τον χρόνο έκδοσης της από 18-6-2015 προσωρινής διαταγής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά τη συζήτηση, μάλιστα, της οποίας η ίδια, μολονότι κλητεύθηκε νομοτύπως, δεν παραστάθηκε στο Δικαστήριο, για να εκθέσει τους ως άνω ισχυρισμούς της ενώ, όπως ρητά βεβαιώνεται και στην υπ’ αριθ. 1841/2015 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το επίμαχο κείμενο είχε διαγραφεί από τον ως άνω αναφερόμενο διαδικτυακό τόπο ήδη πριν τον χρόνο συζήτησης της οικείας αίτησης χορήγησης ασφαλιστικού μέτρου, στις 9-7-2015. Επομένως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, δεχόμενη την τέλεση της ως άνω αδικοπραξίας, που συνίσταται στην πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, από την εναγομένη, όπως αυτό έχει κριθεί αμετάκλητα και από τα ποινικά δικαστήρια (βλ. την υπ’ αριθ. …../2018 απόφαση του Α Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά και την υπ’ αριθ. ΑΤ-……./2019 απόφαση του Α Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά), απορριπτομένης παράλληλα και της εφέσεως της τελευταίας κατά το μέρος αυτής που αμφισβητούσε την τέλεση της πράξης από την ίδια. Περαιτέρω, η κατά τα ανωτέρω άδικη και υπαίτια πράξη της εναγόμενης επέφερε στην ενάγουσα στεναχώρια και ψυχικό άλγος, για τα οποία πρέπει να αποζημιωθεί λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. Για τον προσδιορισμό του χρηματικού ποσού το οποίο τυγχάνει αναλογικό και δίκαιο για να παράσχει στην ενάγουσα μια ηθική ανακούφιση για τη στεναχώρια που βίωσε από την σε βάρος της άδικη πράξη της εναγόμενης, πρέπει να ληφθεί υπόψη η κοινή περί δικαίου συνείδηση για τη θέση σε μια ισορροπία των αντιτιθέμενων συμφερόντων της ενάγουσας ως παθούσας και της εναγόμενης ως δράστιδας καθώς και όλων των συνθηκών που προσδιόρισαν την αδικοπραξία, περιλαμβανομένων του είδους της προσβολής, της έκτασης της βλάβης, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της βαρύτητα του πταίσματος της υπόχρεης και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων μερών. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι εύλογη και σύμφωνη με την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, η αποζημίωση για την ηθική βλάβη της ενάγουσας πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, γενομένης εν μέρει δεκτής της εφέσεως της εναγομένης, κατά το μέρος αυτής που ζητούσε την μείωση του, επιδικασθέντος πρωτοδίκως, κονδυλίου των 10.000 ευρώ ως υπερβολικού και μη αναλογικού.
Επομένως, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση της εναγομένης και αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το ανωτέρω εκτεθέν στο σκεπτικό κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί από το παρόν Δικαστήριο, να δικαστεί στην ουσία, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλλει στην ενάγουσα ποσό 5.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, πρέπει να εξαφανιστεί η διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης για τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της εναγομένης και να επιδικαστεί μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας εις βάρος της εναγομένης, ανάλογη με την έκταση της νίκης της ενάγουσας (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, όπως, ειδικότερα, καθορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της εφέσεως στην εκκαλούσα, λόγω της αποδοχής της εφέσεως της (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.τελευτ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και, εν μέρει, κατ’ ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 3313/2020 οριστική απόφασή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 23/6/2015 αγωγής, μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα, το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας, μέρος των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου για την άσκηση της έφεσης στον καταθέσαντα τούτο.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 11 Μαΐου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Β. ΠΟΡΤΟΚΑΛΛΗΣ ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ